Advertisements

ΣΙΩΠΗΛΕΣ ΠΛΑΤΕΙΕΣ (B΄) του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

ΣΙΩΠΗΛΕΣ ΠΛΑΤΕΙΕΣ  

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΛΑΤΕΙΑ (Β΄ μέρος)

 

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου, Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου

 Πηγή:  www.greekarchitects.gr

<<< Α΄ Μέρος

Οικοσυστημική θεώρηση της αστικής πλατείας(23)

     Τι είναι οικοσύστημα; Μια οργανωμένη ενότητα εμβίων όντων και αβιοτικών στοιχείων, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και μέσα στην οποία ανταλλάσσονται υλικά και πληροφορίες με κινητήρια δύναμη μια πηγή ενέργειας(24). Ένα οικοσύστημα δεν είναι ποτέ στατικό, συνεχώς μεταβάλλεται κι εξελίσσεται, μέσα από φυσικές, βιολογικές, χημικές και κοινωνικές διεργασίες που επιτελούνται, με τις οποίες επιτυγχάνεται η παρουσία της βιοκοινότητας και του βιοτόπου, που το χαρακτηρίζουν. Η κλίμακα θεώρησης του οικοσυστήματος διαφέρει κάθε φορά, εξαρτώμενη από το κριτήριο του θεωρού, ο οποίος μπορεί να αντιλαμβάνεται το οικοσύστημα σε μικροτοπικό, τοπικό, υπερτοπικό, περιφερειακό, εθνικό ή και παγκόσμιο επίπεδο, ανάλογα με το πώς τίθεται ή γίνεται αντιληπτή η οικοσυστηματική μονάδα(25).

     Τα έμβια στοιχεία της κάθε βιοκοινότητας μπορεί να ποικίλουν ως προς το μέγεθος και την εν γένει παρουσία τους, έτσι που πολλές φορές το micro να την χαρακτηρίζει, κάτι που ο κοινός άνθρωπος (ο μη ειδήμων) δεν αντιλαμβάνεται ή δεν επιδιώκει ν’ αντιληφθεί. Για παράδειγμα, το αγριολούλουδο που φυτρώνει στη χαραγή του πεζοδρομίου ή η αγγειώδης χλωρίδα των τοίχων της πόλης (μικροχλωρίδα), ακόμη δε, η πανίδα των σκωλήκων ενός κηπαρίου ή η «άφαντη» εντομοπανίδα του ρυπασμένου αέρα (μικροπανίδα), αποτελούν μορφές ζωής που ως σύνολο με συγκροτημένη δράση σε επίπεδο επιφάνειας, συνιστούν βιοκοινότητα, η οποία, μαζί με το βιοχώρο στον οποίον ενυπάρχουν, δημιουργούν μια ιδιαίτερη μονάδα αστικού οικοσυστήματος, που παρέχει προσφορές, υπηρεσίες κι αγαθά –τις περισσότερες φορές αγνοημένα.

     Στις αστικές οικοσυστηματικές μονάδες εγκαταβιώνει μια ζωή με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Εκεί θα συναντήσουμε είδη με προσαρμογές απίστευτες. Θα βρούμε εποικισμούς αξιοπρόσεκτους. Φυτικοί ή ζωικοί οργανισμοί που εγκαταστάθηκαν εκεί (είτε φυσικώς, είτε τεχνητώς), άντεξαν στο σκληρό αστικό περιβάλλον προσαρμοζόμενοι με εκπληκτικό τρόπο στις αστικές συνθήκες, χωρίς μολαταύτα να μεταβάλλουν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του είδους τους (π.χ., ζώα τροποποίησαν τις διατροφικές τους συνήθειες ή μείωσαν τις χωρικές τους απαιτήσεις για να επιβιώσουν).

     Μια τέτοια αστική οικοσυστηματική μονάδα αποτελεί και η πλατεία της πόλης, η οποία, κάτω από τους θορύβους της ή την «κενότητά της», κρύβει τη μη αντιληπτή ζωή του χώρου της, τη ζωή που η φύση εκχύνει σε κάθε δημιούργημα κι απομένει στον δημιουργό άνθρωπο να τη δει, να τη νιώσει και να την προστατεύσει! Στην πλατεία, που ως μονάδα του οικοσυστήματος της πόλης, υπάρχει η ζωή αυτή, θα διακρίνουμε εάν το θελήσουμε βιοκοινότητα και βιότοπο, ενώ τον πρώτο λόγο στις εισροές-εκροές ενέργειας στο τεχνητό τούτο σύστημα, τον έχει ο άνθρωπος.

     Ο άνθρωπος κυριαρχεί στους αστικούς χώρους, τους εξουσιάζει και τους καθορίζει. Οι αστικοί χώροι κατακλύζονται από αυτόν, γίνονται κι απογίνονται αποτελώντας ενεργειακά πεδία υψηλών φορτίσεων, ακριβώς γιατί οι πόλεις φτιάχτηκαν από τον άνθρωπο για να χρησιμοποιούνται από αυτόν. Καλώς λοιπόν συμβαίνει ότι συμβαίνει, αρκεί ως δημιουργός ο άνθρωπος να λειτουργεί, να (συν)αισθάνεται και να προστατεύει το δημιούργημα. Στο αστικό οικοσύστημα συνεπώς (σε όποια βαθμίδα του κι αν το δούμε), υπεισέρχεται δυναμικά, καθοριστικά, συντελεστικά ο παράγοντας άνθρωπος, και τούτο, υπό κανονικές συνθήκες, δε θ’ αποτελούσε πρόβλημα, αφού είναι ο δημιουργός του(26). Μα όταν αυτός λειτουργεί εξουσιαστικά (και τούτο συμβαίνει κατά κανόνα στην ελληνική πόλη), τότε, χωρίς υπερβολή θα λέγαμε ότι αποτελεί τον καταστροφέα της!(27)

Φωτ.: Η «Πλατεία Ελευθερίας» της πόλης των Σερρών, διαρρυθμισμένη σε πάρκο.

     Η μη συνειδητοποίηση της αξίας των κοινοχρήστων χώρων και της αποστολής τους, φαίνεται ν’ αποτελεί πρόβλημα για τον Έλληνα, ο οποίος αντιλαμβάνεται αυτούς ως μέρος μιας συνιδιοκτησίας (στα πλαίσια της κοινοχρησίας) επί της οποίας υπάρχουν προνόμια μα όχι υποχρεώσεις. Τα προνόμια, που έγκεινται στην απόλαυση των αγαθών κι υπηρεσιών των εν λόγω χώρων, δε γίνονται αντιληπτά στο βαθμό και στο βάθος που παρέχονται, γι’ αυτό και στην ουσία δεν απολαμβάνονται, παρά συντηρούνται ως αόριστες αξίες· κάτι που –εμμέσως– αποτελεί προσβολή του αγαθού, το οποίο τελεί σε καταστολή και καθίσταται μη γόνιμο. Έτσι απολιθωμένο όμως –όντας ευρισκόμενο σε κατάσταση λήθης– αφήνεται ανυπεράσπιστο σε υποβαθμίσεις και καταχρήσεις, που ενεργούνται για να δικαιολογηθεί στη συνέχεια η μεταλλαγή του. Όσο όμως ο Έλληνας αστός απέχει από το δημόσιο χώρο και δεν ασκεί τις υποχρεώσεις του σε αυτόν ως ενεργός πολίτης, τόσο δεν κατανοεί το βάρος των αλλαγών και μεταμορφώσεων που επέρχονται, μ’ αποτέλεσμα να λειτουργεί ως παθητικός καταστροφέας του, δεχόμενος μη αντιληπτώς τα δεινά που η αγνόηση του χώρου επιφέρει.

     Η θεώρηση της πόλης ως οικοσύστημα αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την αειφορική διαχείρισή της, που είναι συνυφασμένη με το μέλλον της. Η αντιμετώπισή της ως ενεργό σύνολο, προϋποθέτει συνάντηση, συνεργασία, συνομιλία του κτιστού με το άκτιστο, του διαμορφωμένου με το αδιαμόρφωτο, του δημιουργήματος με τη φύση, υπό το πρίσμα μιας αντίληψης, που ο καθηγητής Δημήτρης Φατούρος ονομάζει βιολογία του χώρου(28). Εάν η πόλη δεν αντιμετωπιστεί οικοσυστημικά και δεν εφαρμοστούν οικολογικοί κανόνες διαχείρισής της, δε θάχει μέλλον ως ζωντανός οργανισμός. Γι’ αυτό και η νέα αντίληψη γι’ αυτήν, στρέφεται προς την ιδέα της οικόπολης. Στην οικόπολη το φυσικό περιβάλλον αποτελεί τη βάση του δημιουργήματος, οπού εντάσσεται το τεχνητό στοιχείο (το δημιουργημένο από τον άνθρωπο), έτσι ώστε ως σύνολο να υπάρχει αρμονία του φυσικού με τα τεχνητό, έχουσα η πόλη το χαρακτήρα του «οικο». Έτσι γίνεται δυνατή η επαφή και η συνέχεια με το φυσικό περιβάλλον, ενώ η δημιουργική σχέση με το χώρο επιτυγχάνεται με την εφαρμογή προτύπων οικολογικής διαχείρισής του(29). Επιπλέον, ακριβώς επειδή η οικόπολη είναι προσανατολισμένη στον άνθρωπο, καλλιεργείται η ενίσχυση των κοινωνικών-ανθρώπινων σχέσεων μέσα από δίκτυα επαφών, που εδράζονται στην ύπαρξη εστιών-κέντρων, κατασπαρμένων σε όλο της το εύρος (σε αντίθεση με το ένα κέντρο των παλαιών και σύγχρονων μητροπόλεων), στα οποία η ανθρώπινη επαφή είναι δυνατή (η γειτονιά αποτελεί τέτοιο κέντρο, ενώ η πλατεία αποτελεί χώρο εκδήλωσης της επαφής).

Φωτ.: Η κεντρική πλατεία των Τρικάλων, διαρρυθμισμένη σε πάρκο.

     Επειδή όμως η παλαιά μητρόπολη ή η σύγχρονη πόλη απέχουν πολύ από τα standards της οικόπολης, ας επιχειρηθεί στους νέους καιρούς μια έστω προσέγγιση του μοντέλου της, με υιοθέτηση των αρχών της κι αντίστοιχες προσαρμογές. Παρεμβάσεις-αναπλάσεις προς τούτο, ολόκληρων συνοικιών ή και τομέων της πόλης, μπορεί να οδηγήσουν σε θαυμαστά αποτελέσματα, μετατρέποντας την κατατονική, αλγούσα πόλη, σε θαλερό, ζωντανό οργανισμό. Έτσι, μπορεί να μην έχουμε μία πόλη μέσα στη φύση (μια εξαρχής δομημένη οικόπολη), αλλά τη φύση μέσα στην πόλη (προσαρμοσμένη πόλη στο μοντέλο της οικόπολης)(30).

     Η πόλη-οικοσύστημα γίνεται αντιληπτή μέσα από τη σχέση των εμβίων κι αμβίων στοιχείων της. Το αγριολούλουδο του γείσου της στέγης οικίας και τα λουλούδια των μπαλκονιών ή τα φυτά των προκηπίων, των κήπων και των πάρκων-αλσών της πόλης, αποτελούν τα ζωντανά της στοιχεία, που ως φυσικά λογίζονται –αν κι ανθρώπινα δημιουργήματα–, τα οποία συμπλέκονται με τα σιδηρά και παγερά στοιχεία της (με την άσφαλτο, το τσιμέντο, το γυαλί κ.ά.), άλλες φορές αρμοστά κι άλλες ανάρμοστα, προσφέροντας τελικά πολυπλοκότητα και ετερότητα στο σύστημα. Αυτό όμως, για να κινηθεί και να υπάρξει –να γίνει «οικο»– απαιτείται τα ζωντανά του στοιχεία να παραμείνουν ζωντανά. Και προς τούτο, ο άνθρωπος-δημιουργός οφείλει να πράξει σωστά. Η συνειδητοποίηση της ύπαρξης τεχνητών βιοτόπων στην πόλη, τους οποίους ο άνθρωπος δημιούργησε είτε ηθελημένα, είτε χωρίς να το επιδιώκει κατά την κατασκευή της, καθώς και η υποχρέωση δημιουργίας νέων σε αυτήν, αποτελεί ένα πρώτο σημαντικό βήμα για μια νέα αντίληψη θεώρησης της πόλης ως οικοσυστήματος, στο οποίο η αειφορία θα καθορίσει το μέλλον της. Παράλληλα, δεν πρέπει ν’ αγνοείται η απομένουσα πρωτογενής φύση της πόλης, η οποία, είτε ιστορικά θεωρούμενη (συνταυτιζόμενη με γεγονότα ή στιγμές της), είτε οικολογικά (έχουσα κυρίαρχο ρόλο στη λειτουργία της ως οικοσύστημα ή χαρακτηρίζοντάς την τοπιακά), συνιστά πολύτιμο βιοαπόθεμα για το μέλλον της(31).

Φωτ.: Η «Πλατεία Όλγας» στην Πάτρα, διαρρυθμισμένη σε άλσος.

     Η πλατεία αποτελεί ένα ιδιάζον κενό στην πόλη. Πέρα από τον κοινωνικό ή ιστορικό ρόλο της, ο αισθητικός και ιδιαίτερα ο οικολογικός απασχολούν. Αναγκαιεί ως κενό στους αστικούς λαβυρίνθους, ως ανάσα στα τσιμέντινα τείχη, ως όαση στην αστική έρημο. Ως χώρο εκτόνωσης θα τον ιδούμε, από το βεβαρημένο άχθος της πόλης, από την πνιγηρή ατμόσφαιρά της. Ο βιοκλιματικός της ρόλος σημαντικός, για τη διάρθρωση και τη συνέχεια του δικτύου κοινοχρήστων χώρων της πόλης, για τη δόμηση και την ενίσχυση της αποστολής τους (για τη βελτίωση του αστικού μικροκλίματος(32), για την εισχώρηση της φύσης στην πόλη και τη διάσπαση της μονοτονίας του αστικού τοπίου). Οι διαδρομές της αστικής φύσης, ιδωμένες ως διάχυση της φύσης της υπαίθρου στην πόλη, θα διασταυρωθούν στις πλατείες· εκεί θα καταλήξουν κι απ’ εκεί νέες θα ξεκινήσουν. Ο αερισμός της πόλης,  θα εξυπηρετηθεί από τις πλατείες, οι αστικοί αεραγωγοί βρίσκουν σε αυτές ανοίγματα και σημεία εκτόνωσης· τα αέρινα περάσματα βρίσκουν εκεί πεδία ανοικτά για τη διάχυσή τους στους αστικούς δαιδάλους. Οι πλατείες –όπως εξάλλου και κάθε κοινόχρηστος χώρος– είναι χώροι ικανοί να δεχθούν τις φυσικές διεργασίες και αποτελούν τους ρυθμιστές των παραγόντων του φυσικού περιβάλλοντος, αφού κάμουν δυνατό τον ηλιασμό ή το δροσισμό (ανάλογα), δίνουν τη δυνατότητα στον αέρα να κινηθεί και παρέχουν στα φυσικά στοιχεία ζωτικό χώρο.

     Έχει ανάγκη τους ανοικτούς χώρους η πόλη, θέλει πλατείες, θέλει πεδία, που θ’ αποτελέσουν τους ενεργειακούς της πόλους και θα δώσουν ζωή. Απ’ εκεί, το «αχ» της ανακούφισης θ’ ακουσθεί, γιατί ελεύθερα θα πάγει, ψηλά, σε πλάτη(33). Δε θα χαθεί σε τούνελ-λεωφόρους, σε στενούς, σκοτεινούς δρόμους, που θα το φθείρουν και θα το καταστήσουν περιττό. Δε θ’ αντιλαληθεί σε θηριώδη –τα πέρα από την ανθρώπινη κλίμακα– κτήρια, που θα το αποδυναμώσουν και στο τέλος άδικα θα το σβήσουν. Δε θα καλυφθεί από υστερικές φωνές και πνιγηρούς θορύβους, κι άδοξα θα χαθεί. Στις πλατείες, η φυγή του ανθρώπου από τις στενωπούς του βίου του είναι δυνατή, έστω με ανάσες, έστω με μικρές χαρές ελευθερίας…

 

 Οι πλατείες των πάρκινγκ

      Η σύγχρονη πόλη με τ’ αδιέξοδά της επιβάλλει λογικές, που στο μυαλό του απονενοημένου αστού φαντάζουν ως μόνες δυνατές να δώσουν λύσεις στην προϊούσα κρίση που βυθίζει αργά τη ζωή του σε αυτήν. Ένα βασικό πρόβλημα που τον ταλαιπωρεί κι επιζητείται η λύση του, είναι η στάθμευση των εκατομμυρίων αυτοκινήτων που την κατακλύζουν(34). Στα πολλά του κακοπαθούς βίου λοιπόν, τούτο προστάζεται: Η πόλη να έχει πάρκινγκ, να έχει χώρους στάθμευσης των Ι.Χ. αυτοκινήτων της, τα οποία, στα χέρια των απελπισμένων αστών (λόγω της έλλειψης προφανώς τέτοιων χώρων), γίνονται οι επίβουλοι των κοινόχρηστων χώρων, καταλαμβάνοντάς τους –είτε αυτός ο χώρος λέγεται πεζοδρόμιο, είτε πλατεία, είτε πάρκο κ.ά.

     Η επιβολή του μηχανικού μέσου (του αυτοκινήτου), που μετατρέπει τον χειριστή του σε εθελόδουλο μιας (εντέλει) καταναγκαστικής γι’ αυτόν κατάστασης, διαμορφώνει ανάγκες για την εξυπηρέτησή του, στις οποίες ο αστός προσπαθεί ασθμένως να δώσει λύσεις. Μία «ωραία» ιδέα που υλοποιείται, προς εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού, είναι η δημιουργία υπόγειων πάρκινγκ στην πόλη, τα οποία θα την αποσυμφορίζουν διπλά: αφενός θα «φιλοξενούν» τ’ αυτοκίνητά της κι αφετέρου θ’ απελευθερώνουν πεδία, για την ανάπτυξη πάνω τους κοινόχρηστων χώρων (πρασίνου ή μη). Έτσι η πόλη θα συνεχίσει εξυπηρετούμενη διπλά, αντιμετωπίζοντας δύο από τα κυριότερα προβλήματά της: την έλλειψη κοινοχρήστων χώρων και χώρων στάθμευσης. Είναι κακή ιδέα; Ας τη δούμε…

     Η διάταξη της παραγράφου 1 άρθρου 8 νόμου 2052/1992 (ΦΕΚ 94/Α΄/5-6-1992) έδωσε τη δυνατότητα στη σύγχρονη πόλη τής κατασκευής υπόγειων χώρων στάθμευσης κάτω από κοινόχρηστους χώρους και χώρους κοινής ωφέλειας του σχεδίου της(35). Η ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας κάτω από την πόλη, με την οικονομική εκμετάλλευση του υπόγειου χώρου στάθμευσης, απολαμβάνει την κοινή εύνοια, καθώς, όχι μόνο δεν ασκείται κυριαρχικά έναντι των κοινοχρήστων χώρων της πόλης, αλλά τουναντίον, άνωθέν της υφίσταται κι απολαμβάνεται ο κοινόχρηστος χώρος. Η επιχειρηματική εκμετάλλευση λοιπόν του υπόγειου αστικού χώρου, απενεχοποιημένη και χωρίς βάρη, όχι απλώς δεν αντιστρατεύεται τον κοινωνικό ρόλο της πόλης, αλλά συμβάλλει στη βελτίωση των συνθηκών της. Μπορεί η προσφορά αυτή ν’ αμφισβητηθεί;

    Θα λέγαμε πως ναι, αν αναλογιστούμε ότι η Αθήνα, όπως και οι περισσότερες από τις ελληνικές μητροπόλεις, υπολλείπονται λειτουργικά κι οργανωτικά ακόμη και του μέσου επιπέδου των ανεκτών οικιστικά/χωροταξικά πόλεων του δυτικού κόσμου. Τι σημαίνει αυτό; Ότι κάθε τέτοιος υπόγειος χώρος, ενώ θα έπρεπε να εντάσσεται στο δίκτυο οργάνωσης της πόλης, ως μονάδα ενός συνόλου που στηρίζεται σ’ έναν κεντρικό ή υπερτοπικό/περιφερειακό σχεδιασμό, για να μπορεί βασικά και ουσιαστικά να προσφέρει στο σύστημά της, κάτι τέτοιο εν προκειμένω όχι απλώς δε συμβαίνει, αλλά βρίσκεται μακριά από τη λογική των κρατούντων. Κι όλα τούτα ξεκινούν από το εξής βασικό ερώτημα: Θέλουμε τον άνθρωπο να κατοικεί στην πόλη (κατά την έννοια της κατοίκησης όπως την προσδιόρισε ο Γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάϊντεγκερ, ως βίωση στον τόπο) ή να επιβιώνει σε αυτήν; Κι επόμενα: Τι πολιτικές χαράσσουμε ανάλογα με την επιλογή μας; −μήπως τελικά δεν έχουμε αποφασίσει τι θέλουμε για την πόλη κι, αντίστοιχα, δεν έχουμε χαραγμένη καμιά πολιτική για το μέλλον της; Το ζήτημα εντοπίζεται ως εξής: Μία πόλη μη λειτουργική, μια πόλη χαοτική(36), μία πόλη που υστερεί τραγικά σε πράσινο, ενώ αντίθετα τής περισσεύουν τα Ι.Χ. αυτοκίνητα, αντί να στραφεί σε περιορισμό τους και πρασινισμό της, κάμει το ακριβώς αντίθετο. Γιατί; Ακριβώς διότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον για το μέλλον της! Στρέφεται σε λύσεις εξυπηρέτησης των Ι.Χ. αυτοκινήτων –όπερ και σημαίνει, προσωρινή συντήρηση/ύφεση του χάους, με σίγουρη όμως μελλοντική μεγέθυνσή του, με την έλευση νέων Ι.Χ. αυτοκινήτων, λόγω της εξυπηρέτησής τους. Ενώ ο πρασινισμός της –όντας τοποθετημένος σε δεύτερη μοίρα–, λογίζεται ως παρεπόμενο, δυνάμενος ν’ αναπτυχθεί στις οροφές των υπόγειων πάρκινγκ (εκεί, ένας ταρατσόκηπος –ένα παρκάκι, ένας μικρός κήπος, ένα αλσύλιο–, μια πλατεία, μιαν αυλή θα δημιουργηθεί..)

Φωτ.: Πράσινες πινελιές στο σταθμό του ΜΕΤΡΟ του Αγίου Αντωνίου στο Περιστέρι το 2009. Σήμερα, λόγω κρίσης, τα πάντα είναι ξερά!

      Τούτο αποτελεί πρόβλημα. Η πόλη αφημένη στην τυχαιότητά της, καταρρέει παρασυρμένη από τις πλάνες της. Στο δίλλημα που τίθεται, «τι θα ήταν προτιμότερο, περισσότεροι κοινόχρηστοι χώροι ή περισσότερα πάρκινγκ», η πλάστιγγα της γνώμης των αστών γέρνει στο δεύτερο (αν και ζητείται συνδυαστικά με το πρώτο ν’ αντιμετωπιστεί), ακριβώς γιατί είναι ένα πρόβλημα που βιώνεται άμεσα, καθημερινά κι οδυνηρά. Όμως, το πρώτο (η έλλειψη κοινόχρηστων χώρων) είναι εκείνο που ουσιαστικά πλήττει τον αστό, έστω κι αν δεν συνειδητοποιείται. Ένας ανοικτός χώρος, ένας πράσινος χώρος, είναι πολυτιμότερος από οποιονδήποτε χώρο στάθμευσης· κι από το ίδιο το αυτοκίνητο ακόμη. Γιατί έχει να κάμει με τη ζωή, με την υγεία, με την ποιότητα του αστού. Το πάρκινγκ εξυπηρετεί/διευκολύνει, ο κοινόχρηστος χώρος αναζωογωνεί, τονώνει, εκτονώνει, δίδει ζωή.

   Η πλατεία ως πεδίο, μπορεί να γίνει δεκτή ως απελευθερωμένος αστικός χώρος πάνω από υπόγεια πάρκινγκ, όταν δεν απαιτείται η ανάπτυξη πρόσθετα φυτικής ζωής σε αυτήν (με τη δημιουργία δυτικού τύπου «σκληρών πλατειών»)(37). Και τούτο φαίνεται ν’ αποτελεί μια λύση στ’ αδιέξοδα της πόλης ως προς το πρόβλημα της λειτουργίας της, όταν βέβαια η πόλη έχει οργανωθεί κατάλληλα, ώστε η δημιουργία πλατειών σε συγκεκριμένες θέσεις να ενδυναμώνει την οικολογική διαχείρισή της, παρά να την αντιστρατεύεται (λόγω της έλλειψης των πολυτιμότερων –σε σχέση με τις γυμνές πλατείες– αστικών χώρων πρασίνου).

     Το ζήτημα όμως τίθεται ως πρόβλημα όταν οι οροφές των πάρκινγκ φυτεύονται, αντιμετωπιζόμενες ως πάρκα, κήποι ή άλση. Μια τέτοια πρακτική θεωρούμε ότι παραβιάζει βασικές αρχές και κανόνες λειτουργίας των φυσικών οικοσυστημάτων –τα οποία επιχειρούμε στον αστικό ιστό να δημιουργήσουμε– κι ότι αντίκειται στη λογική της οικολογίας του τόπου, στην οποία ως δημιουργοί οφείλουμε να εντρυφούμε, έχοντας την ανάλογη συνείδηση και ηθική.

     Η φύτευση των οροφών υπόγειων πάρκινγκ δίδει έναν ταρατσόκηπο, στον οποίο θα πρέπει με συνεχή επιμέλεια, φροντίδα και σπουδή να ενσκήπτουμε για να τον διατηρούμε. Ας μην ξεχνούμε ότι τα φυτά σε δώματα αναπτύσσονται επί αδιαπερατού εδάφους, μικρού βάθους, το οποίο, λόγω του συγκεκριμένου βάθους και πλάτους του παρτεριού, δεν έχει τη δομή και την ενέργεια που ελευθέρως θα είχε. Οι συνθήκες διαπερατότητας, υγρασίας, θερμοκρασίας, αερισμού κ.λπ., είναι συνθήκες εγκλεισμένου εδάφους, κάτι που απαιτεί, για τη διατήρηση των φυτών, συνεχές πότισμα, λίπανση κι αδιάκοπη περιποίηση. Ενώ, η βιολογική δραστηριότητα σε αυτό είναι πολύ μικρή έως ανύπαρκτη (δεν υπάρχει εδαφικός βιότοπος). Μάλιστα, η έλλειψη μιας σειράς βακτηρίων σ’ ένα τέτοιο έδαφος, που αποδομούν τους οργανικούς ρυπαντές της ατμόσφαιρας, οι οποίοι ανήκουν στην κατηγορία των υδρογοναθράκων, ακυρώνει τη λειτουργία του εδάφους ως βιολογικό φίλτρο. Στην ουσία υπάρχει «γλαστροποίηση του χώρου», οπότε σκεφτείτε το αδιάλειπτο ενδιαφέρον της νοικοκυράς για την περιποίηση του φυτού, ανάγοντάς το σε ενδιαφέρον του κηπουρού για τα φυτά του παρτεριού στην περίπτωσή μας. Τα δένδρα στην οροφή του πάρκινγκ, κάθε άλλο παρά την έννοια της φυσικότητας αποδίδουν, αφού δεν μπορούν ν’ αναπτυχθούν κανονικά, λόγω ακριβώς των περιοριστικών παραγόντων/συνθηκών του οικοχώρου τους. Πεύκα, που σε κανονική ανάπτυξη θα προσέγγιζαν σε ύψος τα 20 μέτρα, βλέπουμε εν προκειμένω με βία και μετά από επίπονη προσπάθεια του «επίμονου κηπουρού», να φτάσουν τα 10-12 μέτρα. Η νανοποίηση συνεπώς, της φυτικής ζωής του χώρου, είναι επακόλουθο της αντίνομης (στους φυσικούς και ηθικούς κανόνες) μορφοποίησής του.

     Βέβαια, η λέξη καταστροφή προσομοιάζει στην περίπτωση που θυσιάζονται αστικοί χώροι οι οποίοι συγκροτούνται από (υψηλό κυρίως) πράσινο ή που προορίζονται για την ανάπτυξή του, προκειμένου να κατασκευαστούν υπόγεια πάρκινγκ. Η λογική τής μετέπειτα αποκατάστασης αυτών των χώρων, με φύτευση της οροφής του πάρκινγκ, θεωρούμε ότι μικρονοϊκά και με αβελτηρία αντιμετωπίζει το κρίσιμο πρόβλημα λειτουργίας της πόλης, αφού αποδέχεται την απώλεια της πολύτιμης φυσικότητας για να εξυπηρετηθεί μια κατάσταση, η οποία, ούτως ή άλλως οδηγεί σε αδιέξοδα, αφού το εξυπηρετούμενο μέσο (το αυτοκίνητο) επιδεινώνει συνεχώς το πρόβλημα λειτουργίας της πόλης!

Φωτ.: Η «Πλατεία Κλαυθμώνος» στην Αθήνα, διαρρυθμισμένη σε άλσος. Βρίσκεται πάνω από υπόγειο πάρκινγκ.

Φωτ.: Η «Πλατεία Κάνιγγος» στην Αθήνα, διαρρυθμισμένη σε πάρκο. Βρίσκεται πάνω από υπόγειο πάρκινγκ.

 

Η πλατεία του χωριού, πλατεία των ανθρώπων…

      Η πλατεία του χωριού, η «πλατεία του πλατάνου» όπως λέγεται (λόγω, σαφώς, του κυρίαρχου στοιχείου του χώρου, που είναι ο πλάτανος)(38), είναι η «άλλη» πλατεία, ξέχωρη κι εντελώς διαφορετική από αυτή της πόλης. Σαν παραδοσιακή λογίζεται, κάτι που στη σκέψη των νεοελλήνων τής δίδει την αναγκαιότητα της διατήρησης, ως αξία του χώρου, ως στοιχείο προστατεύσιμο –όχι όμως μουσειακό, γιατί ζείται–, που χάνεται –και γι’ αυτό ως αξιοθέατο λογίζεται. Κι εδώ έγκειται η τραγωδία της, στο ότι δε βιώνεται από τους σύγχρονους –και, κατ΄ επέκταση, δεν κατανοείται η σημασία–, ενώ φτιάχτηκε για να ζείται.

     Μια εξήγηση της ύπαρξης της «πλατείας του πλατάνου» στα ελληνικά χωριά, αποδίδεται από την ιστορία των τόπων κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν στα πλαίσια της περιορισμένης αυτονομίας περιοχών της Ελλάδας, δόθηκε η δυνατότητα της συνεύρεσης των κατακτημένων, κάτι που πραγματώνονταν στις πλατείες των οικισμών. Ο πλάτανος, φυσικό στοιχείο περιοχών της χώρας, με την μακροζωία του και τη σκιερότητά του αποτέλεσε σημείο αναφοράς και τοπόσημο του χώρου, ενώ ο καφενές (για τη φίλεψη των συνευρισκομένων), η εκκλησία (για την άσκηση της θρησκευτικότητάς τους), το Δημαρχείο (για τη διοίκηση του τόπου) κι άλλες κατασκευές, συγκεντρώθηκαν γύρω από το χώρο αυτό, που ο Έλληνας όρισε ως κέντρο των δραστηριοτήτων του(39).

Φωτ.: Η πλατεία του χωριού με τους πλατάνους: Κεντρική πλατεία Άντισσας Λέσβου.

      Η πλατεία του χωριού συνεπώς, είναι ο τόπος των ανθρώπων. Είναι κέντρο, πόλος, εστία, καθώς οι δρόμοι του οικισμού και η ζωή των ανθρώπων ξεκινούν και καταλήγουν σε αυτήν. Είναι ο αφαλός της ζήσης των ανθρώπων της υπαίθρου, που τη ζωή σπουδάζουν και τη βιώνουν στους τόπους της. Είναι της γης το πρόσωπο, εκφρασμένο με το ήθος της ψυχής των ανθρώπων που ζουν το χώρο· γι’ αυτό δεν παραδέρνουν, μήτε μαρτυρούν, παρά πάσχουν και καλοτυχούν. Εάν οι άνθρωποι αυτοί λείψουν, τότε θα λείψει και η πλατεία του χωριού, γιατί οι σύγχρονοι –όντας αποστασιοποιημένοι από την εστία και τον περίγυρο– δε θα μπορούν πλέον να την υποστηρίξουν, αφού δε θα τη ζουν.

     Η πλατεία του χωριού, με τον πλάτανο και τον καφενέ, αποτελεί το κέντρο της χωριογραφίας ενός τόπου εξαιρετικά απλού στην οργάνωσή του, μα ευεργετικού για τις αξίες του και τις ποιότητές του. Ο διοργανισμός του χώρου εξαντλείται στην ύπαρξη της πλατείας και στην περιφερειακά αυτής οργάνωση του οικισμού. Η λογική αυτής της οργάνωσης απορρέει από την έννοια του συμπαγούς περίκλειστου οικισμού, που θέλει την κοινωνία να οργανώνεται αυστηρά και περιοριστικά, για να εξασφαλίζει το μέλλον της. Τούτη όμως η απλότητα, που συνιστά μιαν ιδιαίτερη ολότητα, είναι που κάμει τελικά το σύστημα εύθραυστο, ακριβώς γιατί δεν υποστηρίζεται από μηχανισμούς, αλλά από ανάγκες, που αν εκλείψουν, απομένουν τα συναισθήματα και οι αξίες, που από μόνα τους δεν είναι ικανά να υποστηρίξουν το σύστημα. Εάν τούτα αμβλυνθούν ή εκλείψουν, τότε οι ανθρώπινες σχέσεις θα χαθούν και τα στοιχεία του χώρου, μέσα από τα οποία εκφράζονται (με κυριότερο την πλατεία), δε θάχουν λόγο ύπαρξης και θα καταρρεύσουν.

Φωτ.: Η πλατεία του χωριού με τον πλάτανο: Πλατεία Πλωμαρίου Λέσβου.

      Σ’ ένα τέτοιο απλό σύστημα, η έκφραση του χώρου αποτελεί έκφραση της ψυχής των ανθρώπων του, κι αυτό φαίνεται να είναι τόσο βασικό, που το νιώθεις ευρισκόμενος σε οποιαδήποτε πλατεία χωριού. Κάθε τέτοια, έχει την προσωπικότητά της, έχει το ιδικό της προσωπικό στοιχείο· έναν τόνο ξεχωριστό, αυτόν των ανθρώπων της. Έχει να σου διηγηθεί ιστορίες και να δημιουργήσει συναισθήματα: αυτά που οι άνθρωποί της κουβαλούν και τα μεταφέρουν στο χώρο. Ο χώρος μιλά, ανασαίνει, παράγει ζωή. Δεν είναι σκηνικό, δεν είναι πεδίο, είναι θώκος, είναι πηγή.

    Παρά το μικρό της μέγεθος, η πλατεία του χωριού είναι διάπλατη, είναι πλέρια. Είναι απλή-απλότατη, ταπεινή, όχι ευφάνταστη, όχι μνημειακή. Φτιαγμένη στην ανθρώπινη κλίμακα, σοφή στη διαχείριση του χώρου, χωρίς δαπάνες, περιττά δοσίματα και περισσεύματα. Στο μέγεθος της ψυχής απλούται και μικρούλα δείχνει, μα τα πάντα χωρά, γιατί ολοένα φαρδαίνει εάν τη λογιάσεις ζεστά. Με την καρδιά χωρούν μύριοι εκεί: οι καλοί της ζήσης που δε θ’ αποκλειστούν εάν πολλοί γίνουν. Μια αγκαλιά λοιπόν η πλατεία του χωριού, οπού στα πρόσωπα των ανθρώπων μετρούνται συναισθήματα, ήθη, σκέψεις, συλλογισμοί, μετρούνται αξίες, καθώς σε αυτήν δε λογιάζεις φιγούρες μα υπάρξεις.

     Δεν είναι, συνεπώς, η γραφικότητα του χώρου που προσδίδει δύναμη στην ιδιαιτερότητά του, ένεκα προφανώς των στοιχείων που τον χαρακτηρίζουν (του πλατάνου με τον παραδοσιακό καφενέ ως επί το πλείστον), αλλά η συναίσθηση του γίγνεσθαι κι ότι από αυτό αποπνέεται. Ο θεωρός που θα εντρυφήσει, θα κατανοήσει τον τόπο ως σύνολο, ως δημιουργία, στην οποία το έμψυχο και το άψυχο, η φύση και ο άνθρωπος, συμμετέχουν ενεργά. Και σε τούτο έγκειται η μαγεία που αναδεικνύεται, η μυσταγωγία που συντελείται σε χώρους που γεμίζουν με συναισθήματα, στο γεγονός ότι αντιμετωπίζονται ως ολότητες,  ότι νοούνται ως δημιουργίες.

Φωτ.: Η πλατεία του χωριού με τον πλάτανο: Πλατεία Δράκειας Πηλίου.

     Στην ύπαιθρο τα πεδία περισσεύουν. Δεν τα έχει ανάγκη ο χώρος, γιατί η απλωσιά του  είν’ μεγάλη. Η πλατεία συνεπώς στο μικρό οικισμό (στο χωριό), που στοιχείο της υπαίθρου λογίζεται, δεν αποτελεί άνοιγμα όπως στην πόλη θεωρείται–, πάρα τόπο για συνεύρεση και κοινωνική ενησχολή. Αποτελεί αγορά, σπουδαστήριο (της ζωής), χώρο εκδηλώσεων (θρησκευτικών, πολιτικών, μεταπρατικών κ.ά.), βουλευτήριο, είναι ακόμη– Πνύκα.

     Στην πλατεία του χωριού, ο άνθρωπος θα σταθεί, θα καθίσει, δε θα διέλθει, δε θα προσπεράσει. Εκεί θα επικοινωνήσει και θα συναισθανθεί. Ο συμπράτης άνθρωπος, θα τη θεωρήσει μέρος του ζωτικού του χώρου και θα την απολαύσει. Η πλατεία γι’ αυτόν, αποτελεί προορισμό, είναι ανάσασμα. Ο πλάτανος εξάλλου, και ο καφενές εκεί, δηλοποιούν το στόχο: νάχει ο άνθρωπος πηγή, για φίλεμα, για ξαπόσταμα, για συλλοή· σάμπως και νάφερε τη φύση στον οικισμό, με την πηγή και τον πλάτανο αυτής βαλμένα στον κόσμο του, για να βρίσκει ο καθείς –o οδοιπόρος της ζωής– απόκαμα, όταν αποζητήσει τη δρόσο την ευεργετική(40).

Όταν ο Καρυωτάκης πενθούσε στην πλατεία… 

     Πάει καιρός από τότε που ο τραγικός ποιητής Κ. Γ. Καρυωτάκης άκουγε θλιμμένος τη μπάντα του δήμου στην κεντρική πλατεία της μελαγχολικής Πρέβεζας να παιανίζει εμβατήρια, που στην ψυχή του αντηχούσαν ως πικροί νυγμοί («Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης, / την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα», έλεγε σε δύο στίχους του ,αντιπροσωπευτικού του ύφους του ποιήματος, «Πρέβεζα»)(41). Αν και οι σκωπτικοί στίχοι του ποιήματος απέδιδαν τον εσωτερικό κόσμο του ποιητή, εντούτοις υποδήλωναν κάτι το σύνηθες για την εποχή: τη δραστηριότητα που λάμβανε χώρα στους κοινόχρηστους χώρους κι αποτελούσε χαρακτηριστικό των ελληνικών πόλεων, ιδιαίτερα των μικρών επαρχιακών –όπως εν προκειμένω της Πρέβεζας(42).

     Βεβαίως για τον Καρυωτάκη, το γεγονός της περιρρέουσας θλίψης, ήταν συνυφασμένο με τις καταστάσεις της εποχής, οι οποίες αποδίδονταν μέσα από πρόσωπα και χώρους, που εντέλει συνέθεταν την όλη δραματουργία, όπως ο ποιητής την αισθάνονταν και τη βίωνε. Ο (κοινόχρηστος) χώρος συνεπώς, μετείχε ενεργά στο σχεδίασμα, δεν ήταν αδιάφορος, δεν ήταν νεκρός, δεν ήταν κενός, δεν ήταν απλώς σκηνικό. Τα συναισθήματα σε αυτόν διαχέονταν, υπήρχε ενέργεια και παίδεμα στον αέρα, στην ύλη, στα γύρω, που την ψυχή έκαμαν –ανάλογα– να θάλλει ή να μαραίνεται. Η ενέργεια αυτή ήταν που έκαμε το χώρο ζωντανό και του έδιδε αξία.

     Ο Καρυωτάκης δεν απέρριπτε το χώρο. Το αντίθετο μάλιστα, τον ένοιωθε μέρος του γίγνεσθαι. Ήταν μέρος της λειτουργίας της ζωής, ήταν –ίσως μη συνειδητά– μέρος της λειτουργίας της πόλης στην οποία ζούσε. Την άθλια ζωή του απέρριπτε, ο κακός βίος του τον σύντριβε, ώστε να φτάσει να τον απορρίψει με τον τραγικό τρόπο που γνωρίζουμε.

     Ο κοινόχρηστος χώρος είχε ρόλο στη ζωή του Έλληνα, αφού παρείχε λειτουργίες και είχε αποστολές που ήταν συνυφασμένες με το βίο του ανθρώπου και την πορεία του. Θα μπορούσαμε μάλιστα να ισχυριστούμε ότι η δύσκολη μη άνετη ζωή, η ζωή του βάρους και του άχθους, έκαναν πολυτιμότερο το ρόλο του κοινόχρηστου χώρου, διότι η κοινωνικότητα, που σε αυτόν βρίσκει πεδία εκδήλωσης, αναπτύσσεται εντονότερα όταν η κοινωνία ασθμαίνει κι υποφέρει. Από την πλατεία λοιπόν περνούσε η ζωή, εκεί παράγονταν ή διοχετεύονταν η ανθρώπινη ενέργεια, κι ήταν μέρος της δομής του περίγυρου όπου ο Έλληνας δραστηριοποιούνταν. Αυτός, όντας κατατριμμένος με τα κοινά κι έχοντας ανεπτυγμένο το κριτήριο της συνύπαρξης, ήθελε χώρους για να συν-ζήσει, να λειτουργήσει δηλαδή κοινωνικά. Ο Καρυωτάκης, δε μπορούσε διαφορετικά να δει τον κόσμο, τον έβλεπε με τα μάτια της κοινωνίας, με τη διαφορά όμως ότι την απέρριπτε!!!

Φωτ.: Η «Πλατεία Γεωργίου Α΄» στην παραλία του Βόλου, όπως εμφαίνεται μετά τη δενδροφύτευσή της το 1936, χάρις στην οποία μετατράπηκε σε άλσος, όπως και σήμερα είναι (φωτ. Κ. Ζήμερης).

       Η πλατεία μετείχε στη συγκρότηση του οικιστικού χώρου, αποτελώντας μέρος της δομής του. Μαζί με τους λοιπούς ελεύθερους χώρους, είχε αποστολή στη λειτουργία του οικιστικού ιστού, εισάγοντας τη φύση (όπως ποικιλοτρόπως εννοείται, ως αέρας, πράσινο, έδαφος κ.λ.π.) σε αυτόν. Το ανοικτό πεδίο, ακόμη και χωρίς βλάστηση, αποτελούσε φύση, αφού στοιχεία της παρείχοντο στο χώρο (ο αέρας, η ανοικτότητα, η αίσθηση της συνύπαρξης ουρανού και γης κ.ά.) Τούτο, σε συνδυασμό με το κοινωνικό στοιχείο, που ήταν έντονο στο συγκεκριμένο χώρο, ανήγαγαν την πλατεία σε τόπο. Η εννόηση υπό αυτό το πρίσμα της πλατείας, την ενέτασσε με ρόλο ουσιαστικό στη λειτουργία της πόλης/του οικισμού και την έκαμε σημαντική για τη ζωή των ανθρώπων.

     Στους σημερινούς καιρούς, η πλατεία έχει αποστερηθεί των δυνατοτήτων της, απόσχει των προσφορών της. Όπως είναι ευνόητο, τούτο συνέβη επειδή ο άνθρωπος, ως ρυθμιστής του χώρου του και των καταστάσεων που τον αφορούν, αποστασιοποιήθηκε από τα πεδία όπου παλαιότερα διοχέτευε την ενέργειά του κι εκεί δημιουργούσε, περιοριζόμενος στη μονήρη, μονότονη κι αλγούσα ζωή στο άστυ, όπου το σαστικό άχθος και ο ίσκιος του γλυκασμού, με την απόλαυση των υλικών αγαθών, «νομιμοποιεί» την απάθεια, την άφεση, τη μακαριότητα, την αφέλεια· όλα δικαιολογημένα στη βυθία πλάνη της ευδαιμονίας, της έγνοιας και του μόχθου για την απόλαυση των προσφορών του πυρετού, που ανάπτυξη τη λέμε.

     Η πλατεία έτσι, κατέστη ανύπαρκτη, χώρος να τον περνάς, να τον διασχίζεις για τους μικρούς προορισμούς σου. Ποιος ο ρόλος της ως τέτοιας για τον αστό, ποια η αποστολή της; Αισθητικά περιορίζεται πια η προσφορά της –στην περίπτωση βέβαια που έστω κι αυτός ο προορισμός συνειδητοποιηθεί κι επιχειρηθεί–, με το οικονομικό κριτήριο να παρεισφύει και να διαλύει –με τα καφέ-αναψυκτήρια που την πολιορκούν!–, παρά οικολογικά, παρά κοινωνικά, παρά πολιτιστικά λογίζεται. Γι’ αυτό και προτάσσεται ο «στολισμός της», καθώς και η ανάπτυξη δραστηριοτήτων ξένων με τον προορισμό της. Μια τέτοια πλατεία, ουτιδανή για τον χώρο, μα σημαντική για τους βεβαρημένους ανθρώπους που τον κυριεύουν –λόγω ακριβώς της πρόταξης του οικονομικού-επιχειρηματικού παράγοντα στη χρήση της–, καθίσταται κενή, άδεια, αποτελεί οπή στην πόλη. Ως μη τόπος, δέχεται χωρίς ν’ αφομοιώνει, καθότι η χρήση της είναι το ζητούμενο κι όχι η παραγωγή/δημιουργία σε αυτήν.

     Μπρος στ’ αδιέξοδα των καιρών, σ’ ότι αφορά στην ανάδειξη κι ορθή διαχείριση του ελεύθερου χώρου, η αναβίωση των αστικών πλατειών θα πρέπει να ξαναειδωθεί μέσα από τον επαναπροσδιορισμό τους. Ο λειτουργικός ρόλος τους στη δομή της πόλης, πρέπει να συνειδητοποιηθεί, κάτι που προϋποθέτει να θεωρηθούν οικοσυστημικά. Επίσης, στο γύρισμα των καιρών, και στα πλαίσια της αναθεώρησης/ανανέωσης του δημόσιου βίου στην Ελλάδα, θα πρέπει να ξαναειδωθεί ο κοινωνικός ρόλος των πλατειών, ως κύτταρα παραγωγής σχέσεων, απόψεων, ποιοτήτων (στις οποίες –φυσικά– εντάσσεται και η αναψυχή στην πόλη, η χαλάρωση, η παραγωγική κατανάλωση του ελεύθερου χρόνου), όπως και ο πολιτιστικός τους χαρακτήρας, με την ανάδειξη του τοπικού πολιτισμού και την ένταξή του στον «σύγχρονο» χώρο, ή –ακόμη– με την προβολή στοιχείων που παράγουν/προάγουν γενικότερα πολιτισμό.

    Είναι πραγματικά όμορφο να δημιουργούμε πλατείες-τοπόσημα, οι οποίες εμπερικλείουν το τοπίο και τη φυσιογνωμία της περιοχής κι εμπεριέχουν ή αναδεικνύουν φυσικά, πολιτιστικά, αρχιτεκτονικά στοιχεία του οικείου περιβάλλοντος ή, ακόμη, προσδίδουν μεγαλοσύνη-μεγαλοπρέπεια στο χώρο. Στις περιπτώσεις αυτές, ο χώρος δεν στέκει μόνος μέσα στον περιχώρο, αλλά αποτελεί πηγή, που αναδεικνύει την έννοια της κεντρικότητας με τις πολλές συνισταμένες της. Ο χώρος επικοινωνεί με τα γύρω του και συμπράττουν, παρά το γεγονός ότι φορές παρεμβάλλονται έτερα σύνολα ή αλλότρια στοιχεία, που όμως δεν αποχαλνούν τη δομικότητα της συνέχειας.

     Είναι ακόμη όμορφο όταν φυτεύονται οι πλατείες και συμμετέχουν λειτουργικά κι αισθητικά στην αναβάθμιση της ελληνικής πόλης, αφού το πράσινο απουσιάζει χαρακτηριστικά από αυτήν κι επιζητείται απεγνωσμένα όπου είναι δυνατό να εγκατασταθεί. Διότι ο χώρος πρέπει να γεμίσει, ν’ αποκτήσει ουσία, περιεχόμενο, αλλιώς παράταιρος θάναι, ανοίκειος και περιττός. Απ’ όλα τούτα όμως, ο άνθρωπος δεν πρέπει ν’ απουσιάζει, καθότι ως δημιουργός έχει καθήκον να πράττει, χωρίς να αμελεί και ν’ αποστασιοποιείται από τη δημιουργία.

Φωτ.: Η πλατεία του χωριού με τον χιλιόχρονο πλάτανο: «Πλατεία Αγίας Παρασκευής» στην Τσαγκαράδα Πηλίου.

     Από την άλλη πλευρά, η πλατεία του χωριού κρατεί, …όσο κρατεί το χωριό. Εφόσον αυτό στέκει, με τη δομή και τη λειτουργία του παρελθόντος –ας το προσδιορίσουμε με την έννοια του παραδοσιακού– και δεν έχει μετατραπεί σε προάστιο, σε μικρή πόλη ή σε παραθεριστικό οικισμό, εφόσον οι άνθρωποί του ζουν κι όχι απλά υπάρχουν, τότε η πλατεία με τον πλάτανο και τον καφενέ θ’ αποτελεί το κέντρο ζωής του τόπου, θ’ αποτελεί σύμβολο, εν αρχέτυπο αξιών που προσδιορίζουν το γίγνεσθαι στο φάσμα του μικρού οικιστικού χώρου.

     Το ζήτημα, έτσι, ανάγεται στο να διατηρηθεί η ζωή στο μικρό τόπο, χωρίς αυτός να περιπέσει στην «ανυπαρξία» της ανάπτυξης. Ο σεβασμός στο δημιούργημα και στην πρεσβύτερη οργάνωση του χώρου, με την εύρεση της χρυσής τομής μεταξύ της εγκατάλειψης και της διατήρησης, μεταξύ της ανατροπής και της συνέχισης, θα καθορίσει το μέλλον της συμπαθούς κι ατόφια ελληνικής πλατείας του πλατάνου.

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου, Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου

Πηγή:  www.greekarchitects.gr

<<< Α΄ Μέρος

Σημειώσεις

(23) Έχει επικρατήσει η χρήση του όρου συστημικός (λόγιο ενδογενές δάνειο από την αγγλική λέξη systemic) για τις περιπτώσεις που η κατασημαινόμενη έννοια είναι οντότητα, ιδιότητα, χαρακτηριστικό κ.τ.λ., κι αφορά σύστημα/συστήματα, ανήκει σε σύστημα/συστήματα κ.ο.κ. Ενώ, χρησιμοποιείται ο όρος συστηματικός (που είναι ελληνική λέξη και η αντίστοιχη αγγλική είναι systematic) για οντότητες που γίνονται με σύστημα, με μέθοδο κ.τ.λ. (βλέπε σχετικά: www.lexilogia.gr, στο μέρος που αναφέρεται στην απόφαση των ομάδων MOTO & TE48/0E1, οι οποίες, στα πλαίσια του οροδοτικού τους έργου, κατέληξαν στην ανωτέρω χρήση των όρων). Σημειώνεται πάντως ότι, ακόμη και σήμερα, σε πολλά σύγχρονα ελληνικά λεξικά παραλείπεται η καταγραφή της λέξης συστημικός, ενώ αντίθετα καταγράφεται η λέξη συστηματικός. Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, προσήκει εν προκειμένω η έννοια «οικοσυστημική θεώρηση (της αστικής πλατείας)», καθότι δηλούται ιδιότητα-χαρακτηριστικό του συστήματος.

(24) Το οικοσύστημα (όρος των αγγλοσαξωνικών χωρών, που έχει καθιερωθεί από το έτος 1935, παρά το γεγονός ότι για την Ευρώπη είχε προταθεί –ήδη από τη δεκαετία του ’60– ο όρος βιογεωκοινότητα, ως πιο δόκιμος), αποτελείται από τη βιοκοινότητα (φυτοκοινότητα και ζωοκοινότητα) και το βιότοπο (ή βιοχώρο). Το σύνολο των φυτικών και ζωικών οργανισμών της οικοσυστηματικής μονάδας συγκροτούν αντίστοιχα τη φυτοκοινότητα και τη ζωοκοινότητα, ενώ το κλιματικό και εδαφικό περιβάλλον όπου η βιοκοινότητα υφίσταται, συγκροτεί το βιότοπο.

(25) Η οριοθέτηση οικοσυστημάτων, με βάση τα προσωπικά κριτήρια του θεωρού, αποτελεί θα λέγαμε ενέργεια αυθαίρετη, που όμως αποτελεί δικαίωμα του αυθαιρετούχου!

(26) Στις περιπτώσεις των αστικών οικοσυστημάτων, ορθότερο θα ήταν να συμπεριληφθεί στη βιοκοινότητα και η ανθρωποκοινότητα (μαζί με τη φυτοκοινότητα και τη ζωοκοινότητα), αφού ο άνθρωπος διαβιεί στις συγκεκριμένες επιφάνειες αποτελώντας τον βασικό και καθοριστικό κρίκο στην αλυσίδα της συγκροτημένης εκεί ζωής.

(27) Υπάρχει εν προκειμένω εμφανής ανισορροπία στο σύστημα, με σημαντική δαπάνη ενέργειας έναντι της προσφερθείσας, μ’ αποτέλεσμα αυτό να τελεί υπό καθεστώς συνεχούς υποβάθμισης.

(28) Πιο δόκιμος, θεωρώ, ότι είναι ο όρος οικολογία του χώρου. Ο Δημήτρης Φατούρος αναφέρει συγκεκριμένα: «…σε διαφορετικούς τόπους και συνθήκες, παλαιότεροι και νεώτεροι δημιουργικοί συνθέτες, ακόμα όταν και οι ίδιοι μπορεί να μην το έχουν τονίσει, ακόμα και όταν οι συζητήσεις είναι ασαφείς και “σιωπηλές”, μιλάνε για ένα σύνολο από παράγοντες του χώρου, για τη συνέργεια της αρχιτεκτονικής στη συνάντηση με τον άλλο και για τη σχέση με τη φύση και το περιβάλλον, όχι γραφικά ή ρομαντικά ή τεχνικά, αλλά ως στοιχείο ενεργό, ας το ονομάσω ως μια “βιολογία του χώρου”» (Φατούρου Δ., «Ίχνος χρόνου. Αφηγήσεις για τη νεώτερη ελληνική αρχιτεκτονική», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σελ. 19).

(29) Η περιφέρεια της οικόπολης συνθέτεται από αγροτικές καλλιέργειες (για την τροφοδοσία με αγροτικά προϊόντα της πόλης) και περιαστικά δάση, ενώ στο εσωτερικό της η ιδιωτική χλωρίδα (κήποι-αυλές, ταρατσόκηποι, λουλουδιασμένα μπαλκόνια, προκήπια κ.ά.) και η κοινόχρηστη (πάρκα, άλση, φυτεμένες πλατείες κ.ά.) είναι πλούσια. Επιπλέον, στην οικόπολη χρησιμοποιούνται κατά κανόνα τα μέσα μαζικής μεταφοράς –που είναι φιλικά προς το περιβάλλον–, απαγορεύονται τα Ι.Χ. αυτοκίνητα στον κεντρικό ιστό της πόλης, υπάρχει εκτεταμένο δίκτυο πεζοδρόμων και ποδηλατοδρόμων, εφαρμόζεται σε όλο το εύρος της η ανακύκλωση (στα οικιακά λύματα, στα οικιακά απορρίμματα, στα υλικά χρήσης που δύνανται ν’ ανακυκλωθούν κ.ά.), απουσιάζουν τα κλιματιστικά μηχανήματα, χρησιμοποιούνται ευρύτατα οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα κτίρια δεν είναι ενεργοβόρα κ.λπ.

(30) Η πρώτη οικόπολη του πλανήτη ονομάζεται Dongtan και βρίσκεται στο νησί Chongming, έξω από τη Σαγκάη της Κίνας. Καλύπτει έκταση 86 τετραγωνικών χιλιομέτρων και υπολογίζεται ότι μέχρι το έτος 2040 θα έχει 500.000 κατοίκους. Επίσης, στην Ισπανία έχει προγραμματισθεί να οικοδομηθεί μια άλλη οικόπολη, η Sociopolis, κοντά στη Βαλένθια. Ενώ, προγράμματα ανάπλασης μεγαλουπόλεων σε διάφορες χώρες του κόσμου, κατά το πρότυπο της οικόπολης, έχουν σχεδιασθεί και πολλά υλοποιούνται. Κάτι όμως που διαφεύγει της προσοχής των μελετητών του χώρου είναι ότι η πρώτη οικόπολη στην Ελλάδα –ή καλύτερα, ο πρώτος οικισμός με οικολογικά πρότυπα διαχείρισης–, κατασκευάστηκε από τον πρωτοπόρο Έλληνα πολεοδόμο Κωνσταντίνο Δοξιάδη στο Πόρτο Ράφτη το έτος 1973 και ονομάστηκε Απολλώνιο. Ήταν ένας αυθεντικός ελληνικός οικισμός, με σπίτια και φυτά προσαρμοσμένα στο αττικό περιβάλλον και τοπίο. Αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούσαν εντός του οικισμού, η κάθε οικία είχε δικό της μεγάλο κήπο, το κοινόχρηστο πράσινο ήταν άφθονο κι ελληνικό, ενώ έμφαση δόθηκε στους χώρους κοινωνικής επαφής και διασκέδασης (εστιατόριο, ταβέρνα, αναψυκτήριο, θερινό κινηματογράφο και πισίνα), που ήταν ιδιοκτησίας της κοινότητας, καθώς επίσης και στις πολιτιστικές εγκαταστάσεις (δημιουργήθηκε μεγάλο κτιριακό συγκρότημα για συμπόσια και μικρό θέατρο αρχαίου τύπου). Επίσης, υπήρχε κεντρική εγκατάσταση βιολογικού καθαρισμού και το νερό των αποχετεύσεων, μετά τον καθαρισμό του, επαναδιανέμονταν για πότισμα, ενώ από κεντρική αντένα στην κορυφή του λόφου, παρέχονταν τηλεοπτικό σήμα καλωδιακά σε κάθε οικία, αποτρέποντας έτσι την αισθητική υποβάθμιση του οικισμού, με την ύπαρξη πολλών κεραιών.

(31) Τη φύση αυτή, αλί!, εμείς οι κακοί Έλληνες την εξαφανίζουμε. Πού πήγαν, για παράδειγμα, τα ιστορικά ποτάμια της Αθήνας (ο Ιλισός, ο Κηφισός, ο Ηριδανός); «Τι εκάνατε τον Ιλισό και τον Κηφισό, τα δύο αγιάσματά μου; Εβάλατε μέσα τους τους υπονόμους σας, ερίξατε τα νερά των εργοστασίων σας», αναφωνούσε ο χαρισματικός καθηγητής Δημήτρης Πικιώνης το 1954 (κείμενο «Γαίας Ατίμωσις», από τον τόμο «Κείμενα», έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000). Πού χάθηκαν οι λόφοι της, που με το απαλό περίγραμμά τους καθόριζαν τις φυσικές οριογραμμές και τα φυσικά ύψη κι αναδείκνυαν τον ορίζοντα; Σε άλλες περιπτώσεις, που δε σβήσαμε τη φύση αυτή, την κρύψαμε! Πίσω από υπερμεγέθη κτίρια κι ανοίκειες κατασκευές, από θηριώδεις λεωφόρους και κλειστούς ορίζοντες. Τη ψάχνουμε πια, μα δύσκολα τη βρίσκουμε. Τη γύρω από την πόλη φύση, επίσης δεν τη βλέπουμε. Πίσω από το μπετόν, το γυαλί και την άσφαλτο, δύσκολα τη διακρίνουμε. Μακρινή, πολύ μακρινή την κάναμε και σε κυριακάτικες εξόδους συνήθως τη θυμόμαστε.

(32) Το αστικό μικροκλίμα μπορεί να εννοηθεί είτε σε επίπεδο πόλης, είτε σε επίπεδο συνοικίας, είτε σε επίπεδο περιφέρειας κοινόχρηστου χώρου. Σε κάθε περίπτωση, οι κλιματικοί παράγοντες σε τοπικό ή υπερτοπικό επίπεδο (της υγρασίας, της θερμοκρασίας, των ανέμων, των βροχοπτώσεων κ.ά.) καθορίζουν την κατάστασή του, η οποία συναρτάται από τα στοιχεία του χώρου και την εν γένει παρουσία τους (επικράτηση σκληρών ή φυσικών-γήινων υλικών, σκιάσεις προερχόμενες από κτίρια ή από δένδρα, αναλογία πρασίνου με μπετόν-άσφαλτο κ.ά.)

(33) Το «αχ» δηλοί την απόγνωση του αστού στις σύγχρονες, αβίωτες μητροπόλεις, κάτι, που σε σύγκριση με το παρελθόν, αποτελεί νεογενή κατάσταση. Ο αστός παλαιά αισθανόταν τον κοινόχρηστο χώρο ως μέρος του οίκου του και τον απολάμβανε ως αυλή, ως προαύλιο, ως γειτονιά. Η οικειότητα αυτή με το χώρο έχει χαθεί από τον νεοαστό, ο οποίος πλέον ασθμένως διεκδικεί θέση στην κοινοχρησία για ν’ ανασάνει.

 (34) Αναφερόμαστε στην κάθε ανά την Ελλάδα μητρόπολη (κεντρική πόλη μιας περιοχής), που ακολούθησε το πρότυπο της Αθήνας «στο μεγάλωμά της».

(35) Ιστορικά, η πρώτη στην Ελλάδα υπόγεια κατασκευή κάτω από κοινόχρηστο αστικό χώρο, πραγματοποιήθηκε το 1928, με τη θεμελίωση του υπόγειου σταθμού του ΗΣΑΠ στην πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα. Ακολούθησαν αργότερα κι άλλες κατασκευές, κυρίως υπόγειων πάρκινγκ, όπως στην Κλαυθμώνος, στην Εθνικής Αντιστάσεως κ.ά. (σ’ ότι αφορά στην πρωτεύουσα), ενώ στις μέρες μας οι κοινόχρηστοι χώροι παραδίδονται στις υπόγειες κατασκευές του ΜΕΤΡΟ (σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη), με την κατασκευή υπό αυτών σταθμών εξυπηρέτησης των συρμών.

(36) Η αταξία των περισσότερων ελληνικών μητροπόλεων, είναι χαρακτηριστική και δεν έχει να κάμει με το μέγεθός τους. Το κυκλοφοριακό χάος για παράδειγμα, της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας, του Βόλου ή των Σερρών, δεν προσδιορίζεται ποσοτικά, είναι χάος!

(37) Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, των «σκληρών πλατειών», επιχειρείται να διασκεδαστεί η έλλειψη πρασίνου με φύτευση χλοοτάπητα (γκαζόν) σε παρτέρια, που δεν απαιτεί βάθη εδαφών για ν’ αναπτυχθεί, ή με τοποθέτηση ζαρντινιέρων με ανθοφόρα φυτά ή μικρούς θάμνους.

(38) Διακρίνουμε το συμβολισμό της παρουσίας του πλατάνου ως κυρίαρχου στοιχείου στο συγκεκριμένο χώρο, αφού τον δηλοποιεί ως κέντρου της ζωής, προφανώς λόγω της μακροζωίας του, αλλά και της δυνατότητάς του ν’ «αγκαλιάζει» με τη μεγάλη κόμη του τον «μικρό κόσμο, τον μέγα» των ανθρώπων του χωριού!

(39) Τον συγκεκριμένο τύπο πλατείας, που χαρακτήρισε δομικά/λειτουργικά οικισμούς της χώρας και τοπιακά περιοχές της, τον συναντούμε κατά κανόνα σε κάθε χωριό ή μικρό οικισμό, είτε αυτός βρίσκεται στο βουνό, είτε στην πεδιάδα, είτε στην παραλία. Είναι, συνεπώς, κάτι περισσότερο από απλό σκηνικό τούτη η παρουσία, αφού έχει να κάμει με την ιδιοσυγκρασία και, εντέλει, με την ψυχή του Έλληνα της υπαίθρου, ο οποίος –προφανώς από εσωτερική ανάγκη–, ίδια λειτούργησε σε κάθε περιοχή της χώρας, παρά το γεγονός ότι οι περιοχές απείχαν μεταξύ τους και δύσκολα επικοινωνούσαν.

(40) Είναι μια προσομοίωση της φύσης, η μεταφορά τούτη, του πλατάνου με την πηγή στον οικισμό, από τον απλό Έλληνα, τον χωρικό, ο οποίος έφερε το έξω, της φύσης το δημιούργημα, στο χώρο του και το ενέταξε λειτουργικά στον κόσμο του. Τόσο απλά, μα τόσο δημιουργικά, από τον απλό-απλότατο Έλληνα, έγινε τούτο το όμορφο πράμα… Σε αντίθεση βέβαια με τον σύγχρονο Έλληνα, που επιζητεί στην πολυπλοκότητα, στο πολυσύνθετο, τις λύσεις… («…γινήκαμε, ως σύγχρονοι, σύνθετοι, έχουμε πάψει να είμαστε απλοέλληνες», έλεγε πικρά και δηκτικά ο “σοφός” λογοτέχνης Γιάννης Σκαρίμπας).

(41) Ας δεχθούμε την εικόνα αυτή, της μπάντας του δήμου στην πλατεία, ως ισχύουσα στην περίπτωσή μας, καθότι οικεία ήταν στην ελληνική πόλη παλαιότερα. Ιδού μια περιγραφή από τον Γάλλο αρχαιολόγο-περιηγητή Γκαστόν Ντεσάν (αναφέρεται στο δεύτερο μισό της δεκατίας του 1880): «Στα τραπεζάκια της πλατείας Συντάγματος ο κόσμος πίνει καφέδες, παγωτά, λεμονάδες ή καπνίζει ναργιλέδες. Τα γκαρσόνια, που τα φωνάζουν απ’ όλες τις μεριές, πάνε από τραπέζι σε τραπέζι χωρίς μεγάλη βιασύνη, απασχολημένα και ελαφρά ειρωνικά. Υπαίθριες ορχήστες παίζουν γερμανικούς χορούς ή γαλλικές οπερέτες. Και πάντοτε οι αδύνατες φωνές των μικρών εφημεριδοπωλών: Παλιγγενεσία! Παλιγγενεσία!» (Deschamps Gaston, «Η Ελλάδα σήμερα», μετάφραση: Α. Δαούτη, πρόλογος-σχόλια: Α. Νικολοπούλου, εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1992, σελ. 82)

(42) Η δραστηριότητα στην πλατεία, λάμβανε χώρα στα πλαίσια ενός τυπικού, που υποχρέωνε τους ανθρώπους να το ασκούν για να κοινωνούν −γεγονός που καταντούσε καταδυνάστευση〮από απόλαυση που θάπρεπε νάναι! Το βλέπουμε αυτό στο διάλογο των δύο κατωτέρω κρατικών υπαλλήλων (του πρωτοδίκη και του αρχαιολόγου) στο διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Το αθάνατο πουλί»: «Μας μετέθεσαν από κατσάβραχα και πηγαίνομε σε άλλα κατσάβραχα. Υπηρετήσαμε αλλού, θα υπηρετήσουμε κ’ εδώ. Θα βλέπωμε κ’ εδώ ό,τι βλέπαμε στις άλλες επαρχίες −τον περίπατο της Κυριακής στην πλατεία» (από τη συλλογή «Διηγήματα», 1927).

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , ,

3 replies

Trackbacks

  1. ΣΙΩΠΗΛΕΣ ΠΛΑΤΕΙΕΣ (Α΄) του Αντώνιου Β. Καπετάνιου | Δασαρχείο
  2. Το “πρότυπο” πανεπιστημιακό χωριό στο Περτούλι καταρρέει… | Δασαρχείο
  3. ΝΑ ΚΑΕΙ Η ΔΑΣΙΚΗ ΜΑΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ; του Αντώνιου Β. Καπετάνιου | Δασαρχείο

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: