Advertisements

ΜΗΝ ΠΑΤΑΤΕ ΤΟ ΓΚΑΖΟΝ – του Αντώνιου Β. Καπετάνιου –

ΜΗΝ ΠΑΤΑΤΕ ΤΟ ΓΚΑΖΟΝ 

Σχέσεις της Αθήνας με το πράσινο

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου, Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου

«Κι ανέβηκα! Και ξέφυγα! Και χάμου
η Αθήνα σα να πέθανε. Τα μύρα
βουνίσια με χτυπήσανε. Τριγύρα
τα πεύκα είναι προστάτισσα φρουρά μου.»

(«Λυκαβηττός»,  Κ.Γ. Καρυωτάκης, 1922)

     Στη χώρα μας έχουμε συνηθίσει να θεωρείται ως «πράσινο», ότι έχει χρώμα πράσινο! Δεν είναι σχήμα λόγου αυτό, ούτε υπερβολή. Είναι η πραγματικότητα, με κάποιο συμβολισμό βεβαίως, που η συνήθης πρακτική την αναδεικνύει και εν προκειμένω την καταγράφω. Το πλαστικό πράσινο, το επιτηδευμένο «άψογο» πράσινο, το ετερόκλητο κι ευπαθές πράσινο, το ανοίκειο μα θελτικό πράσινο, αποτελούν δυστυχώς τον κανόνα, που οδηγεί στην έκπτωση του πρασίνου αντί σε προαγωγή του.

     Τι είναι πράσινο; Το πλαστικό λουλούδι που στολίζει το βάζο μας; Το πλαστικό φυτό που γεμίζει την είσοδο ή τη γωνιά του σπιτιού μας; Ο πλαστικός πράσινος τάπητας που καλύπτει την πίσω αυλή του οικοπέδου μας; Το made in Ηolland άνθος της γλάστρας μας; Το γκαζόν με το καχεκτικό δεντράκι εντός του; Τα χλωρωτικά κι αργοζωούντα φυτά του βανδαλισμένου συνοικιακού μας πάρκου; Τ’ απαιτητικά fantaisie φυτά του στυλιζαρισμένου κήπου μας;

     Δυστυχώς, αυτό είναι το πράσινο του καιρού μας!..

Σκιά, κύριοι! Σκιά…

     Ωραίο το πράσινο των πάρκων μας!.. Ωραίο, σαν το δράμα των καιρών μας!.. Βαδίζω στο «γκαζόν της ελληνικής φύσης», κάτω από τον εχθρικό αττικό ήλιο −που τέτοιος γίνηκε γιατί έτσι το θέλησε ο αστός!− και τη βαριά σκιά της πόλης, και συνειδητοποιώ πως το καταφύγιο που γυρεύω δεν το βρίσκω. Πως η ευφροσύνη μου στερεύει και συνεχώς ταπεινώνεται. Συνειδητοποιώ πως αυτό που θέλω είναι ένα κομμάτι αληθινής φύσης κι όχι καλοζωισμένα, εύθραυστα, ιλουστρασιόν κομμάτια της, φερμένα από θερμοκήπια μαζικής παραγωγής και βαλμένα με τάξη κι αυστηρότητα στο χώρο, έτσι που ν’ αποτελούν μιαν οικτρή −κατ’ εμέ, ωραία κατά την πλειοψηφία των νεοελλήνων!− απομίμησή της. Αυτό δεν είναι το καταφύγιό μου, η επιζητούμενη απαντοχή. Δεν τον απολαμβάνω κυρίες και κύριοι τον χώρο αυτόν, έτσι όπως τον φτιάξατε…

     Δε θέλω την ψυχρή ουδέτερη ομορφιά, την επιτηδευμένη μονοτονία, το «μη φυσικό» πράσινο, τις απρόσωπες οάσεις. Θέλω ένα περιβάλλον οπού η φύση θα είναι ενεργή, που θα την απολαμβάνω έτσι όπως αληθινά είναι, όπως της πρέπει ως φυσικό σύστημα. Χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς, για τον κίνδυνο «μην τυχόν και τη χαλάσω», «μην τυχόν και την τσαλακώσω». Τελικά, το «μην πατάτε το γκαζόν» αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό του δικαιώματός μου για την απόλαυση της φύσης, που −υποτίθεται− πως για το σκοπό αυτό δημιουργήθηκε στην πόλη. Από την άλλη μεριά, που δυστυχώς αποτελεί το μέγιστο των περιπτώσεων, στέκεται η στείρα πόλη, η ξερή, η άστοργη, η άφυλλη. Αυτή που σε στοιχειώνει με την αζωία της και τη στενότητά της. Όχι το λοιπόν, ανάμεσα στα δύο τούτα, δε θέλω κανένα τους, διότι και τα δυο τους με θλίβουν, με αδυνατούν, με σκοτώνουν. Κείνο που θέλω είναι το διάμεσο −αν έτσι μπορεί να προσδιοριστεί, σχηματικά, το επιζητούμενο−, θέλω το κάλλος το φυσικό, το πλήρες, το ευ, αυτό που θα γενεί κατά το πνεύμα του τόπου και δε θάναι αφύσικό του κι ανάρμοστό του.

     Ο καλός χρονογράφος Παναγιώτης Παπαδούκας, ως εύστοχος παρατηρητής της ζώσας πραγματικότητας −κι όχι της εικονικής, που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μας επιβάλλεται!−, είχε διακρίνει ήδη από το 1970 την έλλειψη πρασίνου στο νέο πράσινο της πόλης, στο γκαζόν της, στεκόμενος αντίθετος στη μόδα −ή στην υστερία, αν θέλετε− των Ελλήνων, να σπέρνουν χόρτο αντί να φυτεύουν δένδρα. Έγραφε τότε: «Παρατηρώ τα τελευταία χρόνια μια τάσι προς το γκαζόν και τα θαμνοειδή. Κόβουμε γίγαντας και φυτεύουμε νάνους. Ωραίο είναι το γκαζόν. Ένα πράσινο χαλί, από χλόη. Αλλά αυτό το είδος του πρασίνου ευδοκιμεί σε βόρεια ψυχρά και υγρά κλίματα. Εδώ η χλόη το καλοκαίρι ξεραίνεται. Και τα θαμνοειδή ή τα μικρά διαστήματος δεντράκια δεν καλύπτουν τις ανάγκες που δημιουργεί το δικό μας κλίμα. Εδώ, το καλοκαίρι πυρπολούμεθα. Ο ήλιος ψήνει την πέτρα. Η άσφαλτος λιώνει. Αναπνέουμε εξαερωμένη φωτιά. Η Αθήνα –όπως και όλη η Αττική και η πεδινή Ελλάς− μεταβάλλεται σε μιαν απέραντη φρυγανιέρα μέσα στην οποία ψηνόμαστε. Τι μας χρειάζεται, λοιπόν; Σκιά!.. Σκιά, κύριοι! Σκιά…» (Παπαδούκα Π., «Η υπόθεσις των ευκαλύπτων», εφημ. «Ακρόπολις», φύλλο 19ης-12-1970).

     Πολύ νωρίτερα του Παπαδούκα, ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας, πατέρας του Όθωνα, πρώτος μίλησε για το πράσινο που έλειπε από την Αθήνα, το οποίο πρέπει να εννοηθεί στα φυτά της αττικής χλωρίδας κι ιδιαίτερα στα δένδρα αυτής. Παρατηρούσε στην Αμαλία, όταν αυτή προσπαθούσε να φτιάξει τον Βασιλικό Κήπο: «…σκιάς, πολλής σκιάς σκιάς χρήζουσιν αι Αθήναι». Και τη συμβούλευε στη δημιουργία της αυτή: «Εφύτευσας και πλατάνους; Πυκναί σειραί των σκιερών δένδρων θ’ απέβαινον αναψυκτικώταται, άλλοτε υπήρχον εν αφθονία και γνωστή είναι η πλάτανος, υφ’ ην εδίδασκεν ο Πλάτων, αλλ’ εγώ ουδεμίαν είδον εν Αθήναις».

     Κείνο που εν προκειμένω κρατούμε ως αρχική θέση, είναι ότι το πράσινο που πρέπει της Αθήνας είναι της αττικής χλωρίδας, και από αυτό, της αττικής σκιάς, της μόνης ικανής ν’ ανακουφίσει τον αστό και να σταθεί −αισθητικά και περιβαλλοντικά− στην πόλη τούτη.

15

     Επειδή δε από πολλούς –δημάρχους κυρίως− προβάλλεται το επιχείρημα της πρόταξης του καλλωπισμού της πόλης με την δημιουργία χώρων πρασίνου σε αυτήν, λέγουμε τα εξής: Ο καλλωπισμός της πόλης, βεβαίως και θα πρέπει να εξυπηρετείται, χωρίς όμως να παραβλέπεται ή να παραβλάπτεται η βασική αποστολή του αστικού και του περιαστικού πρασίνου, η οποία είναι συγκεκριμένη και σημαντική. Αυτή συναρτάται με την ψυχική και σωματική υγεία του κατοίκου της πόλης και τούτο θα πρέπει να λογίζεται ως πρώτιστο, πέρα από το όποιο αισθητικό αποτέλεσμα (που είναι συζητήσιμο κάθε φορά και υποκειμενικό). Διά τούτο, θα πρέπει να γίνονται κείνες οι ενέργειες και ν’ ακολουθούνται κείνοι οι κανόνες, που θα βοηθήσουν στην προαγωγή κι επιτέλεση της αποστολής αυτής. Για την πραγμάτωσή της πρέπει το πράσινο της πόλης να είναι υγιές, ανθεκτικό, προσαρμοσμένο στις τοπικές συνθήκες, ν’ αναδεικνύει τα στοιχεία του τόπου, να μην υπερβάλλει με την παρουσία του και να μην ταλαιπωρεί τον διαχειριστή του κι εντέλει τον πολίτη. Αυτό είναι το οικείο πράσινο, που θα δεχτεί ο τόπος και ο πολίτης του, απολαμβάνοντας τις προσφορές του. Είναι το γηγενές πράσινο, το αττικό (για την Αθήνα) πράσινο, το μεσογειακό πράσινο.

     Ενώ τούτο θα έπρεπε να είναι το επιδιωκώμενο, το αντίθετο κατά βάσιν συμβαίνει. Η διαχείριση του αστικού πρασίνου από τους δήμους, στους οποίους έχει ανατεθεί η σχετική αρμοδιότητα, γίνεται επί τη βάσει όχι της απόδοσης των προσφορών του προς όφελος του πολίτη, αλλά για τον καλλωπισμό της πόλης, πολύ δε περισσότερο για την ικανοποίηση πρακτικών αναγκών! Βλέπουμε έτσι για παράδειγμα, για λόγους καλλωπισμού κυρίως, καθώς και για πρακτικούς, δημάρχους να κλαδεύουν συστηματικά κι αυστηρά τα δένδρα των αλσών, πάρκων και δενδροστοιχιών της πόλης τους, ακόμη και κείνων των ειδών που δε συνιστώνται για κλαδεύση (π.χ., των πεύκων!), φτάνοντας σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και στη ξήρανσή τους, μ’ αποτέλεσμα έτσι ν’ αναιρούνται ή να μη γίνονται αντιληπτές οι οφειλόμενες από το πράσινο προσφορές. Πρέπει, σε σχέση με τούτο, να έχουμε υπόψη μας ότι το φύλλωμα των δένδρων αποτελεί το παραγωγικό του δυναμικό και την πηγή όλων των ευεργετικών του επιδράσεων στον άνθρωπο. Η ανεύθυνη, αυστηρή και συστηματική κλάδευση, αναστέλλει ή αναιρεί την παραπάνω αποστολή. Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η κακομεταχείριση των φυτών της πόλης (με πληγώσεις κ.λπ.) και οι ανεύθυνες κλαδεύσεις αυτών, ενεργοποιούν τραυματοπαράσιτα των φλοιών, που οδηγούν σε προσβολές και τελικά σε ξηράνσεις.  

Το υδροβόρο γκαζόν και το μικροκλίμα

     Δε θέλουμε να μιλούμε επιστημονικά για πράματα αυτονόητα, παρά απλά και κατανοητά. Δε θ’ αποφύγουμε βέβαια επιστημονικές αναφορές κατά τις κρίσεις μας, περισσότερο για την τεκμηρίωση του πράγματος, αλλά θα επιδιώξουμε να μείνουμε μακριά από επιστημονισμούς, εστιάζοντας στην αλήθεια των γεγονότων, καθώς αυτήν «μιλά» χωρίς να κρύβει και να δικαιολογεί. Διότι, όπως στοχαστικά είπε ο αρχιτέκτονας Αριστομένης Προβελέγγιος, «τα γεγονότα στην αλήθεια τους, είναι πιο πολύ απο-επιστημονικά, είναι δραματικά». Προηγήθηκε τούτου η η εξής ευθεία αναφορά του: «Θα προσπαθήσω να μιλήσω όχι επιστημονικά, γιατί κουραστήκαμε να μιλάμε επιστημονικά και ν’ ακούμε προσεγγίσεις επιστημονικοφανείς για τα πράγματα» (από την «Καταστροφή της Πεντέλης», κείμενο περιλαμβανόμενο στον τόμο «Οδοιπόρος προς την πηγή», εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1990).

     Μιλώντας επικριτικά για την αγάπη στο γκαζόν του νεοέλληνα, νοιώθουμε μόνοι στο δρόμο μας, ασκητές της πράξης, καθώς λίγοι θεωρούν τα ίδια με εμάς −νατουραλιστές επιστήμονες μέσα σ’ αυτούς που δε θεωρούν ομοίως, δυστυχώς!..−, αφού η πλειοψηφία των νεοελλήνων επιθυμεί το «χαλί της φύσης» (το γκαζόν) στο χώρο όπου διαβιεί. Χωρίς ν’ αγνοούμε το γεγονός ότι το γκαζόν (ο «χλοοτάπητας», επί το ελληνικότερον) συνιστά «φύση», με την έννοια ότι αποσκοπείται δι’ αυτού η εις το άστυ απομίμηση των φυσικών λειμώνων και λιβαδιών, δεν παραβλέπουμε την κυριαρχία του έναντι της μεσογειακής φύσης, και την επικρίνουμε, όπως και την αντινομία (την εκτροπή ίσως;…) που δημιουργείται με την επικράτηση αυτή, σε περιβάλλοντα που δεν αρμόζει, εκδιώχνοντας την αρμόζουσα επί τούτων βλάστηση.

     Περαιτέρω, η συμβολή του χλοοτάπητα στη διαμόρφωση μικροκλίματος στην πόλη υπολλείπεται σε σχέση με την αντίστοιχη προσφορά μιας έκτασης πρασίνου με υψηλή βλάστηση. Απαιτεί δε, μεγάλα εμβαδά προκειμένου η εν λόγω προσφορά να γίνει αντιληπτή και τ’ αποτελέσματά της ανταποκρίσιμα. Ειδικότερα, υπολογίζεται ότι οι χλοοτάπητες, χωρίς δένδρα ή με την ύπαρξη λιγοστών σε διασπορά, δημιουργούν ιδιαίτερο κλίμα σε έκταση εμβαδού από 10 στρεμμάτων και πάνω (Wilmers, 1985), ενώ από την άλλη μεριά, τα δένδρα συγκρατούν 25-50 φορές μεγαλύτερη ποσότητα αστικής σκόνης σε σχέση με τον χλοοτάπητα, και 30-60 φορές σε σχέση με το γυμνό έδαφος.

     Συνεπώς, το να δημιουργούνται στην πόλη χώροι πρασίνου κάτω των 10 στρεμμάτων, με γκαζόν και ελάχιστα δένδρα ή θάμνους να τους πλαισιώνουν, ή και με καθόλου τέτοια, δεν εξυπηρετεί κάποιον ουσιώδη και λειτουργικό σκοπό. Μόνον ως αισθητικό αποτέλεσμα (και αυτό είναι συζητήσιμο) δύναται να έχει ρόλο η παραπάνω παρουσία. Μάλιστα, η υδροβόρα και απαιτητική βλάστησή τους, δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα, παρά επιλύει τα υπάρχοντα. Εκτός κι αν οι εν λόγω εστίες πρασίνου, με διαφορετική βλαστητική και φυσιογνωμική παρουσία, συνδυαστούν με τις λοιπές μορφές πρασίνου της ευρύτερης αστικής και περιαστικής περιοχής και συγκροτήσουν ένα οργανωμένο σύνολο, που δύναται να έχει ρόλο λειτουργικό στην πόλη. Για να συμβεί αυτό όμως, απαιτείται το αστικό πράσινο ν’ αντιμετωπιστεί στην κλίμακα της πόλης, να υπάρχουν στόχοι και πολιτικές που θα προκύπτουν μέσα από έναν κεντρικό χωροταξικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό, και θα υλοποιούνται με δράσεις και έργα σε τοπικό, υπερτοπικό και περιφερειακό επίπεδο, έτσι ώστε το πράσινο με την εν γένει παρουσία κάθε φορά να λογίζεται ως μέρος ενός συνόλου που θ’ αντιπροσωπεύει το αστικό πράσινο της πόλης.

7β

     Η προσφορά των δενδρωδών και θαμνωδών φυτών στο μικροκλίμα της πόλης είναι σημαντική. Υπολογίζεται ότι απορροφούν το 80% της ηλιακής ακτινοβολίας και συμβάλλουν αποτελεσματικά στο δρόσισμα της πόλης. Ο κρύος αέρας είναι βαρύτερος και μένει στο έδαφος, μ’ αποτέλεσμα η θερμοκρασία του αέρα κάτω από τα δένδρα να είναι μέχρι και 14 βαθμούς Κελσίου χαμηλότερη σε σχέση με αυτή πάνω από την κόμη τους. Μελέτες του Lawrence Berkeley Laboratory έδειξαν ότι οι ημερήσιες μέσες θερμοκρασίες αέρα είναι 2-3 βαθμούς Κελσίου χαμηλότερες σε γειτονιές με δένδρα, σε σχέση με αντίστοιχες που δεν έχουν δένδρα. Ένα δένδρο μέσης ηλικίας διαπνέει περίπου 400 λίτρα νερού/24 ώρες, καταναλώντας σε ενέργεια 250.000 kcal περίπου, όση δηλαδή εννιά (9) μέσης απόδοσης συσκευές κλιματισμού, που λειτουργούν επί εικοσιτετράωρο (χωρίς αυτές ν’ απομακρύνουν τη θερμική ενέργεια −αντίθετα την ενισχύουν). Η σχετική υγρασία του αέρα υπολογίζεται ότι είναι κατά 7-14% μεγαλύτερη σε μια αστική περιοχή πρασίνου από τη γύρω περιοχή της. Μια βασική συμβολή της δενδρώδους και θαμνώδους βλάστησης συνίσταται στο ότι αμβλύνει τις υψηλές θερμοκρασίες της θερινής περιόδου. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σύμφωνα με μετρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το θέρος, προκύπτει διαφορά θερμοκρασίας έως και επτά βαθμών Κελσίου στην πλευρά του δρόμου που βρίσκεται ο Εθνικός κήπος και στην αντίθετη που είναι τα κτίρια. Κείνο όμως που πρέπει να προσεχτεί είναι ότι οι πολύ υψηλές τιμές σχετικής υγρασίας του αέρα, λειτουργούν ανασταλτικά σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών και κάνουν τη ζέστη αφόρητη, ενώ παράλληλα εμποδίζουν τον αυτοκαθαρισμό της ατμόσφαιρας. Έτσι είναι λάθος, για παράδειγμα, να δημιουργούμε υδάτινους χώρους στην πόλη, χωρίς να τους συνδυάζουμε με επαρκές πράσινο, ώστε να διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερο μικροκλίμα, διότι η εξάτμιση των νερών λόγω της ζέστης, αυξάνει σε μεγάλο βαθμό τη σχετική υγρασία του συγκεκριμένου περιβάλλοντος.

     Κείνο που επιπρόσθετα ισχύει σε σχέση με τους χλοοτάπητες είναι ότι έχουμε να κάμουμε με υδροβόρα βλάστηση, αφού θέλουν μεγάλες ποσότητες νερού για να επιβιώσουν (παρά τις νέες ποικιλίες, τις όχι τόσο απαιτητικές σε νερό). Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, σε μια πόλη που διψά, σε μια πόλη, όπως η Αθήνα, που το νερό τής έρχεται από χιλιόμετρα μακριά, αυτό να δαπανάται άμμετρα για να ποτιστούν οι ουκ ολίγες εκτάσεις του γκαζόν που έχουν σπαρθεί απ’ άκρου εις άκρον της; −όπως επίσης, και για τα λογής άλλα υδροβόρα, κατά κανόνα ξενικά, φυτά της;

     Η εικόνα των βορειοαμερικανικών και μεσο-βορειοευρωπαϊκών πόλεων με τις «ατέλειωτες» εκτάσεις του γκαζόν, δεν πρέπει ν΄ αποτελεί πρότυπο για την ξηρή κι άνυδρη Αθήνα (όπως και για τις περισσότερες ελληνικές πόλεις, που βρίσκονται στη ξηροθερμική κλιματική ζώνη), διότι ομιλούμε για διαφορετικά κλίματα, με άλλες προσαρμογές κι απαιτήσεις των φυτών. Αρκεί ν’ αναφερθεί ότι, σε πολλές από αυτές τις πόλεις ο χλοοτάπητας ευνοείται από τις υψηλές τιμές υγρασίας της ατμόσφαιρας, ενώ δεν υφίστανται προβλήματα λειψυδρίας, ώστε να τίθεται ζήτημα στην κατανάλωση του νερού από την υδροβόρα χλόη του γκαζόν. Παρόλα ταύτα όμως, πολιτείες των ΗΠΑ που δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα λειψυδρίας, όπως το Κολοράντο, προωθούν προγράμματα δημιουργίας ξηροφυτικών κήπων, ενώ σε κάποιες άλλες πολιτείες έχει με νόμο απαγορευτεί η χρήση του γκαζόν σε ιδιωτικούς κήπους. Μάλιστα, στο Λας Βέγκας, όπου το πρόβλημα της λειψυδρίας είναι μεγάλο, επιδοτείται με 11 δολλάρια η απόσυρση κάθε τετραγωνικού μέτρου γκαζόν από τους κήπους των κατοικιών (βλέπε: Nouvel Observateur, No 2076, Ph. Boulet-Gercourt, «Sixieme anee de secheresse: la ruee vers l’ eau»).

Τα φυτά συνηθίζουν όπως τα συνηθίζουμε 

     Χώροι πρασίνου, με φυτά απαιτητικά και «καλοζωϊσμένα», που τα έχουμε συνηθίσει στο άφθονο νερό και στη συνεχή θρέψη, πολύ δύσκολα αντεπεξέρχονται στις αιφνίδιες, απότομες κι εχθρικές αλλαγές, οι οποίες –κατά κανόνα− αποβαίνουν μοιραίες γι’ αυτά. Όταν, μάλιστα, τα εν λόγω φυτά είναι εγκλιματισμένα στις δύσκολες ξηροθερμικές μεσογειακές συνθήκες, που σημαίνει ότι έχουν φυσική προσαρμογή σε συνθήκες ξηρασίας και παρατεταμένων υψηλών θερμοκρασιών, όπως και τη δυνατότητα της επιβίωσης επί φτωχών-κακοποιημένων εδαφών, και εμείς τους  φερόμαστε λες και είναι φυτά γλάστρας, με ποτίσματα και λιπάνσεις να είναι στο «ημερήσιο πρόγραμμα», τότε το κακό που τους κάμουμε είναι μεγάλο: τα καταδικάζουμε! Αλλάζουμε τους κώδικές τους και τα  συνηθίζουμε στην «ευζωία» και στη «μαλθακότητα». Μαράνσεις, προσβολές από έντομα, θάνατος εξαιτίας μιας αιφνίδιας και ακραίας κλιματικής αλλαγής, έλλειψη καρποφορίας κ.λπ., είναι το απότοκο.

     Ας μην ξεχνούμε επίσης, ότι τα φυτά της πόλης, λόγω των αντίξοων συνθηκών που συναντούν εκεί (που οφείλονται στη ρύπανση της ατμόσφαιρας, στις δυσμενείς κλιματοεδαφικές συνθήκες κ.λπ.), υπόκεινται σε μια κατάσταση συνεχούς στρες. Θ’ ανταπεξέλθει σε αυτήν το ικανότερο και το καλύτερα εγκλιματισμένο. Τα ελληνικά φυτά, και ιδίως τ’ αυτόχθονα, έχουν τις περισσότερες δυνατότητες επιβίωσης και για το λόγο αυτό πρέπει να προσεχθούν. Διότι, κατά τη μακρά εξελικτική τους πορεία έχουν αναπτύξει τους κατάλληλους προσαρμοστικούς κι αμυντικούς μηχανισμούς, καθώς και την ανάλογη διαμόρφωση οργάνων κ.λπ., για ν’ ανταπεξέρχονται στις δύσκολες ξηροθερμικές συνθήκες της περιοχής, στις δυσμενείς που τυχόν πλήξουν την περιοχή ή που έχουν διαμορφωθεί σε αυτήν.

     Από την άλλη πλευρά, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι τα φυτά μπορούν να «εκπαιδευθούν», ώστε να είναι σε θέση ν’ αντέχουν ακόμη και στις ακραίες κλιματοεδαφικές συνθήκες −αρκεί οι κώδικές τους να το επιτρέπουν αυτό. Για παράδειγμα, ένα δένδρο που δέχεται 15-20 λίτρα νερό σε κάθε πότισμα, μπορεί να προσαρμοσθεί στα 5-7 λίτρα, με τη σταδιακή μείωση του προσφερόμενου ύδατος κατά το πότισμά του.

     Τα φυτά συνηθίζουν όπως τα συνηθίζουμε. Σκέφτονται σύμφωνα με ότι τους προσφέρεται κι αναλόγως ενεργούν. Είναι ζήτημα προσαρμογής. Έτσι, εάν τα φυτά ενός πάρκου τα λιπαίνουμε τακτικά και επιφανειακά, εάν τα ποτίζουμε διαρκώς και με τεχνητή βροχή, εάν τα έχουμε φυτέψει σε γόνιμα εδάφη φερμένα –π.χ.− από τα Μεσόγεια (στην περίπτωση της Αθήνας), εάν τα συγκαλλιεργούμε με το γκαζόν, εάν… εάν…, τότε θα έλθει κάποια «κακιά στιγμή» που το οικοδόμημά μας θα καταρρεύσει σα χάρτινος πύργος. Δέστε τι συνέβη την 25η και 26η Μαρτίου του έτους 1998 στους δήμους Γλυφάδας, Αργυρούπολης, Βουλιαγμένης και Βούλας: οι δυνατοί άνεμοι που επί διήμερο έπλητταν την περιοχή, εκρίζωσαν χιλιάδες δένδρα (τρεις χιλιάδες καταμετρήθηκαν!!!), τα οποία –στις περισσότερες των περιπτώσεων− ποτίζονταν συστηματικά και συνδυάζονταν με την καλλιέργεια του γκαζόν. Αυτά απέκτησαν επιφανειακό ριζικό σύστημα, χωρίς να έχουν τέτοιο προορισμό, κι έχασαν την ικανότητα της αυτορρύθμισης και της αυτοπροστασίας.

     Ένα άλλο παράδειγμα σε σχέση με τα παραπάνω που μπορεί ν’ αναφερθεί, αφορά σ’ έναν ιδιωτικό χώρο πρασίνου στην Αθήνα (είναι ο ιδιωτικός χώρος του κτιρίου Λαναρά στο ύψος της γέφυρας Ροσινιόλ στον Κηφισό), ο οποίος είχε φυτευτεί με πεύκα, αμερικάνικα κυπαρίσσια, φοίνικες, μανόλιες κ.ά., και συνοδευόταν από την παρουσία γκαζόν. Όσο ο εν λόγω χώρος ποτιζόταν –και ποτιζόταν λόγω του υδροβόρου γκαζόν τακτικά-, διατηρούσε βλάστηση ανθηρή. Όταν όμως εγκαταλείφθηκε απότιστος, λόγω πτώχευσης της εταιρείας που τον διαχειρίζονταν κι εγκατάλειψης του χώρου, τότε όλα –μα όλα− τα φυτά του ξεράθηκαν. ακόμη και τα πεύκα και οι φοίνικες (!), που ως ξηροφυτικά είδη χαρακτηρίζονται για την αντοχή τους σε ακραίες συνθήκες ξηροθερμικού περιβάλλοντος.

     Ως κατακλείδα θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, λόγω του προβλήματος με το νερό που αντιμετωπίζει η Αττική κι ειδικότερα το λεκανοπέδιο, μα και κάθε ξηροθερμική περιοχή της Ελλάδας, αλλά και των ιδιαίτερα δύσκολων-οριακών συνθηκών αυτών των περιβαλλόντων, θα πρέπει μιαν άλλη φιλοσοφία να επικρατήσει ως προς τη δημιουργία χώρων πρασίνου στις εν λόγω περιοχές. Η λογική της δημιουργίας ξηροφυτικών κήπων, πλήρως προσαρμοσμενών κι ενταγμένων στα συγκεκριμένα περιβάλλοντα, θ’ αποτελούσε τη λύση που θ’ άρμοζε.

9

 Το σύνδρομο «Florida»

     Κάτι που ίσχυε από πάντα στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια όμως, αποτελεί κανόνα, είναι η έλξη των Ελλήνων από τα ξενικά φυτικά είδη. Κατά τη δημιουργία λοιπόν νέων χώρων πρασίνου στην πρωτεύουσα (αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας –σε πόλεις και χωριά) ή κατά τον εμπλουτισμό των υπαρχόντων, χρησιμοποιούνται −πέραν του απαραίτητου «μαϊντανού», του γκαζόν δηλαδή− φυτικά είδη κυρίως ξενικά, περίεργα κι άγνωστα, που προκαλούν με τα ιδιαίτερα ονόματά τους και με την εξωτική παρουσία τους. Είδη που κυριαρχούν στους ελληνικούς χώρους και τους δηλοποιούν με την παρουσία τους. Βρήκα για παράδειγμα, έναν μικρό και ταλαιπωρημένο χώρο πρασίνου στο Δήμο Περιστερίου, που οι υπεύθυνοι θέλουν να τον αποκαλούν πάρκο (!), ν’ αποτελείται από δεκατρία ξενικά φυτικά είδη και μόλις ένα ελληνικό −ένα δένδρο πλατάνου. Διερωτώμαι: Γιατί τέτοιο πάθος με τα είδη αυτά; Χάθηκαν τα ελληνικά φυτά, τα τόσο όμορφα και οικεία στον Έλληνα, τα «δεμένα» με το ελληνικό τοπίο, τα προσαρμοσμένα στο ελληνικό περιβάλλον; −φυτά ελληνικά, που καλύπτουν μεγάλο εύρος οικολογικών δυνατοτήτων, που μπορούν ν’ ανταποκριθούν σε πολλές αισθητικές απαιτήσεις και διαθέτουν μεγάλη αντοχή και προσαρμογή στους βιοτικούς κι αβιοτικούς παράγοντες του περιβάλλοντός τους.

     Η χρήση εισαγόμενων φυτικών ειδών, μας πάει σε άλλους τόπους, ξένους με την ελληνική πραγματικότητα, μεταλλάσσει φυσιογνωμικά τη χώρα μας, την κάμει ξένη με τον εαυτό της. Λες και προσπαθούμε να χάσουμε την ιδιοτυπία μας σ’ αυτόν τον τομέα, που μας χάρισε η πλούσια ελληνική φύση. Δέστε πως καταντούνε ολόκληρες περιοχές, με τη λαχτάρα μας να τις φυτεύουμε με φοίνικες: γίνονται «παραδείσιες» (sic), οι ελληνικές Florida! Πέρα από το γεγονός ότι, κάνουμε και τη ζωή μας δυσκολότερη, εισάγοντας τ’ απαιτητικά −στις περισσότερες των περιπτώσεων− αυτά είδη, που έχουν και μη προβλέψιμη μελλοντική συμπεριφορά στα εδώ περιβάλλοντα…

     Αναφέρεται η περίπτωση της Ακακίας της Κωνσταντινούπολης, η οποία εισήχθηκε και χρησιμοποιήθηκε ευρέως στα πάρκα και τις δενδροστοιχίες της Ευρώπης (μην εξαιρουμένης –φυσικά− και της χώρας μας), αλλά τελικά βρέθηκε ευάλωτη και αλγηνής, αφού, οι εκτεταμένες ξηράνσεις που εμφάνισε, οφειλόμενες σε προσβολή από τον μύκητα Fusarium oxysporum (που παρουσιάστηκε στα εδάφη εισαγωγής της, όχι όμως και στα πατρώα εδάφη!), κάμουν το είδος να υποφέρει και να «φυτοζωεί». Ανάλογη συμπεριφορά παρουσίασε και η Κλαίουσα Ιτιά, η οποία πια δε χρησιμοποιείται σε συνθέσεις κήπων, καθότι τα καρκινώματα που εμφανίζει μετά από μια ορισμένη ηλικία, την κάμουν ασθενή και θνήσκουσα. Η δε «δημοφιλής» Καζουαρίνα, υποφέρει από ξηράνσεις των κορυφών της, γεγονός που την κάμει εξαιρετικά κακόμορφη. Ενώ, για την προσβολή των πλατανοδένδρων από τον μύκητα Ceratosystis Platani, που δημιουργεί το μεταχρωματικό έλκος του πλατάνου και οδηγεί στην ξήρανσή τους, ενοχοποιήθηκε το φυτευτικό υλικό που εισήχθηκε (κατά κύριο λόγο από την Ιταλία) και μόλυνε τα υγιή δένδρα, κυρίως κατά τις φυτεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Τελευταίως δε, το σκαθάρι αφανίζει τους φοίνικες της χώρας, προξενώντας μεγάλη λύπη στους δημάρχους, που πολύ τους αγαπούν!

     Η μεγάλη αξία της ελληνικής φύσης, φαίνεται πως δεν έχει γίνει κατανοητή από τον νεοέλληνα. το βάρος της δεν έχει συνειδητοποιηθεί. Αλλιώς, δε θα ενεργούσε αυτός κατά τον τρόπο που ενεργεί και δε θα την απαξίωνε ή θα την αγνοούσε. Θα επιθυμούσε να τη φέρει στη γειτονιά του, να την έχει δίπλα του, για να μπορεί, έστω και κατ’ ελάχιστον, να την απολαμβάνει. Όπου μπορούσε να γίνει αυτό: στα πάρκα και στους κήπους της πόλης του, στην αυλή του, στο μπαλκόνι του… Δήλωνε, σε σχέση με τα παραπάνω, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο ελληνολάτρης Ουίλλιαμ Πέμπλερ Ρίβς: «Κυρίαι και κύριοι! Μέχρι τούδε έχω επισκεφθεί μερικάς από τας ωραιοτέρας του κόσμου χώρας. Έχω γνωρίσει δεκαέξ όλας χώρας της υδρογείου σφαίρας. Δύναμαι να διακηρύξω ότι πουθενά δεν απήντησα την ωραιότητα της γραμμής, την αναλογίαν εις το σύνολον και τας λεπτομέριας, και προ πάντων τα χρώματα της ελληνικής φύσεως, τα οποία είναι απλούστατα, απαράμιλλα, ασύγκριτα».

     Ο μεγάλος «Έλλην», ο Περικλής Γιαννόπουλος, είχε δώσει στις αρχές του 20ου αιώνα τη δική του μάχη για τη διαμόρφωση ελληνικής φυσιογνωμίας στο αστικό πράσινο που τότε συγκροτούνταν στην πρωτεύουσα. Διακήρυττε αγανακτισμένος: «Ως και οι δασονόμοι ακόμη παρεφρόνησαν και διέγραψαν από την φύτευσιν των γυμνών τόπων, από την διακόσμησιν των δρόμων και των δημοσίων κήπων και πλατειών, την εληά και τη συκιά, κάθε φυτόν ιδικόν μας και φέρουν σπόρους και φυτά από τα βάθη των δασών της Ευρώπης, και δεν πηγαίνουν να πάρουν τα θαυμασιώτερα και διακοσμητικώτερα φυτά των δασών της Ελλάδας!». Μάλιστα, επειδή δεν εισακούονταν, πήγαινε τα βράδια κι αφαιρούσε την ξένη με το μνημείο βλάστηση της Ακρόπολης, εκριζώνοντας τα ξενικά φυτά που φυτεύονταν σε αυτήν.

vasilikos kipos

     Η τάση προς την ξενομανία τούτη των Ελλήνων, η αποδοχή και η οικειοποίηση της εν λόγω κατάστασης, άρχισε να διαφαίνεται από την εποχή της δημιουργίας του Βασιλικού Κήπου από τη βασίλισσα Αμαλία. Σε αυτόν εισήχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ξενικό φυτευτικό υλικό, το οποίο έτσι γίνηκε γνωστό στον αθηναϊκό λαό. Τότε ήταν που ήλθε «και το πιο απίθανο φυτό» στην Ελλάδα. Αποτελέσμα τούτων ήταν να δημιουργηθεί ένας κήπος κάθε άλλο παρά ελληνικός, αφού τα ξενικά φυτά κυριαρχούν και καταλαμβάνουν ποσοστό της τάξης του 80,7%, επί του συνόλου των φυτών του κήπου. Η Αμαλία μάλιστα, φιλοδοξούσε να γίνει η «βασίλισσα των φοινίκων». Ανέφερε σχετικά σε επιστολή προς τον πατέρα της Παύλο Φρειδερίκο Αύγουστο, Μέγα Δούκα του Ολδενβούργου: «Ελπίζω ότι κάποτε θα μου δώσει η ιστορία τον τίτλο της βασίλισσας των φοινίκων…»

     Επισημαίνεται ότι, έως τότε (μέχρι τη δημιουργία του Βασιλικού κήπου) οι Έλληνες μόνον τα οπωροφόρα δένδρα αναγνώριζαν κι αποδέχονταν ως αρμόζοντα στους ιδιωτικούς κήπους τους και στους κοινόχρηστους χώρους. Σημείωνε σχετικά ο Εμμανουήλ Θεοτόκης το έτος 1826: «Όποιο δένδρο δεν ήταν οπωροφόρο, θεωρούμενο ως άχρηστο, εξοριζόταν στα δάση…» (Θεοτόκη Εμ., «Η Κέρκυρα στις λεπτομέρειές της (αρχές του 19ου αιώνα), εκδ. Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, μεταφρ. Λουκιανού Ζαμίτ, Κέρκυρα 2004).

     Προξενεί δε εντύπωση το γεγονός ότι, λογοτέχνες της εποχής, κάμαν αναφορές στα κείμενά τους που σχετίζονταν με ονομασίες ξενικών φυτών, γεγονός που δηλοί πόσο προσιτά και οικεία έγιναν αυτά στον κόσμο. Διαβάζουμε συγκεκριμένα στους «Άθλιους των Αθηνών» του Ιωάννη Κονδυλάκη το έτος 1895: «Ενώπιον αυτού υπήρχε δενδρύλλιον από τα λεγόμενα τούγια, το οποίον τον απέκρυπτεν εντελώς, αλλά διαμέσου των μικρών κλάδων ο λούστρος έβλεπε την οδόν Αιόλου…»

    Ο καθηγητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Μετσόβειου Πολυτεχνείου Σόλων Κυδωνιάτης, προφανώς διαφωνών με τις θέσεις μας, θεωρεί το φοίνικα ως στοιχείο του αττικού περιβάλλοντος και τοπίου −εμείς τον θεωρούμε ξένο με αυτό. Βλέπει όμως ιστορικά και πολιτιστικά τον τόπο, και υποστηρίζει τον φοίνικα λόγω της παρουσίας του ως συμβόλου στον τόπο. Παραταύτα, λόγοι οικολογικοί, περιβαλλοντικοί, ακόμη κι αισθητικοί, δεν συναινούν στην παρουσία του στο αττικό περιβάλλον −θα έπαιρνε χώρο πολύ να κατατριβούμε σε μιαν τέτοια ανάλυση, δώσαμε όμως μιαν ιδέα επί των θέσεών μας παραπάνω. Παραθέτουμε την ενδιαφέρουσα θέση του: «Είναι λυπηρό το κόψιμο των τόσο διακοσμητικών αυτών δένδρων, που από τον περασμένο αιώνα είχαν κατακτήσει το κέντρο των Αθηνών. Κακώς δε θεωρείται από μερικούς σαν δένδρο αιγυπτιακό. Και αν κάποτε είχε ο φοίνιξ εισαχθεί από την Αίγυπτο, ας συμβολίσει τους παλαιοτάτους πνευματικούς δεσμούς που μας συνδέουν με τη χώρα του Φαραώ. (…) Ο Απόλλων γεννήθηκε στη Δήλο κάτω από φοίνικα. (…) Τα νησιά μας και η Πελοπόννησος είναι γεμάτα από φοίνικες. Στην Αθήνα του περασμένου αιώνα, όπως και στο Ναύπλιο, οι φοίνικες ήταν συμπλήρωμα των νεοκλασσικών κτηρίων, που φυτευόμενοι δεξιά και αριστερά από την κύρια είσοδο τήν τόνιζαν, εξαίροντας συγχρόνως τη συμμετρία της οικοδομής. Αλλά και οι πλατείες είχαν φοίνικες. (…) Τώρα, εκτός από τον Εθνικό Κήπο, έμειναν ελάχιστοι (φοίνικες), περί τους 150, όλοι γύρω και μόνον στα παλιά νεοκλασσικά κτήρια…» (Κυδωνιάτη Σ., «Η ελληνική αρχιτεκτονική αναγέννησις και η κακοποίησίς της (συμβολή στην ιστορία του νεοκλασσικισμού)», έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1981, σελ. 51, 52) −Βέβαια, αυτά τα έλεγε ο Κυδωνιάτης το 1981. έκτοτε η «φοινικομανία» κύριευσε τους Έλληνες, και ο φοίνικας επανήλθε κυριαρχώντας στο αστικό πράσινο!

Ο κίνδυνος για τα ελληνικά φυτά 

     Πέρα από τα παραπάνω, ο κίνδυνος γενετικής μόλυνσης για τα συγγενή ελληνικά φυτικά είδη είναι μεγάλος, αφού μπορεί να συμβεί αλλοίωση του πρωτοτύπου γονιδιακού υλικού και να υπάρξουν ανεπιθύμητοι υβριδισμοί. Ακόμα, η υπεροχή ενός είδους, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις δρα και ως ζιζάνιο ή εισβολέας, ενδέχεται να συμβάλλει στην εκτόπιση των διαβιώντων στο εκεί περιβάλλον ελληνικών ειδών και να διαμορφώσει ανεξέλεγκτες περαιτέρω καταστάσεις. Είναι σε όλους γνωστή η περίπτωση του αίλανθου, του γνωστού μας «βρωμόδενδρου», του κινέζικου δένδρου που έφερε στην Ελλάδα η Αμαλία, κι έκτοτε επιβλήθηκε στους ελληνικούς χώρους σε βάρος των γηγενών ειδών (ο αίλανθος διεθνώς αναγνωρίζεται ως «χωροκατακτητικό» είδος). Αντίστοιχα εκδιώχνεται και η πανίδα της περιοχής (η αστική και η περιαστική), αφού −για παράδειγμα− τα πουλιά βρίσκουν καταφύγιο σε συγκεκριμένα αυτόχθονα φυτικά είδη, ενώ η εισαγωγή των ξενικών τα διώχνει.

     Θυμίζω ότι ο Πικιώνης, έχοντας συνεργάτη στις φυτεύσεις που πραγματοποίησε στο χώρο της Ακρόπολης τον Γενικό Διευθυντή Δασών Αντώνιο Χριστοδουλόπουλο, δε φύτεψε στο χώρο αυτόν καζουαρίνες, τούγιες, ευκαλύπτους, φοίνικες, σοφόρες και πλείστα άλλα περίεργα ξενικά είδη, γνωστά από την Αμαλία, αλλά πεύκα, κυπαρίσσια, πικροδάφνες, χαρουπιές, ελιές κ.ά., είδη δηλαδή προερχόμενα από την ελληνική φύση, μεσογειακά, θεωρώντας πως αυτά και μόνον είναι ικανά να πλαισιώσουν το αθάνατο ελληνικό σύμβολο, την Ακρόπολη. Σημείωνε σχετικά ο Πικιώνης: «…Η σχέσις γης και αυτόχθονης χλωρίδος, δεν είναι απλή τυχαιότης… Η τάσις να προτιμώμεν από τα αυτόχθονα τα ξένα, μόνον δια τον λόγον ότι φύονται ταχέως αποτελεί αυθαιρεσίαν, η οποία διασπά και καταστρέφει την μυστικήν αυτήν αρμονίαν, πολύ πέραν των προβλέψεων της νοοτροπίας των πολλών… Κάτι πολυτιμότερον της φυσικής αυτής αρμονίας καταστρέφεται, το μεταφυσικόν, το ψυχικόν σύμβολον, που αποτελεί δι’ ημάς η εικών της χλωρίδος αυτής».

     Η άποψη, δε, ως προς τα παραπάνω, των συντακτών του πρώτου σχεδίου της πόλης των Αθηνών, Κλεάνθη και Σάουμπερτ, η οποία διατυπώνεται στο μνημόνιο που υπέβαλλαν προς την Αντιβασιλεία, ήταν η εξής: «Η νότια πλευρά της πόλης θα χρησίμευε –αφού φυτευόταν μετά το τέλος των ανασκαφών με δένδρα και διαμορφωνόταν με αλέες γύρω από το βράχο– σαν περίπατος. Για τον περίπατο γύρω από το κάστρο θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν δένδρα, που ν’ αντέχουν και χωρίς νερό, έτσι ώστε οι ωραίοι βράχοι της Ακρόπολης να προβάλλουν στεφανωμένοι από πράσινο…»

     Εξάλλου, η λογική με την οποία επιλέχθηκαν τα φυτικά είδη που κάλυψαν τους γυμνούς λόφους των Αθηνών στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα (ως επί το πλείστον, πεύκο, κυπαρίσσι, ελιά, σχίνος, κουμαριά, κουτσουπιά κ.ά.), ήταν αυτή: τα φυτά να είναι ελληνικά και ν’ αντέχουν στις ιδιαίτερα δύσκολες ξηροθερμικές συνθήκες του λεκανοπεδίου. Και οι εμπνευστές κείνης της προσπάθειας (οι «ηρωϊκοί» −λόγω των εξαιρετικών υπηρεσιακών και μη δυσκολιών που αντιμετώπισαν στην επιτέλεση του έργου τους− πρώτοι δασολόγοι, ορισμένοι αξιολογότατοι δήμαρχοι των Αθηνών και η Φιλοδασική Ένωση Αθηνών), δεν έσφαλλαν τελικώς στην  επιλογή τους αυτή, αφού οι συγκεκριμένοι χώροι μάς παραδόθηκαν ως οι πράσινες οάσεις της πόλης, οι οποίες, έχοντας συμπληρώσει ήδη έναν αιώνα ζωής, εξακολουθούν να προσφέρουν −σήμερα περισσότερο από ποτέ!− τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στον αστό. Είναι δε ο βασικός κορμός του αστικού πρασίνου της Αθήνας, αποτελώντας τα 2/3 περίπου αυτού.

8

     Παρά όμως τη σημαντική προσπάθεια του Πικιώνη στην Ακροπόλη, για τους υπολοίπους αρχαιολογικούς χώρους της Αθήνας δεν επιδείχθηκε το ίδιο πνεύμα και ο ίδιος σεβασμός αν θέλετε στο αρχαίο μνημείο, σε σχέση με τις φυτεύσεις που πραγματοποιήθηκαν και τη δημιουργία ενός φυσικού περιβάλλοντος αρμοστού στις αρχαιότητες. Εντύπωση έτσι προκαλεί η αγνόηση που δείχθηκε (και δείχνεται) στα ελληνικά φυτικά είδη. Σ’ ένα χώρο οπού κατ’ εξοχήν θα έπρεπε να δεσπόζει το ελληνικό στοιχείο, ώστε η συνύπαρξη της βλάστησης με το αρχαίο μνημείο νάν’ αρμονική και συμβατή, φυτεύονται είδη ξένα με το συγκεκριμένο περιβάλλον, τα οποία κάθε άλλο παρά χαρακτηρίζουν το ελληνικό τοπίο και δεν αποτελούν στοιχεία του ιστορικού χώρου, αλλά και της εθνικής φυσικής μας κληρονομιάς (φοίνικες, ευκαλύπτους, χλοοτάπητες κ.ά., θα δεις…)

     Η αντίληψη, η νεωτερική, που έχει επικρατήσει, έχει ως αποτέλεσμα την (κατα)σπατάληση –κατά τον ισχύοντα αγοραίο τρόπο− πόρων, για τη διαμόρφωση και συντήρηση του πρασίνου στ’ αστικά κέντρα, τη στιγμή που το ζήτημα θα μπορούσε ν’ αντιμετωπιστεί διαφορετικά, με την κατ’ οικονομίαν, την κατ’ ουσίαν και την κατ’ αρμονίαν λογική τής δημιουργίας του. Αυτό με κάμει ιδιαίτερα δύσπιστο ως προς τις προθέσεις και τα κίνητρα των διαμορφωτών του, ή −τέλος πάντων− με κάμει ν’ αμφιβάλλω για το έλλογο της κρίσης τους! Και τούτο διότι, νερό και ενέργεια δαπανώνται σε «ιδανικά» απαιτητικά φυτά, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία (ή ενοχή!) για την πράξη αυτή. Ενώ, σε μια παράλληλη ή επόμενη διαδικασία, κατά τρόπο αυτοκτονικό!, αυτά τα εδάφη πρασίνου απαξιώνονται, αποδιδόμενα σε χρήσεις «υπέρτερες» (σε αθλητικές εγκαταστάσεις, σε δημοτικές εγκαταστάσεις, σε σχολικά κτήρια, σε αναψυκτήρια κ.ά.), οι οποίες –περιέργως− θεωρούνται ότι μπορούν να συνυπάρξουν και ν’ αρμόσουν με το εναπομείναν πράσινο. Έτσι τελικά, χάνεται διά παντός και μετ’ επικροτήσεως!, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η προαχθείσα έτερη ωφέλεια!, το αγαθό του πρασίνου και οι προσφορές του. Προς τι λοιπόν η (κατα)σπατάληση πόρων για τη διαμόρφωσή του, όταν ο κατά νουν ή ο εν δυνάμει προορισμός του είναι άλλος;

     Ο «παραλογισμός» του εγχειρήματος, θα έβρισκε την επιτομή του σε τούτο: ενώ είμαστε φειδωλοί και αυστηροί στη δημιουργία χώρων πρασίνου στο άστυ, αίφνης γινόμαστε απερίσκεπτα γαλαντόμοι κατά τη διαμόρφωσή τους («πολλά τα λεφτά δήμαρχε…»), γεγονός που επισύρει αντίστοιχες υποχρεώσεις για τη συντήρηση και τη διατήρησή τους! Που τελικά −τις περισσότερες φορές−, κάμει «ασύμφορη» την όλη προσπάθεια και ακολουθεί η υποβάθμιση και η εγκατάλειψη των χώρων αυτών…

     Τούτο συμβαίνει γιατί ο άνθρωπος είναι ξένος με τον τόπο του. του λείπει η βίωση σε αυτόν και η αίστησή  του. του λείπει η συνείδηση της γης. Το πράσινο που κατασκευάζει, το θεωρεί ως υλικό υπόβαθρο μιας πράξης, που ενώ έπρεπε να δονεί και να πάλλει για τη σημασία και την αξία της, γενόμενη υψηλή, αντίθετα στέκεται μικρή τής κατασκευής ενέργεια, πράξη της τεχνοκρατίας, που εκπληρώνει έναν εντέλει πρακτικό  ή οικονομικό σκοπό. Η εγκατάλειψη που επέρχεται δεν ξαφνιάζει, ακριβώς γιατί η πράξη δε γέμεται με δημιουργία και δεν προορίζει…

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΟΙΚΟ της εφημερίδας «Καθημερινή» (τεύχος 20ο, Μάιος 2004) με τον τίτλο «Για όλα φταίει το γκαζόν» και αναδημοσιεύτηκε στο www.greekarchitects.gr

———– ♦ ———–

Διαβάστε επίσης:

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις, Χλωρίδα

Tags: , , ,

2 replies

Trackbacks

  1. Το “πρότυπο” πανεπιστημιακό χωριό στο Περτούλι καταρρέει… | Δασαρχείο
  2. ΝΑ ΚΑΕΙ Η ΔΑΣΙΚΗ ΜΑΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ; του Αντώνιου Β. Καπετάνιου | Δασαρχείο

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: