Advertisements

Ο ΛΑΓΟΣ

Ο ΛΑΓΟΣ

Ένα αφήγημα του Στέφανου Γρανίτσα

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Ο Στέφανος Γρανίτσας ήταν ο “γραφιάς της ελληνικής υπαίθρου”, όπως εύστοχα τον χαρακτήρισε ομότεχνός του των χρόνων του. Η πέννα του γλυστρούσε με φυσικότητα σε γραφές για τη φύση και τη ζωή στην ύπαιθρο, ακριβώς γιατί προέρχονταν από αυτήν, που ποτέ δεν ξέχασε κι ούτε απαρνήθηκε την ταπεινή καταγωγή του. Έλεγε: “Είμαι Ευρυτάνας και άνθρωπος της απλής φυσικής ζωής”. Γι’ αυτό και κατά βάσιν τα θέματά του τ’ αντλούσε από τη βίωσή του στην επαρχία. Αποκαλούσε τον εαυτό του νατουραλιστή, θεωρώντας ότι αποτελεί τον καίριο χαρακτηρισμό για κείνον (όπως αυτός) που ασχολείται ευγενώς και ειλικρινώς με το φυσικό περιβάλλον -καθώς, ο τίτλος του “οικολόγου” αρμόζει στον επιστήμονα της φύσης, κι όχι στον θεωρό, τον νοό ή τον στοχαστή της.

Γεννήθηκε το 1880 στη Γρανίτσα Ευρυτανίας και καταγόταν από φτωχή αγροτική οικογένεια. Παρά την έλλειψη οικονομικών μέσων κατόρθωσε να σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, χωρίς όμως ν’ ασκήσει τη δικηγορία, αφού τον απορρόφησε η δημοσιογραφία και η πολιτική -πέραν, βεβαίως, της λογοτεχνίας. Έγινε συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου και το 1911 εξελέγη βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας εστιάζοντας το πολιτικό του βάρος σε θέματα αγροτικά και δασικά.

Φλογερός πατριώτης, «ο καλός Στέφανος αφήκε την Βουλήν και νόμους και ποιήματα και λαογραφίαν», όπως έγραψε η εφημερίδα Πατρίς, και επικεφαλής εθελοντικού σώματος πολέμησε στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, στο μέτωπο της Ηπείρου, όπως και ο ομότεχνός του Λορέντζος Μαβίλης, που έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Πέθανε σε κλινική της Αθήνας στις 13 Σεπτεμβρίου 1915, σε ηλικία μόλις 35 χρόνων.

Το λογοτεχνικό του έργο περιλαμβάνει διηγήματα, χρονογραφήματα, λίγα ποιήματα και δύο θεατρικά (“Μητσέλος και Σία” και “Αράξαμε”). Περισσότερο ενδιαφέρον απ’ όλα παρουσιάζει μια σειρά αφηγημάτων του που δημοσιεύτηκαν στις στήλες της εφημερίδας “Εστία” το 1912 και 1914, και εκδόθηκαν το 1921 από τον εκδοτικό οίκο “Ελευθερουδάκης” μετά τον πρόωρο θάνατό του με τον τίτλο “Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου”. Το βιβλίο, με πρόλογο του συμπατριώτη του Ζαχαρία Παπαντωνίου, συνδυάζει τη γλαφυρότητα του ύφους, την περιγραφική αμεσότητα και τη συγκομιδή ιστορικών και λαογραφικών στοιχείων σχετικά με τα ζώα της περιοχής του.

Το παρόν αφήγημα προέρχεται από την παραπάνω συλλογή κι αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της γραφής του, του ύφους του και των ενδιαφερόντων του. Απολαύστε το…

1

Ο Λαγός

«Μια παροιμία λέγει: “Ο θεός κάμει φτωχούς αλλ’ άμοιρους δεν κάμει”. Ο λαγός θα ήτο ένα αξιοδάκρυτον άμοιρον πλάσμα, αν ο θεός δεν είχεν ως πρόγραμμα την αρχήν που μας παρουσιάζει η ανωτέρω παροιμία. Έρχεται, το λοιπόν, εποχή οπού τα χορτάρια ξηραίνονται, η δροσιά χάνεται, η χέρσα γη γίνεται καψάλα, το χαμόκλαδο σκληραίνεται, σταχτιάζει, “νοσαίνει” κατά την ποιμενικήν γλώσσαν. Τότε πλέον δουλεύει η χαντζάρα εις τα ημερόδενδρα, και, το θλιβερότερον, εις τα έλατα και τ’ άλλα άγρια δενδρά, διότι, ατυχώς, καμμιά κυβέρνησις δεν εσκέφθη να διασώσει την τριφυλλοκαλλιέργειαν και την βαμβακοφυτείαν, πράγμα το οποίον θα έσωζεν αφ’ ενός μεν την κτηνοτροφίαν και αφ’ ετέρου τα δάση.

(…)

Ελείψει, το λοιπόν, βαμβακόσπορου, κλαρίζομεν τα δάση. Ποίος όμως να κλαρίσει διά τον ατυχήν λαγόν; Τ’ άλλα αγρίμια ορμούν εις τα σπαρτά και τα καρποκλάδια και τα ρημάζουν. Και η οσία πέρδικα ακόμη αφήνει κατά μέρος την εντροπήν και κατέρχεται εις τα αμπέλια. Είναι η εποχή οπού ο χωρικός ξελαρυγγιάζεται προγκών και ξεχεριάζεται πετροβολών. Τα περιβόλια γίνουνται “μαύρος γιαλός” από το στρώμα των σταφυλορρογών. Τα καλαμπόκια ξετινάζονται μέχρι κόκκου. Τα σύκα σχίζονται και σκάπτονται και μόνον τα φλούδια μάς αφήνουν οι συκοφάγοι, τα κοσσύφια και οι κίσσες. Ο λαγός όμως; Όπου και να σταθεί, θα εύρει και έναν εχθρόν.

Δεν υπάρχει κανέν ζώον το οποίον να μην τον φοβίζει. Είναι άλλως τε η προσφιλής θροφή των ανθρώπων, των αετών, των αγριογάτων, των τσακαλιών, ακόμη και των φιδιών, τα οποία τον μάχονται αποτελεσματικότερα από τ’ άλλα ζώα. Πώς νομίζετε ότι τον θανατώνουν; Κουλουριάζονται εις το σώμα του ως βραχιόλια, τον σφίγγουν δυνατά και τον σκάζουν.

Αλλά ο θεός δεν κάμει άμοιρους. Παρά τον λαγόν έπλασε και τον πτωχόν άνθρωπον. Τα χωράφια του φτωχού, λέγει μια παροιμία, όσο κι αν καρπίσουν, μια φορά τον μύλο θα τον γυρίσουν. Επειδή λοιπόν τα σπαρτά του φτωχού είναι αστενικά, αραιά, χαμηλόκαρπα, “αγανά”, ο λαγός ανεκάλυψεν, ότι εκεί μόνον είναι ασφαλής, διότι, αν τα σιτάρια και τα καλαμπόκια είναι δασιά, υψηλά “συοιχειωμένα”, του είναι αδύνατον να “καραουλίζει”, τουτέστι να εποπτεύει τα πέριξ του, διότι έχει πάρει τρόμον ο ατυχής, ώστε, όταν τ΄ρωγει, “αλλού είναι τα μάτια του, αλλού τ’ αυτιά του κι αλλού το στόμα του”. Ο ελληνικός λαός επεγραμμάτισεν έξοχα τη δυστυχίαν αυτήν. Ερωτά εις κάποιους στίχους, ποιος είδε ψάρι στο βουνό, καλόγηρο χολάτο (μελαγχολικόν), κουνούπι με σαμάρι, ψύλλο με μουστάκια, ποιος τούτο, ποιός εκείνο                                                                                                     και το λαγό με ταμπουρά, την αλεπού με ρόκα;

Όταν προγκίσει ο λαγός από τον τόπον του, ημπορεί και ν’ απομακρυνθεί εις δύο ωρών απόστασιν. Αλλ’ ο φόβος του δεν τον αφήνει να μείνει εκεί. Επιστρέφει την ίδια μέρα εις την πατρίδα του. Τόσον τον τρομάζει ο άγνωστος τόπος, ώστε του κόσμου τα χορτάρια ν’ απαντήσει θα γυρίσει εις τα χώματα τα οποία έχει συνηθίσει. Τόσον δε είναι βέβαιον τούτο, ώστε οι κυνηγοί λέγουν: “Ξέρω ένα λαγό στο δείνα μέρος”. Τον τουφεκίζουν, τον ξανατουφεκίζουν, φεύγει, χάνεται εις άλλους λόγγους -πολλάκις στριφογυρίζει εις τα λημέρια του καθ’ όλην τη διάρκειαν του   κυνηγιού- αλλά το βράδυ θα έλθει εις την φωλιάν του.

Αν ερωτάτε και διά την κοινωνικότητά του, ίσως δεν υπάρχει ζώον αποφεύγον τόσον πολύ την παρέαν. Όταν ομιλούν περί διαλύσεως συντροφιάς ή οικογενείας, έχουν πρόχειρον την φράσιν: “Σκόρπισαν σαν του λαγού τα παιδιά”, τουτέστι δεν έμεινα δύο μαζί. Άλλως τε η μοναξιά συνοδεύει τον λαγόν από τη γέννησίν του. Άμα η λαγίνα γεννήσει, σκορπίζει τα παιδιά της σε πυκνές τούφες, ούτως ώστε, αν αποκαλυφθεί η μία της φωλιά, να γλυτώσει την άλλην. Η σοφία της μητρικής στοργής είναι ακόμη μεγαλυτέρα εις τον τρόπον με τον οποίον τα βυζαίνει. Δεν πλησιάζει την φωλιάν της περπατητά, αλλά, άμα φθάσει εις ολίγων μέτρων απόστασιν, πηδά εις την τούφαν, ώστε να μην αφήνει ίχνη, από τα οποία εν τοιαύτη περιπτώσει θα ωδηγούντο τα κυνηγητικά σκυλιά.

Λέγουν ότι ημερεύει εύκολα. Εις τας Αθήνας μάλιστα η κα Αθηνά Μανωλίδου είχε πολλά έτη ένα ευρυτάνα λαγόν τόσον ήμερον, ώστε ν’ ακούει εις τ’ όνομά του, να πηδά εις τα γόνατα, ν’ αρπάζει από τα χέρια λουκούμια, μπισκότα, ο οποίος ανέτρεψε τέλος όλας τας ιδιότητας της φυλής του. Εγώ, επί πολλά έτη εγωνισθείς να ημερεύσω μικρά λαγόπουλα έγινα ευεργέτης των συγχωριανών μου γάτων, οι οποίοι εκαλοπέρασαν πολλά καλοκαίρια εξ’ αφορμής της μανίας μου αυτής.

Μοιραίως καταφθάνει ο σχετικός μύθος. Διατί τα σκυλιά και οι γάτοι μάχονται τόσον τους λαγούς; Εις παλαιάν εποχήν τα ζώα είχον κάμει σύλλογον. Επειδή όμως κατά τίνα συνεδρίασιν παρέστη ανάγκη νερού, ο πρόεδρος διέταξε τον λαγόν να πεταχθεί στη βρύση και να φέρει το ζητηθέν νερό.

-Κύριε πρόεδρε, είπεν ο λαγός, δεν έχω σανδάλια. Είμαι ξυπόλυτος.

Τότε ο πρόεδρος, στραφείς προς τον σκύλον, τον διέταξε να δώσει αυτός τα υποδήματά του. Πραγματικώς ο σκύλος εξεποδήθη και παρέδωκεν εις τον λαγόν τα σανδάλια του. Άλλ’ ελύθη η συνεδρίασις και ο λαγός δεν επέστρεψεν. Εβεβαιώθη δε αργότερον ότι ο λαγός το έσκασεν διά παντός. Έγινε φοβερός πάταγος, επερώτησις εις την Βουλήν, αι εφημερίδαι εδημοσίευσαν άρθρα και η υπόθεσις έλαβεν επί τέλους δικαστικόν δρόμον. Ο λαγός εδικάσθη ερήμην και ο σκύλος, παραλαβών την εκδοθείσαν τελεσίδικον απόφασιν την παρέδωκεν εις την γάταν, η οποία διηύθυνε το αρχείον του συλλόγου.

Αλλά και σύλλογος των ζώων φαίνεται πως επήγαινεν όπως όλοι οι ελληνικοί σύλλογοι. Οι ποντικοί, εισελθόντες εις το αρχείον, έφαγαν την απόφασιν, και έκτοτε ο μεν σκύλος καταδιώκει τον λαγόν, του οποίου τα ίχνη, κατά την παράδοσιν, ανακαλύπτει ευκόλως, διότι αναγνωρίζει τα σανδάλια του, η δε γάτα κυνηγά τους ποντικούς που την εξέθεσαν. Πολλάκις όμως κυνηγά κι αυτή η ίδια τον λαγόν, που δημιούργησε το ζήτημα, όπως και ο σκύλος εξ’ άλλου καταδιώκει την γάταν, πνέων μένεα διά την ανεπάρκειαν, την οποίαν έδειξεν ως αρχειοφύλαξ του συλλόγου».

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , ,

Απάντηση

No announcement available or all announcement expired.
Αρέσει σε %d bloggers: