Advertisements

Τα ψηλά βουνά

psila vouna

   Κείνο που θα χαρακτηρίζαμε ως σημαντικό −αν όχι επαναστατικό!− γεγονός στα εκπαιδευτικά χρονικά της χώρας, όχι για το ακραίο ή το νέο που έδωσε −και σε τούτο έγκειται η ιδιαιτερότητά του−, αλλά διότι μίλησε για τα γύρα, για τη φύση, για ότι μας περιβάλλει και δεν ενσκύπτουμε σε αυτό, είναι η εισαγωγή στην εκπαίδευση του αναγνωστικού «Τα Ψηλά Βουνά», γραμμένο από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Η έκδοσή του εντάσσεται στην υπέρ της φύσης πρωτοπορία, μια νέα αντίληψη για τη φύση και περιβάλλον που εισήχθη στην εκπαίδευση από την κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου το 1917, τόσον με το αναγνωστικό «Τα Ψηλά Βουνά», όσον και με το σχολείο εργασίας, το σχολικό κήπο, τη διαδαχή φυσιογνωστικών μαθημάτων στα σχολειά, την επαφή των παιδιών με τη φύση μέσα από εκδρομές που πραγματοποιούνταν στο δάσος ή με τη διδασκαλία μαθημάτων στο ύπαιθρο.

Η έκδοση του 1918 των «Ψηλών Βουνών».

Η έκδοση του 1918 των «Ψηλών Βουνών».

   Με τη νέα αυτή αντίληψη, που συνίσταται σε γνώση και βίωση με τα γύρα, ο άνθρωπος αποκτά σεβασμό και νοιάξη για τη φύση και το περιβάλλον όπου διαβιεί. Η καλλιέργεια της αντίληψης τούτης και της αντίστοιχης κουλτούρας, απέρρευσε από τις αρχές του Εκπαιδευτικού Ομίλου, έναν όμιλο που δημιούργησαν το 1910 οι πρωτοπόροι παιδαγωγοί Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτριος Γληνός (κατά κόσμον Αντώνιος Γαβριήλ), και Μανώλης Τριανταφυλλίδης, στους οποίους στήριξε ο Βενιζέλος την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που πραγματοποίησε. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος πρεύσβευε τη νέα εκπαίδευση, την ενάντια στο σχολαστικισμό, με αποδέσμευσή της από το κλασικό παρελθόν, καθώς και την εξωστρέφεια στη μάθηση. Βασικό εργαλείο της διδασκαλίας των παιδιών ήταν η χρήση της δημοτικής γλώσσας και η παίδευση του μαθητή, ο οποίος εντρυφούσε στη γνώση και την αφομοίωνε, κι όχι απλά την προσλάβανε.

Ο Δελμούζος, ο Γληνός και ο Τριανταφυλλίδης το 1915, όταν δραστηριοποιούνταν στον Εκπαιδευτικό Όμιλο.

Ο Δελμούζος, ο Γληνός και ο Τριανταφυλλίδης το 1915, όταν δραστηριοποιούνταν στον Εκπαιδευτικό Όμιλο.

   Το παιδί με το βιβλίο με τα «Ψηλά Βουνά» μπαίνει στον κόσμο της φύσης και τη βιώνει μέσα από την εκδρομή των μαθητών στο δάσος. Για την πραγματοποίησή της ακολουθούν τη συμβουλή του δασκάλου, που τους λέγει: «Πόσα πράματα θα μάθετε όταν πάτε τόσο ψηλά (εννοεί στο βουνό)! Ούτε το βιβλίο μπορεί να σας τα πει ούτε γω» −ιδού η εξωστρέφεια στη μάθηση που προτείνεται και η έξοδος του παιδιού από τα καθεστώτα (εάν αλλιώς το θέλετε…)

   Οι εικοσιπέντε μαθητές που πάνε στα «Ψηλά Βουνά», μετά την προτροπή του δασκάλου, αποτελούν τους μικρούς ταξιδιώτες της ελληνικής φύσης, που την εξερευνούν, ζουν τις χαρές της και μαθαίνουν τα μυστικά της. Κατασκηνώνουν στο δάσος, «σχηματίζουν κοινότητα», αναλαμβάνουν ευθύνες, γίνονται «δασοφύλακες». Αποκτούν γνώση κι εμπειρίες από τη φύση, γνωρίζουν τη ζωή των ανθρώπων στο βουνό (εντύπωση τούς κάμει το θερινό σχολείο των παιδιών των ποιμένων −προφανώς των σαρακατσαναίων−, οπού σε αυτό γνωρίζουν τον Λάμπρο, ένα τσομπανόπουλο) και μαθαίνουν για τις ασχολίες τους (των λοτόμων, των κτηνοτρόφων, των καλλιεργητών κ.ά.) Συναντούν τον δασάρχη, που θέλησε να τους γνωρίσει και να τους συγχαρεί για την πρωτοβουλία τους και την όλη προσπάθειά τους, ενημερώνοντάς τους για το δάσος, παίρνοντας με τον τρόπο αυτόν (ο δασάρχης) τη θέση του δασκάλου τους στο μάθημα της φύσης. Ως επίλογο, ο συγγραφέας παρουσιάζει μετά από χρόνια τον Λάμπρο, το τσομπανόπουλο του βουνού, να διδάσκει ως δάσκαλος πια τους μαθητές του κάτω από τον πεύκο του σχολείου, αφήνοντας την αίθουσα και διδάσκοντας στο φυσικό φως, στη φύση, κλείνοντας με τον τρόπο αυτό τον κύκλο γνωριμίας κι εντρύφησης του παιδιού με τη φύση (με το βουνό, με το δάσος).

   Είναι καταφανής με τούτο η προσπάθεια του συγγραφέα για οικειοποίηση της φύσης −με ότι το τερπνό κι ωραίο, το αληθινά μεγάλο, αυτό συνεπάγεται−, ενώ με την εξωστρέφεια στη διδαχή, προτείνεται η έξοδος της εκπαίδευσης από τα στεγανά της και το άπλωμά της στα παρόντα, στα ζωντανά που μας πνοούν. κάτι που έβρισκε εφαρμογή και στο σχολικό κήπο.

Ο Δασάρχης εξηγεί στα παιδιά τη λειτουργία της φύσης (από την έκδοση των «Ψηλών Βουνών» του 1918, με εικονογράφηση Πέτρου Ρούμπου).

Ο Δασάρχης εξηγεί στα παιδιά τη λειτουργία της φύσης (από την έκδοση των «Ψηλών Βουνών» του 1918, με εικονογράφηση Πέτρου Ρούμπου).

Από τα «Ψηλά Βουνά» στην έκδοση του 1974, με εικονογράφηση Ευθυμίου Παπαδημητρίου. Τα «Ψηλά Βουνά» επανήλθαν στα σχολειά το 1974, όταν μετά τη Χούντα κρίθηκε ως το καταλληλότερο αναγνωστικό να διδαχθούν τα ελληνόπουλα.

Από τα «Ψηλά Βουνά» στην έκδοση του 1974, με εικονογράφηση Ευθυμίου Παπαδημητρίου. Τα «Ψηλά Βουνά» επανήλθαν στα σχολειά το 1974, όταν μετά τη Χούντα κρίθηκε ως το καταλληλότερο αναγνωστικό να διδαχθούν τα ελληνόπουλα.

     Το αναγνωστικό του Παπαντωνίου εισήχθη στην εκπαίδευση κατά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917-1920 επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου κι αποτέλεσε την πιο προωθημένη (και πετυχημένη) έκφραση του αναπροσανατολισμού της σχολικής γνώσης των εκφραστών του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, η οποία εστιαζόταν στην καθιέρωση μιας απλής δημοτικής γλώσσας (του λαού, όχι την Ψυχάρεια!), με γραμματική και συντακτική συνέπεια, καθώς και στη διαπαιδαγώγηση των μαθητών σύμφωνα με τις αρχές της νέας αγωγής. Με το βιβλίο αυτό υπήρχε και μιαν πρωτοτυπία ως προς τη δομή των μέχρι τούδε (αλλά και των επόμενα) αναγνωστικών: τούτο είχε τη μορφή διηγήματος, με το εντέλει αρμονικό σύνολο των κειμένων του, κι όχι ασύνδετων συνεχόμενων κομματιών, όπως συνέβαινε (και συμβαίνει!..) με τα συνήθη αναγνωστικά. Τα «Ψηλά Βουνά» απεσύρθησαν από την κυβέρνηση Ράλλη το 1921, μετά από κρίση της «Επιτροπείας», η οποία διά στόματος του λογοτέχνη Αντώνη Τραυλαντώνη απεφάνθη: «Τώρα να αποκλείσωμεν του σχολείου υλικόν, του οποίου την αξίαν με τόσον ενθουσιασμόν περιέγραψα εν τη αρχή της εισηγήσεώς μου: ούτε σκέψις. Να ζητήσωμεν την αναχώνευσιν τούτου εις διήγημα: ούτε ο καιρός, ούτε οι άλλοι όροι της συντάξεώς του το επιτρέπουσι». Ο επιφανής γλωσσολόγος Γεώργιος Χατζιδάκις σημείωνε με πάθος: «Με το βιβλίο αυτό, εκτός από τον εξοβελισμό της εθνικής γλώσσας, της καθαρεύουσας, επιχειρείται η συστηματική υπονόμευση των τριών πυλώνων του ελληνισμού: του έθνους, της θρησκείας και της οικογένειας».

     Η αντίδραση του «Ριζοσπάστη» τότε, συνοψίζονταν στα εξής: «Υπάρχει εκεί μέσα (στα “Ψηλά Βουνά”) κάτι που αποτελεί μία πλήρη επανάστασιν, τόσο εις τον τρόπον με τον οποίον εκτιμούσαμε έως τώρα τα αισθήματα των παιδιών και την εκδήλωσιν των αισθημάτων τούτων, όσον και εις την μέθοδον και το υλικόν της παιδαγωγήσεως» (από κείμενο του δάσκαλου Παναγή Δημητράτου). Η απάντηση τούτη στην Επιτροπή, από τον παιδαγωγό Κώστα Σωτηρίου, του κύκλου του Γληνού, αποδίδει νομίζουμε τον αληθινό στόχο του βιβλίου −σημειωτέον ότι, ο συγγραφέας του βιβλίου, ο Παπαντωνίου, δε μίλησε για κείνη του την «περιπέτεια»: «Ο κεντρικός στόχος του αναγνωστικού ήταν να ξεφύγουμε από τον κλασικισμό και να στραφούμε στην πραγματική γύρω μας ζωή». Δηλαδή, πρέπει ν’ απεγκλωβιστούμε από το «ένδοξο παρελθόν», το οποίο βέβαια, πάντα θα μας κινεί και θα μας εμπνέει, και να στραφούμε στο παρόν και το μέλλον· στη «ζώσα» Ελλάδα. Σ’ αυτήν, δεν ημπορεί παρά να μιλούμε με την κοινή μας γλώσσα, του λαού, και ν’ αισθανόμαστε με τις ευωδιές της, με τ’ ακούσματά της, με τις εικόνες της, με τις συνήθειες και τις παραδόσεις του λαού. Θα τη μάθουμε και θα τη «σπουδάσουμε» ζώντας την!.. Αποκτώντας ουσιαστική γνώση για τη φύση και τα γύρω, αποκτώντας σχέση με το περιβάλλον και τους ανθρώπους του, γνωρίζουμε τον τόπο, τον αγαπούμε και τον σεβόμαστε.

Τα παιδιά εργάζονται στο σχολικό κήπο  (από το αναγνωστικό της β’ τάξης του δημοτικού σε εικογράφηση Γεράσιμου Στέρη)

Τα παιδιά εργάζονται στο σχολικό κήπο (από το αναγνωστικό της β’ τάξης του δημοτικού έτους 1935, σε εικογράφηση Γεράσιμου Στέρη)

Τα παιδιά εργάζονται στο σχολικό κήπο (από το «Αναγνωστικόν» της β΄ δημοτικού του 1954, σε εικογράφηση Γ. Μανουσάκη)

Τα παιδιά εργάζονται στο σχολικό κήπο (από το «Αναγνωστικόν» της β΄ δημοτικού του 1954, σε εικογράφηση Γ. Μανουσάκη)

    Γράφει για τα «Ψηλά Βουνά» ο κριτικός Γιώργος Βαλέτας: «Τα “Ψηλά Βουνά” στάθηκαν αληθινός λυτρωμός για την Ελλάδα. Αποκορύφωμα της πνευματικής ανόδου του Παπαντωνίου, που έβγαινε από την επίμονη και σχεδόν θρησκευτική λατρεία της τέχνης του λόγου όσο και της εικαστικής, στην οποία πατούσε με το ένα πόδι του ταλέντου του ως ζωγράφος και σκιτσογράφος, στάθηκαν τα “Τα Ψηλά Βουνά” με τα οποία ο Παπαντωνίου εισήγαγε στο σχολείο τη δημιουργικότερη πνοή της λογοτεχνίας κι απολύτρωσε το ελληνόπουλο από τα σχολαστικά αναγνώσματα. Αποκαλύπτει σε αυτό το βιβλίο με υπέροχες σελίδες στην ψυχή του παιδιού τις ομορφιές και τις χαρές της ελληνικής ζωής και φύσης στα βουνά και το ύπαιθρο της χώρας. Μέσα σ’ αυτή την αποκάλυψη, κινείται, αισθάνεται, ζει απολυτρωμένο το παιδί και μαθαίνει ν’ αγαπά τη ζωή και τη φύση. Να θαυμάζει την ομορφιά και την υγεία. Η φυσιολατρεία στα “Ψηλά Βουνά”, εκφρασμένη με μια κρυστάλλινη γλώσσα και με απλούς, ωραίους ρυθμούς, αισθήματα βαθιά και τρυφερά, μπαίνει βαθιά στην ψυχή του παιδιού, χωρίς να παύει να συγκινεί και τους μεγάλους, κάθε άνθρωπο. Τα “Ψηλα Βουνά” στάθηκαν μια από τις αποφασιστικότερες νίκες του δημοτικισμού στη μάχη του με τον λογιωτατισμό και την αντίδραση, γιατί με το γλωσσοπλαστικό και καλλιτεχνικό δαιμόνιο του Παπαντωνίου έδωσαν τη μάχη της ποιότητας, πραγματοποιώντας ένα σχολικό βιβλίο απρόσβλητο στην ομορφιά και την τέχνη του, που αποστόμωνε ακόμα και τον πιο τυφλωμένο από το φανατισμό εχθρό της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης» (Βαλέτας Γ., «Το έργο του Παπαντωνίου», «Φιλολογική Πρωτοχρονιά», τόμος τριακοστός όγδοος, εκδόσεις Μαυρίδη, Αθήνα 1981, σελ. 156).

Μάθημα στην αυλή αστικού σχολείου

Μάθημα στην αυλή αστικού σχολείου

Υπαίθριο μάθημα σε αγροτικό σχολείο

Υπαίθριο μάθημα σε αγροτικό σχολείο

Δάσκαλος και παιδιά σε σαρακατσάνικο σχολείο

Δάσκαλος και παιδιά σε σαρακατσάνικο σχολείο

   Άξιον αναφοράς αποτελεί το γεγονός ότι, το παρόν αναγνωστικό γράφτηκε από έναν άνθρωπο των γραμμάτων που συμπαθούσε τη βασιλεία και είχε δεξιό πολιτικό προσανατολισμό, η δε μεταξική διανόηση αργότερα, τον είχε εντάξει στις τάξεις της, αποκαλώντας τον «Στρατιώτη» (βλέπε: Αγγελομάτη Χρ., «Ένας στρατιώτης: Ζαχαρίας Παπαντωνίου», περιοδικό «Νεολαία», τεύχος 10ης-2-1940), υμνώντας μάλιστα τα «Ψηλά Βουνά». Μολαταύτα, το έργο του το αγκάλιασε και το προώθησε η βενιζελική παράταξη, στα πλαίσια των μεταρρυθμίσεων που πραγματοποίησε, το στήριξε δε και το υπερασπίστηκε η αριστερή διανόηση. Το πρωτοποριακό δηλαδή αυτό έργο, γραμμένο από ένα λογοτέχνη συντηρητικών πολιτικών πεποιθήσεων, έγινε αποδεκτό από το προοδευτικό ρεύμα της εποχής, ακριβώς επειδή μιλούσε όμορφα κι απλά τη γλώσσα του λαού, παρουσίαζε τη «ζώσα» Ελλάδα, με τη φύση και τους ανθρώπους της, χωρίς υπερβολές και μυθοπλασίες, κι αναφερόταν σε αξίες πανανθρώπινες (για την αγάπη στον άνθρωπο και τη φύση, για την αλλληλεγγύη, για το σεβασμό στον τρόπο ζωής των ανθρώπων, για την πρωτοβουλία του παιδιού, για την αγωνιστικότητα, για την φιλερευνία κ.ά.) Κείνο όμως που το έκαμε αληθινά να ξεχωρίζει, ήταν η επαναστατική −εντέλει− πρότασή του για την εκπαίδευση, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, δηλαδή να γίνει εξωστρεφής και να στραφεί στα υπαρκτά και τα συμβαίνοντα. Τα «Ψηλά Βουνά» πρωτοτύπησαν και ως προς το ότι είναι ένα βιβλίο για τη φύση· το πρώτο κείνων των καιρών. Τούτα εν κατακλείδι δείχνουν ότι, οι όποιες πολιτικές πεποιθήσεις και κατευθύνσεις ζωής, δεν ημπορούν να χωρίσουν τους ανθρώπους από πορείες κοινές για τον υψηλό σκοπό.

Η εμβληματική μορφή του Ζαχαρία Παπαντωνίου

Η εμβληματική μορφή του Ζαχαρία Παπαντωνίου

   Αργότερα βρίσκουμε αρκετές παρόμοιες με το έργο του Παπαντωνίου προσπάθειες (άλλες ως αναγνωστικά κι άλλες ως διηγήματα), που απευθυνόταν στα παιδιά κι είχαν στόχο τη γνωριμία κι αγάπη αυτών με τη φύση και το φυσικό περιβάλλον. Ξεχωρίζουμε το έργο των Κ.Θ. Γιαννακόπουλου-Κ.Α. Σακελλαρίου με τον τίτλο «Το Δάσος», το 1938, το οποίο βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και εγκρίθηκε η διανομή του στα σχολεία της εποχής ως συμπλήρωμα του αναγνωστικού της έκτης τάξης του δημοτικού. Ενώ υστερότερα, διακρίνουμε το αξιόλογο βιβλίο της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη, με τον τίτλο «Εμένα με νοιάζει» (έκδοση Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1977). Μολαταύτα, η περίπτωση των «Ψηλών Βουνών» εξακολουθεί να είναι μοναδική, γιατί έχει τη ξεχωριστή γραφίδα του Παπαντωνίου και είναι φορτισμένη με τα συναισθήματα και τις προσπάθειες των τοτινών ανθρώπων, σε δύσκολους για την εκπαίδευση και την κοινωνία καιρούς, αποδίδοντας με αμεσότητα και πλήρη ευθύνη το σημαντικό αντικείμενο που πραγματεύτηκε: την ελληνική φύση.

Η οικείωση κι εντρύφηση του παιδιού με το περιβάλλον και τη φύση της ελληνικής υπαίθρου μέσα από τη φιγούρα του «καλού σπορέα» στο «Αναγνωστικόν» της στ’ δημοτικού του 1949, με εικονογράφηση Τάσσου

Η οικείωση κι εντρύφηση του παιδιού με το περιβάλλον και τη φύση της ελληνικής υπαίθρου μέσα από τη φιγούρα του «καλού σπορέα» στο «Αναγνωστικόν» της στ’ δημοτικού του 1949, με εικονογράφηση Τάσσου

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: ,

1 reply

Trackbacks

  1. Τα ψηλά β&om...

Απάντηση

No announcement available or all announcement expired.
Αρέσει σε %d bloggers: