Advertisements

Στον Καστανόλογγο

    kastanologgos     Λόγγος, σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης – Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998), στο αντίστοιχο λήμμα, είναι το πυκνό δάσος, συνήθως το θαμνώδες. Είναι, συνεχίζω εγώ, τόπος καλυμμένος από σύμφυτη άγρια βλάστηση, που παραπέμπει σε περιβάλλον όπου η παρέμβαση του ανθρώπου είναι τέτοια που δεν το θίγει, το οποίο, λόγω ακριβώς αυτού του στοιχείου και του δυναμικού του τόπου, μετεξελίχθη στην αγρία κι οργιώδη μορφή του. Η ύπαρξη πηγής στο λόγγο, το γνωστό κεφαλάρι, είναι κάτι συνηθισμένο σε αυτόν, που αυξάνει την πληθώρα του τόπου, κάμοντάς τον περισσότερο πλούσιο σε βλάστη, λόγω της παρουσίας του υγρού στοιχείου. Ο λόγγος δεν συνιστά έννοια επιστημονική ή νομική, παρά χρησιμοποιήθηκε στην κοινή λαϊκή γλώσσα για τον προσδιορισμό τόπων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (με κύριο την οργιώδη βλάστηση), κι όχι για να ορίσει αυτούς.

     Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον (λογγώδες) αναφέρεται ο εξαίρετος διηγηματογράφος και ποιητής Γιώργος Αθάνας στο διήγημά του «Στον Καστανόλογγο», που παραθέτουμε. Αυτό δημοσιεύτηκε στο «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος» του έτους 1929 (Τόμος 8ος, Αριθ. 8),  το οποίο αποτελούσε ετήσια λογοτεχνική, καλλιτεχνική και επιστημονική επιθεώρηση, υπό τη διεύθυνση του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη, που εξέδιδαν οι εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Ο συγγραφέας αναφέρει το λόγγο ως «Κεφαλάρι», και μάλλον τον εννοεί ως «κεφάλι», ως «πίλο» του χωριού, κι όχι ως  κεφαλάρι πηγής. Τούτο το εικάζουμε από το γεγονός ότι του προσδίδει σημασία για τον προστατευτικό του ρόλο στο οικείο χωριό, καθότι ειδαλλιώς, χωρίς αυτόν, το έδαφος θα παρασυρόταν και θα κινδύνευε να χαθεί ο υποκείμενός του οικισμός. Λέγει χαρακτηριστικά: «Αλλοίμονό μας αν χαλάση το κεφαλάρι! Στο ποτάμι θα σωροβολιαστή όλο το χωριό καθώς είνε ο τόπος σαθρός και πετσοκομμένος από τα ρέματα…»

     Ο καστανόλογγος, σύμφωνα με τον συγγραφέα, δεν ήταν λόγγος κατανεών, όπως στ’ όνομά του δηλώνονταν, αλλά λόγγος ελάτων. Ο Αθάνας, έχοντας γνώση της φύσης και των συνθηκών της, καθότι μεγάλωσε στην επαρχία κι έζησε εν αυτής, δικαιολογεί τη μεταβολή που συνέβη και οι καστανιές έγιναν έλατα αναφερόμενος, με απλό τής λογικής τρόπο, στη διαδοχή των οικοσυστημάτων, που την καθορίζουν οι κοινωνικοοικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες του τόπου, οι οποίες επιφέρουν την οικολογική/οικοσυστηματική μεταβολή. Λέγει σχετικά: «Όπου φυτρώση αυτό (το έλατο) θα ξαπλωθή σιγά-σιγά και θα επικρατήση. Θα διώξη κάθε άλλο δέντρο και θ’ απομείνη κυρίαρχο. Τις καϋμένες τις καστανιές, που δε φοβώνται τους αιώνες, τις σφίγγει, τις πνίγει, τις εξολοθρεύει. Έτσι λένε οι παληοί». Ο λόγγος των καστανεών υπήρχε όσο το έλατο στα πιο πάνω υψόμετρα του χωριού ήταν πιεσμένο. Όταν αφέθηκε κατέβηκε και κάλυψε τόπους, εκτοπίζοντας την «αδύναμη» να το αναταγωνιστεί καστανιά –«Τι καταχτητικό δέντρο!», λογίζονταν ο συγγραφέας για το έλατο! Σαν πιο σκληραγωγημένο κι εποικιστικό είδος φύτρωσε αυτό στη σκιά των καστανεών και στο τέλος επικράτησε εξαφανίζοντάς τες. Το περιβάλλον συνεπώς του λόγγου, που ήξεραν οι πρόγονοι και του έδωσαν λόγω του επικρατούν είδους, της καστανιάς, τ’ όνομά του, τώρα πια δεν υφίστατο, μιας και είχαμε λόγγο ελάτων −μόνον κατ’ όνομα υπήρχε.

     Μα ας ήταν κι έτσι. Αυτό το νέο περιβάλλον δεν έχασε τη σημασία του κι είχε την ίδια υψηλή αξία για τους ανθρώπους του τόπου με το προηγούμενο, καθώς συγκροτούσε ένα επίσης σημαντικό οικοσύστημα, πολύτιμο για τη λειτουργία του τόπου. Και τούτο φαίνεται να τώχε καλά συνειδητό ο συγγραφέας, αναφέροντας στην ιστορία του την προστασία του περιβάλλοντος αυτού από την τοπική κοινωνία (φυλάσσονταν «σαν κόρη ματιού», λέγει) και την πολιτεία, η οποία το φύλαγε διά των αγροφυλάκων (μάλλον επειδή επρόκειτο για κεφαλάρι χωριού, φυλάσσονταν από τους αγροφύλακες κι όχι από τους δασοφύλακες, καθότι στο έργο των πρώτων εντάσσονταν η αστυνόμευση της υπαίθρου, και η φύλαξη του κεφαλαριού πάνω από το χωριό, λογίζονταν στα πλαίσια αυτής). Λέγει σε σχέση με τα παραπάνω: «Ακόμα τώρα όλη την περιοχή του (του λόγγου) την έχουν αστυνομέψη αυστηρά κι άγρυπνα φυλάν οι αγροφυλάκοι την απαγόρεψη. Δεν πατάει μέσα ούτε κόττα του χωριού, όχι μαρτίνα κ’ όχι γίδι!»

     Ο Αθάνας αναλογίζονταν τη σημαντικότητα του λόγγου μέσα από τη σκέψη του σοφού γέροντα του χωριού, του γέρω-Φέκα, ενός «παληού λογγίσιου ανθρώπου», ο οποίος «δε διάβασε ποτέ βιβλία και δεν άκουσε ποτέ δασκάλους και δασοκόμους. Ότι ήξερε το ήξερε από μοναχός του. Του το διάβασε, από το μεγάλο βιβλίο της φύσεως, το ψιθύρισμα των ελάτων και του νερού το μουρμούρισμα. Έτσι καθώς σ’ όλους τους παληούς». Βλέπουμε λοιπόν με τούτα την εμπειρική σχέση του υπαίθριου ανθρώπου με τη φύση, την οποία γνωρίζει από τις λειτουργίες της, όπως τις αντιλαμβάνεται κατά τη ζήση του στον τόπο. Έχει το λοιπόν δημιουργήσει σχέση ζωής μαζί της, είναι γήινα δεμένος με αυτήν, την ξεύρει και τη νοιώθει. Την πονά και την προστατεύει, τη ζει και τη διαχειρίζεται, μη διανοούμενος να σκεφτεί το χαμό της. Της δίδει την πιότερη σημασία από τα στοιχεία του τόπου, είναι γι’ αυτόν πολύτιμη, καθώς τού είναι συνειδητό ότι από τη συνέχειά της εξαρτάται η δική του συνέχεια, ο βίος του στη γη· είναι, υπό μία έννοια, το βιός του. Λέγει: «Είνε μια υγεία και μια ασφάλεια (ο λόγγος)».

     Όμως βλέπουμε ότι δε μένει σε αυτό: δεν τη διατηρεί τη φύση από ανάγκη, για λόγους βιοτικούς ή βιωματικούς, αλλά γιατί τη νοιώθει ως οντότητα, ως ύπαρξη ζωντανών στοιχείων και σχέσεων, κάτι που είναι πολύ βαθύτερο αυτού που αντιλαμβανόμαστε εμείς σύγχρονοι, οι «εμιγκρέδες της ζωής», ως προσφορά· είναι κείνο που προσδιορίστηκε ενωρίτερα ως «σχέση ζωής», και που εκδηλώνεται με το συναίσθημα και την άδολη πράξη, κι όχι με την τεχνοκρατία ή την υπολογιστική λογική. Γι’ αυτό και λέγει ο συγγραφέας ότι ο γέρος του χωριού δεν την έμαθε τη φύση από τους σπουδαγμένους, αλλά τη σπουδάσε ο ίδιος στο πεδίο και την αισθάνθηκε. Τούτο είναι κάτι που λείπει σήμερα, γι’ αυτό και η κατατριβή μας με τη φύση δε μας πληρεί.

     Η πιότερη αίσθηση της ζωής στη φύση γίνεται αντιληπτή μέσα από την περιγραφή που δίνεται όταν εισέρχεσαι ως νοός κι έντρυφος στον «χλοερό λαβύρυνθο, τον γεμάτο θρύλο», του λόγγου. Εκεί βλέπεις πράματα που αδυνατείς να δεις στις εικόνες της κοντοζωής, πράματα μικρά, ανείδωτα από τα βλέμματα της πλάνης, τα τυφλωμένα από τα φώτα τα δυνατά, που αποτρέπουν την όραση, που κλείνουν τη σκέψη κι εξαφανίζουν την αντίληψη. Το πουλάκι τιτιβίζει, η αχτίδα κατασταλάζει, η αράχνη υφαίνει, το αγριολούλουδο μοσκομυρίζει, το έντομο πεθαίνει πλήρες μετά από ζωή μόλις λίγων ωρών· όλα τούτα κι άλλα που αποτελούν την «ιερή έκπληξη της ψυχής σου» συντελούν στην ανάτασή σου και στην πληρότητά σου, στη συντέλεση του ονείρου, του παραμυθιού, που τέτοιο είναι η πραγματική ζωή. Πράματα όπως αυτά δε θα δεις στο γυάλινο κόσμο σου άνθρωπε της τεχνοκρατίας και του σιδηρού πολιτισμού, τούτα δε θα τα νοιώσεις ζώντας απάρεσκα στη σκιά του απόλυτου πολιτισμού σου…

     Κλείνει ο καλός συγγραφέας το ανάγνωσμα της άσκησης του υπαίθριου ανθρώπου στη φύση, με το γεγονός του θανάτου. Είναι ένα αναπόφευκτο γεγονός που φοβίζει τον σκιατραφή άνθρωπο της μικρής ζωής, αλλά όχι τον πλέριο της πλούσιας φυσικής ζωής. Ο τελευταίος δεν φεύγεται του πεπρωμένου, δεν τον τρομάζει η ζωή. Βγαίνει στο φως και τη ζει (τη ζωή) στο φυσικό της, χωρίς να ταράζεται, χωρίς να λιποψυχεί. Ζει την καθαρή ζωή, τη μη φοβώσα το φυσικό γενόμενο. Η διασύνδεση φύσης κι ανθρώπου σε μια θαρρείς κοινή πορεία, αποτελούν το μεγαλείο της ζωής. Η φύση στέργεται με τον άνθρωπο που νοεί και τη νοιώθει, ενώ σειέται με τον άνθρωπο που παρανοεί κι εκμεταλλευτικά την εννοεί. Η φύση πλεριώνει τον πρώτο, τον ανασταίνει, ενώ τιμωρεί τον δεύτερο, τον ενταφιάζει (λέμε συνήθως ότι «η φύση εκδικείται», περισσότερο για να δικαιολογηθούμε στη συνείδησή μας για τις κακές μας πράξεις σε σχέση με αυτήν). Η λύπη δεν αρμόζει στους πρώτους, που έχουν θαρετά σταθεί ομπρός στη φύση τους (ως οντότητες) κι υψωθεί, όπως συνέβη με την κοπέλα του αναγνώσματος, αλλά ταιριάζει οπωσδήποτε στους δεύτερους, στους δραπέτες της. Έχει μέλλον η ζωή στους παραδείσους της…

     Ας γνωρίσουμε όμως, με τ’ αναφερόμενα παρακάτου, τον συγγραφέα του διηγήματος που αναλύσαμε. Είναι ο Γιώργος Αθάνας, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γεώργιου Αθανασιάδη – Νόβα. Γεννήθηκε στη Ναύπακτο στις 9 Φεβρουαρίου 1893. Ήταν αδερφός του Θεμιστοκλή Αθανασιάδη – Νόβα, λογοτέχνη, δημοσιογράφου και κριτικού. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών κι ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία για εικοσιπέντε χρόνια, ως συνεργάτης των εφημερίδων «Ακρόπολις», «Πολιτεία», «Αθηναϊκή» και «Νέος Κόσμος». Σταδιοδρόμησε ως πολιτικός, αρχικά ως βουλευτής με το κόμμα των Ελευθεροφρόνων (του Ιωάννη Μεταξά) και στη συνέχεια με το Προοδευτικό Κόμμα (του Γεωργίου Καφαντάρη), το Κόμμα των Φιλελευθέρων και την Ένωση Κέντρου. Διετέλεσε αντιπρόεδρος της Βουλής, Yπουργός Εσωτερικών, Παιδείας, Βιομηχανίας, Προεδρίας της Κυβερνήσεως, ενώ τον Ιούλιο του 1965 έγινε πρωθυπουργός, παραιτήθηκε ωστόσο λίγες μέρες αργότερα μετά από καταψήφιση της κυβέρνησής του από τη Βουλή. Την περίοδο 1965-1966 διετέλεσε αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο. Στο χώρο της λογοτεχνίας είναι γνωστός κυρίως ως ποιητής. Η γραφή του κινείται στο χώρο του λυρισμού με θέματα αντλημένα από την αγροτική ζωή της Ρούμελης. Τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή διηγημάτων του Απλοϊκές Ψυχές (1931). Πέθανε στην Αθήνα στις 10 Αυγούστου 1987.

     Ο Γιώργος Αθάνας έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη ζωή στην ύπαιθρο, και η δραστηριότητά του, τόσον η πολιτική όσον και η συγγραφική, εστιάζονταν στην (υπο) στήριξή της. Στα πλαίσια αυτής της αντιμετώπισης και της αγνής αγάπης του για τη φύση, έχοντας ο ίδιος βιώματα από αυτήν ως άνθρωπος της επαρχίας, αλλά και γνώση της, θεώρησε ότι οι υπηρεσίες της υπαίθρου, κι ιδιαίτερα η δασική, αδικούν τον άνθρωπο της υπαίθρου, και τούτη η κατάσταση αποβαίνει τελικά σε βάρος της φύσης. Έχοντας εδραία μια τέτοια άποψη –ίσως, σε κείνους τους καιρούς, να είχε ως ένα βαθμό δίκιο, πάντως γενικώς αδικούσε τη δασική υπηρεσία και τους λειτουργούς της–, βλέπουμε συχνά πυκνά να στρέφεται κατά της δασικής υπηρεσίας, από όποιο μετερίζι κι αν ευρίσκετο.

     Ως πολιτικός δρων, ήταν αυτός που τον Φλεβάρη του 1936, έχοντας το θεσμικό ρόλο του β΄ αντιπροέδρου της Βουλής κι εκλεγμένος με το Προοδευτικό Κόμμα του Γεωργίου Καφαντάρη, επισκέφτηκε με τον τελευταίο τον Υπουργό Γεωργίας Αντώνιο Μπενάκη, ζητώντας του ν’ αποσύρει τον αυστηρό αναγκαστικό νόμο που απαγόρευε στις αίγες να βόσκουν στα ελατοδάση της χώρας. Παραλίγο δε να τον έπειθε εάν δεν παρενέβαινε ο σύμβουλός του, δασολόγος Αναστάσιος Στεφάνου, για να τον πείσει για την ορθότητα του νόμου (το περιστατικό αναφέρεται στο «Να καεί η δασική μας νομοθεσία;», που δημοσιεύτηκε στην παρούσα ιστοσελίδα την 23η-10-2013).

     Ως ποιητής δρων, λέγει για τη δασική υπηρεσία:

«Αφόντες βγήκαν δασικοί κι αρχίσαν το χαβά τους,
τον τόπο αστυνομέψανε, τον κλάρο απαγορέψαν,
έπεσε λόθρα σταϊβουνά, χαϊμός στην ομορφιά τους,
οι βλάχοι χαντακώθηκαν και τα κοπάδια ρέψαν»

(από τα «Τραγούδια των βουνών», Γιώργος Αθάνας).

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου – Περιβαλλοντολόγου

(ακολουθεί συνημμένα το διήγημα ανατυπωμένο από την πρωτότυπη δημοσίευση)

Στον Καστανόλογγο, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ,Τόμ. 8, Αρ. 8 (1929)

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: