Advertisements

ΑΡΧΕΤΥΠΑ

arxetypa

«Κοιτάζει κανείς τις βαθμίδες του φυσικού δημιουργήματος,
την πεδιάδα και τη θάλασσα,
και ακούει το τοπίο να ερωτά,
γιατί το ανθρώπινο μεγαλείο πρέπει να παραμείνει αιωνίως παρελθόν»

(«Στην ελληνική επαρχία», Bernhard Guttmann)

Διαπίστωση σκληρή, η κρίση τούτη του στοχαστή: το ανθρώπινο μεγαλείο να παραμένει αιωνίως παρελθόν… Σκληρή αν τη δεχτούμε στην κατάφασή της -κι όχι στη ρητορική ρώτησή της-, αφού εμμέσως δηλοί την άστεργη πορεία του σήμερου ανθρώπου, ο οποίος δεν ημπορεί να υψωθεί και να προσεγγίσει το παρελθόν του με έργα παλιγγενετικά· μα με έργα τεχνοκρατικά το πράττει, και βαριά βροντά την πλάση και την ταράζει, έχοντας εξέλιξη αγρία, αργασμένη με πάθη και λυσόδετη. Κείνο δε που διαφαίνεται στη σκέψη του στοχαστή, ως ύστερη τραγική διαπίστωση, είναι ότι η πορεία αυτή του ανθρώπου δεν έχει επιστροφή, αφού το μεγαλείο του αιώνια θα μένει παρελθόν. Κι ότι, ο άνθρωπος δεν έχει επίγνωση της πτώσης του από τον «παράδεισο» (από το μεγαλείο) του παρελθόντος, αφού ως αμέτοχος θαρρείς ενεργεί στο γίγνεσθαι (ή ως μηχανή παραγωγής, χωρίς λογική και κρίση!), αφήνοντας το δημιούργημα -το φυσικό, οπού συμμετείχε ο ίδιος ως δημιουργός- ν’ αναρωτηθεί με νοημοσύνη για τα μέλλοντα: «το τοπίο ερωτά…» (σημειώνει ο συγγραφέας).

Χαμένο στο γύρω, το καλύβι!.. Τέλεια αρμονία ανθρώπινου έργου και φύσης

Χαμένο στο γύρω, το καλύβι!.. Τέλεια αρμονία ανθρώπινου έργου και φύσης

Ταυτοχρόνως όμως, αφήνεται μιαν υπόνοια, μιαν υποψία για την τύχη του ανθρώπου, για το μέλλον του σε σχέση με το παρελθόν του (καθώς, διερωτάται το δημιούργημα γι’ αυτό…) Είν’ η ελπίδα που χαμωθωρεί κι αναβράει στην πράξη του δημιουργού, όταν η ψυχή, φυγόκεντρη γυρέψει το κέντρο της στο φυσικό της προορισμό, και σειστός ο δημιουργός νοιωστεί για το μέλλον του. Θα μετρηθεί ξεταστικά, με τη φρένα της ψυχής -όχι μαθηματικά, μα εγερτικά…-, για να υπολογιστεί στο ύψος του. Κει θα εύρει το δημιούργημα το ταπεινό, που άφηκε για να την αιωνιότη του, το οποίο πάλλει κρατινά, ωσά καρδιά ζωντανού. Θα πνοηθεί με την ανάσα του κι από τ’ αρχετυπικά θα πάρει μακρότη. Πλέριος στο μέτρο του, θα στοχαστεί για το μέλλον του, που κράτησε οπίσω, γιατί δε ζυγιάστηκε στο σύμπαν. Κι απ’ εκεί κινώντας, θα φτιάξει τα δικά του αρχέτυπα, θα φτιάξει το μέλλον του· και τούτο θάναι το μεγαλείο του!..

Σοφισμένα μίλησε γι’ αυτά ο Οδυσσέας Ελύτης: «Να ξαναγυρίζεις στο νησί της αλαφρόπετρας μ’ ένα τροπάριο ξεχασμένο που θα ζωντανεύει τις καμπάνες δίνοντας θόλους ορθρινούς στις πιο ξενιτεμένες θύμησες. Να τινάζεις τα μικρά περβόλια έξω από την καρδιά σου κι ύστερα πάλι να φιλεύεσαι απ’ την ίδια τους θλίψη. Να μη νιώθεις τίποτε πάνω απ’ τους αυστηρούς βράχους κι όμως η μορφή σου ξαφνικά να μοιάζει με τον ύμνο τους. Να σε παίρνουν τ’ ανώμαλα πέτρινα σκαλιά ψηλά ψηλά κι εκεί να καρδιοχτυπάς έξω απ’ την πύλη του καινούριου κόσμου. Να μαζεύεις δάφνη και μάρμαρο για την άσπρη αρχιτεκτονική της τύχης σου. Και να ΄σαι όπως γεννήθηκες, το κέντρο του κόσμου» («Η συναυλία των Γυακίνθων, ΧΙV», από τους «Προσανατολισμούς»).

Ξέχωρος ο άνθρωπος στο δημιούργημα, τ’ οργανώνει κατά την ωφέλειά του, διαμορφώνοντας -ως φυσική συνέπεια- αταξία. Είναι η εντροπία του συστήματος, που γένεται αρνητική στα χέρια τ’ ανθρώπου που ξεπερνά το μέτρο, που δεν αειφορεί και κυριαρχικά λειτουργεί[1]. Αυτή, με τις αισθήσεις εκλαμβάνεται ως ασκημία, όμως, με την απόλυτη λογική του κέρδους -που κατανικά κι επικρατεί-, αποτελεί την εξέλιξη του σήμερα, που αγνοεί το παρελθόν και δεν προνοεί για το μέλλον. Ο άνθρωπος στο σοφό Σύμπαν, οφείλει να σοφιστεί και να πνοήσει. Δύσκολο το έργο του, αφού έχει να παλέψει με τα στοιχειά του, με τον ενάντιό του εαυτό. Ο οποίος (αυτός εαυτός του), στο σήμερο προορισμό του τον νικά και του δίνει βυθισμό. Η αταξία του συστήματος μεγεθύνεται γιατί, ακόρεστη η πείνα για την ύλη κι ατιθάσευτες οι ορμές, που φέρνουν αναρχία, δημιουργώντας χάος (το οποίο, οι κυβερνήσεις του κόσμου προάγουν με τις αλόγιαστες πολιτικές τους…) Στην κατάσταση τούτη, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, μας ξεπερνά και μας ορίζει το δημιούργημα, που ως ύλη λογίζεται κι όχι ως γέννημα. Ο άνθρωπος σβηέται στο παρόν, χωρίς νάχει παρελθόν (δεν το επιζητεί, γιατί δεν το θεωρεί χρήσιμο), ούτε προορίζεται -δεν έχει μέλλον. Τ’ αρχέτυπα δε διδάσκουν, δεν εμπνέουν, δεν πνοούν. αγνοούνται στη δίνη του παρόντος[2].

(Πάνω) Παραδοσιακοί αγροί γίνονται περιζήτητα οικόπεδα για οικοδόμηση!.. (Κάτω) Ο ερχομός της φύσης στις αυλακιές/στους τοίχους τ' ανθρώπου: η συνέχεια του φυσικού δημιουργήματος...

(Πάνω) Παραδοσιακοί αγροί γίνονται περιζήτητα οικόπεδα για οικοδόμηση!.. (Κάτω) Ο ερχομός της φύσης στις αυλακιές/στους τοίχους τ’ ανθρώπου: η συνέχεια του φυσικού δημιουργήματος…

Τα έργα του ανθρώπου γένονται αρχέτυπα συνδεόμενα με την ρίζα, και φτιάχνουν ρίζα ως δημιουργίες, διαμορφώνοντας το μεγαλείο του δημιουργού, το οποίο δεν ειδώνεται ως αυθυπαρξία, αλλά ξετάζεται ως όλον παρελθόν. Ξέχωρα εάν ξετασθεί μέρος του, θάναι σταθμός στην πορεία του. Όμως, έξω του εάν ξετασθεί, θάναι εκτός της πορείας του, θάναι άστεργό του. Έλεε ο Γκαίτε: «…ανακαταχτώντας κάθε φορά αυτό που καταχτήθηκε, γίνεσαι θεμελιωτής μιας παράδοσης». Δημιουργώντας, φτιάχνεις, προωθείς κι εξελίσσεις τη ζωή, στα πλαίσια της συνέχειας, του μέτρου και του σκοπού. Ότι τον κανόνα της πορείας, της αρμονίας, της εντέλειας χαλνά, οφείλεις να το διορθώσεις, να το αντισταθμίσεις, φέρνοντάς το ίσιο στο σκοπό, για νάχεις προορισμό. Σε τούτα τα βασικά εδράζεται η πολύφερνη αρχή της αειφορίας, που τόσο πολύ απασχολεί τους σύγχρονους, χωρίς κατ’ ουσίαν να έχει κατανοηθεί! Κι όμως, το βλέμμα στο παρελθόν, την υποδεικνύει… Το μεγαλείο του ανθρώπου λοιπόν, που στη σοφία του στηρίχτηκε, κι όχι απλά στη νόησή του, θα παραμείνει αιωνίως παρελθόν και δε θα ξαναϋπάρξει με σύγχρονη μορφή, όσο ο άνθρωπος, το βάθος του δεν εννοεί και παρελθόν του αγνοεί.

Στοχάζουνταν πάνω σε τούτα ο εμβληματικός αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης -ένας στοχαστής του μέτρου: «Και το συμπέρασμα είναι: -να ψάχνει κανείς να βρει, στα χτίσματα από τους παλιούς καιρούς, πάντα το γνήσιο πνεύμα του άχρονου, του αιώνιου και απάνω σ’ αυτό να γυμνάζει το μυαλό του για τη «σταδιοδρομία» που θα του χαρίσει μιαν άξια σύγχρονη ζωή και τέχνη. Κι ακόμα: -όσο είμαστε, οι τωρινοί, γνήσιοι και αληθινοί στην πιο νέα πνευματική μας συγκρότηση, τότε είναι που θα μπορούμε και να ανακαλύπτουμε την αλήθεια που είχανε κατακτήσει οι παλιοί». Για ν’ αναφερθεί στο τέλος στο γιομάτο ιδέα στίχο του Ρίλκε, από το ≪19ο Σονέτο στον Ορφέα»: «Ας μετασχηματίζεται γρήγορα και ο κόσμος όπως τα σύννεφα στον ουρανό, ότι είναι τέλειο είναι μια επιστροφή στο πανάρχαιο» («Το κάθε παλιό οικοδόμημα σχετίζεται με τα σύγχρονά μας προβλήματα», «Detail», τεύχος 1ο/1964).

Καταλήγει, ως συνέχεια λες λόγων υπερβατικών!.., ο καθηγητής Δημήτριος Πικιώνης -ο «Έλληνας» φιλόσοφος του χώρου: «Άμποτε να μαθαίναμε τη σημασία της προσφοράς. Μα, αστόχαστοι, ακολουθούμε το ξένο, για να μένουμε πάντοτ’ αποπίσω του. Το καινούριο μάς τραβάει, γιατί η ψευτιά γλήγορα παλιώνει. Μόνο το σωστό είναι αγήραστο, γιατί κρύβει μέσα του το περασμένο και το μέλλον. Αληθινά εβάλαμε το ταπεινό βασίλειο του ατόμου ψηλότερα από το αιώνιο του ανθρώπου. Και με τούτες τις πράξεις μας άλλο δεν καταφέρνουμε παρά να μακραίνουμε από κοντά μας την ώρα που θα μας έφερνε ότι η αρχιτεκτονική ίσως περισσότερο από τις άλλες τέχνες μπορεί να δώσει: την ποίηση στην καθημερινή μας ζωή» (από την κριτική μελέτη «Η λαϊκή μας τέχνη κι εμείς», που περιλαμβάνεται στον τόμο «Κείμενα», έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000, σελ. 69).

Το ανθρώπινο έργο ως φυσικό: το λιοστάσι που δεν "έθιξε" το πευκοδάσος -τουναντίον, πλάταιψε τη φύση του!..

Το ανθρώπινο έργο ως φυσικό: το λιοστάσι που δεν «έθιξε» το πευκοδάσος -τουναντίον, πλάταιψε τη φύση του!..

Η σεμνή δημιουργία, του μέτρου και της λογικής, της συνείδησης και της σπουδής, έδωσε κατά το παρελθόν έργα με νόηση και συναίσθημα, που μιλούσαν κι αισθάνονταν, που κάτεχαν κι έστεργαν. Έργα, ευλαβητικά της φύσης, σύντονα του σκοπού -τ’ ακέριου προορισμού του ανθρώπου-, που δε πρόσβαλαν και δεν αγνοούσαν τα γύρω, εντάσσοντάς τα στην ολότητα του δημιουργήματος. Έργα που πνοούσαν και θέμελαν αποτελώντας τ’ άγια σκέλετα του προορισμού. Η σύγχρονη δημιουργία τα ξεχώρισε, τα απήγε και τα απόθεσε στο παρελθόν -τα είπε παράδοση. Ως τέτοια, ο άνθρωπος τα είδε στείρα και τα τίμησε μουσειακά -στην περίπτωση βεβαίως, που κοιτάχτηκαν σεβαστικά και δεν προσπεράστηκαν!.. Δεν τα εννόησε, δεν τα είδε με νόημα, δεν τα είδε σπουδαχτικά. Χωρίς τη συνέχεια που έδιναν προτίμησε να πορισθεί, και χωρίς τις αξίες π’ απέπνεαν ν’ ασκηθεί. Δεν ηύρε/είδε την ανάβρα, αποκόπηκε από τη ρίζα, από το περιβάλλον π’ όριζε τη ζωή, και…, χωρίς ανάσα, πνοή, σβιλάδα, χωρίς χωράφι και σπορά, αφέθηκε στη περιδίνησή του στα σκόρπια των καιρών![3]

Το δημιούργημα ως τέτοιο, όλο και μεγεθύνεται, αλλά…, δε μεγαλύνεται! Αφυγόκεντρο κι άσκοπο, ακράτητο στο πάθος του, χτυπιέται απέλπιδο στα όριά του, μετέωρο πάγει, γενόμενο μανιακό. Φεύγεται της συνείδησης, του μέτρου, της συλλοής: πολύ απομακρύνεται τ’ ανθρώπου…

Σπίτι στην Αντίπαρο. Σύγχρονο ανθρώπινο δημιούργημα που σεβάστηκε τη φύση και το τοπίο -μια ξεχωριστή στιγμή υψηλής δημιουργίας (αρχιτέκτονας: decaARCHITECTURE, έτος κατασκευής: 2008).

Σπίτι στην Αντίπαρο. Σύγχρονο ανθρώπινο δημιούργημα που σεβάστηκε τη φύση και το τοπίο -μια ξεχωριστή στιγμή υψηλής δημιουργίας (αρχιτέκτονας: decaARCHITECTURE, έτος κατασκευής: 2008).

του Αντώνιου B. Καπετάνιου

(όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του συγγραφέα)

Σημειώσεις

[1] Έλεε ο Δημόκριτος: «Αν κανείς υπερβαίνει το μέτρο, τότε τα πιο ευχάριστα πράγματα, μπορούν να γίνουν τα δυσάρεστα».

[2] Για του ανθρώπου την τόση «ατεχνία», που πολέμια της μεγαλοσύνης της ελληνικής γης είναι, μίλησε ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος: «Η ελληνική γη είναι μια σειρά απροσδόκητα. Πολέμια της μονοτονίας, προβάλλει πυκνές, αλλεπάλληλες εικόνες στην όραση. Διδάσκει την όραση. Και με καλαισθησία αληθινά απαράμιλλη -τόσο που να μη μπορεί να εξηγήσει κανείς, πώς συμβαίνει να κατοικούν σε τούτον τον τόπο τόσοι ακαλαίσθητοι άνθρωποι. Ίσως να μην έχουν κερδίσει το νόημα του τοπίου. Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει. Και για τούτο, άλλωστε, επίμονα και συστηματικά το τοπίο το καταστρέφουν: λαβώνουν κατάστηθα τα βουνά, σπιλώνουν τις κοιλάδες, τις πλαγιές και τις ακροθαλασσιές με πρόχειρους οικισμούς, μεταμορφώνουν και το θαυμαστό λεκανοπέδιο της Αττικής σε πρότυπο ασχήμιας. Το τοπίο, ωστόσο, δεν παύει να διδάσκει την όραση, να γεμίζει την ψυχή ευφροσύνη, ν’ ανατείνει το πνεύμα. Δεν είν’ ένα τοπίο σχεδιασμένο με χοντρό μολύβι και λιπαρό. Στέκει πάντα αγέρινο, φωτεινό και αρμονικό» («Θέσεις και αντιθέσεις του ελληνικού τοπίου», έκδοση Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης, Αθήνα 1953, σελ. 19).

[3] Σημείωνε ο φιλόλογος-φιλόσοφος Κωνσταντίνος Δ. Γεωργούλης το 1938 στο μνημειώδες έργο του «Η μελέτη των Ελληνικών Ανθρωπιστικών Γραμμάτων», για τη σημασία της παράδοσης στο γίγνεσθαι του ανθρώπου: «Στηριζόμενο το έθνος επάνω στο έδαφος που του δίδει το παρελθόν, ημπορεί να εκτιμήσει αντικειμενικά το παρόν και να προσανατολιστεί δημιουργικά προς το μέλλον. Οι μελλοντικές δυνατότητες, όσες η πολιτική Κοινότης του Ελληνικού Λαού θα πραγματοποιήσει, δεν ημπορεί να μη στηρίζονται επάνω στο παρελθόν που του εκληροδότησε η ιστορική παράδοση. Η ικανότητά μας για να δημιουργήσουμε ένα καινούριο μέλλον στέκεται επάνω στη σχέση μας προς το παρελθόν. Η συσχέτισή μας όμως με το παρελθόν, η ιστορική μνήμη, δεν είναι ένα γεγονός που υπάρχει μόνο του, αλλά εξαρτάται από την προσπάθεια που καταβάλλει κάθε γενεά για να κάμει δικούς της τους θησαυρούς των μορφωτικών αξιών, όσοι ευρίσκονται κρυσταλλωμένοι στις αντικειμενικοποιήσεις τις δημιουργημένες από την ιστορική του έθνους ζωή. (…) Οι δυνατότητες, οι εγκείμενες στο παρελθόν, θα επαναληφθούν και πάλι όχι με τρόπο μιμητικό, αλλά δημιουργικό, στην έκταση και στο βάθος που μας επιτρέπει η σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα, ο «ιστορικός καιρός», καιρός που κάθε φορά αντικρίζομε».

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , , ,

1 reply

Trackbacks

  1. ΑΡΧΕΤΥΠΑ | Eπιτροπή Προστασίας Σέιχ Σου

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: