Advertisements

Η Ελληνική φύση των Φρυγάνων (της ευωδιάς και του ανθού…)

Ενόψει της σημασίας που αποδίδεται στα φρυγανικά οικοσυστήματα στο σχέδιο Εθνικής Στρατηγικής για τη Βιοποικιλότητα του ΥΠΕΚΑ (σελ. 35), που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση τις προηγούμενες ημέρες, επαναδημοσιεύουμε το δοκίμιό «Η ελληνική φύση των φρυγάνων (της ευωδιάς και του ανθού…)», για να καταδείξουμε την αντιμετώπιση της πολιτείας ως προς την προστασία των φρυγάνων, τα οποία δεν αξιολογεί και δεν προστατεύει, αν και τα θεωρεί σημαντικά.

Η Ελληνική φύση των Φρυγάνων (της ευωδιάς και του ανθού…)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Ω ιλαρότης ουρανού! Ω θέλγητρα! Ω κάλλη!
Τίς γης ως η ελληνική; Πού φύσις αλλού θάλλει,
τόσον ωραία και τερπνή;
Γονιμωτέρας ήλιος ακτίνας πού εκχύνει;
Πού μάλλον γοητευτική διά νυκτός σελήνη,
εις τους αιθέρας αγρυπνεί;»

(«Αι Κυκλάδες», Ι. Δ. Καρατσούτσας, εν Αθήναις 1841).

Η εντύπωση του Γάλλου συγγραφέα Αντρέ Μπιγύ, όταν πρωτοήλθε στη χώρα μας το έτος 1937 με πλοίο, δίδει νομίζουμε με απλό τρόπο αυτό που με τις αισθήσεις θα πει Ελλάδα. Ο παρατιθέμενος διάλογος του συγγραφέα μ’ έναν συνταξιδιώτη του, είναι χαρακτηριστικός:

«     …

– Τι είναι, που είμαστε;
– Στον Ισθμό της Κορίνθου.
– Μα αυτή η μυρωδιά, αυτό το άρωμα των χόρτων που μυρίζουν τερέβινθο και θυμάρι;
– Η μυρωδιά της Ελλάδας.

Όχι, δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το βράδυ, όπου η παρουσία της Ελλάδας γινόταν αισθητή αποκλειστικά και μόνο από το άρωμά της!» («La Grece», Arthaud, 1937).

1

Φωτ.: Η θαυμαστή «χαμηλή φυτεία» της Ελλάδας καλοσωρίζει τον επισκέπτη στη χώρα μας, με τις ευωδιές και τα χρώματά της. Τοπίο Σίφνου (από επιστολικό δελτάριο της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, έτος 2006)

“ΚΛΑΣΙΚΗ” ΦΥΣΗ

Αρκετά νωρίτερα από τον Μπιγύ, το 1890, ο επίσης Γάλλος αρχαιολόγος – περιηγητής Γκαστόν Ντεσάν, είχε αναφερθεί με δέος στην «ακτινοβολούσα, αρωματική ξεραΐλα» της Ελλάδας, για να εμβαθύνει στη συνέχεια περισσότερο: «Παντού μια ξεραΐλα που ακτινοβολεί, αρωματική και θαυμάσια. Τα πάντα κολυμπούν μέσα στη διαφάνεια. (…) Αυτά τα χρώματα και οι γραμμές διεισδύουν πολύ ζωηρά στο πνεύμα, ριζώνουν με πολύ επιτακτικό και απότομο τρόπο. Αυτός ο καταιγισμός είναι πολύ δυνατός για την όρασή μας, τη συνηθισμένη στις μαλακές γραμμές και τη ρευστή γοητεία της γενέθλιας γης» (Deschamps G., «Η Ελλάδα σήμερα», μετάφραση: Α. Δαούτη, πρόλογος – σχόλια: Α. Νικολοπούλου, εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1992, σελ. 79-80).

Τα φρύγανα έτσι, και οι ελληνικοί θάμνοι, με τo άρωμά τους προϋπαντούν τον επισκέπτη στη χώρα μας, τον καλωσορίζουν και του διαμορφώνουν την πρώτη εντύπωση, που είναι καθοριστική! Είναι η λιτή, απέρριτη φύση, η ανείδωτη από τις αγύμναστες, τις λίθινες, τις βιαστικές ματιές, που δαψιλώς στέκει σε τόπους απόρρωγους, ασκητικούς. Εκεί, που ίλεως ζητεί η ζωή και νήχεται παραδαρμένη, μια ανέλπιστος επικουρία τής παραστέκει: η θάλλουσα βλάστη της εσχατιάς, η ανθοπλόκαμος, η μυριστική, του μικραγκαθιού, της αγκαλίδας, της τριβολικής γης, εν κοντοστύλι στην ασωτία του θυσιασμού, μια τολμητία, ένας άθλος, μια κραταγή πριν τη σιωπή, πριν τη φρίξη, πριν την αοριστία -ιδού τα φρύγανα…

Ο Αντριέν Προυστ (πατέρας του συγγραφέα Μαρσέλ Προυστ -συγγραφέας και ο ίδιος) χαρακτήριζε την ελληνική γη των βράχων, όπου τα φρύγανα και οι θάμνοι τη χαρακτηρίζουν, ως κλασική (από άρθρο του με τον τίτλο «Χειμερινή διατριβή εν Αθήναις», περιοδικό «Χρυσαλλίς», φυλλάδιον 1ο, 1η Ιανουαρίου 1863). Ο Κ. Ν. Κωνσταντινίδης επίσης, αναφερόταν το 1904 στα κοσμήματα (έτσι τ’ αποκαλούσε) του μικρού νησιού Άγιος Γεώργιος, πλησίον της Σαλαμίνας, που δεν ήταν άλλα από τους «μυρωμένους, δροσερούς θάμνους του και το πτωχόν ερημοκκλήσιόν του» (από άρθρο του με τον τίτλο «Σαλαμίς», περιοδικό «Νέα Ζωή», έτος Α’, αριθ. 1, Αλεξάνδρεια Αιγύπτου Σεπτέμβριος 1904). Ο δε Μανώλης Γλέζος, ο φιλόσοφος του Αιγαίου, δεν υπερβάλλει με την περιγραφή που δίνει για την απλή, απλότατη ομορφιά της κυκλαδίτικης φύσης: «Πιο πάνω ακόμα η ζώνη με τις αρωματικές μυρουδιές. Ο ήλιος ξύπνησε τα λούλουδα, τα πούλουδα και τ’ άθια της ξηρόφυτης ποώδους βλάστησης, και η αίσθηση της όσφρησης ηδονίζονταν από την ευωδιά του θυμαριού, του θρούμπου, του φασκόμηλου, της ρίγανης. Γιόμιζε όλο το είναι μας από την ποικιλία των οσμών. Απολαμβάναμε και χαιρόμαστε ολόψυχα την οσφραντική ευδία που ανάδινε ο φυτικός τάπητας με τα μυριαρίφνητα άνθια. Το αυγινό φως χάριζε στην όρασή μας ένα υπέροχο θέαμα μέσα σε μια φανταστική πανδαισία χρωμάτων. Το πράσινο και το καφετί από τις αστοιβές, τις γαλατσίδες, τα κρίταμα, τα ρείκια, τα αστραγγούρια, τους φλόμους, ανακατεύονταν με τα χρώματα του εξαλλοιωμένου μανδύα των ασβεστολιθικών πετρωμάτων και από τα γαιώδη υλικά μιας έντονης καρστοποίησης και των προϊόντων λατεριτίωσης, από τα καρστικά έγκοιλα, που παρουσιάζονται μόνο στις βορεινές πλαγιές του βράχου. Τα κίτρινα λουλουδάκια στα ανθισμένα χινοπόδια και στους ασμπαλήρους προσδίνουν έναν άλλο τόνο στο χρωματικό τάπητα της αναφιώτικης χλωρίδας. Συνεπαρμένοι από τον εκρηκτικό αυτό συναγερμό των αισθήσεων, προχωρούσαμε» (Γλέζου Μ., «Η συνείδηση της πετραίας γης. Κυκλαδογραφίες», εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 1997, σελ. 37).

Είναι χαρακτηριστικά τέλος, τα λόγια του Ζαχαρία Παπαντωνίου, για τη «χαμηλή φυτεία της Ελλάδας» (έτσι αποκαλεί τους θάμνους και τα φρύγανά της): «Ελλάδα θα πει θάμνος [η έμφαση δική μας]. Σ’ αυτή τη χαμηλή φυτεία είναι ο χαρακτήρας της γης μας. Αυτές οι κηλίδες της βλάστησης, χυμένες σε μια πλαγιά πλημμυρισμένη από ήλιο, μας δίνουν κατ’ εξοχήν το ελληνικό τοπίο. Κολλημένοι σφιχτά στη γαλάζια και στη ρόδινη πέτρα, κοντοί, σγουροί, δυνατοί, παλεύοντας με τα γιδοπρόβατα, οι θάμνοι έχουν το τραγικό μαζί και το γραφικό, που θα ήταν ανύπαρκτο αν μεγάλωναν. (…) Ο δασικός πλούτος (σημ.: εννοεί τα ψηλά δάση) είν’ αισθητικό δυστύχημα. Η τόση αφθονία σε πνίγει. Δεν είναι ελληνική. (…) Η ψηλή φυτεία (του δάσους) έχει τη μελαγχολία της τέλειας ευτυχίας και της απραξίας!» (από κείμενο με τίτλο «Άγιον Όρος», που περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο «Ταξιδιωτικά», εκδοτικός οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαρόπουλου, Αθήνα 1955, σελ. 307-308).

Στην πεπρωμένη γη λοιπόν, μύχια η ζωή που κραταιώθη κι εγίνη ιδανική. Ιδανική του βράχου, της αδύνατης, λεπτής γης· εν σπιθαμιαίο ανάστημα στη φευγάμενη θαλλερότητα του φυσικού. Το φρύγανο ιδεώθη στο νεκροπαθές, στο διαγραπτικό και ειδώθη ως το ευ που δε δικαιώθηκε -διότι δεν κατανοήθηκε κι αγνοήθηκε. Κλασική η φύση της εσχατιάς γιατί, μοναδική που υψηλώς εστάθη στην κύπτουσα ζωή, γιατί παρεφάνη διαπορητικώς στην κακουχία, αμφισβητώντας τη φθορά. Κλασική, γιατί εγίνη ισχυρή των συνθηκών, χωρίς ασέληνος να φανεί, ουδέ περιαλγής. Ενάντια σε κάθε κανόνα δογματικό, «στόλισε» με ευωδιές, χρώματα κι αισθητικούς σελαγισμούς τη φύση -διά τούτο, ισχυρή των αισθήσεων εγίνη!-, παρέχοντας απλοχερνά μιαν αγκαλιά ζωής κάθε φορά. Δεν εξενίσθη συνεπώς· της φύσης σέμνωμα εγίνη, του ανθρώπου παράστημα εστάθη -έστω κι αν δεν κατανοήθηκε. Κλασική θεωρήθηκε, γιατί από απλότητα, ισορροπία και μέτρο χαρακτηρίσθηκε, από τελειότητα κι αρμονία στο ρόλο της, γιατί δεν πρόδωσε το αντικείμενο, το σκοπό…

frygana Kw

Φωτ.: Μόνη βλάστηση στον απορρώγο βράχο, τα φρύγανα… Τοπίο Κω.

«ΕΚΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΒΛΑΣΤΗΣΗ

Τα φρύγανα είναι «περίεργη» φύση[1]. «Εκκεντρική» την είχε χαρακτηρίσει ο Aμερικανός συγγραφέας Χένρυ Μίλλερ στο έργο του (που αποτελεί ύμνο για την Ελλάδα) «Ο κολοσσός του Μαρουσίου» (εκδ. Γαλαξίας, Αθήνα 1965, σελ. 41). Δε σου «γεμίζουν το μάτι», εύκολα τα προσπερνάς, νιώθοντας ακόμη και δυσφορία με την παρουσία τους. Φυτά δύσκολα στην όψη, «κακά» όταν τα περπατάς (λόγω των αγκαθερών κλάδων τους), «δύστροπα» κι «ανάγωγα» αν προσπαθήσεις να τα παραμερίσεις, ή πολύ περισσότερο να τα ξεριζώσεις. Όλα όμως έχουν τη λογική τους… Τα πάντα γίνηκαν για ένα σκοπό. Τα «κακά» φρύγανα, προστατεύουν τον κακό (εξαιτίας του ανθρώπου) τόπο. Σε απωθούν για να προστατευθούν, γιατί διαφορετικά, εάν σε έλκυαν, ίσως να μην υπήρχαν!

Αλλά…, ας μην ακούμε τους κακοπροαίρετους. Γιατί είναι άσχημα, μη χρειαζούμενα, τα φρύγανα; Μήπως για τον πλούτο των χρωμάτων τους την άνοιξη; Μήπως για τις ευωδιές που ολοθέρμως σκορπούν το καλοκαίρι; Μήπως για το ότι συγκρατούν τη λιγοστή, αδύναμη γη από τα «δόντια» του νερού και του ανέμου; Μήπως γιατί δημιουργούν φύση εκεί, που σε διαφορετική περίπτωση δε θα υπήρχε; Μήπως γιατί κρατούν μακριά την έρημο;[2] Μήπως γιατί παρέχουν βιοποικιλότητα σημαντική; Για τους λόγους αυτούς λοιπόν, είναι πολύτιμα τα φρύγανα. Διότι προσφέρουν, εκεί όπου τ’ άλλα φυτά αδυνατούν…[3]

Τα φρύγανα τα βρίσκουμε στις ξηρές περιοχές της χώρας και μέχρι το υπερθαλάσσιο ύψος των 700 μέτρων, όπου η φωτιά και η βόσκηση (γενικά ο ανθρώπινος παράγοντας) έχουν υποβαθμίσει την προϋπάρχουσα βλάστηση (την υψηλή ή τη χαμηλή) και στη θέση της αναπτύχθηκε η ιδιότυπη τούτη, που απαρτίζεται από μικρούς αραιούς και χαμηλούς θαμνίσκους με χνουδωτά, αγκαθωτά φύλλα, προσαρμοσμένη στη θερινή ξηρασία. Φρύγανα όμως συναντούμε και σε μέρη όπου τα φυσικά οικοσυστήματα επανακάμπτουν, μετά την εγκατάλειψη των εδαφών στα οποία πριν δραστηριοποιούνταν ο άνθρωπος (π.χ., σε εγκαταλελειμμένους αγρούς), αποτελώντας τις πρόδρομες φυτοκοινωνίες στα πλαίσια της εξελικτικής φυσικής διαδικασίας. Γίνεται δεκτό επίσης ότι, φρυγανικά οικοσυστήματα περιοχών της χώρας, λόγω της μακροχρόνιας παρουσίας των φρυγανικών φυτών στο συγκεκριμένο τόπο, συνιστούν αυτοτελή φυτοκοινωνική ένωση (klimax)[4] αποτελώντας ιδιαίτερο οικότοπο. Γενικά τα φρύγανα, με την εν γενεί παρουσία τους σε κάθε περίπτωση, αποτελούν χαρακτηριστική μορφή βλάστησης των μεσογειακών οικοσυστημάτων[5].

Τα φρυγανικά φυτά χαρακτηρίζουν το τοπίο των περισσότερων νησιωτικών περιοχών του αρχιπελάγους[6], και μέρος περιοχών της ηπειρωτικής χώρας, διαμορφώνοντας ένα ελκυστικό περιβάλλον, στο οποίο την άνοιξη κυριαρχούν τα χρώματα -με την άνθηση των φρυγάνων- και το καλοκαίρι οι ευωδιές -αφού, με την επίδραση των υψηλών θερμοκρασιών, απελευθερώνονται αιθέρια έλαια από τα φυτά αυτά.

Δεν αποτελούν «νεκρή φύση», όπως από πολλούς πιστεύεται. Η παρουσία τους στα πλαίσια της διαδοχής, για τη συνέχεια, τη στήριξη και προαγωγή της ζωής, για τη συνέχιση της φυσικής πορείας του τόπου, είναι ουσιαστική και καταλυτική. Τα φρύγανα διαμορφώνουν ενεργά – δυναμικά οικοσυστήματα, με ιδιαίτερους, εξαιρετικής σημασίας μηχανισμούς ανταπόκρισης της βλάστησης στις πολύ δύσκολες για τη ζωή συνθήκες του ξηροθερμικού μεσογειακού περιβάλλοντος. Διαμορφώνουν οικοσυστήματα υψηλής οικολογικής αξίας, με ορισμένη/συγκεκριμένη συμπεριφορά των φυτών και των ζώων στους δύσκολους και οριακούς κλιματικούς κι εδαφικούς παράγοντες αυτών των περιβαλλόντων, στα οποία οι ισορροπίες είναι τόσο λεπτές, που η όποια διαταραχή μπορεί να οδηγήσει σε κατάρρευση. Με κατάλληλους μάλιστα και προσεκτικούς χειρισμούς, όπως με τη δημιουργία νησίδων δενδρώδους βλάστησης (η οποία θα προϋπήρχε στην περιοχή κι εξαφανίσθηκε με τη διατάραξη) σε πυκνά φρύγανα[7], μπορεί ν’ επιτευχθεί αύξηση της ποικιλότητας των οικοτόπων και άρα της βιοποικιλότητας, δείχνοντας έτσι τη μεγάλη αξία των φρυγάνων στην αναβάθμιση των οικοτόπων αυτών.

Η βιοποικιλότητα των συγκεκριμένων οικοσυστημάτων είναι εξόχως σημαντική. Αρκεί ν’ αναφερθεί ότι, από τα 6.000 περίπου είδη ανώτερων φυτών του ελληνικού χώρου, πάνω από 5.500 είδη είναι θαμνόμορφα και κυρίως ποώδη, τα περισσότερα από τα οποία απαντώνταιι σε υποβαθμισμένα μεσογειακά οικοσυστήματα. Ο μεγάλος, δηλαδή, πλούτος της χλωρίδας μας συναντάται εκεί που δε βλέπεται! Λέγει διά τούτο ο E. O Wilson (καθηγητής στα πανεπιστήμια των Pellegrino και Χάρβαρντ): «Η ακριβής αντίληψη της άγριας φύσης είναι θέμα κλίμακας. Ακόμη και σε αλλοιωμένα περιβάλλοντα, όπου τα περισσότερα ιθαγενή φυτά και σπονδυλωτά έχουν εξαφανιστεί προ πολλού, τα βακτήρια, τα πρωτόζωα και τα μικροσκοπικά σπονδυλωτά διατηρούν ακόμη το αρχαίο υπόστρωμα. Η μικρο-άγρια φύση είναι πιο προσιτή από την κοινώς εννοούμενη άγρια φύση. (…) Ένα και μόνο δένδρο σε πάρκο της πόλης, το οποίο στεγάζει χιλιάδες είδη, αποτελεί πλήρες νησί, με μικρογραφίες βουνών, κοιλάδων, λιμνών και υπόγειων σπηλαίων. Οι επιστήμονες μόλις έχουν αρχίσει να εξερευνούν αυτές τις μινιατούρες κόσμων» (Wilson E., «Το μέλλον της ζωής», τίτλος πρωτοτύπου: The Future of Life, μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος, επιστημονική επιμέλεια: Σπύρος Σφενδουράκης, εκδ. Σύναλμα, Αθήνα 2002, σελ. 232-233).

Τα φρυγανικά συστήματα παρέχουν λειτουργίες (νερού, αντιδιαβρωτικής προστασίας, συμμετοχής στον κύκλο του άνθρακα, παροχής οξυγόνου, παροχής ενδιαιτημάτων στην άγρια πανίδα κ.ά.), υπηρεσίες κι αγαθά[8]. Αναστέλλουν υποβαθμιστικές δράσεις, αποτρέπουν τη δημιουργία ερημικού τοπίου και δημιουργούν πρόδρομες φυτοκοινωνίες για την ανόρθωση του φυσικού περιβάλλοντος που έχει καταστραφεί, συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στη φυσική και βιολογική ισορροπία περιοχών της χώρας. Τελευταίο στάδιο πριν από την ερημοποίηση, φραγμό στην επικράτησή της αποτελούν τα φρύγανα[9]. Θα λέγαμε -αν και δεν είναι κυριολεκτικό- ότι αποτελούν τη ζωή πριν από το θάνατο! Σε τούτο λοιπόν έγκειται η μεγάλη σημασία τους: στο ότι διατηρούν τη ζωή εκεί όπου αυτή δοκιμάζεται, μην αφήνοντας το θάνατο (την έρημο) να επικρατήσει. Η σημαντική τούτη προσφορά τους, δεν έχει εκτιμηθεί από τους σύγχρονους -γι’ αυτό κι απαρέσκονται[10].

gymno topio

Φωτ.: Ελληνική έρημος, μετά το «χάσιμο» και των φρυγάνων… Τοπίο Σιάτιστας.

Ας δούμε όμως πως «στέκονται» τα φρύγανα στο δύσκολο περιβάλλον που τους έλαχε να βρεθούν. Χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι ο εποχιακός διμορφισμός που εμφανίζουν (μικρά ή καθόλου φύλλα το καλοκαίρι και μεγαλύτερα ή νέα το χειμώνα), για τη ρύθμιση της ταχύτητας απώλειας του νερού μέσω της διαπνοής. Ταυτόχρονα, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ενεργοποιούν τους μηχανισμούς εξοικονόμησης νερού που διαθέτουν, με το κλείσιμο των στοματίων τους στις θερμές ώρες της ημέρας. Έτσι αναστέλλεται προσωρινά η διαδικασία της αφομοίωσης, αφού με την άνοδο των θερμοκρασιών αυξάνεται η ένταση της διαπνοής, λόγω του ότι τα εδαφικά αποθέματα είναι χαμηλά. Η εν λόγω διαδικασία οδηγεί σε περιορισμό της αύξησης του φυτού και τούτο είναι σημαντικό, καθότι με τη μεγαλύτερη αύξησή του θα υπήρχαν περισσότερες απαιτήσεις σε νερό και γρήγορη εξάντληση των υδατικών αποθεμάτων (γεγονός που θα οδηγούσε το φυτό σε ξήρανση). Παράλληλα, η ίδια η φρυγανική βλάστηση αυτοπροστατεύεται με την ενεργοποίηση μηχανισμών που αποσκοπούν στον περιορισμό της ανταγωνιστικότητας των άλλων φυτών. Αυτό πραγματοποιείται με την έκλυση εντόνων ευωδιών ή με τη διάχυση στο έδαφος ανασταλτικών ουσιών (φαινόμενο αλληλοπάθειας), κάτι που συντελεί στο μπλοκάρισμα της φύτρωσης των σπόρων ή ακόμη και στη μείωση της αύξησης του ριζικού συστήματος των ανταγωνιστικών φυτών. Επέρχεται έτσι ένα ξεκαθάρισμα, μια φυσική αραίωση των φυτών στο λειτουργικό τους χώρο, γεγονός που σταθεροποιεί το σύστημα. Ταυτόχρονα, αναζητούνται και νέοι χώροι όπου θα φυτρώσουν οι παραγόμενοι σπόροι, με την ενεργοποίηση μηχανισμών διασποράς κι επέκτασής τους.

Ο βιολογικός κύκλος των φρυγάνων, χαρακτηρίζεται από σοφία. Ο σπόρος τους πέφτει στο έδαφος νωρίς το καλοκαίρι, μα φυτρώνει όταν πρέπει, το Νοέμβριο. Τότε δημιουργούνται οι καταλληλότερες συνθήκες γρήγορης αύξησης του φυτού, στη σύντομη υγρή χρονική περίοδο που μεσολαβεί μέχρι την άνοιξη. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, το φρυγανικό φυτό θα κάμει «αγώνα δρόμου» για ν’ αναπτυχθεί όσο περισσότερο γίνεται, διαμορφώνοντας βαθύ ριζικό σύστημα, για ν’ αντεπεξέλθει στις δύσκολες συνθήκες του καλοκαιριού που ακολουθεί.

Αξίζει όμως να προσέξουμε τη συμπεριφορά του φρυγανικού φυτού κατά την πυρκαγιά και μετά απ’ αυτήν, διότι αποτελεί μια σημαντική στιγμή για τη φύση. Το σκληρό περίβλημα προστασίας του σπόρου του φρύγανου, διαρρηγνύεται με τη φωτιά, και με τις πρώτες σταγόνες του νερού της βροχής αρχίζει η διαδικασία της φύτρωσης. Η μεγάλη διασπορά μετά τη φωτιά σπόρων και η γρήγορη φύτρωσή τους, παρέχει άμεση προστασία από τη διάβρωση των τόσο ευάλωτων τούτων εδαφών (η συμπεριφορά των φρυγάνων δείχνει την προσαρμοστικότητά τους μετά την πυρκαγιά, κάτι που είναι πολύ σημαντικό για την προστασία των εδαφών). Η μεγάλη προσφορά των φρυγάνων στον τομέα αυτόν, προκύπτει από το γεγονός ότι καλύπτεται γρήγορα το έδαφος με φυτάρια, που παρέχουν άμεση προστασία από τη διάβρωση, λόγω του εκτεταμένου για το μέγεθός τους και ισχυρού ριζικού συστήματος που διαθέτουν.

Η ΦΥΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΝΝΟΗΘΗ

Όμως η αξία των φρυγάνων, δεν εξαντλείται στον οικολογικό τους ρόλο. Κι αισθητικά πρέπει να τα δούμε, αφού χαρακτηρίζουν τοπιακά περιοχές της χώρας, καθώς και ιστορικά/πολιτισμικά, αφού η παρουσία τους συνδέθηκε με κοινωνίες Ελλήνων, με πολιτισμούς και ιστορικά γεγονότα. Επιπλέον, στηρίζουν τοπικές -μικρής κλίμακας-οικονομίες, με την ανάπτυξη συγκεκριμένης δραστηριότητας στα εδάφη της, που όχι απλώς δεν καταστρέφουν τη φύση αυτή, αλλά αντίθετα την υποστηρίζουν και την ενισχύουν (όπως, για παράδειγμα, η μελισσοκομία). Παραταύτα αγνοούνται, κι αντιμετωπίζονται -περίπου- ως «ζιζάνια»! Ωιμέ, τι μέγα σφάλμα! Η βλάστηση αυτή συνέλληνες, έχει ρόλο ουσιαστικό στην υποστήριξη και λειτουργία φυσικών περιβαλλόντων στις νησιωτικές και λοιπές περιοχές της χώρας μας όπου απαντάται. Υπάρχει για κάποιον ουσιαστικό λόγο, εκεί που προσπαθείτε να την εξαλείψετε για να οριοθετήσετε τα (φερόμενα ως) οικόπεδά σας, για να δημιουργήσετε «καλύτερους» βοσκοτόπους -βλέπετε, ακόμη και τα γίδια δυσφορούν με την παρουσία της κι επιδιώκεται η εξαφάνισή της! Υπάρχει γιατί «στηρίζει» νησιά μας, υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας, και δημιουργεί φύση σε περιβάλλοντα που, σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν έρημοι. Υπάρχει γιατί πρέπει να υπάρχει, χαρακτηρίζοντας τοπία και περιοχές, θυμίζοντας/υποστηρίζοντας πολιτισμούς κι αξίες, δηλοποιώντας με την παρουσία της τη ζωή στους τόπους της στέρησης.

Φανταστείτε, λέει, ο βράχος της εκκλησιάς της Παναγιάς στη Φολέγανδρο, να ήταν γυμνός, ή αντίθετα, κατάφυτος και δενδρώδης!.. Και στις δυο περιπτώσεις, θάχε χάσει το ιδανικό της αισθητικής του, αυτό το ιδιαίτερο που τον χαρακτηρίζει. Η ανεπαίσθητη παρουσία της βλάστησης των φρυγάνων του βράχου, αυτή η ιδέα πρασίνου, η απαραίτητη στα πλαίσια του μέτρου, είναι η πρέπουσα στο λιτό τούτο τοπίο, η μόνη αρμόζουσα. Ιδού η δύναμη της εικόνας, η υψηλή αισθητική της απλότητας, το ξύπνημα των συναισθημάτων: Η άσπρη εκκλησιά στην κορυφή του βράχου δεσπόζει, ενώ το «χαλί» των φρυγανικών φυτών που απλώνεται στα πόδια της, διαμορφώνει τον απαραίτητο συμβολισμό. Η εικόνα εμπλουτίζεται μ’ ευωδιές και χρώματα, που τα φρυγανικά φυτά προσφέρουν. Οι αισθήσεις, ένεκα τούτων, ξυπνούν και καλούνται ν’ ανιχνεύσουν το τοπίο. Μια μυσταγωγία συντελείται…

Ο παρατηρητής, με τον τρόπο αυτόν, μετατρέπεται αίφνης σ’ ερευνητή του χώρου, γίνεται συμμέτοχος, κοινωνός και μύστης. Το σκληρό τοπίο δεν απωθεί· αντίθετα γοητεύει, γίνεται προσιτό και οικείο. Το τοπίο αυτό, σε διαφορετική περίπτωση δε θάχε τη χάρη, την απλότητα, την ευτονία, τη χαρισματική ιδιαιτερότητα, τη δύναμη ταυτόχρονα, που εν προκειμένω έχει, χάρη στα φρύγανα.

Φωτ.: Το «χαλί» των φρυγάνων, με τα χρώματα και τις ευωδιές του, στρωμένο μπρος από την εκκλησιά της Παναγιάς στη Φολέγανδρο.

Φωτ.: Το «χαλί» των φρυγάνων, με τα χρώματα και τις ευωδιές του, στρωμένο μπρος από την εκκλησιά της Παναγιάς στη Φολέγανδρο.

Ο Χένρυ Μίλλερ είχε πει για το τοπίο αυτό (των φρυγάνων), ότι «η γύμνια του είναι μεγαλόπρεπη», ακριβώς γιατί «δεν ασκητεύει, επιβάλλεται με το πάθος του, με την αλήθεια του, με την προσπάθειά του, με το μέγεθος της καλοσύνης του».

Η φρυγανική βλάστηση, μέχρι την ισχύ του Νομοθετικού Διατάγματος 86/1969 προστατεύονταν με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, και τα συγκεκριμένα εδάφη υπαγόταν στα δασικού χαρακτήρα (ως χορτολιβαδικά δασικά εδάφη, καταχωρούνταν στο συγκεκριμένο νομοθέτημα). Μάλιστα, αν πάμε παλαιότερα, κι ειδικότερα στο νόμο ΑΧΝ του 1888, βλέπουμε ότι τα φρύγανα θεωρούνταν δάσος (αφού ερμηνεύτηκε τότε ότι, ως ξυλώδη φυτά είχαν αποστολή ίδια με αυτή του δάσους). Μετά την ισχύ του νόμου 998/1979, τα εδάφη των φρυγάνων θεωρήθηκαν ως μη δασικά κι αποδεσμεύθηκαν από την προστασία της δασικής νομοθεσίας, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να το ορίζει διάταξη του νόμου αυτού, αλλά το καθόρισε γνωμοδότηση του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Γεωργίας -μια πραξικοπηματικού χαρακτήρα κι αντιεπιστημονική γνωμοδότηση, η οποία παρέδωσε τα φρύγανα στην «πυρά» της απαρέσκειας! Με το νόμο 3208/2003, καθώς και με τον νεώτερο 3818/2010, υφίσταται προστασία των ορεινών εδαφών που καλύπτονται από φρύγανα, όταν περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις, ενώ στις λοφώδεις και πεδινές περιοχές της χώρας, τα εδάφη που καλύπτονται από φρύγανα δε θεωρείται ότι συγκροτούν δασικού χαρακτήρα εκτάσεις -αλλά όμως διαχειρίζονται από τη Δασική Υπηρεσία για συγκεκριμένους σκοπούς (για την εξυπηρέτηση χρήσεων που προβλέπονται από τη δασική νομοθεσία, για τη χρήση τους ως βοσκότοπων και για τη δημιουργία νέων δασών)[11].

Τα φρύγανα δηλαδή, των λοφωδών και πεδινών εδαφών της χώρας (τέτοιες περιπτώσεις συναντούμε στα Κυκλαδονήσια, στην ανατολική Πελοπόννησο, στην Κρήτη κ.ά.), δε συνιστούν φύση, αποτελούν -κατά την κρατούσα τεχνοκρατική λογική- «νεκρές γαίες» που διατίθενται για συγκεκριμένο σκοπό[12]. Ο εξυπηρετούμενος σκοπός κάθε φορά είναι αυτός που καθορίζει τη χρήση των εδαφών τους η προστασία των φρυγανικών φυτοκοινωνιών δεν υπολογίζεται, ο οικολογικός ρόλος τους αγνοείται. Αγνοείται εν προκειμένω ότι η εν λόγω βλάστηση διαμορφώνει οικοσυστήματα σημαντικής (σε βαθμό κι αξία) βιοποικιλότητας, πολύτιμα οικοσυστήματα για τις προσφορές τους, που επιζητούν προστασία για να σταθούν και να συνεχίσουν να υπάρχουν[13]Με την αντιμετώπιση αυτή, τα φρυγανικά εδάφη δεν προστατεύονται οικολογικά από δημόσια υπηρεσία, κάτι που αντιβαίνει στη συνταγματική επιταγή για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας (παράγραφος 1 άρθρου 24 του Ελληνικού Συντάγματος). Τα φρυγανικά εδάφη λοιπόν, «δαπανώνται» σύμφωνα με τον προορισμό που σε κάθε περίπτωση τούς ανατίθεται! Τούτο κατά βάσιν ισχύει: οι πολιτικές ηγεσίες από το 1980 και μετά, δεν ήθελαν τα φρύγανα να δεσμεύουν εδάφη, τα οποία θα έπρεπε ελεύθερα να είναι για εκμετάλλευση, για αξιοποίηση -γι’ αυτό και δεν είδαν τα φρύγανα ως φυσικά οικοσυστήματα.

Φωτ.: Η φρυγανώδης νήσος του Πατρόκλου, νότια του Σουνίου, όπως τη φαντάστηκε ο επενδυτής το έτος 2005 (από μακέτα των σχεδίων της επένδυσης, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στο φύλλο της 12ης-6-2005). Κι όμως, η οικολογική σημασία του συγκεκριμένου νησιού είναι πολύ μεγάλη, αφού αποτελεί καταφύγιο μεταναστευτικών πουλιών (το μοναδικό στην περιοχή που δεν το έχει θίξει η ανθρώπινη παρουσία), ενώ στις θαλάσσιες σπηλιές του καταφεύγει η φώκια Monachus monachus. Για το λόγο αυτό, έχει ενταχθεί στις προστατευόμενες περιοχές του Δικτύου Natura 2000. Εάν το οικοσύστημα τούτο θιχτεί, τότε υπάρχει πρόβλημα…

Φωτ.: Η φρυγανώδης νήσος του Πατρόκλου, νότια του Σουνίου, όπως τη φαντάστηκε ο επενδυτής το έτος 2005 (από μακέτα των σχεδίων της επένδυσης, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στο φύλλο της 12ης-6-2005). Κι όμως, η οικολογική σημασία του συγκεκριμένου νησιού είναι πολύ μεγάλη, αφού αποτελεί καταφύγιο μεταναστευτικών πουλιών (το μοναδικό στην περιοχή που δεν το έχει θίξει η ανθρώπινη παρουσία), ενώ στις θαλάσσιες σπηλιές του καταφεύγει η φώκια Monachus monachus. Για το λόγο αυτό, έχει ενταχθεί στις προστατευόμενες περιοχές του Δικτύου Natura 2000. Εάν το οικοσύστημα τούτο θιχτεί, τότε υπάρχει πρόβλημα…

Η προστασία των φρυγάνων σήμερα μπορεί να εννοηθεί στα πλαίσια ένταξης των περιοχών παρουσίας τους σε προστατευόμενη περιοχή, οπότε θα ισχύσουν δεσμεύσεις στη χρήση των εδαφών και στη διαχείριση του χώρου. Το μείζον ζήτημα όμως παραμένει, κι αφορά την προστασία των φρυγανικών συστημάτων μέσα από ένα ειδικό νομοθετικό πλαίσιο, που θα θέτει κανόνες κι αρχές προστασίας και διαχείρισης τους, αναγνωρίζοντας τον οικολογικό τους ρόλο και τη διασύνδεσή τους με το ελληνικό τοπίο, τη φυσιογνωμία και την ιστορία του τόπου[14].

Για την ανάγκη προστασίας των φρυγανικών οικοσυστημάτων, σημειώνει ο καθηγητής του Α.Π.Θ. Νικόλαος Στάμου: «Για τα φρύγανα και φρυγανικά οικοσυστήματα, έχει γίνει δεκτό από μια επιστημονική άποψη, ότι αυτά προέρχονται από το δάσος σε μια μακροχρόνια αρνητικής κατεύθυνσης εξελικτική διαδικασία (υποβάθμιση). Είτε όμως δέχεται κάποιος την άποψη αυτή, είτε την άποψη ότι αυτά συνιστούν αυτοτελή ένωση klimax, τα συστήματα αυτά αποτελούν για τις περιοχές στις οποίες απαντώνται (στις πιο ξηροθερμικές ζώνες, αλλά όχι μόνο, και κυρίως στο νησιώτικο χώρο), αδύναμο έστω αλλά κρίσιμο προστατευτικό μανδύα για την αντιδιαβρωτική προστασία του ελάχιστου απομείναντος εδάφους στις πλαγιές των ξηροθερμικών αυτών περιοχών. Αποτελούν, επίσης, αυτά παράγοντα ενίσχυσης (έστω και μικρής σε σχέση με το δάσος και τους θαμνώνες) των υπογείων αποθεμάτων νερού μέσω της διήθησης. Εκ του γεγονότος αυτού και μόνο, συνεπώς, προκύπτει ανάγκη της αυστηρής προστασίας τους, ως συνέπεια και της συνταγματικής επιταγής για προστασία του φυσικού περιβάλλοντος (άρθρο 24 παρ. 1). Ο ίδιος συμπληρώνει: «Ο αποχαρακτηρισμός δασών-δασικών εκτάσεων, των φρυγάνων και των βοσκοτόπων και η μετάβασή τους σε μη δασικές χρήσεις, οδηγούν ευθέως και μαζικώς σε αλλαγή του τοπίου και σε μείωση της πλούσιας βιοποικιλότητας, που υπάρχει στα εν λόγω οικοσυστήματα» (Στάμου Ν., «Θέσεις και απόψεις σε διατάξεις του σχεδίου νόμου: “Προστασία Δασικών Οικοσυστημάτων, Κατάρτιση Δασολογίου, Ρύθμιση Εμπραγμάτων Δικαιωμάτων επί Δασών και Δασικών εν γένει Εκτάσεων και άλλες Διατάξεις”», Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 11-12).

Η ΕΛΛΑΔΑ …ΤΑ ΠΛΗΓΩΝΕΙ!

Ας δούμε όμως, πώς αντιμετωπίζεται στην πράξη η προστασία των φρυγάνων, μέσα από ένα γεγονός -που καταδεικνύει το κρίσιμο σημείο του προβλήματος: τη σύγκρουση δραστηριοτήτων και οικονομιών στον ίδιο χώρο, με διαφορετική προσφορά και συμπεριφορά η κάθε μία.

Θα μεταφερθούμε στη Λήμνο το έτος 1977. Ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συνεταιρισμού Λήμνου, θορυβημένος από την καταστροφή της φρυγανικής βλάστησης που συντελούνταν στο νησί του, στέλνει επιστολή προς τους αρμόδιους υπηρεσιακούς φορείς στην οποία αναφέρει: «Η καταστροφή της μελισσοκομικής χλωρίδος στη Λήμνο συνεχίζεται με τις φωτιές. Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα, η γη μας θα μοιάζει με σεληνιακό τοπίοΜέχρι τώρα έχουν καεί 50.000 στρέμματα ορεινές περιοχές με θυμάρι. Οι εμπρηστές έχουν κάψει αρχαιολογικούς χώρους, δένδρα, φρύγανα, μελίσσια κ.λπ. (…) Πολλά μέρη που ήταν κατάφυτα από θυμάρι, έχουν μείνει γυμνά. Κάνουμε έκκληση για το συμφέρον των κτηνοτρόφων και μελισσοτρόφων του νησιού, να έλθει ειδικός υπάλληλος, να διαπιστωθεί η πραγματική κατάστασις. Οι εμπρησταί έχουν αποκτεινωθεί και απειλούν να τα κάψουν όλα»[15].

Η απόγνωση του προέδρου δε συγκίνησε, καθώς φαίνεται, την πολιτεία. Γι’ αυτό κι επανήλθε, περίπου δύο χρόνια αργότερα, την 26η-9-1979, με νέα επιστολή: «Λήμνιοι κτηνοτρόφοι, τη ανοχή απασών αρμοδίων Αρχών νομού Λέσβου και Επαρχίας Λήμνου κατακαίουν συνεχώς από ημερών τα ελάχιστα απομείναντα θυμάρια των βουνών της Λήμνου (…) αποστερείται έτσι η γυμνή από δάση Λήμνος τής μοναδικής, έστω και περιοδικής ταύτης βλαστήσεως. (…) Τη στιγμή δε αυτή, που συντάσσεται η διαμαρτυρία, νέες εστίες πυρκαγιάς εκδηλώθηκαν σε πολλά σημεία τού νησιού, χωρίς καμία Αρχή να δείχνει ενδιαφέρον για την κατάσβεσίν των…»

Φωτ.: Οικοδόμηση «νεκρών γαιών» στη Νότια Εύβοια

Φωτ.: Οικοδόμηση «νεκρών γαιών» στη Νότια Εύβοια

Όμως, το πρόβλημα ήταν βαθύτερο. Διότι, οι ίδιες οι υπηρεσίες που είχαν επιφορτιστεί με το καθήκον της προστασίας της βλάστησης και με τη δίωξη των υπευθύνων, φαίνεται πως συμφωνούσαν με τις πρακτικές τους! Με έγγραφό της η αρμόδια νομαρχιακή υπηρεσία της Λέσβου το έτος 1977, είχε πληροφορήσει τους ενδιαφερόμενους και τους συναρμόδιους φορείς τα εξής: «Η καύσις βοσκοτόπων προς βελτίωσίν των, από βιολογικής και οικολογικής απόψεως είναι σωστή, διότι απομακρύνουμε την αστοιβίδα, η οποία, όχι μόνο είναι ανεπιθύμητη, αλλά και δημιουργεί προβλήματα εις τη βόσκησιν των ζώων, πέραν του ότι καταπιέζει την επιθυμητήν βοσκήσιμο βλάστηση. Η αστοιβίδα εξαπλούται, πολλαπλασιαζόμενη, με σπόρους οι οποίοι μετά την καύσιν βοσκοτόπου φυτρώνουν ως οι τρίχες της κεφαλής, διότι εκμεταλλεύονται το γυμνό και απαλλαγμένο παντός ανταγωνισμού έδαφος πρώτο και δεύτερο τη στάχτη που μένει από την καύση, που ενεργεί ως λίπασμα.  (…) Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το πρόβλημα δεν είναι η καύση, αλλά ο χρόνος καύσεως, που κατά γενομένας παρατηρήσεις, δεν πρέπει να γίνεται μετά το τέλος του θέρους, που οι σπόροι της αστοιβίδας έχουν πέσει στο έδαφος και έχουν μεγάλη φυτρωτική ικανότητα, αλλά η καύση να γίνεται κατά την άνοιξη, που οι σπόροι δεν έχουν σχηματισθεί ή ωριμάσει…»

Το Υπουργείο Γεωργίας, παρενέβη στο ζήτημα, παρατηρώντας: «Σχετικά με την καύση βοσκοτόπων για την απομάκρυνση των ζιζανίων από αυτούς, σας πληροφορούμε ότι η εφαρμογή της καύσεως δεν είναι δυνατή βάσει της νομοθεσίας που ισχύει σήμερα. (…) Η βελτίωση που πετυχαίνεται με την καύση είναι πολύ πρόσκαιρη. (…) Η καύση της βλαστήσεως και του ξηροτάπητος που βρίσκεται στο έδαφος, βλάπτει γενικά αυτό, γιατί γίνεται αλόγιστα…» (έγγραφο αριθ. 187780/4246/29-9-1980 Γενικής Δ/νσης Δασών). Όμως, μάταια η παρέμβαση τούτη, όπως και κάθε υπόδειξη, όταν η πολιτεία λειτουργεί σαστικώς και η κοινωνία πάσχει. Διότι το πρόβλημα θα εξακολουθεί να είναι πρόβλημα, εάν δεν ειδωθεί ουσιαστικά, εάν δεν εννοηθεί ο χώρος, εάν δεν κατανοηθεί η αξία της (κάθε) βλάστησης και δε διαχειριστεί προς όφελος του ανθρώπου -όχι το προσωπικό, όχι το συντεχνιακό, αλλά το συλλογικό-., που όφελος της φύσης είναι…

Φωτ.: «Νεκρές γαίες» «αξιοποιούνται» τουριστικά στην «εκρηκτική» δεκαετία του ‘60

Διερωτάστε για το τι τελικά έγινε, τι μέτρα λήφθηκαν, πώς αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα; Αρκεί μια βόλτα στις ερήμους του καιρού μας, στις εκτάσεις της περίπτωσής μας, μα και στις πολλές άλλες ίδιες, για να διαπιστωθεί το ανείπωτο δράμα της ελληνικής φύσης αυτών των περιοχών…

ΤΟ ΘΑΜΑ ΠΟΥ ΛΙΓΟΙ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ…

Η φύση των φρυγάνων, είναι η μεσογειακή φύση, που απογοήτευε τους Ευρωπαίους του βορρά, τους μαθημένους στα πράσινα δασώδη τοπία, και τους έκαμε κλαυθμηρούς για τον «κακό» τόπο! Δεν τους αδικούμε. Δε μπορούσαν να αισθανθούν τη βλάστηση αυτή, να τη νιώσουν, να συνειδητοποιήσουν τον άθλο που επιτεύχθηκε, το θάμα που γίνηκε στη Μεσόγειο: να ζει ο μεσογειακός άνθρωπος σε τόσο αντίξοα για τη ζωή περιβάλλοντα και να τα κάμει όμορφα! Δυσφορεί, έτσι, με το γυμνό τοπίο της Σύρου ο (Γάλλος του βορρά) Ζεράρ Ντε Νερβάλ (η περιήγησή του στο ελληνικό Αρχιπέλαγος πραγματοποιήθηκε το έτος 1843): «…Ω! Μούσες! Ω! Κυβέλη!.. Μα πώς λοιπόν! Ούτε καν ένας θάμνος, κάποιο χαμόδεντρο ή ακόμα-ακόμα μια τούφα από χορτάρι λιγάκι πιο ψηλή, έτσι για να κάνουν μονάχα αισθητή την παρουσία της γειτονικής πηγής!.. Αλίμονο!» (Νερβάλ Ζ. (Gerard de Nerval), «Ταξίδι στην Ανατολή (Voyage en Orient)», εισαγωγή – μετάφραση: Πωλίνα Πεφάνη, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2000, σελ. 63). Ομοίως και ο κόμης Howard George of Carlisle, ο οποίος σημειώνει στο ημερολόγιό του (η αναφορά του αφορά το έτος 1853): «Γενικά δεν είμαι ενθουσιασμένος από την ομορφιά των νησιών του Αιγαίου. έχουν μια τόσο θλιβερή έλλειψη πρασινάδας κι είναι γεμάτα από το σταχτί άγονο βράχο».

Δεν είχαν όμως όλοι την ίδια άποψη. Λέγει για τις Κυκλάδες ο αρχίατρος του βαυαρικού στρατού ΄Ερνστ Άντον Κβίτσμαν (η αναφορά του αφορά στο έτος 1843): «Οι Κυκλάδες είναι μάλλον σκελετοί νησιών. Νεροποντές παράσυραν το χαλαρό χώμα με το σπόρο στα σπλάχνα του και τ’ αδιάκοπα κύματα της θάλασσας δεν άφησαν στα πόδια του φαλακρού βουνού σχεδόν κανένα περιθώριο γόνιμης γης. Κι όμως, αυτά τα σκελετωμένα νησιώτικα σώματα έχουν μια δικιά τους γοητεία: στην αρρενωπή σοβαρότητα των μορφών τους και στα μαγευτικά παιγνίδια των ηλιαχτίδων του νότου που τα πλημμυρίζουν, ανταυγάζει μια εσωτερική πνευματική ζωή, όπως στα αδρά χαρακτηριστικά ενός στοχαστή σε προχωρημένη ηλικία όταν τα παραβάλουμε με την παρθενική μορφή μιας κόρης που βρίσκεται μόλις στο άνθισμά της. Ωστόσο δεν πρέπει να νομίσετε πως οι Κυκλάδες δεν έχουν κανένα στολίδι της βλάστησης, επειδή αυτή δεν είναι τόσο πλούσια όπως στα δικά μας μέρη. Αντίθετα: δίπλα στις πηγές και στα ρυάκια σμίγουν στα γυμνά πετρώματα σκοτεινοί θάμνοι από κοντοσυκιές και χαμόδενδρα με μυρτιές και πικροδάφνες. Στις πλαγιές των βουνών σκαρφαλώνουν τα λιόδενδρα με τα στενά φύλλα και τα κλήματα τα μακροστέλεχα και άλση από λυγερόκορμα κυπαρίσσια, που απλώνουν τα καταπράσινα κλαδιά τους πάνω από τις κάτασπρες σκεπές των χωριών που ανεβαίνουν κι αυτά σκαρφαλώνοντας από ταράτσα σε ταράτσα» (βλέπε σχετικά: Ενεπεκίδη Π., «Αθηναϊκά, Αττικοβοιωτικά, Δωδεκανησιακά (1815-1980)», εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 1991, σελ. 130).

Ίδια με τον Κβίτσμαν αντιμετωπίζει τα νησιά μας ο Επανεινώνδας Σταματιάδης, ο οποίος σημειώνει στο οδοιπορικό του το 1862 (αναφέρεται στην Πάτμο): «Μετά εξάωρον εύδιον πλουν αφίχθημεν επί τέλους εις Πάτμον· αλλά τόσον ξηρά και άγονος μάς εφάνη μακρόθεν η νήσος αύτη, ώστε τη αλήθεια κατελήφθημεν υπό απορίας πώς πότε κατωκήθη τόπος, ένθα ουδέ δένδρα, ουδέ φυτά βλαστάνουσι. Και όμως μη απαγγείλωμεν τοσούτω ευκόλως την κατά της Πάτμου καταδίκην. Ναι μεν, ένεκα της πετρώδους αυτής, και του ναυτικού βίου, εις ον κατά μέγα μέρος οι κάτοικοι εισίν επιδεδομένοι, η γεωργία μικρόν εν Πάτμω υπάρχει ανεπτυγμένη, ουχ ήττον όμως τω επί την πόλιν ανιόντι και αμπελώνες παρίστανται και αγροί και δένδρα ικανά» (Σταματιάδη Επ., «Πέντε ημέραι εις Πάτμον», περιοδ. «Εδέμ», φυλλάδιον ΙΒ, 1ηΑυγούστου 1862).

Φωτ.: Η «κατοίκηση» των φρυγάνων! Τοπίο Κέας

Φωτ.: Η «κατοίκηση» των φρυγάνων! Τοπίο Κέας

Ένας άλλος ξένος, ένας κεντροευρωπαίος, ο Αυστριακός αξιωματούχος Άντον Πρόκες φον Όστεν, αντιλαμβάνεται με το δικό του τρόπο το θάμα των ελληνικών νησιών (η αναφορά του αφορά στην Ύδρα -ίδιο το θάμα της με των Κυκλαδονησιών): «Εδώ απολαμβάνεις τον πιο καθαρό αέρα και από τα παράθυρα και τα εξώστεγα την πιο ελκυστική θέα. Αποτελούν πράγματι έκπληξη και είναι εξαιρετικά αξιαγάπητοι οι μικροί κήποι που βρίσκονται δίπλα στα επιβλητικότερα σπίτια. Τα λουλούδια τους, οι σκιές των δέντρων τους φαίνονται πράγματι ωσάν να έχουν γίνει διά μαγείας: κουβάλησαν το χώμα της γης ψηλά και το έκαναν καρπερό. Έτσι είναι ο άνθρωπος! Όπου δεν έχει, θέλει. Και όπου έχει, περιφρονεί» (Ενεπεκίδη Π., «Γράμματα προς τη Βιέννη (1824-1843). Από την αλληλογραφία του πρώτου Αυστριακού πρεσβευτή στην Αθήνα Άντον Πρόκες φον Όστεν», εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2007, σελ. 202). Ο ίδιος ο Όστεν μαγεύεται από τον «παράδεισο» της Σύρου. Σημειώνει σε μια επιστολή του: «…η βλάστηση μεγάλωνε εν πλήρει οργασμώ της δύναμης του νότου. Θα έπρεπε να βρω νέα ονόματα για να ζωγραφίσω τις εκατοντάδες αποχρώσεις που μόνο το πράσινο των φυτών παρουσιάζονταν, τα οποία έντυναν, σκαραφλώνοντας ψηλά και με σφρίγος, τους σκοτεινούς βράχους και τους ακόμη πιο μαύρους τοίχους. Το χυμώδες πράσινο του πλούσιου λυχνίτη λίθου έδειχνε, ωστόσο, πως ερχόταν πρώτο. Το χρώμα αυτό έχει μια μυστηριώδη γοητεία, όμοια μ’ εκείνη με την οποία ενθουσιάζουν οι ποιητές της Ανατολής. (…) Σκέψου σ’ αυτά την αρωματισμένη ατμόσφαιρα, την ερημιά και τη γαλήνη τού γύρω πέτρινου φαραγγιού, που σου επιτρέπει μια και μοναδική θέα -αλλά αυτήν που αγκαλιάζει την απέραντη θάλασσα [η έμφαση δική μας]» (σελ. 47 της παραπάνω πηγής).

Μα πιότερο απ’ όλους, ο Έλληνας, ο άνθρωπος της Μεσογείου, μπορεί να νιώσει το περιβάλλον του λιτού κι απέριττου μεσογειακού περιβάλλοντος. Διότι είναι βιωμένος μ’ αυτό, είναι μέρος του. Ιδού πως το αφουγκράζεται αυτός που το δημιούργησε, ο νησιώτης κάτοικός του: «…Στα καμπιά κοκκινίζει η παπαρούνα, με τα σατινένια φύλλα της, με κεφαλάκι στη μέση μαλιαρό, καπελωμένο με καλυμμαύκι παπαδίστικο. Η μαργαρίτα μοσχοβολά, γελά στον ήλιο, τον βλέπει κατάματα με τα κίτρινα μάτια της. Ξεβλασταίνουν τα ραδίκια κι απάνω-πάνω στο βλαστάρι τους στήνουν λουλούδι κίτρινο, με γύρο ακτινωτό, σα μικρό ξεφτέρι. Εδώ ανθεί ο αμπέλωχας, εκεί το ξυνόχορτο και το κορίμπι, πιο πέρα η βρούβα, η ραπανίδα κι ο βίκος. Στις καυκάρες ντύνεται τ’ αχινοπόδι, ο αλήφονας κι η ξερή αστοιβή, με καινούρια φυλλαράκια, που παραγεμίζουν τον αγκαθωτό τους σκελετό κι είναι σα μεγάλοι πράσινοι αχινοί κολλημένοι στο χώμα. Μοσχομυρίζει η ρίγανη, η φασκομηλιά και τ’ αθμάρι. Ανάμεσά τους ξεπετάγονται κρινάκια και ζαφόρες, φουσκιές και χωνάκια και λεπτεπίλεπτα χορταράκια, που κανείς δε ξέρει τ’ όνομά τους, μ’ ανθάκια σταυροπέταλα, ντελικάτα, άσπρα και κίτρινα και μπλε. Και στ’ απότοιχα, πρασινίζουν ασκαλιάροι γαλατεροί, σκάρφια και φουφλιές, σταυράγκαθα κι απουράνοι μ’ αγκαθωτή αγκινάρα. Περνά η Άνοιξη, αποστρέφονται τα χόρτα και τα λουλούδια της. Πυρώνει την πέτρα ο ήλιος τού καλοκαιριού, καίει τον κόσμο. Μα τ’ αθμάρι ρουφά την ανεπνιά της νύκτας, γεμίζει με λουλουδάκια μαβιά. Ανθίζει ο βάτος στα λαγκάδια κι η αλυγαριά στις αμμουδαριές και μέσα απ’ τα γκρεμνά απλώνει καταπράσινα φύλλα η κάπαρη. Κρατά το λουλούδι της κλεισμένο σε βαβούλι σφιγκτό, σα μικρή καρδούλα, κι όταν ανοίγει είναι σα φούντα από στήμονες, πολύχρωμους, μακριούς, πάνω σε πέταλα κουφετιά και άσπρα» (από το βιβλίο του Κώστα Αλεξόπουλου «Τήνος. Το μικρό οδοιπορικό», εκδόσεις Ερίννη, Αθήνα 1993, σελ. 58-59).

Η προσπάθεια του Έλληνα νησιώτη, του Έλληνα των λεπτοφυών τόπων, τούτο τελικά απέδειξε: «…τον απέραντο σεβασμό του για τη φύση, με μια υψηλή γεωαισθητική συνείδηση» (απόσπασμα από το βιβλίο του Μανώλη Γλέζου «Η συνείδηση της πετραίας γης. Κυκλαδογραφίες», εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 1997). Αυτά τα σοφά, τα μελετημένα λόγια, χαρακτηρίζουν την προσπάθεια του μικρού σε ανάστημα μα δυνατού σε ψυχή νησιώτη, του  κάθε τολμηρού, φλογερού Έλληνα -που σεβάστηκε την ανεπιτήδευτη φύση των βράχων, των γκρεμνών, της πέτρας-, κι αναδεικνύουν το μεγαλείο ενός κόσμου μοναδικού: του κόσμου της “αφανούς” ελληνικής φύσης.

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Για το θάμα του γυμνού τοπίου των Κυκλαδονησιών, διαβάσαμε κάποτε μια έξοχη (αληθινή) ιστορία. Τη διηγήθηκε ο Κώστας Καμπάνης στον Αντρέα Καραντώνη, ο οποίος τη δημοσιοποίησε. Την αναφέρουμε για να δείξουμε τη δύναμη της αγνοημένης φύσης των τόπων της στέρησης, η οποία φανερώνεται περίτρανα όταν χασμωδικώς κι ασπουδάστως ο άνθρωπος την προσπερνά!

Κάπου στη δεκαετία του ’60 λοιπόν, ο Καμπάνης φιλοξενούσε στη Μύκονο έναν Γάλλο αρχαιολόγο, που πραγματοποιούσε ανασκαφές στη Δήλο. Ο Γάλλος, ενώ απολάμβανε την ελληνική φιλοξενία και τις ελληνικές ομορφιές, δυσφορούσε ταυτόχρονα και γκρίνιαζε για το γυμνό τοπίο των νησιών μας. Όσο κι αν του εξηγούσε ο Καμπάνης για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των συγκεκριμένων τοπίων, για τη φύση που δεν έβλεπε, αυτός δεν έδειχνε να καταλαβαίνει, δεν ένιωθε την αξία τους. Κάποια στιγμή ο Καμπάνης τον πήγε στο μοναστήρι της Τουρλιανής, διασχίζοντας μια χέρσα γη χωρίς δένδρα, σε μέρη της οποίας υπήρχαν ξερολιθιές με κτήματα, αιγοπρόβατα που έβοσκαν, σκόρπια άσπρα σπιτάκια κι εκκλησάκια. Ο Γάλλος, έχοντας ταλαιπωρηθεί από τη διαδρομή, άρχισε να γκρινιάζει έντονα, κατακρίνοντας και πάλι το τοπίο αυτών των νησιών, πράμα που έκαμε και στον ηγούμενο της μονής όταν τον συνάντησε.

Ο τελευταίος, ατάραχος, του εξήγησε τι ακριβώς συνέβη στον τόπο το στερημένο: «…Όταν ο θεός αποφάσισε να πλάσει τον κόσμο, γέμισε ένα μεγάλο πανέρι με χώματα, δέντρα, σπόρους, καρπούς, ζώα, χρυσάφια, πολύτιμες πέτρες, σίδερο, χαλκό, πετρέλαια και λογής άλλα αγαθά. Κι απλώνοντας κάθε τόσο το χέρι του στο πανέρι, έπαιρνε από εδώ κι από κει ότι συναντούσαν τα δάκτυλά του, τα έπλαθε σαν ένα ζυμάρι και τα τίναζε στο χάος. Κι έτσι γεννήθηκε η γης… Είχε πια σχεδόν τελειώσει το μεγάλο του έργο και στο πανέρι τού είχανε μείνει μονάχα λίγα τρίμματα από χώμα και κάτι πετραδάκια. Με μια κίνηση αφηρημένη μάζεψε τα κατακάθια και τα πέταξε στη θάλασσα. Πέσανε στο Αιγαίο. Έτσι ξεπετάχτηκαν μέσα από τα κύματα τα νησιά των Κυκλάδων. Σκύβει ο θεός να δει το έργο του και τι βλέπει; Τα γυμνά Κυκλαδονήσια -αυτά τα φαλακρά κεφαλάκια- να πλένε στη θάλασσα, να χτυπιούνται από τα κύματα. Κατάλαβε πως τ’ αδίκησε κι από τη στεναχώρια του, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό».

Φωτ.: Μια χούφτα ζωής: Η βλάστηση του Αιγαίου (λεπτομέρεια από εμπνευσμένη αφίσα της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, έτος 2006)

Φωτ.: Μια χούφτα ζωής: Η βλάστηση του Αιγαίου (λεπτομέρεια από εμπνευσμένη αφίσα της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, έτος 2006)

Πριν, όμως, αποτελειώσει καλά-καλά τη φράση του, δυνατό μελτέμι τραντάζει το μοναστήρι, ανοίγοντας με δύναμη τα παράθυρα και φωτίζοντας με υπέρλαμπρο φως το σκοτεινό δωμάτιο. Αίφνης ευωδιές βοτάνων (από τη γύρω φύση, από τα φρύγανα) σκόρπισαν στο χώρο και η μυρωδιά της κυκλαδίτικης γης κάλυψε τα πάντα.

Τότε, γυρνά ο ηγούμενος προς τον Γάλλο και του λέγει με ικανοποίηση: «Ιδού, αυτή είναι η ανάσα του Θεού, αυτή είναι η Μύκονος!»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]
Η ονομασία φρύγανα δόθηκε από τον Θεόφραστο, που θεωρείται ο πατέρας της Βοτανικής. Η παρουσία των φρυγάνων είναι σημαντική, αφού εκτιμάται ότι καταλαμβάνουν έκταση 10-15 εκατ. στρεμμάτων (Παπαναστάσης και Νοϊτσάκης, 1992), κυριαρχώντας στις Κυκλάδες, στην Κρήτη, στα περισσότερα από τα νησιά των Δωδεκανήσων, στη Λήμνο, σε μεγάλο τμήμα της Κεφαλονιάς και στη Δυτική Αιτωλοακαρνανία. Στην υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα απαντώνται στα χαμηλότερα υψόμετρα και σε περιοχές όπου υπήρξε υποβάθμιση της βλάστησής τους. Η συνήθης παρουσία τους είναι σε περιοχές με ξηρό κλίμα, ενώ στις ημίξερες περιοχές της χώρας, εμφανίζονται σε υποβαθμισμένα εδάφη, μετά από πυρκαγιά κι υπερβόσκηση, ή σ’ εγκαταλελειμμένους αγρούς, τους οποίους εποικίζουν. Φρύγανα βρίσκουμε και μέσα στην Αθήνα, στους λόφους της π’ αποτελούν άλση. Ο Λυκαβηττός αποτελεί για παράδειγμα, παράλληλα με το αλσύλλιο που συγκροτείται εκεί, και φρυγανότοπο. Σε αυτόν είχαν το 1959 καταγραφεί από τον Κων/νο Ζερλέντη (υφηγητή τότε της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών) 13 είδη ξηροφυτικών φρυγανωδών και ημιθαμνωδών φυτών, καθώς και 50 είδη θεροφύτων και άλλων ποωδών, ενώ ο συνολικός αριθμός των αυτοφυών φυτών του Λυκαβηττού ναι, είναι αληθές…υπολογίζεται σε 100! Συνηθέστερα φρυγανικά φυτά είναι το θυμάρι, η θρούμπα, η φασκομηλιά, η αστοιβή, η λεβάντα, η λαδανιά, η ρίγανη, η γαλατσίδα, η ασμυριά, η κουνούκλα, η σπαραγκιά, το αλογοθύμαρο κ.ά., ενώ από τα βολβώδη θερόφυτα πιο γνωστά είναι ο ασφόδελος και η σκυλοκρεμμύδα. Τα φρύγανα συνδυάζονται με την παρουσία ποωδών φυτών (περίπου 200 είδη ποών έχουν καταγραφεί στα φρυγανικά οικοσυστήματα της χώρας), συνιστώντας οικοσυστήματα υψηλής βιοποικιλότητας.

[2] Σημειώνει ο Αμερικανός καθηγητής E. O. Wilson ότι, «τα άνυδρα οικοσυστήματα συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πλουσιότερα στη γη».

[3] Λέγει για τη φτωχή κι απαξιωμένη θαμνόμορφη βλάστηση των βουνών μας ο σημαντικός λογοτέχνης Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος: «…η ατέλειωτη βλάστηση του θάμνου, σκεπάζει τη γύμνια και δημιουργεί το άγονο ποίημα του πράσινου της τύχης!..» (Παναγιωτόπουλου Ι. Μ., «Ελληνικοί ορίζοντες», εκδ. Ίκαρος, β΄ έκδοση, Αθήνα 1959, σελ. 161). Ένας κοινοβουλευτικός άνδρας δε, ο Κ. Ε. Παπακωνσταντίνου (πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων στην πρώτη μεταπολιτευτική Βουλή), ζητούσε το έτος 1975 την προστασία της παραγνωρισμένης θαμνώδους ελληνικής βλάστησης, αντιλαμβανόμενος τη σημασία της -πράμα μη σύνηθες για (Έλληνα) πολιτικό. Έλεγε τότε: «Είμαι είς θέσιν να γνωρίζω, ότι η προστασία του εδάφους και των οικισμών εις τας περισσοτέρας περιπτώσεις, αν μη εις το σύνολον, εξαρτάται από τας θαμνώδεις εκτάσεις…, οι οποίοι αποτελούν την προστασίαν τού οικισμού τού χωριού και της καλλιεργουμένης περιοχής. Εάν αποψιλωθεί η προστατευτική βλάστησις και εκλείψει η προστασία των θάμνων, δεν είναι δυνατόν να παραμείνει απρόσβλητος ο ορεινός οικισμός. Είναι πεπρωμένον όλη αυτή η γη να παρασυρθεί από τους χειμάρρους και ή να μεταβληθεί εις αμμοχάλικο ή να παρασυρθεί εις τη θάλασσαν. Αι δασικαί εκτάσεις αποτελούν την ουσιαστικήν προστασίαν των περιοχών αυτών» (από τα πρακτικά της συζήτησης που διεξείχθη στην ελληνική Βουλή την 26η-4-1975, με θέμα την προστασία των δασών -έντονη ήταν τότε η απαίτηση για ελαστική προστασία των θαμνωδών εκτάσεων της χώρας, προκειμένου ν’ αξιοποιηθούν).

[4] Φυτοκοινωνία klimax υπάρχει, όταν κάτω από την επίδραση του κλίματος (που λόγω της αργής μεταβολής του θεωρείται σταθερός παράγοντας), η εξέλιξη της βλάστησης και του εδάφους (διαδοχή) τείνει σε μια κατάσταση ισορροπίας.

[5] Τα μεσογειακά οικοσυστήματα υπάρχουν στα μέρη της γης όπου παρατηρείται ο μεσογειακός τύπος κλίματος, ο οποίος, σ’ ότι αφορά στην Ελλάδα, πρακτικά προσδιορίζεται έως εκεί όπου εξαπλώνεται η αγριελιά. Καταλαμβάνουν το 1% της επιφάνειας του πλανήτη και βρίσκονται μεταξύ 32ου και 40ου παραλλήλου και στα δύο ημισφαίρια της γης. Οι περιοχές όπου απαντώνται είναι η λεκάνη της Μεσογείου, η Νότια Καλιφόρνια, το βόρειο τμήμα των ακτών της Χιλής, η περιοχή γύρω από το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και ένα τμήμα των νότιων και νοτιοδυτικών ακτών της Αυστραλίας. Σε όλα τα μεσογειακού τύπου οικοσυστήματα, η μακροχρόνια επίδραση παρόμοιων κλιματικών παραγόντων πάνω στους φυτικούς οργανισμούς, σε συνδυασμό με την έντονη και διαρκή ανθρώπινη δραστηριότητα σε αυτά, έχει διαμορφώσει φυσιογνωμικά όμοιους τύπους βλάστησης, με μια διαδικασία που ονομάζεται συγκλίνουσα εξέλιξη. Έτσι εξηγείται γιατί σε χώρες τόσο μακρινές, παρατηρείται ίδια μορφή βλάστησης.

[6] Ο χαρακτηρισμός «Αρχιπέλαγος» έχει επικρατήσει να σημαίνει μόνο το Αιγαίο πέλαγος, και, υπό αυτή την έννοια χρησιμοποιείται εν προκειμένω, διότι ήταν το πρώτο σε τάξη ελληνικό πέλαγος και χαρτογραφήθηκε από τους Ενετούς έτσι. Όμως, ο όρος «Αρχιπέλαγος» αφορά στις συστάδες νησιών και βράχων που αποτελούν ενότητα και ανάμεσά τους υπάρχει θάλασσα. συνεπώς σημαίνει κάθε τέτοια περιοχή.

[7] Τέτοιες ενέργειες θα πρέπει να γίνονται με φειδώ κι αφού κριθεί επιστημονικά ότι είναι δυνατές, λόγω των ακραίων κλιματοεδαφικών συνθηκών και των ευαίσθητων ισορροπιών που υπάρχουν στο φρυγανικό σύστημα.

[8] Ας μην παραβλέπουμε το γεγονός ότι σημαντική και, σε πολλές περιπτώσεις, εξαιρετικά σπάνια πανίδα απαντάται σε φρυγανικές εκτάσεις. Αρκεί ν’ αναφερθεί η περίπτωση της προστατευόμενης διεθνώς, λόγω της μοναδικότητάς της, οχιάς της Μήλου, η οποία διαβιεί στις φρυγανικές εκτάσεις του ομώνυμου νησιού και τελεί υπό εξαφάνιση γιατί ο Έλληνας καταστρέφει, περιορίζει κι υποβαθμίζει τον βιότοπό της (υπάρχει σχετική καταδίκη της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για το λόγο αυτό).

[9] Μιας και αναφερόμαστε στην ερημοποίηση, παραθέτουμε τον ορισμό της, όπως προκύπτει από τη Σύμβαση για την καταπολέμηση της ερημοποίησης των Ηνωμένων Εθνών (UNCCD): ερημοποίηση είναι η υποβάθμιση του εδάφους, του τοπίου και του βιοπαραγωγικού συστήματος της γης σε ξηρές, ημι-ξηρές και ύφυγρες περιοχές, ως αποτέλεσμα διαφορετικών παραγόντων, όπως η αλλαγή του κλίματος και οι ανθρώπινες δραστηριότητες.

[10] Είναι χαρακτηριστικό ότι τα φρύγανα, στα μέρη όπου κυριαρχούν, αποτελούν το θύμα κάθε αναπτυξιακής προσπάθειας, ενώ η προσφορά τους ως βοσκότοπος, θεωρείται τις περισσότερες φορές δεδομένη -εξ’ ου και τα πολλά μικρά ακατοίκητα ελληνικά νησιά, που στο σύνολό τους αποτελούν βοσκότοπους, αφού έχουν μισθωθεί για το σκοπό αυτόν.

[11] Η αναβάθμιση φρυγανικών οικοσυστημάτων, με τη λογική ότι προήλθαν από την υποβάθμιση άλλων φυτοκοινωνιών -οπότε επιχειρείται η επαναφορά τους ή η αναγωγή τού συστήματος στην προτέρα του κατάσταση-, θα πρέπει να μελετάται για τις περιπτώσεις που κάτι τέτοιο κρίνεται ως δυνατό κι εφόσον εκτιμηθεί ότι δε θα επέλθουν ανατροπές. Και τούτο διότι, η αναβάθμιση που θ’ επιχειρηθεί, μπορεί να μην απέχει πολύ από την κατάρρευση του συστήματος, όταν ανατραπούν ισορροπίες που η φύση δημιούργησε, στην προσπάθειά της να σταθεί μετά τη διαταραχή. Επιπλέον, από τις παρεμβάσεις αυτές, δε θα πρέπει να θιγεί το τοπίο της περιοχής, όταν βασικό του στοιχείο και χαρακτηριστικό γνώρισμα στην αισθητική του χώρου, αποτελούν τα φρύγανα.

[12] Η δόμηση για παράδειγμα της Μυκόνου -όλο το νησί ένας οικισμός!- είναι παράγωγο τούτου του γεγονότος, καθότι, κάποιος που θα εμφανίσει τίτλο σε φρυγανική έκταση του νησιού, θα μπορέσει να εκδόσει άδεια δόμησης!..

[13] Σημείωνε σε άρθρο του ο διαπρεπής δασολόγος Γ. Μηλίτσης το έτος 1935: «…τα φρύγανα δεν είναι βεβαίως δάση, δηλ. δάση ως η ελάτη, πεύκη κ.λπ., κατ’ ουσίαν όμως είναι δάση διότι πληρούν πάντας τους όρους του δάσους (κύρια, της προστασίας του εδάφους), με την διαφοράν ότι τους πληρούν εις διαφόρως κατώτερον βαθμόν…» (Μηλίτση Γ., «Η πραγματικότης εις τα δασικά ζητήματα», περιοδ. «Δασική ζωή», τεύχη 35-36, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1935).

[14] Προσπάθεια προστασίας των φρυγανικών συστημάτων, βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου που αφορά τα δάση, επιχειρήθηκε από υπηρεσιακούς παράγοντες της Ειδικής Γραμματείας Δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (στην προσπάθεια αυτή είχα την τιμή να συμμετάσχω) το 2010, με συνεχή έγγραφα και προτάσεις προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου, που όμως δεν καρποφόρησε, ακριβώς γιατί -όπως τελικά φάνηκε- τα φρύγανα δεν υπολογίζονται ως ικανά να συγκροτήσουν φύση! Αποκλείστηκε έτσι κάθε σκέψη προστασίας τους στα πλαίσια της δασικής νομοθεσίας -της μόνης ικανής να τα προστατεύσει ως φυσικά συστήματα.

[15] Ο κίνδυνος εξαφάνισης φρυγανικών φυτών που εξυπηρετούν τη μελισσοκομία, είχε γίνει αντιληπτός από τα προπολεμικά χρόνια. Έτσι, με το Βασιλικό Διάταγμα της 30ης-6-1938, είχε απαγορευτεί μερικώς η κοπή και εκρίζωση μελισσοτροφικών φρυγάνων. Όμως, παρόλα ταύτα, το πρόβλημα μεγάλωνε, λόγω της κακής διαχείρισης των εδαφών, γι’ αυτό κι απαιτήθηκε το έτος 1974 να υπάρξει από το Υπουργείο Γεωργίας εγκύκλιος διαταγή (η αριθ. 314/30-3-1974), που επισήμαινε το πρόβλημα. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Περιήλθεν εις γνώσιν ημών ότι εις τινάς περιοχάς, διάφορα άτομα περιέρχονται την ύπαιθρον, προβαίνοντα εις αλόγιστον κοπήν και εκρίζωσιν των μελισσοτροφικών φυτών και δη των εις τα γένη θύμος και θύμβρα υπαγομένων τοιούτων, προκαλούντα ούτω αφ’ ενός μεν την απογύμνωσιν του εδάφους και την συνεπεία τούτου διάβρωσιν αυτού, αφ’ ετέρου δε άμεσον πλήγμα διά το μέλλον της μελισσοκομίας…»

Του Αντώνη Β. Καπετάνιου

ΠΗΓΕΣ 

  • Acot P., «L’ histoire d’ ecologie», PUF, 1989.
  • Αθανασιάδης Ν., «Δασική Φυτοκοινωνιολογία», εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 1982.
  • Αλεξόπουλος Κ., «Τήνος. Το μικρό οδοιπορικό», εκδόσεις Ερίννη, Αθήνα 1993.
  • Allen D., «Mediterranean Ecogeography», Pearson Education LTD, Essex, UK 2001.
  • Attenborough D., «The First Eden: The Mediterranean World and Man», London 1987.
  • Βώκου Δ., Παντής Γ., Σγαρδέλης Στ., «Οικολογία: Η αναγκαιότητα της σύνθεσης, η γοητεία των σχέσεων», εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη αχρονολόγητο.
  • Γιάνναρου Λ., «Η οικιστική πίεση απειλεί τις Κυκλάδες», ρεπορτάζ, εφημ. «Η Καθημερινή», φύλλο 16ης-7-2006.
  • Γιάσογλου Ν., «Υποβάθμιση του εδάφους-Ερημοποίηση», εισήγηση στη συνάντηση εργασίας του ΕΚΠΑΑ με θέμα «Βιώσιμη Ελλάδα & το Μεσογειακό Σχέδιο Δράσης», Αθήνα 2001.
  • Γιάσογλου Ν., «Φυσικοί πόροι και ερημοποίηση», περιοδ. «Πεμπτουσία», τευχ. 8ο, Απρίλιος – Μάιος 2002.
  • Γλέζος Μ., «Η συνείδηση της πετραίας γης. Κυκλαδογραφίες», εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 1997.
  • Deschamps G., «Η Ελλάδα σήμερα», μετάφραση: Α. Δαούτη, πρόλογος – σχόλια: Α. Νικολοπούλου, εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1992.
  • Ελληνική Επιτροπή για την Kαταπολέμηση της Απερήμωσης, «Ελληνικό προσχέδιο Δράσης κατά της Απερήμωσης», Αθήνα 2000.
  • Emberlin J. C., «Εισαγωγή στην οικολογία», εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 1996.
  • Ενεπεκίδης Π., «Αθηναϊκά, Αττικοβοιωτικά, Δωδεκανησιακά (1815-1980)», εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 1991.
  • Ενεπεκίδης Π., «Γράμματα προς τη Βιέννη (1824-1843). Από την αλληλογραφία του πρώτου Αυστριακού πρεσβευτή στην Αθήνα Άντον Πρόκες φον Όστεν», εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2007.
  • Ζερλέντης Κ., «Τα φυτά του Λυκαβηττού», δακτυλογραφημένες σημειώσεις, Αθήνα 1959.
  • Ζιάκα Γ., «Πόση “ανάπτυξη” μπορούν ακόμη να αντέξουν τα νησιά μας; Η έννοια της “φέρουσας ικανότητας”», περιοδικό – ένθετο «Δαίμων της οικολογίας» της εφημερίδας «Αυγή», τεύχος 59ο, Απρίλιος 2006.
  • Gildemeister H., «Κήποι στο φως της Μεσογείου», μετάφραση: Αλεξάνδρα Φιάδα, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2004.
  • Καραντώνης Αντρ., «Ελληνικοί χώροι», Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1979.
  • Καταγάς Κ., «Φυτά των Κυκλάδων. Οι Κυκλάδες που αγνοούμε, η Σύρος που δε βλέπουμε…», ιδιωτική έκδοση, Σύρος 2007.
  • Κιγάλλας Ι., «Γεωγραφική και οικονομική απογραφή του νομού Κυκλάδων», περιοδ. «Αποθήκη των ωφέλιμων και τερπνών γνώσεων», τεύχη 9, 10, 11 & 14, Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος & Αύγουστος του 1848.
  • Knight C. B., «Basic Concepts of Ecology», Mc Millan Co, New York 1965.
  • Κωνσταντινίδης Κ., «Σαλαμίς», περιοδ. «Νέα Ζωή», αριθ. 1ο, Αλεξάνδρεια Αιγύπτου Σεπτέμβριος 1904.
  • Μάργαρης Ν., «Οδοιπορικό στο ελληνικό περιβάλλον. Οικολογικά ταξίδια και ιστορίες στην Ελλάδα του 21ου αιώνα», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, γ΄ έκδοση, Αθήνα 2001.
  • Μίλλερ Χ., «Πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1985.
  • Μηλίτσης Γ., «Η πραγματικότης εις τα δασικά ζητήματα», περιοδ. «Δασική ζωή», τεύχη 35-36, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1935.
  • Μπιγύ Αντρ., «Αθήνα», από το συλλογικό τόμο «Σελίδες για την Ελλάδα του 20ουαιώνα. Κείμενα Γάλλων ταξιδιωτών», επιμέλεια: Π. Μουλλάς – Βάσω Μέντζου, β΄ έκδοση, εκδ. Ολκός, Αθήνα 1995.
  • Μπρούσαλης Π., «Η φύση γύρω μας», έκδοση Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας της Φύσεως, Αθήνα 1987.
  • Νάστης Αν., «Λιβαδικοί θάμνοι της Μεσογείου», πρακτικά 4ης συνόδου του υποδικτύου του FAO για τους μεσογειακούς βοσκότοπους, Θεσσαλονίκη 1981.
  • Νερβάλ Ζ. (Gerard de Nerval), «Ταξίδι στην Ανατολή (Voyage en Orient)», εισαγωγή – μετάφραση: Πωλίνα Πεφάνη, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2000.
  • Ντάφης Σπ., «Δασική Οικολογία», εκδ. Γιαχούδη – Γιαπούλη, Θεσσαλονίκη 1986.
  • Παναγιωτόπουλος Ι. Μ., «Μορφές της ελληνικής γης», έκδοση Γραφείου Πνευματικών Υπηρεσιών, Αθήνα 1937.
  • Παναγιωτόπουλος Ι. Μ., «Θέσεις και αντιθέσεις του ελληνικού τοπίου», έκδοση Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης, Αθήνα 1953.
  • Παναγιωτόπουλος Ι. Μ., «Ελληνικοί ορίζοντες», εκδ. Ίκαρος, β΄ έκδοση, Αθήνα 1959.
  • Παπαναστάσης Β., Νοϊτσάκης Β., «Λιβαδική οικολογία», εκδ. Γιαχούδη-Γιαπούλη, Θεσσαλονίκη 1992.
  • Παπαντωνίου Ζ., «Άγιον Όρος», από το συλλογικό τόμο «Ταξιδιωτικά», εκδοτικός οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαρόπουλου, Αθήνα 1955.
  • Polumin O., «Flowers of Greece and the Balkans, a Fieldquide», Oxford Univ. Press, Oxford, New York, Melbourne 1980.
  • Proust Α., «Χειμερινή διατριβή εν Αθήναις», περιοδ. «Χρυσαλλίς», φυλλάδιον 1ο, 1ηΙανουαρίου 1863.
  • Rackham Ol., Moody J., «Η δημιουργία τού κρητικού τοπίου», τίτλος πρωτοτύπου: The Making of the Cretan Landscape, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2004.
  • Schama S., «Landscape and Memory», Penguin, London 1996.
  • Σταματιάδης Επ., «Πέντε ημέραι εις Πάτμον», περιοδ. «Εδέμ», φυλλάδιον ΙΒ, 1ηΑυγούστου 1862.
  • Στάμου Ν., «Θέσεις και απόψεις σε διατάξεις του σχεδίου νόμου: “Προστασία Δασικών Οικοσυστημάτων, Κατάρτιση Δασολογίου, Ρύθμιση Εμπραγμάτων Δικαιωμάτων επί Δασών και Δασικών εν γένει Εκτάσεων και άλλες Διατάξεις”», Θεσσαλονίκη 2003.
  • Τρίχας Απ., «Η “νησιώτικη” βιογεωγραφία των ελληνικών βουνών», από το συλλογικό έργο «Ορεινός χώρος και δάση», επιμέλεια: Ηλίας Ευθυμιόπουλος & Μιχάλης Μοδινός, Διεπιστημονικό Ινστιτούτο Περιβαλλοντικών Ερευνών (ΔΙΠΕ), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2007.
  • Τρούμπης Α., «Λογία Οικολογία», εκδ. Τυποθήτω, Αθήνα 1999.
  • Tucker G. M. and J. Dixon, (1997) Agricultural and grassland habitats. Pq 267-325. In Tucker, G.M. and Evans, M.I. Eds. (1997) Habitats for Birds in Europe: A Conservation Strategy for the Wider Environment. Bird Life International, Cambridge (UK). (Bird Life Conservation Series No. 6).
  • Van Dijk G., Biodiversity and multifunctionality in European agriculture: priorities, current initiatives and possible new directions. Paper presented at the ECNC seminar in Brussels in March 2001, Geneva, UNEP-ROE.
  • Wilson E., «Biodiversity», National Academy Press, New York 1988.
  • Wilson E., «Το μέλλον της ζωής», τίτλος πρωτοτύπου: The Future of Life, μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος, επιστημονική επιμέλεια: Σπύρος Σφενδουράκης, εκδ. Σύναλμα, Αθήνα 2002.
  • Wright H. A. & A. W. Balley, «Fire ecology», John Wiley & ons, Inc. New York 1982.
  • Χατζηλιάδης Αλ., «Ανάδειξη της τοπικής μεσογειακής χλωρίδας και του ελληνικού τοπίου», πρακτικά επιστημονικής ημερίδας του ΓΕΩΤΕΕ με θέμα «Ανθρώπινες πόλεις και οικισμοί – Το φυσικό περιβάλλον», Θεσσαλονίκη 27-11-1999.

Το δοκίμιο “Η Ελληνική φύση των Φρυγάνων (της ευωδιάς και του ανθού…)” του Αντώνιου Β. Καπετάνιου δημοσιεύτηκε στο site http://www.greekarchitects.gr

Πηγή: www.arthro24.gr

 

 

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικά Οικοσυστήματα, Επιλογές - Προτάσεις

Tags: , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: