Advertisements

Το φονικό των Δασολόγων

ΤΟ ΦΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΔΑΣΟΛΟΓΩΝ 

Με φόβο και πάθος…

 Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου – Περιβαλλοντολόγου

    5_F

   Είναι στιγμές της ιστορίας που βαρύθυμο σε κρατούν και σε κάμουν νάχεις στενάχωρη διάθεση, και ας είναι μακρυνές, και ας τις καταβυθεί ο χρόνος, ακριβώς γιατί πισωδρομούν τη σκέψη και τη στοιχούν στην τοτινή βίωση. Είναι στιγμές της ιστορίας αθώρητες, που όμως αν τύχει και τις ξεχωρίσεις, τότε βλέπεις πολλά σε αυτές· βλέπεις το αθεώρητο παρελθόν σου. Τις αναζητάς γιατί σ’ εντρυφούν στη θεώρηση των γεγονότων, στην ανάλυση και στη σπουδή τους. Αν το λοιπόν θεωρός θέλεις να γένεις κι έντρυφος του παρελθόντος, δεν ημπορείς αδιάφορος να σταθείς σε γεγονότα αλλοτινά, που βουβά τα προσπέρασε η ιστορία, μα σαν τ’ ανακαλύπτεις σήμερα τα νοιώθεις θησαυριστά· αν και μελαγχολικά…

   Αυτά, αν τα βλέπεις ως συμβάντα ή ως επεισόδια της ζωής, τότε αποχώρησε από το κάδρο μας, διότι είναι κατ’ εσέ ανάξια να εστιαστούν, είναι τυχαία ή προκύπτοντα περιστατικά, από αυτά που ως είδηση κοινωνική ή αστυνομική αναφέρονται και δεν καταγράφονται ιστορικά. Άσε εμάς να τα δίνουμε τη σημασία που πρέπει, να τα θεωρούμε ιστορία, να τα βλέπουμε ως γεγονότα και πράξεις που αξίζουν να καταγραφούν, καθώς δεικνύουν νοοτροπίες, καταστάσεις, συμπεριφορές ανθρώπων, αποτυπώνουν τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας, της πολιτείας των Ελλήνων −στην οποία περιλαμβάνεται και η διοίκηση του κράτους−, και χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Έχει πολλά το κοίταγμα στα πίσω να σου πει και πολλά να σου δώσει. Να σε κινήσει στα υστερνά και να σε γιομίσει αίσθηση. Να σου μεταδώσει τον παλμό του τότες, την αιθερία κείνων των στιγμών, που είναι πολύτιμη μαγιά για την πόρεψή σου. Να σε διδάξει και να σε μάθει οργανικά να νοείς το παρελθόν, ως πάτημα στο σήμερα και ως εφαλτήριο για το αύριο. Είναι ο πρόγονος που σου μιλά με τις στιγμές του. Είναι η ιστορία σου…

   Στα κατάβαθα, λοιπόν, της ελληνικής δασικής ιστορίας κοιτώντας, στεκόμαστε σ’ ένα γεγονός που συνέβη το 1929 κι αφορά στη δολοφονία του Διευθυντή Δασών Πέτρου Μαρκόπουλου (με την τοτινή διοικητική διάρθρωση, ο Διευθυντής προΐστατο των δασικών υπηρεσιών της χώρας, ήταν δηλαδή ο σημερινός Γενικός Διευθυντής Δασών), καθώς και του Γενικού Επιθεωρητή Δασών Μιχαήλ Δαβερώνη, από τον δασοκόμο Παναγιώτη Μαρίνο. Τότε είχαμε ολοσχερή απώλεια της διοικητικής ηγεσίας της δασικής υπηρεσίας, κάτι που, σύμφωνα με τον δασολόγο Αναστάσιο Στεφάνου, οδήγησε στην «ορφάνεψή της». Δεν ήταν λίγο αυτό που συνέβη, αν σκεφτούμε το −θεωρούμενο τότε ως…− αναντικατάστατο των ανώτερων υπαλλήλων της δασικής διοίκησης, που είχαν αναλάβει σε δύσκολες εποχές τη συγκρότησή της και κατεύθυναν τις τύχες της. Επιπλέον πρέπει ν’ αναλογιστούμε την έλλειψη στην κρίσιμη κείνη περίοδο (μέχρι και τον Μεσοπόλεμο) υψηλά καταρτισμένων και ικανών στελεχών στη δασική υπηρεσία, για να τη στελεχώσουν σε ανώτερο διοικητικό επίπεδο, καθώς και επιστημόνων-δασολόγων που στα πλαίσια της διοίκησης έπρεπε να πραγματώσουν ένα εξ αρχής τιτάνιο έργο: την ανασυγκρότηση του ελληνικού φυσικού περιβάλλοντος, που ήταν αγνοημένο, αφημένο στην τυχαιότητα και την καταστροφή −παρά την αρχικά καλή πρόθεση των Βαυαρών, η οποία όμως δε βρήκε ανταπόκριση.

2.Ένα εξ αρχής τιτάνιο έργο έπρεπε να συντελεστεί στον ελληνικό δασικό χώρο... Στη φωτογραφία: χειρωνακτική διάνοιξη δασικής οδού στην Πίνδο (από το αρχείο του συγγραφέα)

Ένα εξ αρχής τιτάνιο έργο έπρεπε να συντελεστεί στον ελληνικό δασικό χώρο… Στη φωτογραφία: χειρωνακτική διάνοιξη δασικής οδού στην Πίνδο (από το αρχείο του συγγραφέα)

   Οι δασολόγοι, μέχρι το 1921 σπούδαζαν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, ως υπότροφοι του φτωχού ελληνικού κράτους, με χρήματα δηλαδή του αναξιοπαθούντος μα αξιοπρεπούς ελληνικού λαού, που είχε, παρά τα μεγάλα (οικονομικά κατά βάσιν) προβλήματά του, τη φρόνηση και τη διακαή επιθυμία ν’ ανασυγκροτήσει το κατεστραμμένο λόγω της σκλαβιάς στον Τούρκο φυσικό περιβάλλον της χώρας. Οι δασολόγοι αυτοί, συνεπληρούμενοι και από όσους άλλους σπούδασαν ιδίαις δαπάνες στο εξωτερικό (ένας εξ αυτών ήταν ο Μαρκόπουλος), είχαν καταστεί σημαντικοί, αν όχι πολύτιμοι, για το ελληνικό κράτος, διότι σε αυτούς απέβλεπε για την ανασυγκρότηση των ελληνικών δασών και την ορθολογική διαχείρισή τους, καθώς και για την ανασύσταση του ορεινού ελληνικού χώρου −κάτι απαραίτητο τότες, αφού η πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού ζούσε ακόμα στα ορεινά. Πρέπει δε να διευκρινήσουμε ότι η εν Αθήναις Ανωτάτη Δασολογική Σχολή, που ιδρύθηκε το 1917 (δέκα χρόνια αργότερα, το 1927, μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη κι αποτέλεσε τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), τέθηκε σε πλήρη απόδοση μετά το 1923, λόγω της ανωμάλου τότε περιόδου, και οι απόφοιτοί της ενεργοποιήθηκαν στη δασική υπηρεσία κάπως καθυστερημένα σε σχέση με τους σπουδαγμένους στο εξωτερικό. Οι τελευταίοι προηγήθηκαν κι ήταν αυτοί που πρώτοι δραστηριοποιήθηκαν στο δύσκολο δασικό αντικείμενο, αναλαμβάνοντας την αρχική ευθύνη της προσπάθειας.

Το γεγονός της δολοφονίας

   Το τραγικό γεγονός της δολοφονίας των δασολόγων συνέβη στις 2 μ.μ. της 17ης-9-1929 ημέρα Τρίτη, όταν ο Διευθυντής Δασών Πέτρος Μαρκόπουλος και ο Γενικός Επιθεωρητής Δασών Μιχαήλ Δαβερώνης κατέρχονταν πεζή συζητώντας την οδό Φιλελλήνων προς την πλατεία Συντάγματος στο κέντρο της Αθήνας, έχοντας αποχώρησει μαζί από το Υπουργείο Γεωργίας. Ο δασοκόμος Παναγιώτης Μαρίνος, πρόσφατα απολυθείς από τη δασική υπηρεσία, ακολουθούσε τους δύο, ήδη από το ύψος του Υπουργείου Εξωτερικών, χωρίς να γίνει αντιληπτός. Στη Φιλελλήνων, τάχυνε το βήμα του και μπροστά στο γνωστό φαρμακείο του Μαρινόπουλου τούς έφτασε ζητώντας να συζητήσει μαζί τους. Τούτοι τον απέπεμψαν και τότε αυτός έβγαλε το περίστροφό του (κάποιες εφημερίδες αναφέρουν στο ρεπορτάζ ότι ήταν το υπηρεσιακό περίστροφό του, το οποίο δεν επέστρεψε με την απόλυσή του) και πυροβόλησε πρώτα κατά του Μαρκόπουλου με δύο σφαίρες και εν συνεχεία κατά του Δεβερώνη με επίσης δύο σφαίρες, από πολύ κοντινή απόσταση. Η μία σφαίρα κατά του Μαρκόπουλου τον διαπέρασε από το στόμα στο ινιακό οστό, και τον τραυμάτισε σοβαρά, ενώ η άλλη αστόχησε. Τον δε Δαβερώνη η πρώτη σφαίρα τον βρήκε στο κρεμαστό ρολόι της τσέπης του και σταμάτησε εκεί, χωρίς να τον πληγώσει, η δε δεύτερη, που εκτοξεύτηκε όταν ο δράστης διαπίστωσε ότι το θύμα δε βλήθηκε, τον βρήκε στο κεφάλι και ο θάνατός του ήταν ακαριαίος. Ο Μαρκόπουλος μεταφέρθηκε στο Α΄ Βοηθειών όπου και εξέπνευσε. Τον Δαβερώνη βρήκε ο θάνατος στα 45 χρόνια του και ήταν άγαμος, ενώ τον Μαρκόπουλο στα 38 και ήταν παντρεμένος με δύο παιδιά. Ο δε Μαρίνος ήταν 30 ετών και άγαμος (οι τελευταίες προσωπικές πληροφορίες για τους συμμετέχοντες στο επεισόδιο, προέρχονται από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων κείνης της εποχής).

1.Η οδός Φιλελλήνων προπολεμικά. Στην αρχή αυτής, στον αριθμό 6 (η αρίθμηση αρχίζει από το Σύνταγμα), βρισκόταν το γνωστό φαρμακείο Κ. Μαρινόπουλου, μπροστά στο οποίο δολοφονήθηκαν οι Μαρκόπουλος και Δαβερώνης (από το αρχείο του συγγραφέα)

Η οδός Φιλελλήνων προπολεμικά. Στην αρχή αυτής, στον αριθμό 6 (η αρίθμηση αρχίζει από το Σύνταγμα), βρισκόταν το γνωστό φαρμακείο Κ. Μαρινόπουλου, μπροστά στο οποίο δολοφονήθηκαν οι Μαρκόπουλος και Δαβερώνης (από το αρχείο του συγγραφέα)

   Στη συνέχεια, ο Μαρίνος τράπηκε σε φυγή πυροβολώντας κι απειλώντας κατά όποιον τον πλησίαζε, δείχνοντας ότι βρισκόταν σε κατάσταση αμόκ. Εισήλθε στο πάρκο του Ζαππείου για να κρυφτεί κι εκεί εντοπίστηκε από δύο αστυνομικούς που κατέφθασαν και τον εγκλώβισαν. Όπως λέγει το ρεπορτάζ (βλπ. εφημερίδες «Σκριπ», «Εμπρός», «Ριζοσπάστης», «Μακεδονία», στις οποίες αναζητήσαμε σχετική πληροφόρηση, στο φύλλο της 18ης-9-1929), ο αστυφύλακας Γκανάς τον πλησίασε και ο Μαρίνος έστρεψε το περίστροφο κατά του. Όμως ο αστυφύλακας είχε την ετοιμότητα να του κτυπήσει με το κλομπ τα χέρια και να πέσει το περίστροφο, το οποίο, όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, ήταν πλέον κενό σφαιρών. Άοπλος ο δράστης άρχισε να τρέχει, αλλά οι αστυνομικοί τον πρόλαβαν και με συνεχή κτυπήματα στο κεφάλι τον ζάλισαν και τον συνέλαβαν. Στα θυλάκια της ζώνης του βρέθηκαν 32 σφαίρες, τις οποίες δεν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει.

   Η ποινή που ακολούθως επιβλήθηκε στον Μαρίνο, στη δίκη που πραγματοποιήθηκε, ήταν ισόβια. Σύμφωνα με την έκθεση του Εισαγγελέα Αναστασίου Κιουρτάκη: «…υπήρξαν αμφότεροι αι δολοφονηθέντες εξιλαστήρια θύματα μιας εναργούς χειρός, την οποίαν όπλισε το μίσος, η εκδίκησις, η ψυχική πόρωσις και ύψωσεν η εγκληματική βούλησις και εν πλήρει ψυχική ηρεμία εσκεμμένη απόφασις. Και ο επελθών, πρόωρος, σκληρός και άδικος θάνατος των θυμάτων τούτων του καθήκοντος, εις την ακμήν της πλέον παραγωγικής δράσεως και ωριμότητος, ολοκληρώνει τον κύκλον του φωτοστεφάνου, ο οποίος αείποτε θα περιβάλει με ευλαβή θαυμασμόν την προσωπικότητα των ιεροφαντών τούτων μιας αδαμάστου ηθικής αντιστάσεως και ακάμπτου υπηρεσιακής θελήσεως».

   Το τραγικό στην ιστορία είναι η ατυχία του Μαρκόπουλου, ο οποίος την ημέρα της δολοφονίας του επρόκειτο ν’ αναχωρήσει το πρωί για τον Βόλο, όπου τον περίμενε ο (βολιώτης) Υπουργός Γεωργίας Κωνσταντίνος Σπυρίδης, για να συζητήσουν το ζήτημα της διαχείρισης των δασών του Πηλίου. Όμως, η πρωινή του αναχώρηση αναβλήθηκε λόγω της προγραμματισμένης συνεδρίασης του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών, στο οποίο ο Μαρκόπουλος προήδρευε. Κανόνισε έτσι με τον Υπουργό να συναντηθούν στο Βόλο το απόγευμα της ίδιας μέρας, και την επομένη να περιοδεύσουν στα δάση της Λάρισας, ενώ με τον Δαβερώνη, που τον αναπληρούσε εν τη απουσία του, κατά την πεζοπορία τους στη Φιλελλήνων συζητούσε τις τελευταίες υπηρεσιακές εκκρεμότητες πριν την αναχώρησή του. Εκεί τον βρήκε το βόλι του Μαρίνου…

     Το περιστατικό, όπως ήταν φυσικό, συντάραξε την ελληνική κοινωνία, και ιδιαίτερα έπληξε το δασικό κλάδο, αφού η οργάνωση της δασικής υπηρεσίας και του δασικού χώρου μόλις είχε ξεκινήσει με πολιτική πρωτοβουλία της κυβέρνησης Βενιζέλου, και τον όλο σχεδιασμό είχαν αναλάβει οι δύο δολοφονηθέντες, κι ιδιαίτερα ο Μαρκόπουλος. Μάλιστα, ενωρίτερα, η κυβέρνηση είχε στείλει τον Μαρκόπουλο στη Σκανδιναβία (συγκεκριμένα στη Σουηδία), για να ενημερωθεί για την εκεί οργάνωση της δασικής υπηρεσίας και για τη διαχείριση των δασών τους, ούτως ώστε να μεταφέρει τις εμπειρίες τους στο δικό μας σύστημα δασικής διοίκησης. Για το λόγο αυτό φάνηκε για τη δασική υπηρεσία ως πλήγμα η απώλεια των δύο ανδρών, δημιουργώντας δυσαναπλήρωτο κενό, κάμοντας το δασολόγο Αναστάσιο Στεφάνου να πει για την κατάσταση που κατόπιν επικράτησε στη δασική υπηρεσία: «Αν ζούσε εκείνος…, ήσαν τα λόγια που στριφογύριζαν εδώ και πολλά χρόνια τώρα στη σκέψη των παλαιών δασικών, εκείνων που είχαν γνωρίσει τον Μαρκόπουλο. (…) Την ώρα που σκοτώθηκε ο Μαρκόπουλος δεν ημπορούσαμε να σκεφτούμε μόνον τον Μαρκόπουλο, σκεφτόμαστε ολόκληρο το δασικό σώμα, ολόκληρο το ελληνικό δάσος» (Στεφάνου Αν., «Ο Μαρκόπουλος», περιοδικό «Δασικά Χρονικά», τεύχος 15ο, Ιανουάριος 1960). Στο ίδιο πνεύμα με τον Στεφάνου και ο Νικόλαος Μεταξάς, Διευθυντής Δασών την περίοδο 1957-1964, λέγει το 1949 για το δυσαναπλήρωτο κενό των δολοφονηθέντων: «…και αν όμως πέρασαν είκοσι χρόνια από το θάνατο των δύο ηγητόρων της δασικής υπηρεσίας, δεν πέρασε χρόνος, δεν πέρασε μήνας, εβδομάδα, ημέρα, είτε είμαστε κλεισμένοι μέσα στους τέσσερεις τοίχους του γραφείου μας, είτε είμαστε στο ύπαιθρο, ανεβαίνοντας καμιά δασοπλαγιά, που να μη μας εμπνέει το φωτεινό τους παράδειγμα, που να μη μας διδάσκει η υψηλή αρετή τους, που να μη μας φωτίζει το υπηρεσιακό μας έργο το έργο τους. “Τούτο έλεγε ο Μαρκόπουλος”, “Έτσι έκανε ο Μαρκόπουλος”. “Ο Μαρκόπουλος δε θα έκανε αυτό στην περίπτωση αυτήν”. “Ο Μαρκόπουλος με το νόμο αυτό ή εκείνο ήθελε να επιτύχει”. “Ο Μαρκόπουλος είχε…”. “Καλός σαν τον Δαβερώνη”. “Συνετός και δίκαιος σαν τον Δαβερώνη”. “Ευγενικός και καταδεκτικός σαν τον Δαβερώνη”. “Κράτησε ψηλά το αξίωμα που του ενεπιστεύθη η Πολιτεία ο Δαβερώνης”. Τέτοια κάθε ημέρα ακούγονται μεταξύ των συναδέλφων, είκοσι χρόνια μετά τη μεγάλη απώλεια, τέτοια και κάθε ημέρα θα ακούγονται και εις το μέλλον» (Μεταξάς Ν., «Ο Μαρκόπουλος και ο Δαβερώνης», τριμηνιαίον δασικόν δελτίον «Το δάσος», έκδοση του Υπουργείου Γεωργίας, Τριμηνία Γ΄ & Δ΄, αριθ. 11 & 12, έτος 1949, σελ. 225).

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Σκριπ», στο φύλλο της 18ης-9-1929, που αναφέρεται στο φονικό στη Φιλελλήνων (τον Μαρίνο τον ονοματίζει δασοφύλακα διότι κατά την κοινή αντίληψη τότε, ο δασοκόμος ήταν δασοφύλακας −εξάλλου, κατά τον Πάνο Γρίσπο στη «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος», σελ. 287, δεν υπήρχε καμιά διαφορά μεταξύ τους, παρά το γεγονός ότι ο νόμος τους ξεχώριζε)

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Σκριπ», στο φύλλο της 18ης-9-1929, που αναφέρεται στο φονικό στη Φιλελλήνων (τον Μαρίνο τον ονοματίζει δασοφύλακα διότι κατά την κοινή αντίληψη τότε, ο δασοκόμος ήταν δασοφύλακας −εξάλλου, κατά τον Πάνο Γρίσπο στη «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος», σελ. 287, δεν υπήρχε καμιά διαφορά μεταξύ τους, παρά το γεγονός ότι ο νόμος τους ξεχώριζε)

   Υπήρξε δε και πολιτική διάσταση στο ζήτημα, αφού με την απώλεια των δύο σημαντικών ανώτατων στελεχών της δασικής διοίκησης, θεωρήθηκε ότι είχε πληγεί ένας κοινωνικοοικονομικός τομέας, ο δασικός και γενικότερα αυτός της ορεινής υπαίθρου, στον οποίο η κυβέρνηση έδινε μεγάλη σημασία, καθότι τον θεωρούσε κομβικό για την ανάπτυξη της χώρας −αφού, αφενός η πλειονότητα του ελληνικού πληθυσμού τότε ζούσε στην ύπαιθρο, και κυρίως στον ορεινό χώρο, αφετέρου γιατί ήταν ένας τομέας με πηγές πλούτου, άυλες και υλικές, που δεν είχαν εκτιμηθεί και τώρα τούς δινόταν η σημασία που έπρεπε. Με την απώλεια όμως που συνέβη, το πρόγραμμα αντιμετώπιζε προβλήματα στην εφαρμογή του, κάτι που πολιτικά έπληττε την κυβέρνηση. Για το λόγο αυτό βλέπουμε τον προεδρεύοντα της κυβέρνησης Ανδρέα Μιχαλακόπουλο ν’ απευθύνεται στη χήρα του Μαρκόπολου με τα παρακάτω λόγια: «Αξιότιμος Κυρία, η Κυβέρνησις δοκιμάζει βαθυτάτην θλίψην διά την απώλειαν του αλησμονήτου συζύγου σας, όστις υπήρξεν ο ιδεώδης τύπος υπαλλήλου, ο εκτελέσας πάντοτε το καθήκον αυτού μετά θρησκευτικής προσηλώσεως και αδαμάστου αρετής, προσόντων τα οποία ανύψωσαν αυτόν εις αγλάϊσμα της ανωτάτης υπαλληλικής ιεραρχίας και διά τον οποίον το Κράτος εδικαιούτο να σεμνύγεται».

   Κάμοντας ένα σχόλιο σε τούτα λέγουμε ότι, μιαν αντίληψη ανάπτυξης της χώρας τέτοια, όπως αυτή που επιχειρήθηκε τότε, που να στηρίζεται στο πρωτογενές δυναμικό της χώρας και στην ελληνική ύπαιθρο (ιδιαίτερα στην ορεινή), βρίσκεται έξω από τον ορίζοντα των κρατούντων εδώ και αρκετές δεκαετίες, γι’ αυτό και βλέπουμε το ελληνικό φυσικό περιβάλλον συνεχώς να υποβαθμίζεται, η «ύπαιθρος χώρα» (έκφραση του καλού συγγραφέα και μεγάλου φυσιολάτρη Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου) να καταρρέει, και οι υπηρεσίες της διοίκησης που προστατεύουν και διαχειρίζονται το χώρο αυτό (οι δασικές κατά βάσιν) ν’ απομοιώνονται στο ρόλο τους, ν’ αποστερούνται αρμοδιοτήτων, και να τελούν υπό διάλυση.

Ποιος ήταν ποιος

   Ας γνωρίσουμε τους συμμετέχοντας στο περιστατικό, ας τους δούμε στο βίο τους· τι ο καθένας αντιπροσώπευε και ποιος ο ρόλος τους. Ας τους σκιαγραφήσουμε αποδίδοντας το κοινωνικοπολιτικό και διοικητικό πλαίσιο στο οποίο λειτούργησαν.

   Ο Πέτρος Μαρκόπουλος καταγόταν από οικογένεια υλοτόμων της Κορυτσάς. Σπούδασε με δικές του δαπάνες −κι όχι ως υπότροφος του ελληνικού κράτους− την επιστήμη της Δασολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Επιστρέφοντας από τις σπουδές του στο εξωτερικό και μετά τη στρατιωτική του θητεία, διορίστηκε το 1913 ως Δόκιμος Δασάρχης. Το 1919 ανέβηκε στη βαθμίδα του Επιθεωρητή Δασών, ενώ το 1923 τοποθετήθηκε Διευθυντής Δασών, θέση που κατείχε μέχρι και το 1929, όταν δολοφονήθηκε σε ηλικία 38 ετών. Η τοποθέτησή του στη θέση του Διευθυντή Δασών, παρά το νεαρόν της ηλικίας του (ήταν τότε 32 ετών!), πραγματοποιήθηκε από την επαναστατική κυβέρνηση του συνταγματάρχη Στυλιανού Γονατά, η οποία ήταν εκείνη που εφάρμοσε την απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου (όταν αρνήθηκε η προηγούμενη κυβέρνηση του Σωτηρίου Κροκιδά) και οδήγησε τους «έξι», που κρίθηκαν υπεύθυνοι για την Μικρασιατική Καταστροφή, στο εκτελεστικό απόσπασμα. Στη συνέχεια, οι επόμενες κυβερνήσεις διατήρησαν τον Μαρκόπουλο στη θέση του Διευθυντή, κυρίως λόγω των φιλελεύθερων πολιτικών πεποιθήσεών του, που κατά βάσιν συνέπλεαν με τις πολιτικές τους ή, κατ’ άλλους, διότι ήταν αξιόλογος και πολύτιμος −ακόμα και η δικτατορία του Πάγκαλου, το 1925, τον διατήρησε.

Ο Πέτρος Μαρκόπουλος το 1929

Ο Πέτρος Μαρκόπουλος το 1929

   Η τοποθέτηση του Μαρκόπουλου στη θέση του Διευθυντή Δασών, αντικαθιστώντας τον βασιλόφρονα Πέτρο Κοντό (μετέπειτα καθηγητή της Δασολογικής Σχολής στην έδρα της Δασικής Διαχειριστικής και της Δασικής Πολιτικής), απέρρευσε από μια ιδιότυπη εκλογική διαδικασία, που η επαναστατική δημοκρατική κυβέρνηση την επέβαλλε, και σκοπό είχε την εκλογή προσώπου αρεστού στην Επανάσταση, το οποίο όμως θα εκλεγόταν δημοκρατικά. Τότε επιλέχθηκαν τριάντα δασολόγοι που υπηρετούσαν σε δασικές υπηρεσίες της χώρας, εκ των οποίων οι δεκατέσσερεις ήταν Επιθεωρητές Δασών και οι υπόλοιποι Δασάρχες α΄τάξεως, για να ψηφίσουν τον νέο Διευθυντή Δασών. Εξ αυτών, μόνον ο Μαρκόπουλος και κάποιοι πολύ νεότεροί του ήταν «πραγματικοί» δασολόγοι, δηλαδή απόφοιτοι πανεπιστημιακής δασολογικής σχολής, ενώ οι υπόλοιποι ήταν απόφοιτοι των δασολογικών διδακτηρίων της Αυστρίας, οι οποίοι, ερχόμενοι στην Ελλάδα επεδίωξαν να ισοτιμηθούν με τους δασολόγους, ελλείψει ικανού αριθμού τέτοιων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Στις επιδιώξεις τους βρήκαν αντίθετο τον τότε Διευθυντή Δασών Πέτρο Κοντό, ο οποίος μάλιστα, από τη θεσμική του θέση εισηγήθηκε διάταξη νόμου που ν’ αποκλείει στους απόφοιτους των δασολογικών διδακτηρίων της εσπερίας να καταλαμβάνουν θέση Δασάρχη στα δασαρχεία της χώρας. Ο Μαρκόπουλος όμως, ως πιο πραγματιστής, θεωρούσε ότι με το υπάρχον δυναμικό των δασολόγων δε μπορεί ν’ ασκηθεί δασική διοίκηση, γι’ αυτό θα έπρεπε να δοθούν αρμοδιότητες στους δασολόγους των διδακτηρίων. Οι εκ των πανεπιστημίων δασολόγοι συνέκλιναν κατά το πλείστον με τις θέσεις του Κοντού προτείνοντας να χρησιμοποιούνται οι δασολόγοι των διδακτηρίων ως «μεσοδασολόγοι», μην έχοντες την εξέλιξη στην ιεραρχία που θα είχαν αυτοί, ως απόφοιτοι πανεπιστημίου. Μάλλον αυτός ήταν και ο πραγματικός λόγος που αποκλείστηκαν από την εκλογή, περισωζώμενοι κάποιοι συμφωνούντες με τον Μαρκόπουλο. Βέβαια, το «επίσημο» αιτιολογικό του αποκλεισμού τους ήταν πως η πλειοψηφία αυτών ήταν νέοι κι άπειροι, και ως εκ τούτου δεν είχαν το κατάλληλο κριτήριο για  την εκλογή του ικανού προσώπου που θα ηγηθεί στη δασική υπηρεσία!

   Παρά την αντίδραση του Κοντού, κατόρθωσαν οι παραπάνω να εξασφαλίσουν την ιδιότητα του δασολόγου, αρχικώς εν λευκώ, χωρίς δηλαδή να υποβληθούν σε διαδικασία αναγνώρισης του πτυχίου τους, κατόπιν, πάλι με παρέμβαση του Κοντού, με εξετάσεις σε πανεπιστημιακή επιτροπή, και τέλος (το 1941), για όσους από αυτούς δεν πήραν την αναγνώριση μέσω της επιτροπής, πάλι εν λευκώ −ένας από κείνους της τελευταίας περίπτωσης ήταν και ο Αντώνιος Χριστοδουλόπουλος, ο οποίος, μην κατέχων πανεπιστημιακό πτυχίο, ούτε τη σχετική αναγνώριση, ανήλθε δύο φορές (τα χρονικά διαστήματα 1935-1937 και 1941-1956) στη θέση του Διευθυντή Δασών. Είχαν όμως πρόβλημα με τους απόφοιτους των πανεπιστημίων, λόγω της κατώτερης μόρφωσής τους και των λιποβαρών διπλωμάτων τους. Και επιπλέον, σύμφωνα με τον Πάνο Γρίσπο: «Πολύ ολιγώτερον ήσαν κατάλληλοι διά την θέσιν του προϊσταμένου της υπηρεσίας, διότι τους έλειπεν η γενική φιλοσοφική θεώρησις των πραγμάτων, η σύλληψις της σημασίας του περιβάλλοντος, εντός του οποίου ανεπτύσσετο η δασοπονία, και διά τούτο, αντί να συνδέσουν στενώς το περιβάλλον με την δασοπονίαν, την απεμόνωσαν εξ αυτού» (Γρίσπος Π., «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος», έκδοση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας – Τομεύς Γεωργίας / Γενική Διεύθυνσις Δασών, Αθήναι 1973, σελ. 292).

   Το παραπάνω πρόβλημα εφάνη όταν ξεκίνησαν να συντάσσονται συστηματικά τα διαχειριστικά σχέδια των δασών των Ελλάδας, με εντολή του Μαρκόπουλου, στα οποία επικεφαλής κάθε συνεργείου ήταν συνήθως δασολόγος των δασολογικών διδακτηρίων (ως αρχαιότερος στην ιεραρχία) με βοηθό (νεαρό τότε) δασολόγο πανεπιστημίου, ο οποίος είχε το βαθμό του Δόκιμου Δασάρχη. Κατά τη σύνταξη των σχεδίων υπήρξε διαφωνία μεταξύ τους ως προς λήμματα, τέτοια που δόκιμοι δασάρχες απεχώρησαν από τα συνεργεία μη θέλοντας «να συμπράξουν στο έγκλημα που συντελούνταν», καθώς η τοιαύτη διαχείριση οδηγούσε «στην υπερεκμετάλλευση των δασών, σε βαθμό αποψιλώσεώς τους!» Τελικά δικαιώθηκαν αργότερα, όταν απαιτήθηκε ν’ αναθεωρηθούν σχεδόν όλα τα εγκριθέντα από τον Μαρκόπουλο λήμματα, καθώς υπήρχε κίνδυνος με τη συγκεκριμένη διαχείριση να χαθούν τα δάση της χώρας! «Δεν ήταν», σύμφωνα με τον Πάνο Γρίσπο, «η διαφορετική αντίληψις στη διαχείριση των δασών που οδήγησε σε μελέτες τέτοιες, αλλά το επίπεδο των διαχειριστών, οι οποίοι δε μπορούσαν ν’ αντιληφθούν την σημαντικότητα της εργασίας των, ακριβώς διότι δεν είχαν το υπόβαθρο γι’ αυτό». Ο έγκριτος δασολόγος Ιωάννης Κοκκίνης είχε γράψει τότε στην «Οικονομικό Ταχυδρόμο»: «…η πλημμελής σύνταξις των διαχειριστικών σχεδίων ωφείλετο εις τα πρόσωπα». Ο δε «σκληροπυρηνικός» Πέτρος Κοντός μιλούσε για «προλεταριοποίηση των ελληνικών δασών», που επέρχεται «διά της αποψιλώσεώς τους μέσω της διαχειρίσεώς τους από ημιμαθείς», καταγγέλοντας σχετικά: «Την εγκληματικήν ταύτην αποψίλωσιν και προλεταριοποίησιν των ελληνικών δρυμών δεν υπάρχει επαρκής λέξις διά να την χαρακτηρίσει. (…) Και τούτο εν ονομάτι της Επιστήμης! Ύψιστε Θεέ! Αι λέξεις έχασαν την σημασίαν των» (Κοντός Π., «Δασική ελληνική ιστορία», Αθήναι 1929, σελ. 258).

   Οι δασολόγοι των δασολογικών σπουδαστηρίων δε συγχώρεσαν ποτέ στον Πέτρο Κοντό για την εχθρική προς αυτούς στάση του, και στο πρόσωπό του έβλεπαν τη σκοτεινή πλευρά της διοίκησης. Στον δε Μαρκόπουλο είδαν τον ανανεωτή, το ανοικτό μυαλό. Αυτοί, στη διαδικασία εκλογής του Διευθυντή Δασών είχαν εκ των πραγμάτων αποκλειστεί ως υποψήφιοι, θέτοντας τους εαυτούς τους εκτός εκλογής, έχοντας το ρόλο του ψηφοφόρου και μόνον, αφού θεώρησαν ότι αρμόζει κι επιβάλλεται ηθικά να εκλεγεί Διευθυντής κάποιος που είναι απόφοιτος πανεπιστημίου, οπότε ξεχώριζε για να ψηφιστεί ο εξής ένας: ο Πέτρος Μαρκόπουλος. Σύμφωνα με τον απόφοιτο του δασικού διδακτηρίου του Μπρουκ της Αυστρίας Αντώνιο Χριστοδουλόπουλο, συμμετέχοντα στην τοτινή ψηφοφορία: «…τα βλέμματα πάντων εστράφησαν σχεδόν αυτομάτως προς τον Μαρκόπουλον, όστις και υπεδείχθη μεταξύ πάντων, ως ο μόνος ενδεδειγμένος άνθρωπος της περιστάσεως» (Χριστοδουλόπουλος Αντ., «Πέτρος Μαρκόπουλος», περιοδικό «Δασική Ζωή», τόμος Δ΄, Ιανουάριος 1936).

10

Μια ιστορική φωτογραφία: το επιστημονικό επιτελείο της Υπηρεσίας Χειμάρρων φωτογραφίζεται στα αποπερατωθέντα διαδοχικά φράγματα κλάδου Νεβροβουνίστας Μουζακίου το 1932. Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά οι εξής δασολόγοι: Αν. Κοφινιώτης, Ν. Μεταξάς, Λ. Οικονομίδης, Σ. Τσιτσάς και Ι. Ζαζάς (από το αρχείο της δασικής υπηρεσίας)

   Ο Μαρκόπουλος, σύμφωνα με τον, αυστηρά κριτικό προς αυτόν, δασολόγο Πάνο Γρίσπο, «είχε πολύ καλή επιστημονική μόρφωση, ισχυράν πνευματικήν ιδιοσυγκρασίαν, (…) ήτο εργατικότατος, διεκρίνετο διά τον ανεπίληπτον χαρακτήρα του, άτεγκτον μέχρι αδιαλλαξίας και αυστηρόν μέχρι αδικίας». Πλην όμως, το μεγάλο μειονέκτημά του ήταν ότι, «ενώ κλήθηκε να αναλάβει την διεύθυνσιν μιας Υπηρεσίας με πολύ κοινωνικόν περιεχόμενον, χαρακτηρίζετο από έλλειψιν φιλοσοφικής μορφώσεως και αντιλήψεως, καθώς και έλλειψιν δημιουργικής φαντασίας» (Γρίσπος Π., «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος», έκδοση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας – Τομεύς Γεωργίας / Γενική Διεύθυνσις Δασών, Αθήναι 1973, σελ. 285). Ο συγκλίνων με τις πεποιθήσεις του Μαρκόπουλου, δασολόγος Αναστάσιος Στεφάνου, που τις περισσότερες φορές έβρισκε απέναντί του τον Γρίσπο −στην πραγματικότητα επρόκειτο για ανθρώπους διαφορετικών αντιλήψεων, που απέρρεαν από το ιδεολογικό τους υπόβαθρο, αφού ο ένας ήταν φιλελεύθερος (ο Στεφάνου) και ο άλλος συντηρητικός (ο Γρίσπος)−, περιγράφει αυτόν ως άνθρωπο με «αφάνταστη γοργή αντίληψη, ακράτητο ενθουσιασμό, τόλμη εις τις ανεπηρέαστες πολιτικών πιέσεων αποφάσεις του, και έχοντα θαυμαστό συνδυασμό δυνάμεως κι επιβολής». «Είχε», συνεχίζει ο Στεφάνου, «σιδηρά πειθαρχία στο δασικό σώμα, σεμνή μετριοφροσύνη στον ιδιωτικό του βίο, πατροπαράδοτη ελληνική ζωή στην οικογένειά του, και παν’ απ’ όλα είχε πίστη, πίστη και αγάπη προς το δάσος, προς τον άνθρωπο. Η πίστις στα ιδανικά του, η ακλόνητη πίστις ήταν που εθέρμαινε, χωρίς διακοπή, την ψυχή του Μαρκόπουλου. Έτσι ενιαίος και αδίχαστος, με ακράδαντη πίστη στη δύναμη του εαυτού του, αντίκρυσε τη δασική κατάντια που παρέλαβε πολύ νέος ακόμη κι αδοκίμαστος. Και τα κατάφερε στο έργο του διότι είχε τη δύναμη της ανανεώσεως, είχε μέσα του το φως, το οποίον αδιάκοπα ανανεούμενο έστελνε την ακτινοβολίαν του παντού» (Στεφάνου Αν., «Ο Μαρκόπουλος», περιοδικό «Δασικά Χρονικά», τεύχος 15ο, Ιανουάριος 1960).

   Μάλιστα ο Στεφάνου διηγείται μια ιστορία για τον Μαρκόπουλο, που δείχνει τον ισχυρό χαρακτήρα του, το κύρος του και το μέγεθός του στην ελληνική διοίκηση. Όταν το 1926, ένας δυσαρεστημένος με τον Μαρκόπουλο κεφαλαιοκράτης, ένα σημαντικό στέλεχος τότε της ελληνικής κοινωνίας, απευθύνθηκε στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, Υπουργό Γεωργίας στην κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη, για να διαμαρτυθεί, αυτός τον ρώτησε με αυστηρότητα: «Πήγατε στον κ. Μαρκόπουλο;» «Πήγα, αλλά ήταν αρνητικός στο αίτημά μου», απάντησε ο κεφαλαιοκράτης. «Τότε δεν μπορώ να σας εξυπηρετήσω», ανταπάντησε ο Υπουργός. Και συνέχισε: «αφού το είπε ο κ. Μαρκόπουλος, σημαίνει ότι το αίτημά σας δε δύναται να ικανοποιηθεί». «“Αφού το είπε ο Μαρκόπουλος…”, ο λόγος του ήταν ιερός!», σχολιάζει με έμφαση ο Στεφάνου…

   Μια πιο ανθρώπινη πλευρά του Μαρκόπουλου μάς δίνει ο δασολόγος Πάνος Ζέρβας (εκ των ψηφοφόρων του στην εκλογή του, όπως ο ίδιος ομολογεί): «Προερχότανε από οικογένεια που δεν ήτανε ξένη με τα δάση και ημπορεί κανείς να πει ότι ίσως κι απ’ αυτήν ακόμη την αιτία να απέρρεε το φιλοδασικό αίσθημά του, που ξεχυνότανε σε κάθε σκέψη του, σε κάθε ενέργειά του, δεν ήτανε απλό επαγγελματικό. Ήτανε στο αίμα του. Αγάπησε και τα δάση και τον κλάδο κι αφοσιώθηκε στο καθήκον του σαν σε θρησκεία. Να γιατί, χωρίς να παρανοήσουμε ή να υποτιμήσουμε τα όσα οι προηγούμενοί του είχαν ως τότε επιτελέσει, κρατάει αδιάσειστα την πρώτη θέση, σχετικά με τα όσα νομοθετήματα πέτυχε να ψηφιστούν στα εξ χρόνια που έζησε ως Διευθυντής του. (…) Θα θυμάμαι την αγωνία του και τη λαχτάρα του ως να πετύχει να περάσει τον Κώδικα από την τότε Επιτροπή των Υπουργών (σημείωση: εννοεί το νόμο 4173/1929, που ήταν Δασικός Κώδικας), γιατί ήμουνα μαζί του και τον παρακολουθούσα: όλες τις ώρες που κράτησε η σχετική συζήτησις. Θα θυμάμαι όμως και την ανυπόκριτη χαρά του όταν τον πέρασε (τον Κώδικα), χαρά που έδειχνε την παιδιακίστικη καρδιά που έκρυβε κείνο το γερό κι αθλητικό κορμί του. Εδώ μού δίνεται η αφορμή να προσθέσω και τούτο ακόμη. Ότι θα θυμάμαι, και μαζί με μένα και όλοι όσοι τον είχαν καλά γνωρίσει, το αθώο γέλιο του, που δεν έφευγε εύκολα από τα χείλια του, ακόμη κι όταν οι παράλογες, πιεστικές και μη νόμιμες απαιτήσεις, άσχετα αν του υποβαλόντουσαν από κάτω ή από πάνω, έφταναν, όχι βέβαια άδικα, να τον εκνευρίζουν μερικές φορές. Τέτοια ήτανε η καλοκαγαθοσύνη του, μέσα όμως στην άτεγκτη εκπλήρωση του καθήκοντός του» (Ζέρβας Π., «Ο Μαρκόπουλος και ο Δαβερώνης», τριμηνιαίον δασικόν δελτίον «Το δάσος», έκδοση του Υπουργείου Γεωργίας, Τριμηνία Γ΄ & Δ΄, αριθ. 11 & 12, έτος 1949, σελ. 229).

   Ο Μιχαήλ Δαβερώνης ήταν πολιτικός μηχανικός. Εστάλη μετά από διαγωνισμό ως υπότροφος του ελληνικού κράτους στο πανεπιστήμιο του Μονάχου στη Γερμανία, για να σπουδάσει τη δασολογία, μαζί με τους Ιωάννη Κοκκίνη, Πέτρο Κοντό, Θεόδωρο Διαμαντόπουλο, Νικόλαο Σπηλιωτόπουλο και Νικόλαο Γεννηματά, οι οποίοι αποτέλεσαν, κάπου στις αρχές του 20ου αιώνα, τη βασική σειρά υποτρόφων της δασολογίας που εισήλθαν στην ενεργό ελληνική δασοπονία και πρόσφεραν σε αυτήν από τις θέσεις που τοποθετήθηκαν (κάποιοι στη διοίκηση, άλλοι στο πανεπιστήμιο). Ο Δαβερώνης διορίστηκε με τον ερχομό του από τη Γερμανία το 1902 ως Δόκιμος Δασάρχης. Το 1909 ανήλθε στη βαθμίδα του Επιθεωρητή Δασών, στη συνέχεια τοποθετήθηκε Διευθυντής του Βασιλικού Κτήματος του Τατοΐου, ενώ από το 1921 προήχθη σε Γενικό Επιθεωρητή Δασών, μια θέση που κατείχε έως τη δολοφονία του. Η τοποθέτηση του αρκετά νεώτερού του Μαρκόπουλου (ηλικιακά και υπηρεσιακά) στη θέση του Διευθυντή Δασών δε φαίνεται να τον επηρέασε στη συνεργασία μαζί του, παρά το γεγονός ότι ο Μαρκόπουλος τον είχε προηγουμένως προϊστάμενο (όταν ο Μαρκόπουλος ήταν Επιθεωρητής Δασών, ο Δαβερώνης ήταν Γενικός Επιθεωρητής Δασών). Και τούτο λόγω του πειθήνιου χαρακτήρα του, που τον έκαμε να ενεργεί πάντα ως στρατιώτης στο καθήκον, για το καλό της υπηρεσίας −ίσως ρόλο σε αυτό να έπαιξε και η προηγούμενη θητεία του Δαβερώνη στο Βασιλικό Κτήμα του Τατοΐου, στο οποίο υπηρετούσαν κατά βάσιν φιλοβασιλικοί, που τον απέκλειε να διεκδικήσει ηγετική θέση στη διοίκηση με την κυβέρνηση των επαναστατών, η οποία εκδίωξε τον Βασιλιά. Μάλιστα, με τον Μαρκόπουλο η χρόνια συνεργασία του υπήρξε υποδειγματική, σε σημείο που αναπτύχθηκε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Ο δύσκολος και δύσπιστος, μη εύκολος στις συνεργασίες, Μαρκόπουλος, που συνήθιζε να διεκπαιρεώνει τις υποθέσεις μόνος του, εμπιστευόταν μόνο τον Δαβερώνη να τον αναπληρεί, και σε αυτόν ανέθετε υποθέσεις που σε διαφορετική περίπτωση θα τις χειριζόταν προσωπικά −τούτο βέβαια δεικνύει και την αξιοσύνη του Δαβερώνη.

Ο Μιχαήλ Δαβερώνης το 1929

Ο Μιχαήλ Δαβερώνης το 1929

   Ο Δαβερώνης είχε καλή επιστημονική κατάρτιση και εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες, ήταν μεθοδικός κι ακάματος, πλην όμως δεν είχε τη στόφα του ηγήτορα, κάτι που χαρακτήριζε τον Μαρκόπουλο. Αναγνωρίζοντάς του μάλλον αυτό το προσόν, «υποτάχθηκε» στη μοίρα του, κι αρκέστηκε να έχει δεύτερο ρόλο στην κορυφή της διοικητικής δασικής ιεραρχίας, τασσόμενος υπό τις εντολές αυτού. Ο Δαβερώνης, σύμφωνα με τον δασολόγο Πάνο Ζέρβα, δεν είχε τη φιλοδοξία να ηγηθεί, ήθελε μόνο να διοικήσει και να προσφέρει έργο στην υπηρεσία, για το καλό του δάσους, το οποίο υπεραγαπούσε· αυτό λέγουν κι άλλοι που τον γνώρισαν. Είχε υψηλή αίσθηση του καθήκοντος, υπηρετώντας το δασικό αντικείμενο με ιδιαίτερο ζήλο, παρά το γεγονός ότι αρχικώς ήταν ξένος προς αυτό, αφού ήταν πολιτικός μηχανικός. Ο Δαβερώνης επιδόθηκε στην εσωτερική οργάνωση της δασικής υπηρεσίας, ένα σημαντικό έργο που του ανατέθηκε από τον Μαρκόπουλο και ήταν τραγικά δύσκολο, καθότι η δασική υπηρεσία έπρεπε να οργανωθεί σε ένοπλο πολιτικό σώμα (έτσι προοριζόταν, κατά το σχεδιασμό του Μαρκόπουλου να είναι), αποκτώντας πειθαρχία κάπως ανάλογη με την στρατιωτική. Το έργο της θεωρούνταν δυσκολότερο του αστυνομικού σώματος, αφού είχε ν’ αστυνομεύσει και να διευθετήσει έναν ανοργάνωτο τόπο, άγριο και με δυσεπίλυτα προβλήματα, τον ορεινό, στον οποίο δέσποζε η αναρχία, η απειθαρχία, αλλά και η παρανομία (βλέπε τη ληστεία). Επιπροσθέτως, η δασική υπηρεσία, εκτός από υπηρεσία τάξης ήταν και περιβαλλοντική υπηρεσία, και στο διττό τούτο ρόλο της έπρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στο κοινωνικό με το υπηρεσιακό και το επιστημονικό στοιχείο. Όλα τούτα τα είχε εμπεδωμένα ο Δαβερώνης και δούλευε προς το ισόρροπό τους, κάτι που δείχνει άνθρωπο συγκροτημένο, με ιδιοσυγκρασία κι αισθητήριο. Με άλλα λόγια, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για τη σημαντική τούτη θέση που κατείχε. Και μολαταύτα, «και παρ’ όλη τη σκληρότητα που το επάγγελμα τον ανάγκαζε να δείχνει κάποτε-κάποτε, είχε κατακτήσει την αγάπη και την εκτίμηση και του κλάδου και της κοινωνίας, γιατί τον χαρακτήριζαν δύο μεγάλες αρετές: η ευγένεια και η καλοσύνη» (Ζέρβας Π., «Ο Μαρκόπουλος και ο Δαβερώνης», τριμηνιαίον δασικόν δελτίον «Το δάσος», έκδοση του Υπουργείου Γεωργίας, Τριμηνία Γ΄ & Δ΄, αριθ. 11 & 12, έτος 1949, σελ. 229).

     Ο Παναγιώτης Μαρίνος, ο οποίος καταγόταν από τον Μώλο Φθιώτιδας, ήταν δασοκόμος στο Δασαρχείο Αττικής με περιοχή ευθύνης την Κηφισιά. Ήταν απόφοιτος πρακτικής δασοκομικής σχολής. Θεωρούνταν σκληρός και τραχύς, δύσκολος χαρακτήρας, τον οποίο η τοπική κοινωνία κυριολεκτικά «έτρεμε». Αυτός ήταν και ο λόγος της αποπομπής του από την υπηρεσία, ότι δηλαδή χρησιμοποιούσε την υπηρεσιακή του θέση ως μέσο επιβολής, που οδήγησε στο τραγικό επεισόδιο.

Ο Παναγιώτης Μαρίνος όπως απεικονιζόταν στην υπηρεσιακή του ταυτότητα

Ο Παναγιώτης Μαρίνος όπως απεικονιζόταν στην υπηρεσιακή του ταυτότητα

Ποιος ο λόγος της δολοφονίας

   Ο Μαρίνος είχε, κατά την αντίληψή του, λόγο να δολοφονήσει. Τον έκριναν −όπως πίστευε− άδικα οι προϊστάμενοί του και τον απέπεμψαν χωρίς να τον σεβαστούν, χωρίς καν ν’ αξιολογήσουν το έργο του, αποδίδοντάς του μια μομφή που δεν την ανεχόταν ο εγωισμός του. Τον κατηγόρησαν για χρησιμοποίηση της υπηρεσιακής θέσης του ως μέσο επιβολής, και τον απέπεμψαν από τη διοίκηση. Τον θεώρησαν, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ένοχο, χωρίς ουσιαστικά να τον ακούσουν, χωρίς να τον αφήσουν ν’ αποδείξει την αθωώτητά του, παρά μόνον αρκέστηκαν στην αποδοχή των κατηγοριών από τους καταγγέλλοντές του, που ήταν προηγουμένως κατηγορούμενοι από αυτόν. Και το σημαντικότερο που θεωρούσε: δε δικάστηκε, δεν καταδικάστηκε από τη δικαιοσύνη, δεν υπήρξε ποινικό παράπτωμα, αλλά τον καταδίκασε η ίδια η διοίκηση, υπήρξε πειθαρχικό παράπτωμα −που μπορούσε ν’ αποφέρει μιαν ελαφρότερη ίσως τιμωρία, αν όντως υπήρχε, κι όχι την απόλυση. Τούτα όλα διαμόρφωναν στο μυαλό του την ασφαλή δικαιολογία της επαχθούς πράξης του: να δολοφονήσει αυτούς που τον καταδίκασαν.

   «Ήταν πολλά», είπε στην απολογία του, «που μου έκαναν. Και, στην απόγνωσή μου, δεν είχα άλλη σκέψη από να σκοτωθώ ή να σκοτώσω. Αυτή θα ήταν η κατάληξη. Προτίμησα το δεύτερο, διότι έτσι θ’ απάλλασα την υπηρεσία από αυτούς που την καταδυνάστευαν. Αν αυτοκτονούσα, θα περνούσε η αντίληψη ότι η κοινωνία απαλλάχτηκε από έναν μιαρό. Αλλά δεν είναι έτσι. Διότι άδικα κατηγορήθηκα. Παρόλα αυτά, και παρά το γεγονός ότι είχα αποφασίσει να τους σκοτώσω, θέλησα την ίστατη στιγμή να τους μιλήσω, να εξηγηθώ μαζί τους. Μήπως, έστω και τότε, αλλάξει κάτι. Ζήτησα να μιλήσουμε εκεί στο δρόμο, γιατί στα γραφεία τους δε με δεχόντουσαν, ήμουν απόβλητος γι’ αυτούς. Μα και στο δρόμο, μόλις με είδαν κοντά τους, άρχισαν να μου φωνάζουν, να με βρίζουν και να με σπρώχνουν. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να τους σκοτώσω, για να μην ξανακάνουν κακό σε κανέναν άλλο υπάλληλο, όπως έκαναν σε μένα» (από την απολογία του Μαρίνου, όπως δημοσιεύτηκε στον Τύπο κατά την εποχή της δίκης του).

11

Η Κηφισιά το 1930 −εν χωριό μέσα σε δάσος!−, οπού προηγούμενως δραστηριοποιούνταν εκεί υπηρεσιακώς ως δασοκόμος ο Παναγιώτης Μαρίνος (από το αρχείο του συγγραφέα)

   Τι οδήγησε όμως στο τραγικό επεισόδιο στην Φιλελλήνων; Ποιος ο λόγος για τον οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να χαθούν δύο ανθρώπινες ζωές;

   Περίπου ένα έτος πριν από τη δολοφονία, ο Μαρίνος είχε κατηγορηθεί για πειθαρχικό παράπτωμα· συγκεκριμένα, για χρησιμοποίηση της υπηρεσιακής θέσης του ως μέσο επιβολής, δραστηριοποιούμενος στην περιοχή της Κηφισιάς. Στην ένορκη διοικητική εξέταση που είχε ενεργήσει ο Επιθεωρητής Δασών Αττικής Ιωάννης Οικονόμου, τον είχε κρίνει ένοχο. Εξοργισμένος ο Μαρίνος από το άδικο, όπως ισχυριζόταν, πόρισμα του Οικονόμου, στο οποίο δικαίωνε τους παραβάτες, που αυτός δίωκε, και καταδίκαζε τον ίδιο, δημιούργησε επεισόδιο στο γραφείο του τελευταίου, ο οποίος τον ανέφερε στο Υπουργείο Γεωργίας. Τότε επενέβη ο Γενικός Επιθεωρητής Δασών Μιχαήλ Δαβερώνης, ο οποίος συνέταξε νέο πόρισμα που έκρινε επίσης ένοχο τον Μαρίνο, αυτή τη φορά και για την απειλή της ζωής του Οικονόμου, και πρότεινε της οριστική παύση του από τη δασική υπηρεσία. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Υπουργείου Γεωργίας, με εισήγηση του Μαρκόπουλου για απόλυση του Μαρίνου, κι αυτό γνωμοδότησε υπέρ της απολύσεώς του. Με απόφαση του υπουργού αποπέμφθηκε από την υπηρεσία. Στη συνέχεια ο Μαρίνος, που θεωρούσε τον εαυτό του κατάφορα αδικημένο, διότι, όπως υποστήριζε, η υπηρεσία ενήργησε υπέρ των παρανομούντων πολιτών διώκοντας τον εντεταλμένο διώκτη τους, στηριζόμενη στην απόφασή της αυτή στις καταγγελίες τους, χωρίς άλλα στοιχεία, ζητούσε να συναντήσει τους τελικούς υπεύθυνους της αποπομπής του, τον Μαρκόπουλο και τον Δαβερώνη, για να τους εξηγήσει και να θεραπευθεί η αδικία. Θεωρούσε, όπως έλεγε, ότι όλα ήταν μια παρεξήγηση, πως οι προϊστάμενοί του είχαν λάθος καταλάβει και πως συνειδητοποίησαν ότι έσφαλαν, αλλά, για να μην πληγεί το κύρος τους, δεν υποχωρούσαν. Αυτοί δεν τον δέχονταν, και μάλιστα έδωσαν εντολή στον θυρωρό του υπουργείου να μην του επιτρέπει την είσοδο στο κτήριο. Μάλιστα, όπως ο ίδιος υποστήριξε, κάποια στιγμή που μπήκε στο υπουργείο χωρίς να τον αντιληφθούν και εισχώρησε στο γραφείο του Μαρκόπουλου, αυτός, που ήταν δυνατός κι αθλητικός, χειροδίκησε εναντίον του και κλωτσηδόν τον πέταξε έξω. Ο Μαρίνος κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία, αλλά αυτή δεν έκανε τίποτα, διότι πίστεψε τον Μαρκόπουλο, που ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν εν αμύνη κι ότι ήθελε να προστατέψει τον εργασιακό του χώρο.

Ο Διευθυντής Δασών Αντώνιος Χριστοδουλόπουλος στο Τρισάγιο προς τιμήν των νεκρών Μαρκόπουλου και Δαβερώνη την 20η Οκτώβρη 1949 (πηγή: «Το δάσος», έκδοση του Υπουργείου Γεωργίας, Τριμηνία Γ΄ & Δ΄, αριθ. 11 & 12, έτος 1949)

Ο Διευθυντής Δασών Αντώνιος Χριστοδουλόπουλος στο Τρισάγιο προς τιμήν των νεκρών Μαρκόπουλου και Δαβερώνη την 20η Οκτώβρη 1949 (πηγή: «Το δάσος», έκδοση του Υπουργείου Γεωργίας, Τριμηνία Γ΄ & Δ΄, αριθ. 11 & 12, έτος 1949)

   Κατόπιν ο Μαρίνος αιτήθηκε την επανεξέταση της υπόθεσής του από το Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο ζήτησε εισήγηση από τον Μαρκόπουλο, που και πάλι ήταν αρνητικός. Ακολούθως ο Μαρίνος αιτήθηκε με τη διαδικασία των διορισμών την επαναπρόσληψή του στη δασική υπηρεσία, αλλά βρήκε και πάλι μπροστά του τον Μαρκόπουλο, ο οποίος απέρριψε την αίτησή του. Τέλος, αφού είδε ότι διά της ευθείας οδού δεν πετυχαίνει το στόχο του, στράφηκε σε πλάγια μέσα. Ζήτησε ακρόαση από τον Υπουργό Γεωργίας Ιωάννη Κανναβό (ήταν Υπουργός Γεωργίας στην κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου από τις 4-7-1928, ενώ τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Σπυρίδης στις 7-6-1929), και με παρέμβαση βουλευτή του τόπου καταγωγής του, ο υπουργός τον δέχτηκε και τον άκουσε. Υποκύπτοντας δε σε πολιτικές πιέσεις που του ασκήθηκαν, διέταξε την επαναπρόσληψη του Μαρίνου, αλλά παρενέβη και πάλι ο Μαρκόπουλος, ο οποίος συζήτησε με τον υπουργό και τον μετέπεισε. Η εξέλιξη αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι στην ολέθρια σχέση του Μαρίνου με τον Μαρκόπουλο. Τον είχε στοχεύσει, και τον είχε θεωρήσει υπεύθυνο για τα δεινά του, μαζί με τον Δαβερώνη, που εισηγήθηκε την αποπομπή του. Μολοντούτο, ένα μήνα πριν από το μοιραίο γεγονός έκαμε μιαν άλλη κίνηση. Ζήτησε αντίγραφα όλου του φακέλου για να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Ο Δαβερώνης, που αναπληρούσε τον Μαρκόπουλο, ο οποίος απουσιάζε στη Σουηδία για υπηρεσιακούς λόγους, του τα αρνήθηκε. Ο Μαρίνος έγινε έξαλλος. Προσέφυγε στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Γεωργίας Στυλιανό Πιστολάκη, ο οποίος έδωσε εντολή να του δοθούν. Πλην όμως, ο Μαρίνος είχε πάρει την απόφασή του: Θα τιμωρούσε τους τιμωρούς του, τους απηνείς διώκτες του.

   Διαβάζουμε τη μαρτυρία του στην εφημερίδα «Σκριπ», στο φύλλο της 18ης-9-1929: «Χθες το βράδυ πήρα την απόφαση. Στην αρχή είχα αποφασίσει ν’ αυτοκτονήσω. Εκάθισα μάλιστα και έγραψα μίαν επιστολή προς τους οικείους μου. Αλλά κατόπιν μετενόησα, διότι είδα ότι εγώ δεν έφταιγα εις τίποτε. Και είπα: Γιατί να σκοτωθώ εγώ και να μη σκοτώσω εκείνους που μ’ έφεραν σ’ αυτήν την θέσιν; (…) Δεν μετανοώ καθόλου για ότι έκανα, Το εσκέφτηκα πολύ καλά. Ήμουν υπόδειγμα εις την υπηρεσίαν μου, κανονικά έπρεπε να με βράβευαν ως τον αξιότερο υπάλληλο της δασικής υπηρεσίας. Αντ’ αυτού μ’ έδιωξαν μετά τις ανακρίσεις που ενήργησεν… όπως τας ήθελεν ο κ. Οικονόμου. Ύστερα είπεν ψέμματα ότι απεπειράθην να τον σκοτώσω. Με τον τρόπο αυτόν επιβάρυναν ακόμη περισσότερον την θέσιν μου, αφού πρώτα με κατηγόρησαν ότι μεταχειρίσθην το αξίωμά μου ως μέσον επιβολήν. Ο δε Μαρκόπουλος με κτύπησε και με κλώτσησε στο γραφείο του. Ήμουν ένα σκυλί γι’ αυτόν. Ενώ ο Δαβερώνης με πέταξε έξω από το γραφείο του, λέγοντάς με ότι η δικαιοσύνη στο εξής θα έχει να κάμει με εμέ. Δεν την άφησαν όμως να με δικάσει. Με δίκασαν και με καταδίκασαν πρώτοι αυτοί».

Κατάθεση κλάδων δασικών δένδρων στους τάφους των Μαρκόπουλου και Δαβερώνη την 20η Οκτώβρη 1949 (πηγή: «Το δάσος», έκδοση του Υπουργείου Γεωργίας, Τριμηνία Γ΄ & Δ΄, αριθ. 11 & 12, έτος 1949)

Κατάθεση κλάδων δασικών δένδρων στους τάφους των Μαρκόπουλου και Δαβερώνη την 20η Οκτώβρη 1949 (πηγή: «Το δάσος», έκδοση του Υπουργείου Γεωργίας, Τριμηνία Γ΄ & Δ΄, αριθ. 11 & 12, έτος 1949)

Ποια τα πραγματικά αίτια του φονικού

   Ο λόγος του φονικού, που αναφέρθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, δεν αποτελεί την πραγματική του αιτία. Αυτός ανεδείχθη από τις καταστάσεις που τον εξέθρεψαν κι έχουν αίτια δημιουργίας τους βαθύτερα. Πρέπει να τ’ αναζητήσουμε στις πολιτικές που σχεδιάστηκαν και στον τρόπο που υλοποιήθηκαν, στις νοοτροπίες που καλλιεργήθηκαν, στις πρακτικές που εφαρμόστηκαν, και γενικότερα στο πώς στήθηκε και λειτούργησε το οικοδόμημα της −νιόκοπης ακόμη, αν και 80 ετών προσπαθούμενης!− δασικής υπηρεσίας. Μιας υπηρεσίας ιδιαίτερης και σημαντικής, που έπρεπε, κρατώντας ισορροπίες και τηρώντας τους επιστημονικούς, ηθικούς και λειτουργικούς του συστήματος κανόνες, να προστατέψει το δημόσιο αγαθό του δάσους, αλλά και να διαχειριστεί έναν απαιτητικό φυσικό και κοινωνικό χώρο, τον ορεινό· εν έργο εξαιρετικά δύσκολο κι επίπονο στην υλοποίησή του, που απαιτούσε λειτουργούς συνειδητοποιημένους, με κατάρτηση, με ήθος και ύψος −που, απ’ ότι φάνηκε, πολλοί δεν το είχαν!..

   Ο Μαρκόπουλος επί έξι χρόνια πριν τη δολοφονία του κυριαρχούσε ως προσωπικότητα στο δασικό χώρο, επισκιάζοντας κάθε άλλον. Χάρη στα προσόντα του και τις αρετές του, το δυναμικό χαρακτήρα του, καθώς και την πληθωρική παρουσία του, εκμεταλλεύομενος οπωσδήποτε τις πολιτικές συγκυρίες, τις κρατούσες συνθήκες και το πνεύμα των καιρών, κατόρθωσε νεότατος ν’ αναρριχηθεί στην κορυφή της διοικητικής ιεραρχίας της δασικής υπηρεσίας, και να κατευθύνει τις τύχες της. Είναι γεγονός ότι είχε όραμα για τη δασική υπηρεσία. Την ήθελε ένοπλο πολιτικό σώμα, με κύρος, που θ’ ανασυγκροτούσε και θα έβαζε τάξη στον «δύσκολο» ορεινό χώρο. Και τούτο προσπάθησε να το πετύχει με σκληρά νομοθετήματα, τα οποία εισηγήθηκε (συνέταξε επτά νομοθετήματα, με κορυφαίο τον δασικό κώδικα του 1929), και με σιδηρά πυγμή στη διοίκηση. Στον τρόπο του αυτόν εστιάζουν οι επικριτές του το μεγάλο του πρόβλημα, που κατά βάσιν ήταν η έλλειψη δημιουργικού πνεύματος και ουσιαστικού προσανατολισμού. Επεδίωκε, λέγουν, την πειθαρχία διά της επιβολής, κι όχι διά του σεβασμού, κάτι που έκαμε την υπηρεσία να φτάνει στο όριο των αντοχών της, το οποίο εξαντλούσε στον διοικούμενο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση παλαιού δασάρχη που ανέφερε περίπτωση δασοφύλακα, ο οποίος όταν άξαφνα αντίκρυσε αυτόν σε έφοδο του έπεσε κάτω λιπόθυμος. Είναι επίσης χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις συνεχών διώξεων από τους Επιθεωρητές Δασών πολλών δασαρχών, γι’ ασήμαντα παραπτώματα (ο δασάρχης Αλεξανδρούπολης τιμωρήθηκε με προσωρινή απόλυση για λανθασμένο υπολογισμό λήμματος, ο δασάρχης Λαμίας παύθηκε οριστικά για επιεική αντιμετώπιση των πολιτών, και δικαιώθηκε αργότερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας κ.ά.) Από την άλλη πλευρά, οι διοικούμενοι (οι πολίτες) «υπέφεραν» από την αυστηρή, και σε πολλές περιπτώσεις άδικη, διοίκηση. Δεν ήταν βέβαια και λίγες οι περιπτώσεις που μέσα στο κλίμα τούτο, το ψυχροπολεμικό!, πολλοί, διοικούντες και διοικούμενοι, επωφελούνταν και αποκόμιζαν κέρδη από την κατάσταση· φυσικά, εις βάρος του δάσους…

Νέα δάση στη χώρα προπολεμικά (από το αρχείο του συγγραφέα)

Νέα δάση στη χώρα προπολεμικά (από το αρχείο του συγγραφέα)

   Πάντως η κατάσταση τότε στη δασική υπηρεσία δεν ήταν καλή. Υπήρχε ένταση, φόβος και πάθος. Δεν υπήρχε αναρχία, δεν υπήρχε ανυπακοή, αλλά το αντίθετό τους εν μεγέθει!.. Η συγκρότηση της δασικής υπηρεσίας γίνηκε με πνεύμα στρατιωτικό, που δεν το άντεχε ο φύσει φιλελεύθερος προορισμός της −και να σκεφτεί κανείς ότι πραγματοποιήθηκε από επαναστατική μεν, αλλά φιλελεύθερη κυβέρνηση! Ο υπάλληλος πνιγόταν στα διοικητικά του άγχη, και ο πολίτης καταπιεζόταν από τα άχθη της διοίκησης. Σ’ ένα τέτοιο κλίμα στήθηκε το σκηνικό του επεισοδίου στη Φιλελλήνων, με τα θύματα, τους Μαρκόπουλο και Δαβερώνη, που διαμόρφωσαν αυτό το κλίμα, να εμφανίζονται ως θύτες από τον εκτελεστή τους, τον Μαρίνο, και να είναι οι ουσιαστικοί υπαίτιοι του επεισοδίου. Αυτός, υποστήριζε ότι έκαμε ότι τον διέταζαν, δηλαδή σκληρή διοίκηση, και τούτοι τον απέπεμψαν για τον υπερβάλλον ζήλο του, για το γεγονός ότι ξεπερνούσε τα όρια. Τον απέπεμψαν, σύμφωνα με την κρατούσα αντίληψη περί διοίκησης, με την ίδια ευκολία που απέπεμψαν άλλους δασικούς υπαλλήλους που ασκούσαν χαλαρή διοίκηση ή υπέπιπταν σε λάθη. Αυτή ήταν η μία οπτική της κατάστασης, καθόσον η άλλη −όπως λέγουν οι υποστηρικτές της− απέβλεπε στην υπεύθυνη και χωρίς παλινωδίες διοίκηση, η οποία έπρεπε να στηθεί στέρεα και χωρίς χαλαρότητα, για να μην καταρρεύσει το νέο αυτό οικοδόμημα: η νεόδμητη δασική υπηρεσία. Ήταν, μετά ταύτα, όντως «δύσκολη» η δασική υπηρεσία στη δόμησή της, στην οργανώσή της, στη λειτουργία της. Γι’ αυτό και ο συγκλονισμός της εξαρχής…

   Επιπλέον συνέβαινε και το εξής, που δημιουργούσε αναστάτωση στο δασικό κλάδο κι αποδιοργάνωνε τη δασική υπηρεσία. Υπήρχε η αντιπαλότητα στα πλαίσια της διοίκησης των μεσοδασολόγων των δασολογικών διαδακτηρίων της εσπερίας, με τους δασολόγους που αποφοίτησαν από τα πανεπιστήμια, η οποία βέβαια υπόβοσκε για χρόνια αλλά πήρε διαστάσεις μετά το 1927, με την μεγαλύτερη εισδοχή κι ενεργοποίηση στη δασική υπηρεσία των αποφοίτων της εν Ελλάδι Δασολογικής Σχολής, οι οποίοι ζητούσαν να τύχουν της αναγνώρισης που τους έπρεπε έναντι των μεσοδασολόγων. Οι τελευταίοι κατέλαβαν τις 14 θέσεις των Επιθεωρητών Δασών και τις 15 θέσεις των δασαρχών α΄ τάξεως, αφήνοντας τους δασολόγους των πανεπιστήμιων στις κατώτερες θέσεις των δόκιμων δασαρχών και των δασαρχών β’ και γ΄ τάξεως. Ασκούσαν δε οι πρώτοι αυστηρή διοίκηση στους τελευταίους, ελέγχοντάς τους και τιμωρώντας τους συχνά, φτάνοντάς τους στο έσχατο μέτρο της απόλυσης. Οι δασολόγοι των πανεπιστημίων αντιδρούσαν στην κατάσταση αυτή, κυρίως λόγω των (επιστημονικών κατά βάσιν) λαθών των προϊσταμένων τους, αλλά της εμπάθειας των τελευταίων κατά αυτών. Όμως έβρισκαν μπροστά τους τον Μαρκόπουλο, ο οποίος, αν και απόφοιτος πανεπιστημίου, έδειχνε προκλητική εύνοια στους πρώτους, ακριβώς γιατί τον εξέλεξαν. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να θυλακώσει την εξέλιξη των δασολόγων των πανεπιστημίων στους βαθμούς του διορισμού τους, προκειμένου να μην «κινδυνεύσουν» οι μεσοδασολόγοι. Για να διασφαλίσει δε την «ακεραιότητά τους» φρόντισε επί δικτατορίας του Πάγκαλου να καταργήσει με το νομοθετικό διάταγμα της 30ης Ιουνίου 1926 (ΦΕΚ 35/Α΄) 13 θέσεις δασαρχών στις δασικές επιθεωρήσεις της χώρας κι αντίστοιχες προϊσταμένων δασικών τμημάτων, ούτως ώστε να μη μπορούν ν’ ανελιχθούν οι δασολόγοι των πανεπιστημίων λόγω έλλειψης θέσεων προϊσταμένων.

   Επιπροσθέτως, επανέφερε ο Μαρκόπουλος το θεσμό των δασονομείων, μειώνοντας τον αριθμό των δασαρχείων σε 55 (από 80 που ήταν), με το αιτιολογικό ότι, ενόψει των δασονομείων, που υποκαθιστούν σε κατώτερο βαθμό τα δασαρχεία, η ύπαρξη τόσων δασαρχείων είναι περιττή. Με τον τρόπο αυτό μείωσε τις θέσεις των προϊσταμένων δασαρχών στα Δασαρχεία, και επομένως περιόρισε την εξέλιξη πολλών δασολόγων των πανεπιστημίων, που, όπως προείπαμε, κατείχαν μικρότερο βαθμό από τους μεσοδασολόγους κι επεδίωκαν ν’ ανελιχθούν. Τούτο το γεγονός ανάγκασε τη Δασολογική Σχολή να μειώσει τον αριθμό των εισακτέων σε αυτήν, λόγω της μη απορρόφησής τους στη διοίκηση. Δημιούργησε όμως κι ένα ακόμη πρόβλημα. Δημιουργήθηκε ένταση κι αντιπαράθεση των δασονόμων με τους δασολόγους, διότι οι τελευταίοι θεώρησαν ότι υπήρξε εύνοια στους πρώτους για να θιγούν αυτοί. Μετά δε την «εποχή Μαρκόπουλου», και κυρίως μετά το 1933, οι δασονόμοι στράφηκαν κατά των δασολόγων κατηγορώντας τους ότι επιδιώκουν να μετατρέψουν δασονομεία της χώρας σε δασαρχεία για να ευνοηθούν εις βάρος τους. Πρέπει δε να ληφθεί υπόψη, για την ορθή αξιολόγηση της κατάστασης, ότι τότε ο δασονόμος α΄ και β΄, ως προσϊστάμενος δασονομείου, αντιστοιχούσε μισθολογικά στους βαθμούς του εισηγητή και γραμματέα α΄ του υπουργείου, ενώ ο βαθμός του δασάρχη γ΄ αντιστοιχούσε στο βαθμό του εισηγητή του υπουργείου, και του δόκιμου δασάρχη με του γραμματέα α΄ του υπουργείου. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι, εγκλωβιζόμενος, λόγω της αδυναμίας εξέλιξής του, ο δασολόγος στο βαθμό του δασάρχη γ΄ ή του δόκιμου δασάρχη, έμενε μισθολογικά στάσιμος και, στις περισσότερες των περιπτώσεων, είχε τις ίδιες ή και μικρότερες απολαβές από τον ιεραρχικά κατώτερό του και μπορεί με τα ίδια ή και λιγότερα χρόνια υπηρεσίας δασονόμο, ο οποίος μάλιστα είχε περισσότερες δυνατότητες ιεραρχικής και μισθολογικής εξέλιξης, αφού τα δασονομεία στη χώρα ήταν περισσότερα των δασαρχείων (ήταν 100, και με το νομοθετικό διάταγμα της 30ης Ιουνίου 1926 έγιναν 80). Επιπλέον, οι δασονόμοι τοποθετούνταν και ως αρχιφύλακες δασών (καμιά σχέση με τους δασοφύλακες, που θεωρούνταν κατώτερο δασικό προσωπικό), των οποίων οι θέσεις ανά τη χώρα ήταν 200, και με το νομοθετικό διάταγμα της 30ης Ιουνίου 1926 έγιναν 190.

Ένστολος και ένοπλος, εν ώρα καθήκοντος... (από το αρχείο του συγγραφέα)

Ένστολος και ένοπλος, εν ώρα καθήκοντος… (από το αρχείο του συγγραφέα)

  Σύμφωνα με τον Πάνο Γρίσπο, ο Μαρκόπουλος ήθελε να εξαφανίσει τους δασοκόμους ως ενδιάμεση διοικητική βαθμίδα μεταξύ των δασονόμων και των δασοφυλάκων (βλπ: Γρίσπος Π., «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος», έκδοση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας – Τομεύς Γεωργίας / Γενική Διεύθυνσις Δασών, Αθήναι 1973, σελ. 289). Για το λόγο αυτό τούς έκρινε αυστηρά και τους κρατούσε στάσιμους ιεραρχικά −και συνεπώς μισθολογικά−, προκειμένου να τους οδηγήσει στην έξοδο από την υπηρεσία, είτε οικειοθελώς ή με τιμωρία. Μια τέτοια περίπτωση τιμωρίας φαίνεται κατά τον Γρίσπο να ήταν ο Μαρίνος, ο οποίος όμως αντέδρασε βίαια στην αδικία που θεώρησε ότι του γίνηκε, οπλίζοντας το χέρι του. Δεν ξέρουμε αν ήταν όντως έτσι τα πράγματα· κυρίως γιατί δε γνωρίζουμε το ακριβές παρασκήνιο του συμβάντος. Εκείνο που μπορούμε μετά βεβαιότητος να πούμε είναι ότι το κλίμα στη δασική υπηρεσία ήταν ανάστατο τότε, παρά τη φαινομενική ηρεμία, την τάξη και την ασφάλεια, καθώς υπήρχε αναβρασμός κι ένταση. Το τραγικό περιστατικό με το φονικό των ηγητόρων της δασικής υπηρεσίας αποτέλεσε την έκρηξη που σοβούσε από καιρό, καθώς είχε στηθεί ένα εμφυλιοπολεμικό σκηνικό, με αντιπαλότητες κι αντιδικίες, που μοιραίο ήταν να καταλήξουν κάπου. Υπήρχε ο φόβος μήπως τα πάθη κινούσαν καταστάσεις, μήπως κάτι ακραίο συμβεί. Ο οποίος επιβεβαιώθηκε…

Ως επιμύθιο:

   Πάθη πολιτικά και κοινωνικά, πάθη ανθρώπινα, που δεν ελέγχονται και μας καταδυναστεύουν, αυτά είναι που μας κάμουν να μην ημπορούμε να σταθούμε και να στήσουμε ένα στέρεο οικοδόμημα. Πάθη, όχι κατ’ ανάγκην εκ των έσω, πάθη όχι κατά βάσιν ατομικά ή κάποιας ομάδας, αλλά κυρίως πάθη του συστήματος −το οποίο όμως εμείς διαμορφώνουμε!−, του τρόπου που θεωρούμε τη ζωή και φτιάχνουμε τις πορείες μας. Ως μέρος του συστήματος η διοίκηση, υλοποιεί είτε απαθής, είτε παθιασμένη, είτε με σκεπτικισμό τις πολιτικές που χαράσσονται −πάντως τις υλοποιεί−, οι οποίες είναι κατάφορτες με πάθη και παθογένειες. Το σύστημα μάς φορτίζει και μας καθιστά υπεύθυνους των παθών του, και γινόμαστε έτσι, συστημικοί διαμεσολαβητές του −πολλές φορές τραγικά. Είναι μια ιστορία παλιά αυτή, που γεγονότα της, όπως το προαναφερθέν, μας την υπομνήσκουν…   

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου – Περιβαλλοντολόγου

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασική Πολιτική, Δασική Υπηρεσία, Επιλογές - Προτάσεις

Tags: , , ,

6 replies

  1. Κυρία Χριστοδουλοπούλου, τα στοιχεία που αναφέρονται στο κείμενο σχετικά με τον παππού σας Αντώνιο Χριστοδουλόπουλο προέρχονται από το βιβλίο του δασολόγου και ιστορικού Πάνου Γρίσπου, με τον τίτλο «Δασική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», που είναι κρατική έκδοση του 1973 (έκδοση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας – Τομεύς Γεωργίας – Γενική Διεύθυνση Δασών). Συγκεκριμένα αντλήθηκαν από τις σελίδες 292-295 της προαναφερόμενης έκδοσης. Αυτά τα στοιχεία, σε σχέση με το προκείμενο ζήτημα που ανέκυψε με τον παππού σας, απ’ ότι είμαι σε θέση να γνωρίζω, διότι διερεύνησα βιβλιογραφικά το ζήτημα, δεν έχουν αμφισβητηθεί στα 40 και πλέον έτη που ακολούθησαν την έκδοση του βιβλίου, γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκαν από εμέ. Εάν ο συγγραφέας σφάλλει ως προς τούτα και η κρατική πηγή είναι αναξιόπιστη, τότε ναι, αποσύρω κι εγώ τις όποιες αναφορές στον παππού σας, που τις θεωρείτε ως λανθασμένες κι ότι τον αδικούν.

  2. Κύριε Καπετάνιε καλησπέρα σας
    Ψάχνοντας την ιστορία του παππού μου , μαζί με τον εν ζωή πατέρα μου διαβάσαμε με μεγάλη μας λύπη στο άρθρο σας τις μεγάλες και ανιστόρητες ανακρίβειες σχετικά με το παρελθόν ή την δράση του πατέρα του και παππού μου Αντωνίου Χριστοδουλόπουλου γενικού διευθυντή δασών . Ο παππούς μου λοιπόν φοίτησε σε πανεπιστήμιο της Αυστρίας και μετέπειτα της Γερμανίας γεωπονική , τα βιβλία του όσο και τα πτυχία του το αποδεικνύουν , αποκλείστηκε στην Γερμανία στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο σπουδάζοντας και όταν επέστρεψε τίποτα και κάνεις δεν του χαρίστηκε στις θέσεις που κατάλαβε . Επέδειξε σημαντικό έργο τόσο στις δενδροφυτεύσεις περιοχών που κανείς δεν τολμούσε να επισκεφθεί , βοήθησε ολόκληρους πληθυσμούς να συνέλθουν οικονομικά μετά τον πόλεμο προσλαμβάνοντάς τους στις δενδροφυτεύσεις , δημοσίευσε εκθέσεις για την καταστροφή των δασών ( το site dasarxeio τις έχει δημοσιεύσει ) βοήθησε στην καταγραφή της δασικής και εκκλησιαστικής περιουσίας και εν κατακλείδι άσκησε την καριέρα του με αξίες και ήθος χωρίς να υποτιμά ή να συκοφαντεί κανένα , ιδίως νεκρό .
    Ύστερα απο αυτά θέλοντας να πιστεύω ότι πέσατε θύμα παραπληροφόρησης σας καλώ να μάθετε το έργο του καλύτερα , να αναρωτηθείτε γιατι στις περισσότερες δασικές περιοχές ολόκληρες διαδρομές φέρουν το ονομά του και να αποκαταστήσετε άμεσα το όνομα ενός ανθρώπου που όχι μόνο είχε να επιδείξει έργο και ήθος αλλά και δεν ζει να υπερασπιστεί τον εαυτό του κόντρα στη λάσπη .
    Υπερήφανη για τον παππού μου και το έργο του !
    Ζωή Απ. Χριστοδουλοπούλου

  3. Συγχαρητήρια Αντώνη,πάρα πολύ καλό το άρθρο σου

    • Νάσαι καλά φίλε Κώστα, συμπράττη για χρόνια στο Τμήμα Αλλαγής Χρήσης Δασικών Γαιών. Σ’ ευχαριστώ…

  4. Η πιο μελανή σελίδα της Δασικής Ιστορίας της Ελλάδος. Στο άρθρο μου «Η Δασική Υπηρεσία, από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα» ( http://dasarxeio.com/2013/07/07/321/ ) δεν «τόλμησα» να συμπεριλάβω το τραγικό αυτό γεγονός, τόσο για την αυτή καθ’ εαυτή τραγικότητά του, όσο και για την αδυναμία να καταγραφεί σωστά σε μια σύντομη και επιγραμματική, θα έλεγα, παρουσίαση της πορείας της Δασικής Υπηρεσίας τα τελευταία 170 χρόνια.
    Μόνο μια σύγχρονη ΔΑΣΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ όπως αυτή του κ. Αντωνίου Β. Καπετάνιου, με τις γνώσεις και την εμπειρία του, αλλά κυρίως με την καταπληκτική ικανότητα να χειρίζεται την πέννα και να πραγματεύεται τα γεγονότα, ακόμα και τα πιο δυσάρεστα, με ήρεμη δυναμικότητα και στρωτή αφήγηση, θα μπορούσε να «ρίξει φώς σ’ αυτή τη σκοτεινή αυτή πλευρά της δασικής μας ιστορίας», κατά την έκφραση της κας Δ/ντριας Καίτης Μπαλατσούκα, με πλείστα όσα διδάγματα για τους σημερινούς υπηρἐτες τους Δάσους…
    κ. Καπετάνιο, ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ!!!

    • Κύριε Κέκερη,
      Είμαι ευγνώμων για τα καλά σας λόγια…

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: