Advertisements

ΞΕΡΕΣ ΛΙΘΙΕΣ – ΠΕΤΡΕΣ ΠΟΥ ΤΟΙΧΟΥΝ ΚΙ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ… (Β΄)

lithiesB

.

Η οικολογία της λιθιάς

«Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ’ αργό ψιχάλισμα,
άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες
που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν
που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερ’ από τη σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια»

(«Άνθη της πέτρας», Γιώργος Σεφέρης)

Εν σύμπαν στη ξερολιθιά: μια μάγα γη, του θρύλου, ανεξερεύνητη· αν και τόσο κοντά μας!.. Ο άνθρωπος, ο οικείος της, που τη θεώρησε στο είναι της κι όχι στο έχει της, δεν την είδε στο παραμέσα της, γιατί είχε δέος -μήπως και φόβο;- για το κρύφιο της ζωής στο ανάμεσο των λίθων, για το μυστήριο πώκρυβε η λίθινη κατασκευή. Γιατί, ακόμη, δεν ήθελε να την ταράξει, λογιάζοντας στο υποσυνείδητό του για την ακαταπόνητη προσπάθειά της ν’ ακεραιωθεί στο λίγο της, να γενεί ελάχιστη, για να μπορεί να σκιρτήσει σε κενά και σχισματιές, σε πόρους κι οπές, σε ρηγματιές και κοιλότητες. Είχε μια σέβαση, και μιαν πατρική στοργή λες, για τη ζωή που γεννήθηκε με το δημιούργημά του, γιατί την ένοιωθε δική του, γέννημά του, αφού τη δημιούργησε το έργο του. Απολάμβανε την πλάση του σύμφωνα με την προσφορά της, κι ας μην τη γνώριζε στο βάθος της, κι ας μην του αποδινόταν φανερή. Μόνο που τη νοούσε και τη γεύονταν στην ανάσα της, στο σκίρτημά της, στο λίγο της που του δινόταν: αυτό τού ήταν αρκετό για την απόλαψή της. Η μικρή, η αιρετική της ύλης φύση του τοίχου, απολαμβάνονταν με το συναίσθημα και την αίσθηση του βάθους της.

Για να κατανοήσουμε όμως τον δημιουργό, πρέπει ν΄ ανατρέξουμε στην αρχή του, όταν συνειδητοποίησε ότι η γη υπό τη διαχείρισή του απαιτεί το μέτρο, τη σπουδή και τη σοφία του. Τότε έφτιαξε έργα της γης, που την ωφέλησαν, για το δικό του καλό. Κι εξαιτίας τους, μια νέα φύση δημιουργήθηκε, μια φύση πνοημένη από το δημιουργό, π’ απαιτούσε για να κρατηθεί τη συνεχή άσκησή του εντός της. Σε μια τέτοια ολότη, δε μπορούσε ο άνθρωπος ξέχωρος από το όλον να σταθεί και να λειτουργήσει ως ανώτερος, μα όφειλε να πράξει ως λειτουργός της. Κι έπρεπε χορηγός να γένεται σε κάθε του πράξη, στο συλλείτουργο της φύσης του. Αν την εγκατέλειπε, αν την υπέσκαπτε, αν την αμελούσε, δε θα την είχε πλούσια σύμφωνα με το σκοπό -όπως τελικά κι έγινε, με την εγκατάλειψη και την κατάρρευσή της στους σύγχρονους καιρούς! Είχε συνεπώς σοφία η αντιμετώπισή του, για την κραταιώτη του δημιουργήματος…

Περιποιημένες του λιοστασιού οι ξερολιθιές…(στη Λέσβο)

Η δημιουργία των ξερολιθιών ξεκίνησε από την ανάγκη να οριστούν οι βοσκές, οπότε χρησιμοποιήθηκε η πέτρα γι’ αυτό, λόγω έλλειψης άλλου υλικού κατασκευής (π.χ. ξυλείας), αφού στον πετρώδη βοσκότοπο μόνον η πέτρα αφθονούσε, αλλά κι επειδή υπήρχε αδυναμία άλλης κατασκευής στα πετρώδη εδάφη (αφού, π.χ., η έμπηξη πασσάλων στην πετραία γη για τις περιφράξεις, ήταν εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη). Στη συνέχεια, η παραπάνω πρακτική επεκτάθηκε και στα εδάφη που καλλιεργούνταν, με την κατασκευή αναλημματικών τοίχων που αποσκοπούσαν στη συγκράτηση των εδαφών από τις βροχές και τον άνεμο. Οι πέτρες για την κατασκευή τους προέκυπταν συνήθως από τον καθαρισμό των χωραφιών, κάτι που σήμαινε διπλό όφελος: γινόταν καθαρισμός της γης και ταυτόχρονα ανευρίσκονταν στην πηγή του το υλικό (οι πέτρες) για την κατασκευή των τοίχων. Σε περιοχές της Ελλάδας, οι ξερολιθικοί τοίχοι αποσκοπούσαν αποκλειστικά στη στήριξη των εδαφών για τη γεωργική χρήση τους και χρονολογούνται από την Ελληνιστική εποχή. Για να γίνει αυτό, οι καλλιεργητές έκοβαν τα δέντρα της περιοχής, ξερίζωναν τα πρέμνα από τα δέντρα που είχαν κόψει την προηγούμενη χρονιά, κι έστηναν ξερολιθιές για τη συγκράτηση της γης για καλλιέργεια. Ακολουθούσε η ίδια διαδικασία για επόμενο κομμάτι γης, ανάλογα με τις δυνατότητες που υπήρχαν και τις ανάγκες της οικογένειας, μετατρέποντας δασικές εκτάσεις σε τοιχισμένους αγρούς. Όταν οι ανάγκες ήταν μεγάλες ή δε γινόταν σωστή διαχείριση της καλλιέργειας, με αποτέλεσμα την εξάντληση του εδάφους και την απώλεια εσοδείας λόγω της υποβάθμισης, οι ξερολιθιές επεκτείνονταν παραπέρα και σε μεγάλη ακτίνα κάλυπταν ευρείες περιφέρειες, ακόμη κι ολόκληρα νησιά -π’ εμφανίζονταν τοιχισμένα! Τέτοιες ξερολιθιές εντοπίζονται στη Νότια Ρόδο (όταν η Ροδιακή Συμπολιτεία βρισκόταν σε ακμή), στη νήσο Κέα (στην περιοχή της Καρθαίας) κ.ά. Αυτά τα ξερολιθικά τοπία, ως έχοντα κι αρχαιολογική αξία, θα έπρεπε να θεωρούνται μνημεία της αρχαιότητας και να προστατεύονται (κάτι που δυστυχώς δε γίνεται).

Η χρήση υλικού του τόπου για την κατασκευή των τοίχων (λίθοι των ίδιων των χωραφιών), το μέγεθός τους, με ύψη στα μέτρα της γης, η προσαρμογή των λίθων χωρίς συνδετική ύλη, πώδινε στην κατασκευή τη δυνατότητα ν’ «ανασαίνει» και να συντηρεί ζωή, φτιάχναν μια γήινη κατασκευή που δε χαλνούσε τη συνέχεια του τόπου και πρόσθετε στην αξία του. Έτσι διαμορφώθηκε ένα τοπίο προσαρμοσμένο στο φυσικό περιβάλλον, τα δομικά στοιχεία του οποίου προέρχονταν από τη φύση και δεν την αλλοίωναν. Οι τοίχοι δεν ακουμπούσαν απλά στη γη, αλλά δένονταν με αυτήν, την αγκάλιαζαν και την έσφιγγαν, αφού δομούνταν κυρίως πα στο μητρικό της πέτρωμα, το οποίο δεν ήταν δύσκολο ν’ αποκαλυφθεί στα λιγνά εδάφη των πλαγιών και να «θεμελιωθεί» σ’ αυτό η λιθιά. Η δε κατασκευή, με την τέτοια της δόμηση -ως έπαφη με το μητρικό βράχο και συντιθέμενη με ασύνδετες πέτρες-, αποκτούσε μιαν περίεργη στερεότη, αφού με την ευκαμψία και τις προσαρμογές της, ανταποκρίνονταν ως ζωντανή ύλη στις πιέσεις του νερού και του εδάφους, στεκάμενη όρθια, λες και με την ανάσα της κράτουσε το φόρτο της! Είναι χαρακτηριστικό ότι, με την πίεση που της ασκούνταν, μπορούσε να παραμορφώνεται, χωρίς όμως να ρωγμώνεται! Οι τοίχοι αυτοί, όσο συντηρούνταν (η συντήρησή τους έπαψε ουσιαστικά να υφίσταται από τη δεκαετία του ΄50 και κατόπιν), έμεναν στέρεοι και δεν επηρεάζονταν από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, ούτε από την αιφνίδια εναλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών (η παγωνιά δεν προξενούσε αλλοίωση της δομής τους, δηλαδή ρηγματώσεις, παραμορφώσεις κ.λπ.).

Παράλληλα, η ζωή πώβρισκε καταφύγιο στην ξερολιθιά, γινόταν σεβαστή από τον άνθρωπο που δραστηριοποιούνταν στην ύπαιθρο (τον αγρότη και τον κτηνοτρόφο). Διότι υπήρχε συνείδηση της σπουδαιότητάς της· καθώς, υπήρχε συνείδηση της γης. Ο σοφός πρόγονος ένοιωθε ότι ο «ανάξιος» τοίχος έκρυβε ένα σπάνιο μικρόκοσμο, ένα θησαυρό ζωής. Τον οποίο δεν ήθελε ν’ αποκαλύψει, διότι έπρεπε να διατηρηθεί αναλλοίωτος στον κρύφιο βίο του, για να προσφέρει στο ανείδωτό του, για να υπάρχει ως αξία, ως ζωή!.. Μα κι ο ιδωμένος τέτοιος κόσμος, ίδια μυστήριος κι άγνωστος ήταν: η σφίγγα της ξερολιθιάς δεν ήξερες αν θα σου επιτεθεί ή θα σε δεχθεί μετρώντας σε -το ίδιο κι η φραγκοσυκιά ή η οχέντρα!.. Η ζωή των ξερολίθινων τοίχων ήταν η ευαίσθητη κι ιδιαίτερη χλωρίδα και πανίδα της πετραίας γης, η οποία αποτελούσε μέρος ενός ανθρωπογενούς συστήματος (ξεταζόμενο στον τομέα της ανθρώπινης οικολογίας), εξαιρετικού για την απλότητα και την ιδιοτυπία του. Ήταν τεχνητό (αγροτικό) και συνάμα φυσικό, ήταν ήμερο και συνάμα άγριο…

Η φραγκοσυκιά, έρριζα της λιθιάς βρήκε γη!..

Οι τοίχοι αυτοί αποτέλεσαν, κι εξακολουθούν ν’ αποτελούν (κείνοι που συντηρούνται), καταφύγια ζωής, οπού φυτά και ζώα διαβιούν στο δύσκολο περιβάλλον της πέτρας, μέσα σε ρωγμές και κοιλότητες, σε κενά και σχισματιές, ακόμη και σε πόρους κι οπές, αποτελώντας στοιχεία του αγροτικού/αγροτοδασικού περιβάλλοντος, στο οποίο εντάσσονται οι ξερολιθιές. Φυτά βυθίζουν τις ρίζες τους ανάμεσα στις πέτρες ή μέσα σε αυτές κι εποικούν χώρους ασύλληπτα μικρούς, «φυσικούς», «παρθένους». Ζωϊκοί οργανισμοί αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους σε νέα πεδία, κι αποχτιέται έτσι μια πληρότη από το τίποτα. Κι όλα τούτα συντελούνται με επιλογή αυστηρή, καθώς, μικρός και φτωχός είν’ ο χώρος και λιγοστή ζωή μπορεί ν’ αντέξει. Διαμορφώνονται έτσι οικολογικοί θώκοι, βιολογικά δίκτυα και νέοι βιότοποι, με χλωρίδα και πανίδα σημαντική, μοναδική στις περσότερες των περιπτώσεων, που περιλαμβάνουν ως και νέα υποείδη -αναφέρουμε την περίπτωση του πάρκου του Τσιλέντο στη Νότια Ιταλία, οπού εντοπίστηκαν νέα υποείδη ποωδών φυτών στα μικροπεριβάλλοντα των ξερολιθιών (Η περιοχή του Τσιλέντο στην νότια Ιταλία, έκτασης 1.810.000 στρεμμάτων περίπου, με την καταπληκτική φύση της, προστατεύεται ως Εθνικό Πάρκο. Περιλαμβάνει θαυμάσια αγροτοδασικά οικοσυστήματα, παραδοσιακά χωριά, πλούσια χλωρίδα και πανίδα, εξαιρετικά αγροτικά τοπία κ.ά. Όλα αυτά προστατεύονται με νόμο, ενώ παράλληλα επιχορηγούνται δραστηριότητες του απλού, πατροπαράδοτου τρόπου ζωής κι επιβραβεύονται ενέργειες που αποσκοπούν στη διατήρηση κείνων των στοιχείων που υποστηρίζουν, ενισχύουν κι αναδεικνύουν το συγκεκριμένο περιβάλλον).

Λεπιδόπτερα, ερπετά, πουλιά, ασπόνδυλα, μα και μικροσκοπικοί φυτικοί οργανισμοί ή μεγαλύτερα φυτά, θάμνοι και ημίδενδρα, συνθέτουν τη ζωή στις ξερολιθιές, μια ζωή που η μικρή της κλίμακα και οι εξαρτήσεις που υπάρχουν, την κάμουν εξαιρετικά ευάλωτη σε ανατροπές προερχόμενες από εξωγενείς παράγοντες. Από τα φυτικά είδη, κυριαρχούν οι λειχήνες. Πρόδρομοι εποικιστές, όπως ο αμάραντος, η κάππαρη, το σαπουνόχορτο, η μολόχα, η αγριοτσουκνίδα κ.ά., θα «καθίσουν» σε αυτήν, αναπτύσσοντας ρίζες στις κοιλότητές της. Άλλα, θαμνώδη, ημιδενδρώδη, ακόμη και μικρά δενδρώδη φυτικά είδη, θα συνοδεύσουν την ξερολιθιά και θα σταθούν σιμά της, αποτελώντας κατ’ ουσίαν ένα της. Τέτοια είδη είναι η αραποσυκιά, η γκορτσιά, η αγριοκορομηλιά, ο αγριόκεδρος, ο πρίνος, το πεύκο ακόμη και η δρυς, κ.ά., είδη δηλαδή συμβατά με το γύρω φυσικό περιβάλλον -γι’ αυτό και διαφορετικά σε περιοχές της χώρας οπού οι ξερολιθιές στήθηκαν…-, που τα φέρνει ο άνεμος, το πουλί, το μικρό θηλαστικό, και βρίσκουν «απάγκιο» -ως σπόρος ή νιόφυτο- στις λιθιές. Και στην κοινωνία τούτη, σύντονα θαρθεί (με προσωρινή ή μόνιμη κατοίκηση) το μικρό θηλαστικό, το πουλί, το ερπετό, το έντομο, το ασπόνδυλο (κατά κύριο λόγο, εξαιτίας της αντοχής του σε θερμοκρασίες έως και 60οC), και θα γενεί σύστημα ζωής (οικο-σύστημα) το άζωον. Κει θα βρεις τις πασχαλίτσες στη χειμέρια νάρκη τους, τις πεταλούδες στη μεταμόρφωσή τους, τις αράχνες στην αναζήτηση της τροφής τους, τα σαλιγκάρια στο καταφύγιό τους. Και μικρά θηλαστικά ακόμη, όπως το σκαντζόχοιρο ή τον ποντικό, να διεκδικούν μια σπιθαμή γης. Κι όλα αυτά -να σκεφτείς…- στριμώχνονται στο μικρό χώρο της ξερολιθιάς!..

Ζώο της λιθιάς: σαύρα στο λιάσιμό της.

Το μικροκλίμα που διαμορφώνεται στις ξερολιθιές, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη μικρή διαθεσιμότητα ύδατος και τη διαρκή κι έντονη ηλιακή ακτινοβολία (η οποία αποθηκεύεται την ημέρα, για ν’ αποδοθεί τη νύχτα), δημιουργεί ένα μικροβιότοπο, όπου όλοι οι δείκτες του θα λέγαμε ότι βρίσκονται στο «κόκκινο». Μια αλλαγή αρκεί για να φέρει την ανατροπή, για να καταρρεύσει αυτός ο ευαίσθητος κόσμος. Μια αλλαγή που μπορεί να είναι η εγκατάλειψη της αειφορικής διαχείρισης του αγροτοδασικού περιβάλλοντος της περιοχής και, κατ’ επέκταση, η μη συντήρηση των στοιχείων του (εν προκειμένω, των ξερολιθιών). Το περιβάλλον των ξερολιθιών συγκρίνεται ως προς τη σπουδαιότητα και την ιδιαιτερότητά του με αυτό των βραχωδών ορθοπλαγιών, με αυτό των ασβεστολιθικών πλακών, με αυτό των σαρών.

Οικονομία εδάφους



«Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τα αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως»

(«Ρωμιοσύνη», Γιάννης Ρίτσος)

Η ξερολιθιά ως αναλημματικός τοίχος, στηρίζει το έδαφος, αλλά και το κρατά μαζεμένο σε επιφάνειες (ζωνάρια), δημιουργώντας μικρά χωράφια γης. Το επαρκές βάθος του εδάφους τούτων, εξυπηρετεί -πέρα από τη δυνατότητα της καλλιέργειας- τη διατήρηση κατάλληλης υγρασίας, αφού το περσότερο βαθύ χώμα συγκρατεί περισσότερο νερό. Επιπλέον, βοηθιέται αυτό με ειδική τεχνική κατά την κατασκευή των βαθμίδων, ώστε να διατηρείται η εδαφική υγρασία σε επιθυμητά επίπεδα, με τη δημιουργία κλίσης προς το εσωτερικό της βαθμίδας, και την κατασκευή αυλακιού ανά 1 μ. περίπου από την επόμενη ξερολιθιά, για να συγκρατείται το λιγοστό νερό της βροχής (για την ακρίβεια, συγκρατείται η περίσσεια του νερού μετά την αποστράγγισή του). Έτσι, παρά το γεγονός ότι το γύρωθε περιβάλλον είναι άνυδρο, η υγρασία του εδάφους είναι επαρκής για να συντηρήσει την καλλιέργεια, και το απόθεμα του νερού ικανό για να τη βοηθήσει. Στ’ άνυδρα Κυκλαδονήσια, το παραπάνω αυλάκι ονομαζόταν ξερεματιστής κι οδηγούσε το νερό σε διπλανό πέτρινο κανάλι, που κατέληγε σε ρέμα, όπου υπήρχαν μικρά φράγματα με ξερολιθιά και λάσπη που συγκρατούσαν το περισσευούμενο νερό του χειμώνα, για τις καλοκαιρινές καλλιέργειες: μια σοφή (οικολογική) διαχείριση των φυσικών αγαθών από τους απλούς προγόνους, για «να τα έχουν», καθώς τους έλειπαν!..

Και κει, στ’ απρόσιτο, νάσου λιθιές κι ένα φτενό λιοστάσι…

Η δε καλλιέργεια της γης στα εδάφη των ξερολιθιών -στις αναβαθμίδες ή τράφους ή αιμασιές ή πεζούλες-, έδινε στα τοτινά χρόνια, τροφή και εισόδημα σε πληθυσμούς, των οποίων, υπό άλλες συνθήκες, η επιβίωση στους τόπους αυτούς δε θα ήταν δυνατή. Καθώς, τόσο οι μεταφορές ήταν δύσκολες έως ανύπαρκτες, για να είναι δυνατή η αγορά προϊόντων, αλλά και η οικονομική κατάσταση των χωρικών δεν επέτρεπε την αγορά τους -όταν κι όπως έφθαναν στα μέρη τους… Έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη για την ανάπτυξη τοπικής οικονομίας κλειστού τύπου, η οποία στηρίχθηκε στη φτωχή κι άνυδρη γη των πλαγιών, που καλλιεργήθηκαν χάρη στις ξερολιθιές. Η συγκράτηση επί των αναβαθμίδων των προϊόντων της αποσάθρωσης των πετρωμάτων και της διάβρωσης, οδήγησε στη διαμόρφωση παραγωγικών μικρών χωραφιών ή περβολιών, τα οποία «κρατήθηκαν» καρπερά χάρη στις σοφές πρακτικές που ο αγρότης εφάρμοσε -όπως την αμειψισπορά, το κόπρισμα των χωραφιών, την επιλογή καλλιεργειών με προσαρμοστικότητα στις συγκεκριμένες εδαφικές και κλιματικές συνθήκες, την επιφανειακή άροση κατά τις ισοϋψείς κ.ά. Παρήχθησαν έτσι προϊόντα της φτωχής γης, πολύτιμα για την επιβίωση των ντόπιων πληθυσμών, όπως φάβα, μελιτζάνες, ξυλάγγουρα, σταφύλια, φασόλια και φασολάκια, σύκα, ελιές, αμύγδαλα κ.ά. Προϊόντα που έφτιαξαν οικονομίες και στήριξαν κοινωνίες, κρατώντας τη ζωή στους τόπους τους φτωχούς.

Οι ενέργειες των ανθρώπων έτσι, περιορίστηκαν στο μέτρο της ανάγκης. Υπήρξε αυτό που ονομάζουμε «οικονομία εδάφους», δηλαδή μιαν άτυπη χωροταξική κατανομή χρήσεων γης, ανάλογα με τις ανάγκες και τις καταστάσεις, με στόχο την εξοικονόμηση του περσότερου δυνατού εδάφους και τη διάσωσή του (αλλού οικισμός, αλλού χωράφι, αλλού λιβάδι). Κι όλα τούτα γινόταν με πολύ μέτρο και σπουδή, γιατί το σύστημα απαιτούσε πολλήν ισορροπία… Την ανάγκη της ορθής/ορθολογικής διαχείρισης του τόπου, σύμφωνα με τις δυνατότητές του, την εξυπηρέτησαν οι ξερολιθιές, αφενός οριοθετώντας τις χρήσεις (κι ιδιοκτησίες), για τη σωστή κατανομή τους στο χώρο, αφετέρου βοηθώντας την καλλιέργεια της γης στους αγρούς, με τη δημιουργία αναβαθμίδων. Σε άλλες περιπτώσεις, με τις εφαρμοζόμενες πρακτικές, είχαμε ακόμη και δημιουργία εδάφους (ή και δάσους). Η βόσκηση δε του ορεινού, του ημιορεινού, ακόμη και του νησιωτικού χώρου, γινόταν κατά τρόπο που ν’ αποφεύγεται η εξάντληση των λιβαδιών, αφού υπήρχε περιοδικά εναλλαγή των βοσκήσιμων γαιών, με τη βοσκοϊκανότητα του τόπου να διατηρείται -κατά το μάλλον ή ήτον- σταθερή. Είναι χαρακτηριστική, ως προς τη μέριμνα διαφύλαξης του αγροτικού τούτου χώρου, η περίπτωση των ≪χωριτών≫ στα χρόνια των Ισαύρων, δηλαδή των χωρικών που νοιάζονταν για την ισορροπία μεταξύ του φυσικού περιβάλλοντος όπου δραστηριοποιούνταν και του οικιστικού όπου ζούσαν, λαμβάνοντας κατάλληλα μέτρα κι ακολουθώντας πρακτικές λελογισμένης διαχείρισής του.

Σοφός του πλάγιου αγρός: μια κεντησιά της γης!..

Βέβαια, καταχρηστική διαχείριση αυτού του χώρου (της υπαίθρου) γινόταν και τότε, από ασυνείδητους διαχειριστές, που πήγαιναν ενάντια στην κοινή λογική -εξάλλου, μια τέτοια διαχείριση, που γινόταν συστηματικά επί αιώνες, ήταν που διαμόρφωσε τα φτωχά κι υποβαθμισμένα περιβάλλοντα της χώρας, που απαιτούσαν ειδική διαχείριση για να σταθούν, όπως εν προκειμένω την καλλιέργειά τους με βαθμίδες. Πρέπει δε να τονιστεί ότι, τ’ αποτελέσματα της παραπάνω αρνητικής διαχείρισης, γίνονται άμεσα αντιληπτά και με συνέπειες επώδυνες, αφού έχουμε υποβάθμιση έως και κατάρρευση του συστήματος, σε σχέση με κείνα της λελογισμένης διαχείρισής τους, που ≪καθυστερούν≫ να φανούν, αφού με αυτήν γίνεται συντήρηση και σταδιακή επάνοδος του περιβάλλοντος σε ισορροπία. Σύγκριση επομένως ως προς τους χρόνους και τις προσπάθειες ανάμεσα σε τούτα, δε μπορεί να υπάρξει –αναμφισβήτητα το κακό «τρέχει» πολύ πιο γρήγορα από καλό!

Ιδού η ωραία περιγραφή της διαχείρισης του νησιωτικού χώρου από τον φιλόσοφό του, τον Μανώλη Γλέζο, που αναφέρεται στην Τζιά: «Οι πετρόχτιστοι, χωρίς λάσπη κι όσο ένα μπόι, τοίχοι με τη στέψη τους, στεφανωμένοι από αγκαθωτά φύργανα (αχινοπόδια και αστοιβές και ασπαλάρθοι), όριζαν τα όρια της εγκαιριάς από την παραγκαιριά. Άλλο πάλι και τούτο. Δηλαδή; Οι εγκαιριές έμειναν οι αβόσκητοι τόποι, που πολλές φορές σπέρνονταν κιόλας με δημητριακά χορτονομής. Οι παραγκαιριές πάλι ήταν ο χώρος που μπορούσαν να βοσκήσουν τα κοπάδια με τα ζουλοπρόβατα. Την άλλη χρονιά άλλαζεν η λειτουργία του χώρου. Το κέρδος ήταν τριπλό. Πρώτον, οι χώροι που δε σπέρνονταν ξεκουράζονταν. Εφαρμογή της περιοδικής καλλιέργειας προς αγρανάπαυση. Δεύτερον, τα φυτά που φύτρωναν προλάβαιναν να βλαστήσουν, ν’ αναπτυχθούν, ν’ ανθίσουν και να καρπίσουν πριν τα καταβροχθίσουν οι λαίμαργες ζούλες. Ο σπόρος καβάλα στον άνεμο ταξίδευε παντού κι είχεν η γης ποώδη και θαμνώδη φυτοκάλυψη. Τρίτον, ο χωρισμός της γης σ’ έγκαιρα και παράγκαιρα χωράφια αποσκοπούσε και στο να εξαλείψει το επικίνδυνο τσιμπούρι. Το φοβερό αυτό παράσιτο που αποζυμά το αίμα των θηλαστικών ζώων και εικοσαπλασιάζει το μέγεθός του…» (Γλέζος Μ., «Η συνείδηση της πετραίας γης. Κυκλαδογραφίες», εκδόσεις Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 1997, σελ. 238).

Έτσι, στα πλαίσια διαχείρισης του άγονου κι άνυδρου επικλινούς αγροτικού χώρου, οι αγρότες τον τοίχιζαν (με την κατασκευή ξερολίθινων τοίχων) ή τον φύτευαν (με είδη εδαφοσυγκρατητικά), για να τον κρατήσουν, ούτως ώστε να τον καλλιεργήσουν. Τούτο συνετέλεσε στην οχύρωσή του, αλλά και στην αισθητική του αναβάθμιση -η οποία ενισχύθηκε με τα στοιχεία του αγροτικού εκεινού φυσικού χώρου, που του έδωσαν αξία γιατί τον προήγαγαν και δεν τον υποβάθμισαν (π.χ. μάντρες, φυτοφράχτες, μικρές συστάδες, ντάμια, αυλάκια, μύλοι, γεφύρια κ.ά.) Τα θαυμαστά αγροτικά τοπία τού όχι πολύ μακρινού παρελθόντος, «χτίστηκαν» από τον Έλληνα αγρότη, κι αποτέλεσαν υψηλής οικολογικής αξίας φυσικά τοπία -είναι δε χαρακτηριστική ως προς τούτο η παρατήρηση του καθηγητή της Δασολογικής Σχολής Πέτρου Κοντού, ο οποίος το 1930 ανέφερε ότι, «μόνον αγρότες τινές, ανεδάσωναν με κυπαρίσσια πολλές μικροεκτάσεις των, ώστε όχι μόνον η παραγωγή ξύλου ν’ αυξήσει εκεί, αλλά και το τοπείον ν’ αποβεί αισθητικώς πολύ ωραιότερον» (Κοντός Π., «Δασική Πολιτική, ιδία εν Ελλάδι, μετά στοιχείων αγροτικής πολιτικής», έκδοση δεύτερη, τύποις Μ. Τριανταφύλλου & Σίας, Θεσσαλονίκη 1932, σελ. 194).

Στα βραχοτόπια, μια ξερολιθιά! Όριζε ιδιοκτησία, εν λιβάδι ίσως;

 

[ΞΕΡΕΣ ΛΙΘΙΕΣ – ΠΕΤΡΕΣ ΠΟΥ ΤΟΙΧΟΥΝ ΚΙ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ… (A΄ ΜΕΡΟΣ)]

* Στο παρόν δοκίμιο μελετούμε τους ξερολίθινους τοίχους, που τους λέμε ξερολιθιές, οι οποίοι κρατού(σα)ν το επικλινές έδαφος για να μη διαβρώνεται, και να μπορεί ταυτόχρονα να καλλιεργείται, καθώς κι αυτούς που οριοθετούσαν αγρούς, αγροικίες, λιβάδια κ.ά. (μάντρες-περιφράξεις). Ξερολίθινη όμως είναι και κάθε κατασκευή με πέτρες χωρίς συγκόλησή τους, που ο άνθρωπος της υπαίθρου χρησιμοποιεί για να εξυπηρετηθεί στο δύσκολο μεσογειακό περιβάλλον της πέτρας και της τραχιάς, στεγνής (συνήθως) γης οπού διαβιεί. Τέτοιες (άλλες) κατασκευές είναι οι λιθοσωροί από μικρές πέτρες, που παλαιότερα κάλυπταν το έδαφος στους ελαιώνες, για τη μείωση της φυσικής εξάτμισης του νερού απ’ αυτό, οι υποστηρικτικές ή οι βοηθητικές κατασκευές της καλλιέργειας των αγρών (ντάμια, πηγάδια, αποθήκες κ.ά.), οι οριοθετήσεις μονοπατιών/δρομίσκων στους αγρούς, οι επιστρώσεις με ασύνδετους λίθους του εδάφους, τα καλντερίμια των οικισμών, τα αλώνια, οι μύλοι, τα αυλάκια κ.ά.

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Βιβλιογραφία
(Του επιστημονικού αντικειμένου του δοκιμίου. Του λογοτεχνικού, οι πηγές αναφέρονται στο κείμενο)

Allen D., «Mediterranean Ecogeography», Pearson Education LTD, Essex, UK 2001.
Biswell H. H., Λιάκος Λ. Γ., «Λιβαδοπονική», Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1962.
Brooks Al., Adcock S., «Dry Stone Walling. A practical handbook», BTCV, 2004
Centre Naturopa, «Farming and Wildlife», Council of Europe, Strasbouurg 1989.
Darlington A., «The Ecology of Walls», Heinemann, 1981.
Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, «Αγροτικό περιβάλλον και πουλιά», http://www.ornithologiki.gr/gr/kap/gr/agr/print.htm.
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αριθ. C 074 της 23ης-3-2005, σ. 0062-0067, Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η γεωργία στις περιαστικές περιοχές», http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/LexUriServ.do/uri=CE.
Ζαβιτσάνου Γ., «Ξερολιθιές: μικρά αρχιτεκτονικά θαύματα…, στα αζήτητα», περιοδ. ΟΙΚΟ της Καθημερινής, τεύχος 47ο, Αύγουστος 2006.
Forman R.T.T., Godron M., «Landscape Ecology», Wiley, New York 1986.
Garner L., «Dry Stone Walls», Shire Publications, 2001.
Hart E., «The Dry Stone Wall Handbook», Thorsons, 1980.
Hawkes J., «A Land», Penguin, 1951.
Ισπικούδης Ι., «Ιστορική και πολιτισμική θεώρηση των δασογεωργικών συστημάτων», από τον συλλογικό τόμο «Δασογεωργικά συστήματα χρήσης γης», Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2005.
Καπετάνιος Αντ., «Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σ’ αυτή τη χώρα…», εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 2009.
Καρακώστα Σ., «Συνέπειες της κρίσης της γεωργίας στη φύση και στην κοινωνία», επιστημονικό συνέδριο με θέμα «Προστασία περιβάλλοντος και γεωργική παραγωγή», πρακτικά, Θεσσαλονίκη 21-23 Μαρτίου 1989.
Καρανδεινός Μ., Λεγάκις Α. (επιμέλεια), «Το κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων σπονδυλόζωων της Ελλάδας», έκδοση Ελληνικής Ζωολογικής Εταιρείας & Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, Αθήνα 1992.
Κατσαδωράκης Γ., «Γιατί προστατευόμενες περιοχές;», περιοδ. Οιωνός, τεύχος 25ο, Άνοιξη 2006.
Κοντός Π., «Δασική Πολιτική, ιδία εν Ελλάδι, μετά στοιχείων αγροτικής πολιτικής», έκδοση δεύτερη, τύποις Μ. Τριανταφύλλου & Σίας, Θεσσαλονίκη 1932.
Κρόκος Κ., «Κυριάκος Κρόκος, ανθολόγηση κειμένων», GRA εκδόσεις, Αθήνα 2008.
MacDicken G.K., Vergana T.N., «Introduction to Agroforestry», John Wiley & sons, New York 1990.
Μιχαήλ Γ., Παγκρατίου Ελ., Πουλογιάννη Ν., «Εγχειρίδιο ξερολιθικών κατασκευών: Τοίχοι», Ιωάννινα 2009.
Murs de Pierres se ́ches: Manuel pour la construction et la refection, Fondation, Actions en Faveur de l’ Environnement, Suisse 1996.
Naveh Z., Lieberman A.S., «Landscape Ecology: Theory and Application», Springer-Verlag, New York 1984.
Naveh Z. και Vernet J-L., «The Palaeohistory of the Mediterranean biota», Groves & Di Castri, 1991.
OECD, Environmental Indicators for Agriculture: Volume 3 Methods and results – Paris, Organization for Economic Co-operation and Development, 2001.
Παπαζαχαρίου Ζ., «Διασταυρούμενες διεκδικήσεις της υπαίθρου και της πόλης ορατές στο τοπίο», από το συλλογικό τόμο με τίτλο «Η διεκδίκηση της υπαίθρου. Φύση και κοινωνικές πρακτικές στη σύγχρονη Ελλάδα», Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας & εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2009.
Παπαϊωάννου Τ., «Αρχέγονοι πέτρινοι τοίχοι», εφημ. Ελευθεροτυπία, φύλλο 26ης-8-2006.
Παπαναστάσης Β., Νοϊτσάκης Β., «Λιβαδική οικολογία», εκδ. Γιαχούδη-Γιαπούλη, Θεσσαλονίκη 1992.
Σαρλής Γ. Π.,»Βελτίωση και διαχείριση φυσικών βοσκοτόπων», τόμος Α, εκδ. Α. Σταμούλης, Αθήνα 1998.
Σκουτέλης Ν., «Σχέσεις όσμωσης στις παρυφές της πόλης», από το συλλογικό τόμο με τίτλο «Η διεκδίκηση της υπαίθρου. Φύση και κοινωνικές πρακτικές στη σύγχρονη Ελλάδα», Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας & εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2009.
Τρούμπης Ανδρ., «Οικολογικό τοπίο: το παιχνίδι της κλίμακας», επιστημονικό συμπόσιο για το Αγροτικό Τοπίο, Κτήμα Μερκούρη, Κορακοχώρι Ηλείας 19-7-2003.
Tucker G. M. and J. Dixon, (1997) Agricultural and grassland habitats. Pq 267-325. In Tucker, G.M. and Evans, M.I. Eds. (1997) Habitats for Birds in Europe: A Conservation Strategy for the Wider Environment. Bird Life International, Cambridge (UK). (Bird Life Conservation Series No. 6).
Van Dijk G., Biodiversity and multi-functionality in European agriculture: priorities, current initiatives and possible new directions. Paper presented at the ECNC seminar in Brussels in March 2001, Geneva, UNEP-ROE.
Wilson E., «Το μέλλον της ζωής», τίτλος πρωτοτύπου: «The Future of Life», μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος, επιστημονική επιμέλεια: Σπύρος Σφενδουράκης, εκδ. Σύναλμα, Αθήνα 2002.
Χατζηλάκου Δ. (επιμέλεια), «Επιπτώσεις έργων και δραστηριοτήτων στα πτηνά και τους βιοτόπους τους. Διαχείριση βιοτόπων ορνιθοπανίδας», έκδοση Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, Αθήνα 1999.

.

Δημοσιεύτηκε στη στήλη Γαίας Ανάγνωσμα του e-περιοδικού για την αρχιτεκτονική www.greekarchitects.gr

 

.

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΞΕΡΟΛΙΘΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ – ΤΟΙΧΟΙ

 

xeres lithies egxeiridio

 

 

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις, Περιβάλλον

Tags: , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: