Advertisements

ΞΕΡΕΣ ΛΙΘΙΕΣ – ΠΕΤΡΕΣ ΠΟΥ ΤΟΙΧΟΥΝ ΚΙ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ… (A΄)

xeres lithies

.

«…και στρέφοντας μέσα στο φως άξαφνα είδα
τέσσερα μελαψά στην όψη αγόρια
οπού φυσούσαν κι έσπρωχναν, έσπρωχναν κι έφερναν
κομμάτι γης φτενό ζωσμένο στην ξερολιθιά
όλο όλο εφτά ελαιόδεντρα
κι ανάμεσό τους γέροντας έμοιαζε βοσκός
το πόδι του ξυπόλυτο πάνω στην πέτρα»

(«Η αποκάλυψη», από τη «Μαρία Νεφέλη», Οδυσσέας Ελύτης)

Η αλήθεια της ζωής, πλέρια αποκαλύπτεται κει οπού ο άνθρωπος με τη γη ανατράφηκε κι έφτιαξε πολιτισμό. Κει που η ανάγκη και η λογική, το πνέμα κι ο σκοπός, τον έφεραν να συμπράξει με τη γη, γι’ αυτήν να κοπιάσει και με τα στοιχεία της ν’ αρμοστεί. Να κάμει ριζολίθι τα έργα του, και σ’ αυτά να βαστηχτεί η ζωή -θεμέλιο της γης, ρίζα της, ο στεργιωμός τους. Η πέτρα, ζωντανή στον προορισμό της από τον άνθρωπο, σύντονη του σκοπού, γένεται θεοφόρα στα χέρια του κι αποκτά αναπνιά στα έργα του, που ενοιώστηκαν τη ζωή και την έφτιαξαν στο πάλε της. Στην πέτρα την ηλίβατη μιλάει η γης· στην ξερολιθιά, ο παλμός της αχαμνής ζωής…

Μια θάλασσα κυματισμένη γης -σα ζωγραφιά θαρρείς… (επιστολικό δελτάριο του χωριού Ποταμιά Τήνου, από το λεύκωμα «…και μη λησμόνει», του Στρατή Φιλιππότη)

Σκέψεις για μια ξερολιθιά
(Δυο λέξεις, μια έννοια…)

Λέξεις ταιριασμένες της γλώσσας μας, που στοιχούνται στο λίγο τους για να πουν πολλά. Ξερή λιθιά: δυο μονάχα λέξεις -ιδού η αξία τους!.. Μιλούν μεστά για το δημιούργημα, περιλαμβάνοντας στην έννοια τους την άσκηση, την προσπάθεια, την πάλη του δημιουργού στο ακατάγραφτο -λόγω της ταπεινότητάς του- κραταίωμα της δημιουργίας. Κι έχουν τόσην ενότητα, τόση νοητική και ξήγηση, που στέκονται ως μία -ουχί στο σύνθετό τους, μα στην ουσία τους-, και λέγονται «ξερολιθιά», μιλώντας για το περσότερο του προκειμένου: για τη δημιουργία ως πράξη, καθώς σ’ αυτήν ρυθμούνται και μ’ αυτήν αποδίδονται τα σύστοιχα, η προσπάθεια και το έργο του ανθρώπου που δίνει ζωή.

Όχι μόνο το φαίνεσθαι, αλλά και το γίγνεσθαι κλείεται στην καταλύτρα λέξη, που μακραίνει στην εννόησή της, φτιάχνοντας πνέμα, δίνοντας πνοή στα σύμβολα. Ως τέτοια, πλουτίζει με τη σπουδή της κι εμφυσά ζωή, σπέρνοντας ιδέα στη χωραφιά της πλάσης. Και νοιώθεις στο μελέτημά της το δημιούργημα ως φυτιά της γεννήτρας γης, εν αναφύημά της που σκορπά ανάσα και κάμει την πλάση να πάλλεται. Και νοιώθεις, στο παραπέρα του, θέμελο το δημιούργημα κι άγια κλήρα τη δημιουργία που πνοεί. Η λέξη έτσι, η «ξερολιθιά», η απλή που τα εννοεί -που δεν πιστώνεται με τίτλους κι από τους σύγχρονους χαμηλά προφέρεται γιατί έχει κακήν ηχητική, μάλλον λόγω της μικρής αξίας της!-, έννοια γένεται, κι ας μην αναλύεται στα βαριά επεξηγηματικά λεξικά της νεοελληνικής ως τέτοια, αφού κλείει στο βάθος της πλούσια ύλη, της αίστησης και του σκοπού, που αν αναλυθεί από τους θέλοντες, γένεται έννοια σπουδαστική του βίου.

Λογαριασμένη, το λοιπόν, η ταίριαξη των λόγων για την απόδοση των έργων. Μια σειρά δυο μοναχά λέξεων -ξερή λιθιά-, ταπεινών στην αίστησή τους, όπως και το δημιούργημα στο οποίο αναφέρονται, που όμως φτάνουν για να το αποδώσουν κυριολεκτικά και με σημασία. Δυο λέξεις που φτιάχνουν έννοια, στην οποία περιλαμβάνεται όχι απλά το έργο, που σκοπεί στο να κρατηθεί η γης και να γονιμέψει, αλλά η ίδια η πράξη ως ολότητα. Είναι, τελικά, το άρμοσμα ορισμένων λέξεων τέτοιο, που δε μπορούν να σταθούν ξέχωρες, επιδιώκουν τη σύζευξη, αγωνιούν να ενωθούν και να γίνουν έννοια, ακριβώς επειδή μεγαλύνονται από το περιεχόμενό τους. Κι αυτό γιατί ο λαός ήβρε «φλέβες λέξεις» και τις ταίριαξε, κι είδε το δημιούργημα με σφυγμό κι αιμάτινη ροή. Μάζεψε λοιπόν το λόγο στην ουσία του, κάμοντάς τον έννοια. Είπε, έτσι, «ξερολιθιά» το γέννημα, περιλαμβάνοντας στην απόδοσή του το όλον της πράξης του.

2

(Αριστερά) Λιθόστρωτο στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου (καλντερίμι, ή καλντρίμι κατά τη ντόπια λαλιά), (Δεξιά) Όλο πέτρα η γης, και τ’ ανηφόρι στέργιο και στρωτό…

Δεν ήθελε -ως λαός πνοός- να μιλά βουβά, να βλέπει χωρίς να γέμει, γι’ αυτό κι απέδωσε το έργο ως δημιουργία. Μίλησε για «λιθιά», την έκφραση/πράξη του ανθρώπου στο πεδίο της γης, που έδωσε ύψος στο φτωχό της ανάστημα, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της: την πέτρα και το χώμα. Μα το σημαντικότερο τούτων είναι ότι έφερε τη ζωή της γης στο ανθρώπινο έργο, κάμοντάς το ζωντανό και συνταφτιστό της -ένα της! Τούτο την κραταίωσε, την «έδεσε», την αναβίβασε ακόμη, κάμοντάς την νευρή και φλέβια. Ρίζες, έτσι, τα έργα των ανθρώπων· σπορείς κι αργάτες ζωής, οι δημιουργοί τους… Είναι μια πράξη με συνέπεια αυτή, σύστοιχη της φύσης, αφού, πράττοντας με μέτρο κι έχοντας σκοπό ο δημιουργός, γένεται το έργο σοφισμένο. καθώς επίσης, λιτό και ψυχωμένο…

Τούτα στο μέγιστό τους συνέβαιναν, φέρνοντας συντάραξη εσωτερική, με το νοιώσιμο της δημιουργίας στ’ άκουσμα των δυο παραπάνω λέξεων με την όμορφη ταίριαξη. Ξερή λιθιά: ένα χαιρέτισμα, μια καληώρα της ζωής στην εννόησή της. Κι ας μην ήταν ιδωμένο το αντικείμενο στο βάθος του, ας μην τώχες ακόμα μελετήσει, ας μην είχες θεωρήσει τη ζωή που έκρυβε, τη μικρή του ανάσα. Μόνον που την ένοιωθες: αυτό έπρεπε για να πλαστεί νοητικά και να γενεί η ιδέα της έννοιας, πράξη του σκοπού. Μιαν τέτοια καλουργία, συγκινούσε και πλάταινε τη ματιά, έδινε στο δημιούργημα ύψος κρατινό, έτσι που ευλαβητικά τα εγκόσμια αποζητούνταν.

Κι είναι πράγματι μεγάλο τούτο το καλό, κι αξήγητο συγχρόνως για τον αγύμναστο νου: να εννοείς το πρωτογενές π’ αναζητείς από την αλήθεια των στοιχείων του και να ορθείς με το νόημα της λιτής περιγραφής, διανοητικά, στα σύμβολά του! Με αυτά μιλείς μα κι εννοείς, έχοντας πλατιό, μακριό, βέβαιο προορισμό· και μιαν εμπιστοσύνη στο δημιούργημα που τώχεις θεωρήσει να βολεί. Και σαν, κατόπιν, μπρος στο αντικείμενο σταθείς, δε θ’ απογοητευτείς, μα θα επιβεβαιωθείς που το εννόησες με ιδέα. Γιατί, η σπουδή του σκοπού και η κατήχηση στ’ απλά, σου έδωσε πλατυρρημοσύνη: για τη διανοητική σου ενάσκηση και την πρακτική σου κραταίωση. Έμαθες να βλέπεις προορισμό…

Δεν είχες, το λοιπόν, να περιμένεις πύργους, κτίρια οχυρά κει στα πλάγια, μα πέτρες της σειράς, στεργιώματα της γης, που τοίχους φτιάχνουν και κι ανάσες σκορπούν…

Τοίχοι ζωής

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι»

(«Το δοξαστικόν», από το «Άξιον Εστί», Οδυσσέας Ελύτης)

Οι ξερολίθινοι τοίχοι δεν είναι «ξεροί» ζωής. Έχουν περιεχόμενο, μα και μιαν ιδέα, εν σκοπό κι επιδίωξη: να παραμείνει η γης κρατερή για να παράξει και να μιλήσει με τα στοιχεία της. Ώστε αποτελούν πηγές, εστίες, για την παραγωγή της ζώσας ύλης του δημιουργού: τον πηλό του. Έχουν επίσης ζων περιεχόμενο: την εντός τους ζωή. Αυτή που συντηρείται κει, σε μια σύνθεση της φύσης.

Δεν είναι συνεπώς νεκρό υλικό, τοποθετημένο με τέχνη από τον άνθρωπο, για την εξυπηρέτησή του. Είναι ξηρολιθοδομή, δηλαδή τοίχοι χωρίς συνδετική ύλη, με μόνο διάμεσο υλικό στήριξης τις σφήνες -όταν βέβαια απαιτούνται (π.χ. στους τοίχους αντιστήριξης)-, όχι όμως τοίχοι χωρίς περιεχόμενο. Και το περιεχόμενό τους, είναι το σημαντικότερο της πλάσης -πλάσης τ’ ανθρώπου…-, αν αναλογιστεί κανείς ότι είναι ζωή! Μια ζωή που στέργεται χάρη στον τρόπο που δομούνται, καθώς λείπουν από την κατασκευή οι αρμοί και τα γεμίσματα, που την αποκλείουν…

Είναι η ζωή του αμάραντου και του σαπουνόχορτου, του κισσού και της λειχήνας, της φραγκοσυκιάς και της κάππαρης, του θύμου και της ρίγανης, του πουρναριού και της γκορτσιάς, του άνθους της πέτρας και της σχισμής. Καθώς επίσης, της γο(υ)στέρας και του πετρόφιδου, του σκαντζόχοιρου και του ποντικού, του γκιώνη και της γαλιάντρας, της σουσουράδας και του σπουργιτιού, της μέλισσας και της πασχαλίτσας, των μύριων ασπόνδυλων· που όλα τους βιώνουν, βοούν και πράττουν κει, χρησιμοποιώντας τη συγκεκριμένη κατασκευή είτε ως μονιά ή καταφύγιο, είτε ως απάγκιο ή στασίδι.

Οι ξώτοιχοι με τις αρμοστά τοποθετημένες ασυγκόλλητες πέτρες, τις αργασμένες ως σύνθεση του μέτρου κι όχι ως μόρφωμα της πλοκής, που σκοπός τους είναι να βαστάξουν τη γη, για τον ανασκωμό της, για την κήπευσή της, κι όχι να τη χωρίσουν, να τη μποδίσουν ή να τη χαρακώσουν, δεν υψώθηκαν, δεν ανεγέρθηκαν, δε στήθηκαν, μα αναφυήθηκαν ως έκφραση της γης, λες κι ο σφυγμός της πήρε ύψος στο παραπάνω της. Από μέσα τους η ανάβρα: το νερό κι ο αέρας της γης, που διαπερνά το σώμα τους και τις αιματίζει, ρέοντας από τα κενά των λίθων. Και γένεται η φύση ηπιότερη, μαλακωμένη, καθώς οι τοίχοι έχουν ως αποστολή τους να πραΰνουν τη θέρμη, την ορμή της γης. Κι ως φρυμένη γλώσσα η τοιχισμένη γη κρατεί το υγρότερον του λίγου, και φτιάχνει, αναμεσίς του ξήρου, κραταιώτη· γιατί, ασκημένη στην κράτη είν’ η γλώσσα που διψά, και στην ξαίθρα ημερινά μαζώχνει δρόσο από το ανάβλεπτο, από το λιγοστό. Συγαναβράει έτσι η ζωή, κρατημένη στην ανάσα της, για να μπορεί να στέκει στο όριο που μετρήθη, και νευρή και με πυράδα αγωνιέται.

Στενοτόπια με ξερολίθινα τoιχιά σε οδηγούν…

Με πρόνοια βαστάχτηκαν τα τοιχιά του ανθρώπου, με έγνοια και φροντίδα του δημιουργού. Αυτός προορίσθηκε να στέρξει και να κρατήσει το δημιούργημα -για το καλό του. Η φύση ριζώθη κι έδωσε χυμό στη δρακοντιά, γάλα στη συκιά, ρυθμό στους τέττιγες, κραυγή στο γκιώνη, σούρσιμο στο σερπετό, θρου στη σχισματιά…, κι έκανε την πέτρα ξέχειλη ζωής. Και ψήλωσε η γης στο τόσο της, και σκίρτησε το σπλάχνο της.  Κι εγνώστη με οσμές, με ήχους, με κοιτάγματα, με αισθήσεις και συναισθήματα. Κι έγινε στο ψήλος του, μικρή ολότη το φτενό δημιούργημα…

Ένα τέτοιο μικροπεριβάλλον, τόσο πλούσιο στο λίγο του!, είναι σημαντικό για την πληρότητα που του δίνει η λιγοσύνη του. Καθώς, όλα κει στριμώχνονται κι αρμόζουν στο ελάχιστό τους, στο λίγο τους, και γένεται θώκος το δημιούργημα, μια κιβωτός! Και τούτο είναι το σπουδαίο αυτήνης της ύπαρξης: ότι γένεται ολότητα και ξετάζεται στο όλο της, όχι στο στοιχείο της. Η θίξη όμως στοιχείου της, σημαίνει προσβολή του όλου, πωδηγεί σε υποβάθμιση, ίσως και την κατάρρευσή του. Μια κατάσταση στην οποία μπορεί να περιέλθει το μικροοικοσύστημα τούτο, ακόμη και με την εγκατάλειψή του: όχι μόνον προστασία και διαφύλαξή του λοιπόν, μα και διαχείριση, έγνοια και φροντίδα του.

Η εξάλειψη, συνεπώς, της ζωής στο μικροπεριβάλλον της ξερολιθιάς, και η γενικότερη καταστροφή που προκαλείται από την ενέργεια αυτή, αποτελεί γεγονός που συνταράζει τη φύση, έστω κι αν -λόγω άγνοιας ή ασυνειδητότητας- δε συγκινεί συνήθως και δεν ταράζει τον άνθρωπο. Διότι, αν μη τι άλλο, αφορά στην απώλεια ζωής. Η οποία, σε βάθος χρόνου και με την εξέλιξη των πραγμάτων, μπορεί ν’ αφορά και στην ανθρώπινη ζωή. Καθώς, εν φυσικό οικοδόμημα συγκροτήθη κει, με τον άνθρωπο ενεργό του και κάθε του θίξη, μοιραία (!) τον πληγώνει, καθώς μέρος του φυσικού δημιουργήματος είναι κι αυτός…

Η αναφορά ενός Δασάρχη το έτος 1968, καταγράφει ένα τέτοιο γεγονός, της εξάλειψης της ζωής σε μια ξερολιθιά. Το αντλούμε από την υπηρεσιακή αναφορά του: «Την 25η του μηνός Αυγούστου 1966 και περί ώραν 8οο πρωϊνήν, εξερράγη πυρκαϊά εις την αγροτικήν περιοχήν του συνοικισμού Αγίου Στεφάνου Κοινότητας Νομίων Μονεμβασιάς, προκληθείσα υπό του εν θέματι … (το όνομα του εμπρηστή). Ο εμπρηστής έθεσε το πυρ, με σκοπόν να καταστρέψει φωλέαν του επιβλαβούς εντόμου σφιξ, κειμένην εντός ρωγμής ξηρολίθινης βαθμίδος, επί της οποίας εφύετο πλούσια βλάστηση και εκείντο εν αφθονία εύφλεκτα ξηρά χόρτα και κλάδοι δένδρων, προερχόμενα εκ καθαρισμού του κτήματός του… Ο απολογισμός της ως άνω πυρκαγιάς υπήρξεν βαρύτατος. Χίλια τετρακόσια (1.400) ελαιόδενδρα κατεστράφησαν ολοσχερώς. Έκτασις διακοσίων πενήντα (250) στρεμμάτων καλυπτομένης υπό δασικής βλαστήσεως, της διαπλάσεως των αειφύλλων πλατυφύλλων, αποτεφρώθη. Εκατό (100) πολίτες και πενήντα (50) στρατιώτες απησχολήθησαν με την κατάσβεσίν της επί τετραήμερον…» (από υπηρεσιακή αναφορά με ημερομηνία 30-9-1968).

Το παραπάνω γεγονός μπορεί να συνοψιστεί στα εξής: Η ζωή που καλά προφυλαγμένη συντηρείτο στην ξερολίθινη κατασκευή, οδήγησε τον αγρότη στο να βάλει φωτιά, για να την εξαλείψει. Και δημιούργησε μιαν ολοσχερή καταστροφή!.. Η ζωή τελικά, δε μιλά με συμβολισμούς, αλλά με τα σύμβολά της! Γιατί να καταστρέψεις κάτι τόσο καλά προφυλαγμένο, κάτι τόσο όμορφα απλό, την ύπαρξη που θα έπρεπε να διαφυλάξεις; Η τιμωρία σου μην είναι μια γενικότερη καταστροφή;

ΞΕΡΕΣ ΛΙΘΙΕΣ  ΠΕΤΡΕΣ ΠΟΥ ΤΟΙΧΟΥΝ ΚΙ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ...

Ω, του μάστορα της λιθιάς η τέχνη, η υψηλή!.. («Dry Stone» by Anna Tosney)

Ο πολιτισμός της πέτρας

«Η πέτρα είν’ ο θάνατος
η πέτρα είν’ η ζωή μου…»

(«Η πέτρα», Μάνος Χατζιδάκις)

Οι ξερολιθιές αποτελούν στοιχείο του ελληνικού τοπίου, αποτελούν χαρακτηριστικό της ελληνικής υπαίθρου, αποτελούν μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς (εκφραζόμενη ως τέχνη, ως τρόπος ζωής, ως πρακτική διαχείρισης του φυσικού χώρου, ως διαμορφωθέν φυσικό περιβάλλον). Χαρακτηρίζουν, στις περσότερες των περιπτώσεων, τοπιακά και πολιτιστικά το περιβάλλον μιας περιοχής, ενώ συμβάλλουν οικολογικά στη λειτουργία των αγροτικών συστημάτων, που συγκροτούνται και λειτουργούν με τις αρχές της πατροπαράδοτης (ορθότερη λέξη θεωρώ: της «παραδοσιακής») αειφορικής διαχείρισης, αποτελώντας βασικό στοιχείο των οικείων βιοτόπων. Η διαχρονική παρουσία τους και λειτουργικότητά τους στο φυσικό χώρο, σε συνδυασμό με τη λελογισμένη διαχείριση των εδαφών από τον άνθρωπο της υπαίθρου, διαμόρφωσε ισορροπίες στα ορεινά κι ημιορεινά οικοσυστήματα της χώρας, με τρόπο που, διατηρουμένης της φυσικότητας του χώρου αυτού, να ενισχύεται η βιοποικιλότητα και η αισθητική του αξία.

Η δημιουργία και συντήρηση των ξερολιθιών, ήταν παράδοση παλιά, μια τέχνη που μεταβιβαζόταν από τον πατέρα στο γιο, μια παρακαταθήκη ζωής. Η διατήρησή τους κρατούσε το χώρο οπού οι άνθρωποι δραστηριοποιούνταν ζωντανό, αφού η τόσο πολύτιμη γη συντηρείτο χωρίς να χαρακώνεται, να παρασέρνεται από τις βροχές και τον άνεμο, και να χάνεται. Παράλληλα, η λεπτή γης, η πετρώδης κι άγονη, αναβαθμιζόταν (κι εμπλουτιζόταν) με τις μεθόδους, τις πρακτικές, τις τεχνικές της ήπιας και λελογισμένης καλλιέργειάς της, που στηρίζονταν σε εμπειρικές αρχές φυσικής διαχείρισης (αμειψισπορά, κόπρισμα, επιφανειακή άροση κατά τις ισοϋψείς κ.ά.) Έτσι καθίστατο δυνατή η λελογισμένη εκμετάλλευση της γης, χωρίς να υποβαθμίζεται το έδαφος, το περιβάλλον, το τοπίο. Οι δε τοίχοι που χώριζαν ιδιοκτησίες ή χρήσεις, ήταν όριο ως προς τη διαχείριση της γης κι όχι χώρισμά της, αφού αυτή (η διαχείριση) γινόταν ενιαία, βάσει άτυπων αρχών και κανόνων, χωρίς μελέτες, τοπογραφήσεις και αποφάσεις δικαστικές, με συμφωνημένο θαρρείς πρακτικό ως προς τη διαχείριση του όλου.

Ρείπιο ξερής λιθιάς: Παλαιόπολη Άνδρου. Ως μνημείο για το μεγαλείο της κατασκευής του, αρκεί... -που η ιστορία του!

Ρείπιο ξερής λιθιάς: Παλαιόπολη Άνδρου. Ως μνημείο για το μεγαλείο της κατασκευής του, αρκεί… -που η ιστορία του!

Η όλη διαχείριση αυτού του χώρου ήταν αποτέλεσμα εμπειρίας, γνώσης, συμπεριφορών, φιλοσοφίας εντέλει των διαχειριστών του, που δείκνυε τον πολιτισμό τους. Έναν πολιτισμό με συγκεκριμένο τρόπο ζωής (παραδοσιακό τον λέγουν…), που απέρρεε από τις συνθήκες του τόπου, τις γενικότερες καταστάσεις και τα γεγονότα που τον επηρέαζαν (π.χ., ένας πόλεμος απομάκρυνε τους άντρες από τη γη, μ’ αποτέλεσμα την εγκατάλειψή της και την υποβάθμιση/κατάρρευση των στοιχείων της), αλλά και τις ηθικές, πνευματικές, θρησκευτικές, συμβολικές κ.ά. αξίες, που χαρακτήριζαν την κοινωνία της υπαίθρου. Όλα αυτά διαμόρφωναν την πολιτιστική ταυτότητα (και ποιότητα εν προκειμένω) του τόπου, οπού οι ξερολιθιές είχαν βασικό λόγο, με τη στήριξη θεμελιακώς (κυριολεκτικά ή αξιακά) του δημιουργήματος.

Η ιδέα τους ήταν φιλοσοφημένη, μα και η αρχιτεκτονική τους καλλιτεχνική. Δεν ήθελαν να ταράξουν τον τόπο, να τον αναστατώσουν, μα να τον μαζέψουν γύρω από το σκοπό και να τον κραταιώσουν γι’ αυτό. Διότι, η συμπεριφορά των ανθρώπων της υπαίθρου προς τη γη, ήταν σεβαστική. Η κάθε πράξη τους μετρούνταν, για να μη γενεί καταχρηστική. Καθώς, με τούτο που ο Κάφκα είπε, φαίνεται να πνοούνταν -κι ας τούς ήταν ξένος, καθώς ο λόγος του ήταν η φιλοσοφία ανθρώπων κοντινών της γης, που τους έφερνε με ίδια σκέψη: «Καλοτυχία να καταλάβεις ότι το έδαφος όπου πατάς, δε γίνεται μεγαλύτερο να είναι απ’ όσο τα δυο πόδια σου καλύπτουν» (Κάφκα Φρ., «Αφορισμοί», εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1999, σελ.38).

Δε γένονταν έτσι φρούρια στη γης οι τοίχοι της, μα τεκτονήματά της. Οι πέτρες, ξώμυτες ή παράγωνες ταιριάζονταν, με πελέκησή τους ή χωρίς, γιατί αυτοσκοπός δεν ήταν το ίδιο το έργο, μα η επιδίωξη, δηλαδή η ύψωση της γης -μ’ ότι τούτο σήμαινε… Αυτό βέβαια δε συνεπαγόταν υστέρηση της ποιότητας του έργου, αφού για την κατασκευή του ακολουθούνταν τα πατήματα και οι προδιαγραφές του μάστορα -πάντα βέβαια κάτω από ένα αυστηρό πλαίσιο αρχών-, καθώς, από την ορθότητά του (την εντέλειά του, τελικώς) εξαρτιόνταν η ακεραιότητα του όλου δημιουργήματος· ή, για να μιλήσουμε οικολογικά, το αποτέλεσμά του καθόριζε τη λειτουργία του αγροτικού φυσικού συστήματος που δομούνταν σε νέα βάση, με το τοίχισμα της γης. Γι’ αυτό κι υπήρχε μαστοριά στην κατασκευή, π’ απέβλεπε στη στερεότη του· μια τεχνική της εμπειρικής που απέρρεε από την ανάγκη του σκοπού, τη δεξιοσύνη του δημιουργού, τη συσσωρευμένη πείρα ζωής και τη σοφισμένη θεώρηση του δημιουργήματος.

Η λογική της κατασκευής, ήταν του μέτρου και του μπορετού: τίποτα δε θα πεταχθεί, μα και ξώτερο, παράτερο, ανάρμοστο δε θα σταθεί. θ’ ακεραιωθεί και θα ταιριασθεί για την ολότη. Ο αγρός θα καθαρισθεί από τους λίθους, μα και θα φτιαχτεί με τις λιθιές. Τούτο έδωσε στην κατασκευή μιαν ιδιαίτερη φιλοσοφία, όχι κατασκευαστική, μα μαστορική. Ο μάστορας ήταν ο αρχιτέκτονας του τόπου του, αφού τον δομούσε με τη σοφία του, με την έμπνευσή του, με τη δεξιοσύνη του, στήνοντάς τον με αρχές και ιδέα. Έφτιαχνε έργα και μαζί τόπους, τοπία, περιβάλλοντα, προορισμούς· όλα στέρεα, γιατί είχε βέβαιο και σοφά μελετημένο σκοπό: να δώσει ολότη.

Θεώρησε αρμοστό ο καθηγητής Δημήτριος Πικιώνης να βάλει την ξερολιθιά στο μεγαλειώδες αρχαίο μνημείο (την Ακρόπολη), κατά τη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου της…

Είπε για τούτα ο ποιητικός και στοχαστικός Κυριάκος Κρόκος, ο αρχιτέκτονας του μέτρου και των καθαρών γραμμών: «Όταν κάνω πολλές φορές τέτοιες σκέψεις, με ανακουφίζει η εικόνα μιας ξερολιθιάς, όταν ο νους μου ακουμπάει σε μια αρχιτεκτονική. Το ελληνικό τοπίο το χαρακτηρίζουν αυτές οι ξερολιθιές, που γράφουν τέλεια πάνω του την ανάγκη της ύπαρξής τους. Σκέφτομαι το ήθος που απαιτεί η σωστή άρθρωση ενός τοίχου, τον ρυθμό που επιβάλλει. Ένας καλοχτισμένος τοίχος είναι μια αρχιτεκτονική, με την έννοια ότι εντάσσεται στο φυσικό τοπίο. Η μορφή του με την τονικότητά της εναρμονίζεται με το περιβάλλον και ζει στο μεσόφωτο σαν πλαστικό έργο, σε αντίθεση με τις επιφάνειες των νέων κτιρίων, που μοιάζουν νεκρές. Σκέφτομαι τις ξερολιθιές των νησιών, όπως και άλλα ανώνυμα κτίσματα που η αληθινή ανάγκη υπαγόρευσε, και θέλω από εκεί να αρχίσω την αναζήτησή μου μέσα από το σχήμα που οι νέοι καιροί με τα υλικά τους επιβάλλουν. Θέλω εκεί να στηρίζω τις προσπάθειές μου. Η παράδοση με διδάσκει να βλέπω τις σχέσεις και όχι τα πράγματα από μόνα τους» (Κρόκος Κ., «Κυριάκος Κρόκος», «Αρχτεκτονικά Θέματα» 23/1989, σελ. 120, από το «Κυριάκος Κρόκος, ανθολόγηση κειμένων», GRA εκδόσεις, σελ. 18, 19, Αθήνα 2008).

Μα ο μάστορας, ο απλός τούτος αργάτης της γης, με την πρωτογενή σοφία και τη μέσα του επιστήμη, προχώρησε -ως ανήσυχη και βασανιστική ψυχή που ήταν- παραπέρα: Καλλιτέχνησε, έφτιαξε γλυπτά της φύσης, πλαστούργησε -ίσως τελικά η καλλιτεχνία νάναι μέρος της μαστορικής! Πελέκησε την πέτρα, της έδωσε σχήμα, ή την ταίριαξε για τούτο, κι έδωσε αφηρημένες μορφές και παραστάσεις της. Δέστε τες ως πορτάρια των τοιχισμένων αγρών, ως προβολές λίθων με φυσική ομοιότη σε μορφές, ως στυλιστική παρουσία άλλων -ωσά στήλες, πύλες, παραθύρια κ.ά.-, ως αρχετυπική προβολή των δυνάμενων να νοηθούν λίθων στην πρωτογένειά τους, π’ αναπέμπει στη ρίζα κατά τον επαναπροσδιορισμό της δημιουργίας. Ως παρουσία ακόμη εσωτερική της πέτρας, με μορφές της γονιμότητας, του κάλλους, της ευγένειας, αναπαριστώντας δυνάμεις ανώτερες κι ανεξήγητες, π’ υποστήριζαν το δημιούργημα και το δυνάμωναν νοητά, τούδιναν ψυχή.

Δεν έμεινε δηλαδή ο μάστορας στο δημιούργημα ως καλλιτέχνημα: στο κέντημα της γης. Προχώρησε στο δούλεμα του στοιχείου του (τη ξερολιθιά) -που, τελικώς, μια τέτοια του αντιμετώπιση απέρρεε από την τέχνη της κατασκευής του- κι εφηύρε για τούτο τεχνήματα, για να το προσδιορίσει και να το αναβιβάσει αισθητικά, να του δώσει την προσωπική του ταυτότητα. Κι ως τέτοιο τόκαμε ιδιαίτερο, έργο της ματιάς και των αισθήσεων, έργο ευαίσθητου δημιουργού, πού έδενε τη μαστοριά με την καλλιτεχνία. Κι αποκτούσε τελικώς η πέτρα μιαν αίσθηση κι ως αξία στέκουνταν, και πολιτισμός γίνονταν στο παραπέρα της. Διότι την πορεία του ανθρώπου στη ζωή στέριωνε, μα κι αποτελούσε έκφρασή του στο στέριωμά της.

Πρωτογενής έτσι, αγρία, η ομορφιά της λιθιάς -και γι’ αυτό τόσο υψηλή!..-, μα και καλλιτεχνική, όταν επέμβαινε γλυπτικά και την αισθητοποιούσε ο δημιουργός της. Άλλες Μυκήνες λες -σε άλλη, βέβαια, κλίμακα, και μ’ άλλο σκοπό-, μνημείο κι αυτή ενός πολιτισμού, στα χνάρια του παλαιότερου…

Η μαστορική παντρεμένη με την καλλιτεχνία -ωσά αρχαίο μνημείο η λιθιά! Όλα τους μιαν αρχετυπική αρχιτεκτονική του τόπου.

Η μαστορική παντρεμένη με την καλλιτεχνία -ωσά αρχαίο μνημείο η λιθιά! Όλα τους μιαν αρχετυπική αρχιτεκτονική του τόπου.

[ΞΕΡΕΣ ΛΙΘΙΕΣ – ΠΕΤΡΕΣ ΠΟΥ ΤΟΙΧΟΥΝ ΚΙ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ… (Β΄ ΜΕΡΟΣ)]

* Στο παρόν δοκίμιο μελετούμε τους ξερολίθινους τοίχους, που τους λέμε ξερολιθιές, οι οποίοι κρατού(σα)ν το επικλινές έδαφος για να μη διαβρώνεται, και να μπορεί ταυτόχρονα να καλλιεργείται, καθώς κι αυτούς που οριοθετούσαν αγρούς, αγροικίες, λιβάδια κ.ά. (μάντρες-περιφράξεις). Ξερολίθινη όμως είναι και κάθε κατασκευή με πέτρες χωρίς συγκόλησή τους, που ο άνθρωπος της υπαίθρου χρησιμοποιεί για να εξυπηρετηθεί στο δύσκολο μεσογειακό περιβάλλον της πέτρας και της τραχιάς, στεγνής (συνήθως) γης οπού διαβιεί. Τέτοιες (άλλες) κατασκευές είναι οι λιθοσωροί από μικρές πέτρες, που παλαιότερα κάλυπταν το έδαφος στους ελαιώνες, για τη μείωση της φυσικής εξάτμισης του νερού απ’ αυτό, οι υποστηρικτικές ή οι βοηθητικές κατασκευές της καλλιέργειας των αγρών (ντάμια, πηγάδια, αποθήκες κ.ά.), οι οριοθετήσεις μονοπατιών/δρομίσκων στους αγρούς, οι επιστρώσεις με ασύνδετους λίθους του εδάφους, τα καλντερίμια των οικισμών, τα αλώνια, οι μύλοι, τα αυλάκια κ.ά.

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

.

Δημοσιεύτηκε στη στήλη Γαίας Ανάγνωσμα του e-περιοδικού για την αρχιτεκτονική www.greekarchitects.gr

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΞΕΡΟΛΙΘΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ – ΤΟΙΧΟΙ

xeres lithies egxeiridio

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις, Περιβάλλον

Tags: , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: