Advertisements

Φύση και οικονομία – Πώς η οικονομία ελέγχει το φυσικό αγαθό;


«Άνθρωπος της δικιάς μας γης,
γεύομαι το έαρ,
το γλυκό μου έαρ το θεοποιημένο,
στην κραιπάλη του,
και τους αλλότριους κόσμους αψηφώ τους
κι επά στο χώμα τούτο προσδοκώ
την εγερσή μου και απεκδέχομαι τη ζωή»

(«Γλυκύ μου έαρ», Τάκης Παπατσώνης)

    Ως κοινωνία αποφασίσαμε να δώσουμε μέρος της φύσης στην ιδιοκτησία τινός. Ιδιωτικοποιήσαμε έτσι τη φύση εξαρτώμενοι (και αγόμενοι) από την κατοχή της γης. Βέβαια, θεωρήσαμε ότι διασφαλίσαμε την απόλαυση της φύσης, εκ του γεγονότος ότι π.χ. το δάσος, ο υγρότοπος, το λιβάδι κ.ά. αποτελούν φυσικά αγαθά και δικαιωματικά απολαμβάνονται, αλλά τούτο κατά βάσιν δεν ισχύει, αφού ανατρέπεται από τα ίδια τα ζητήματα που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή του, έτσι που αυτό εμφανίζεται τελικά ως πρόταγμα χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Και τούτο διότι ο πολίτης δεν απολαμβάνει το φυσικό αγαθό με την πληρότητα και τη συμμετοχικότητα που απαιτεί μια τέτοιας σημασίας ενεργή και συνειδητή πράξη, ενώ από την άλλη μεριά ο ιδιοκτήτης, που προσβλέπει στη γη κι αγνοεί το φυσικό αγαθό, επιδιώκει την αξιοποίηση της ιδιοκτησίας του κι όχι τη διατήρησή της κατά τα επιβαλλόμενα από την προστασία του φυσικού αγαθού. Στην τελευταία περίπτωση βρίσκει αυτός έναν πολύτιμο σύμμαχο, που είναι το κράτος· όχι τόσο στη διοικητική του έκφραση, αλλά στην πολιτική, διά των κυβερνώντων, οι οποίοι εισηγούνται νόμους και προωθούν την εφαρμογή βλαπτικών για το φυσικό περιβάλλον πολιτικών.

spitia

     Βλέπουμε λοιπόν ότι το κράτος, αν και θεματοφύλακας του φυσικού αγαθού, τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική γη, παραβλέπει τη διαφύλαξή του, θέτοντας ως προτεραιότητα την ανάπτυξη της χώρας. Αυτή νοείται με τη δέσμευση της γης για τον αναπτυξιακό σκοπό και δικαιολογείται με την έννοια του δημόσιου συμφέροντος, που αποτελεί και συνταγματική επιταγή, ως κατ’ εξαίρεση μέτρο εις βάρος του φυσικού αγαθού (άρθρο 24 του Συντάγματος), ώστε να ικανοποιηθεί η δημόσια ωφέλεια. Στο πλαίσιο της παραπάνω θεώρησης, και πέρα από τη συναίνεση του κράτους στην απώλεια του ιδιωτικού φυσικού αγαθού, αυτό αποδίδει μέρος της περιουσίας του, είτε με ιδιωτικοποιήσεις, είτε με παραχωρήσεις δημόσιας γης για επενδύσεις, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οικονομικοί στόχοι (η αγορά δηλαδή), και με τον τρόπο αυτό ν’ απαλλαγεί από το «βάρος» της διαχείρισης μιας γης που δεν του αποφέρει οικονομικά. Η γη αυτή όμως συντηρεί ένα φυσικό αγαθό, που εξυπηρετεί το σύνολο της κοινωνίας, τη δημόσια ωφέλεια δηλαδή, το οποίο δε λαμβάνεται υπόψη από το κράτος. Η απώλειά του δε, πραγματοποιείται για την εξυπηρέτηση μιας άλλης δημόσιας ωφέλειας, που έχει οικονομικά χαρακτηριστικά. Το κράτος εν προκειμένω σκέφτεται και λειτουργεί με όρους της αγοράς. Σ’ ένα τέτοιο σύστημα επικρατεί το ατομικό όφελος έναντι του συλλογικού, αφού ο επενδυτής, που για λόγους δημόσιας ωφέλειας και με την άδεια του κράτους ενεργεί, προτάσσει –όπως είναι φυσικό– το κέρδος, που αποτελεί προσωπική του ωφέλεια. Η εικόνα του οικονομικά και κατ’ επέκτασιν πολιτικά ισχυρού ατόμου, που αναπτύσσει οικονομικά τη χώρα, είναι το προβαλλόμενο πρότυπο, στο οποίο ανατίθεται η άτυπη αλλά ισχυρή αποστολή (αν όχι αρμοδιότητα…) να δημιουργήσει ανάπτυξη!

     Η προσφορά στα δημόσια οικονομικά μέσω της επένδυσης στη γη, που νοείται ως «ανοχή» για την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή της ανάπτυξης της χώρας, πραγματώνεται με την ικανοποίηση οικονομικά του επενδυτή, δηλαδή του αξιοποιητή της γης. Η γη έτσι, η φέρουσα το φυσικό αγαθό, καθίσταται από τη μια μεριά, διά της ασκήσεως του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, το μέσον για την επίτευξη του οικονομικού σκοπού, που όμως οδηγεί στην απώλεια του φυσικού αγαθού. Το κράτος ως ιδιοκτήτης της δημόσιας γης, από την άλλη μεριά, διαθέτει αυτήν για επιχειρηματικούς σκοπούς, που εξυπηρετούν και πάλι το αορίστως θεωρούμενο δημόσιο συμφέρον, μα κατ’ ουσίαν είναι το οικονομικώς θεωρούμενο. Το κράτος δηλαδή, ως διαχειριστής του φυσικού αγαθού, ή ακόμη και ως κάτοχος της γης όπου αυτό συγκροτείται, αποτελεί έναν ασταθή και μη βάσιμο θεματοφύλακά του, αφού αξιολογεί τις καταστάσεις στα πλαίσια της ικανοποίησης του δημόσιου συμφέροντος και κρίνει έτσι ως αναγκαιότερη (συμφερότερη) την απώλεια του φυσικού αγαθού προκειμένου να ικανοποιηθεί το οικονομικά ζητούμενο, που νοείται ως ανάπτυξη και δικαιολογείται από το δημόσιο συμφέρον.

     Στη ζυγαριά έτσι του δημόσιου συμφέροντος −αν υποθέσουμε ότι ζυγιάζονται τα πράγματα, που δε συμβαίνει!−, το φυσικό αγαθό υπολείπεται του οικονομικού, αφού το τελευταίο είναι αυτό που καθορίζει την ανάπτυξη της χώρας −εξάλλου, είναι παγκοίνως αποδεκτό ότι στις μέρες μας η οικονομική εξουσία έχει επιβληθεί και κατισχύσει της πολιτικής, κατά τρόπο που αυτή καθορίζει τις εξελίξεις κι επιβάλλει πολιτικές. Θεωρείται υπό αυτό το πρίσμα ως αναγκαία η απώλεια του φυσικού αγαθού −μια απώλεια που όμως δεν αναπληρείται και συνηθώς μεγεθύνεται! Πρέπει να υποσημειώσουμε ότι τα ουσιαστικώς αναγκαιούντα έργα για τη χώρα, τα έργα υποδομής και στήριξης του κοινωνικά ενεργού πληθυσμού, αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία, με διαφορετικά κριτήρια θεώρησής τους, αφού εξυπηρετούν κοινωνικό σκοπό. Αυτά χαρακτηρίζονται ως δημόσια, και, σε αντίθεση με τα ιδιωτικά, διέπονται από κάποια μεγαλύτερη ευαισθησία στην προστασία του φυσικού αγαθού, αφού το ζητούμενο από την πραγματοποίησή τους δεν είναι το οικονομικό όφελος, αλλά το κοινωνικό.

     Βλέπουμε το λοιπόν να υπάρχει μια συνεχής υποχώρηση κι εντέλει απομείωση της δημόσιας κτήσης έναντι της ιδιωτικής, μια υποχώρηση όχι εν πρώτοις θεσμική αλλά εξωθεσμική, που όμως στην πορεία επικυρώνεται και θεσμοθετείται, προκύπτουσα από την κυριάρχηση της οικονομικής εξουσίας στην πολιτική, που απορρέει από το παγκοσμιοποιημένο σύστημα οικονομικής διοίκησης του κόσμου (το κοινώς επονομαζόμενο ως «παγκοσμιοποίηση»). Τούτο συμβαίνει με τη διείσδυση του οικονομικού παράγοντα στην πολιτική και τον προκύπτοντα καθορισμό πολιτικών με όρους της αγοράς. Το σύστημα λειτουργεί με λογικές αποκλεισμών από το προφανές κοινωνικό γίγνεσθαι, λογικές που αναιρούν αυτό και υποβιβάζουν αξιακά την κοινωνία. Δεν είναι θεμιτό για παράδειγμα σε σχέση με το περιβάλλον, να ξοδεύονται χρηματικοί πόροι γι’ αυτό, όταν η χώρα έχει έλλειμμα και προέχει η κάλυψή του −αντίστοιχες λογικές επικρατούν και για τα λοιπά δημόσια αγαθά, όπως την παιδεία, την υγεία, τον πολιτισμό κ.ά.

     Θεμιτό κι επιβαλλόμενο αντίθετα είναι ν’ αποδίδεις μέρος του φυσικού σου περιβάλλοντος στην οικονομία, ούτως ώστε, «αξιοποιώντας» ο επενδυτής τη γη −τούτο είναι εντέλει το μέγα επιζητούμενο: η γη!−, να προκύψουν τα επιδιωκόμενα έσοδα στο κράτος −που όμως, όπως προείπαμε, πρώτιστα ικανοποιείται οικονομικά ο επενδυτής και το δημόσιο αρκείται σε γλίσχρες αποζημειώσεις, έχοντας μάλιστα χάσει εξουσία κι αγαθά. Οι αξίες έτσι υποκαθίστανται από τις αξιοποιήσεις, η δημόσια εξουσία από την ιδιωτική και τα αγαθά από τα οφέλη. Δεν υπολογίζεται η απώλεια του φυσικού αγαθού, ούτε η κατ’ ουσίαν απώλεια της δημόσιας κτήσης, η οποία χάνεται μαζί με την κατάρρευση της πολιτικής εξουσίας. Αυτή στη συνέχεια άγεται από την οικονομική εξουσία και συμπλέει με τις επιταγές της. Ενώ, σ’ ένα άλλο επίπεδο, χάνεται και η δικαιοσύνη επί των εννόμων αγαθών, αφού δεν ασκούνται και δεν απολαμβάνονται από τους πολίτες, ανακύπτοντας έτσι ζήτημα δημοκρατίας και δικαιοσύνης, οδηγώντας ταυτόχρονα την κοινωνία σ’ ένα γενικότερο και κορυφαίο πρόβλημα, που είναι της βιωσιμότητας· καθότι έχει απωλεσθεί η αειφορική δυνατότητα του συστήματος.

     Η βιωσιμότητα έγκειται στη διαφύλαξη των αγαθών που είναι κορυφαία για την ανθρώπινη ζωή. Τέτοια είναι το φυσικό περιβάλλον, η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός κ.λπ. Υποβαθμίζοντας αυτά ή χάνοντάς τα, υποβαθμίζεται ή απώλεται το ίδιο το αγαθό της ζωής, αφού στην περίπτωση αυτή θάχει χάσει τις βάσεις άρθρωσης και προαγωγής του. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για απώλεια των ανθρωπιστικών, πολιτιστικών και περιβαλλοντικών αξιών του ανθρώπου, γι’ αποστέρηση του (συνταγματικά κατοχυρωμένου) δικαιώματος στη ζωή του ανθρώπου, για απώλεια της ίδιας της ψυχής της κοινωνίας, προκειμένου αυτή ως οικονομική μονάδα να σταθεί και να υπάρξει. Όλα τα στοιχεία που συγκροτούν τις αξίες της ζωής συνιστούν αγαθά με στενή κι αλληλένδετη σχέση εξάρτησής τους, έτσι που η υποβάθμιση ή απώλεια κάποιου να οδηγεί σε γενικευμένη κρίση ή απώλεια. Υποβαθμίζοντας για παράδειγμα το φυσικό περιβάλλον, υποβαθμίζεις την υγεία του ανθρώπου, και τούτα έχουν σχέση με την παιδεία του και τον πολιτισμό του −μόνο μια χαμηλής στάθμης παιδεία κι ένας κακός πολιτισμός μπορούν να συγχρονιστούν με τέτοια πρότυπα!

     Η σημασία της βιωσιμότητας συναρτάται συνεπώς με τη ζωή του ανθρώπου κατά μια ενδότερη θεώρηση, που έγκειται στις αξίες και τις ποιότητες της, γι’ αυτό και είναι κρίσιμη. Η έλλειψή της οδηγεί σε μη βιώσιμη ανάπτυξη, σε μια πλάσμα ανάπτυξη, τ’ αρνητικά αποτελέσματα της οποίας γίνονται μεσομακροπρόθεσμα αισθητά στο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον συγκρότησης του οικονομικού συστήματος. Η βιωσιμότητα επιτυγχάνεται διά της εκπλήρωσης των αρχών της αειφορίας στο επίπεδο που τ’ αγαθά της ζωής ορίζονται, και θεμελιώνεται στις αξίες συγκρότησης της κοινωνίας. Η απώλεια του φυσικού αγαθού, όπως και της υγείας, της παιδείας, του πολιτισμού κ.λπ., συνιστά κίνδυνο για την ανθρωπότητα, θέτοντας ζήτημα βιωσιμότητας της ανθρώπινης κοινωνίας. Αυτή κινδυνεύει από τον οικονομικό άνθρωπο, καθώς έχει κυριαρχήσει κι ορίζει καταστρεπτικά την πορεία του κόσμου.

     Οι περιβαλλοντικές καταστροφές, μαζί με τους θανάτους για λόγους κακής υγείας, η ελλειπής ή μονομερής παιδεία, η στραμμένη αυστηρά στο τεχνοκρατικό πρότυπο, που υπόδουλη έχει την επιστήμη, η έλλειψη πολιτισμού κ.λπ., αποτελούν δολοφονικές πράξεις του οικονομικού ανθρώπου, ο οποίος έχει στρέψει την κοινωνία να νοεί και να πράττει (υπο)λογιστικά, φτάνοντάς την έτσι στα όριά της, καθιστώντας την ανθρωπίνως μη βιώσιμη. Τούτο συμβαίνει διότι, έχοντας χαθεί η πολιτική ή αφιόμενη αυτή υπό τον έλεγχο της οικονομίας, οδηγείται η κοινωνία σε μια κατάσταση αυξημένης εντροπίας, που επιφέρει αποσύνθεση κι αναρχία. Αυτές οι καταστάσεις συμβαίνουν συμβατικώς και θεωρούνται νομοτελειακές, ακριβώς διότι αφήνεται η οικονομία να κυριαρχήσει με την αποδοχή συγκεκριμένων υποβολιμιαίων οικονομικών ή αναπτυξιακών συστημάτων, με τα οποία αποσκοπείται ο οικονομικός έλεγχος της κοινωνίας. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, έχει χαθεί ο έλεγχος του κράτους, και πλέον κατευθύνονται τα πράγματα από την αγορά. Εν προκειμένω, το συμφέρον που το κράτος εξυπηρετεί είναι το άθροισμα συμφερόντων που επιβάλλονται από την αγορά, το οποίο μπορεί ν’ αντιτίθεται στο κοινό συμφέρον και να εξυπηρετείται σε βάρος του. Το δημόσιο συμφέρον, στην περίπτωση αυτή, καταλύεται από το ιδιωτικό, το οποίο προτάσσεται από το οικονομικό σύστημα διοίκησης και διαχείρισης των πραγμάτων. Καλλίτερα θα λέγαμε ότι δημόσιο δεν υφίσταται αφού το ιδιωτικό εκπροσωπεί κάθε μορφή πράξης, σχέσης και συναλλαγής. Αυτό συμβαίνει διότι η οικονομία λειτουργεί ως ένα κλειστό σύστημα που εκμεταλλεύεται τους φυσικούς πόρους και τα δημόσια αγαθά σύμφωνα με τη διαθεσιμότητά τους μέχρι εξαντλήσεώς τους, αφού υπολογίζει αυτά για το σκοπό του κέρδους, θεωρώντας τα –βλακωδώς– ανεξάντλητα ή δυνάμενα να υποκατασταθούν από άλλες πηγές στα πλαίσια μιας αέναης συναλλακτικής ροής μεταξύ επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

     Αντίθετα ο κοινωνικός άνθρωπος θέτει τον παράγοντα άνθρωπο πάνω από συστήματα και υπολογισμούς. Το κράτος δεν είναι η απρόσωπη κεντρική εξουσία, αλλά η Πολιτεία, οπού ο άνθρωπος στην κεντρική πολιτική εξουσία εκπροσωπεί την κοινωνία και ενεργεί υπέρ αυτής, για το σύνολο, μέσα από πολιτικές εξισορρόπησης των αντίρροπων τάσεων που διαμορφώνονται ανάμεσα στις ανάγκες των ανθρώπων και της αγοράς, η οποία εξυπηρετείται διά του ανθρώπου, καθώς αποτελεί εργαλείο κι όχι στόχο της ανάπτυξης −στόχος αυτής είναι ο άνθρωπος. Η Πολιτεία λειτουργεί με βάση τις ανθρώπινες αξίες, σεβόμενη και εξυπηρετώντας κατά πρώτον τον άνθρωπο· τον άνθρωπο στα πλαίσια της κοινωνίας κι όχι του ατόμου, το οποίο ως τέτοιο μετατρέπεται σ’ εγωιστικό και αδηφάγο οικονομικό ον (ο άνθρωπος από τη φύση του οικονομεί, εδώ όμως η έννοια του οικονομικού όντος δεν αναφέρεται στην οικονομία ως ανάγκη αλλά ως σύστημα). Οι κοινωνικές υποχρεώσεις κατισχύουν, και οι ατομικές προσαρμόζονται σε αυτόν τον κανόνα, με τ’ ατομικά δικαιώματα να εξυπηρετούν τα κοινωνικά. Ο άνθρωπος λοιπόν είναι το κέντρο της ύπαρξης, όχι ως μονάδα, αλλά ως κοινωνία, και δεν είναι η οικονομία του το άπαν, που, όπως προείπαμε, είναι εργαλείο της πρακτικής του. Η οικονομία δε λειτουργεί καταδυναστευτικά γι’ αυτόν −κάτι που, αλί, συμβαίνει σήμερα!−, αλλά λειτουργικά. Σ’ ένα τέτοιο σύστημα, το κράτος δεν αντιπαρατίθεται με τον πολίτη, δεν αντιτίθεται στις κοινωνικές ανάγκες του, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η αγορά, αλλά ως Πολιτεία ενεργεί σε σχέση με τις ανάγκες του, καθότι τον εκπροσωπεί στη διαχείριση των κοινών, έχοντας ν’ αντιμετωπίσει τα ίδια ζητήματα με αυτά που απασχολούν τον πολίτη. Εν προκειμένω, το συμφέρον είναι ένα, το κοινό, το οποίο εξυπηρετείται. Το δημόσιο συμφέρον, στην περίπτωση αυτή, κατισχύει του ιδιωτικού, λόγω της εφαρμογής του κοινωνικού μοντέλου διοίκησης και διαχείρισης, και όχι του οικονομικού.

     Σήμερα χάνουμε το περιβάλλον (βλέπε: ρύπανση, αποδάσωση, κλιματική αλλαγή,  κ.ά.), χάνουμε τον άνθρωπο (με αυτοκτονίες λόγω οικονομικής κρίσης και ασθένειες που προέρχονται από το κακό φυσικό περιβάλλον ή από την απώλειά του), για να παράγουμε οικονομία, για να έχουμε έσοδα και πλεονάσματα, για ν’ ανθεί η αγορά −έχουμε χάσει δηλαδή το κέντρο αναφοράς μας, την κεντρομόλα μας πορεία κι έχουμε, λόγω της εντροπίας, άναρχη κι άτακτη πορεία. Τούτο, όπως δείξαμε παραπάνω, συμβαίνει διότι το φυσικό περιβάλλον λογίζεται στο οικονομικό περιβάλλον, διότι το περιβαλλοντικό αγαθό λογίζεται ως οικονομικό, διότι έχει κυριαρχήσει ο οικονομικός άνθρωπος του κοινωνικού, διότι ο φυσικός πόρος ελέγχεται και εκμεταλλεύεται από την οικονομία. Τούτα δικαιολογούνται στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, οπού τ’ αγαθά υποβάλλονται από την οικονομία στην κατευθυνόμενη πορεία της αξιοποίησης και της ανάπτυξης, οπού έχουν υποκατασταθεί οι αξίες από την αξιοποίηση και η ανάπτυξη από την εκμετάλλευση. Οι πόροι –κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί, πολιτιστικοί– διατίθενται, ελέγχονται και καταναλώνονται για το οικονομικό προϊόν, και τ’ αντίστοιχα αγαθά χάνονται. Οι στόχοι τίθενται στα πλαίσια της αγοράς και υπόκεινται σε διεθνοποιημένους κανόνες για τη λειτουργία του συστήματος. Ο άνθρωπος αποτελεί εργαλείο στο σύστημα, είναι μονήρης και μονομερής ως αποκλειστικά οικονομικό ον, ανύπαρκτος ως ανθρώπινη αξία, απομονωμένος από το σύνολο, από την κοινωνία (κατά τη φύσει έννοια της, ως σύνολο ανθρώπων που ανέπτυξαν συνειδητές σχέσεις βασιζόμενες σε κοινές πολιτιστικές παραστάσεις), έχοντας αποξενωθεί από την αλληλεγγύη των κοινών. Παράγει χωρίς να δημιουργεί, καταναλώνει χωρίς να αφομοιώνει, αποστασιοποιημένος από το παρελθόν του και εγκλωβισμένος στο παρόν του, χωρίς μέλλον –αφού ο ίδιος φροντίζει να το καταδικάζει, υποθηκεύοντάς το στο καταστροφικό παρόν του.

     Παλαιότερα δε συνέβαινε αυτό, ο οικονομικός άνθρωπος δεν κατίσχυε του κοινωνικού και δεν ήλεγχε τους πόρους, η πολιτική καθόριζε το ανθρώπινο status, κι όχι η οικονομία. Κι όπου ακόμη η αγορά είχε υπερισχύσει και αποδεδειγμένα αποτύγχανε να υποστηρίξει το σύστημα της ανθρώπινης διαχείρισης, ερχόταν το κοινωνικό κράτος για ν’ ανατάξει τα πράγματα και να κατευθύνει την πρόοδο του ανθρώπου (βλέπε την περίπτωση του οικονομικού κράχ του 1929 στις ΗΠΑ, και την ανάταξη που επήλθε όταν το κράτος παρενέβη παρέχοντας στην κοινωνία πόρους κι εργασία). Δεν παρενέβαινε δηλαδή η αγορά, όπως συμβαίνει σήμερα, για να κατηγορήσει τον διαχειριστή για άτολμη οικονομική πρακτική, δικαιολογώντας έτσι την εφαρμοζόμενη καταστροφική οικονομική πολιτική. Βλέπουμε έτσι ότι, ακόμη και σε καιρούς οικονομικής κρίσης, το περιβάλλον, η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός κ.λπ. ανθούσαν, διότι ο άνθρωπος «πάλευε» την οικονομία με τη δημιουργία. Ήταν βιώσιμος και προόδευε. Δέστε το τούτο, σ’ ότι αφορά στην Ελλάδα, στην περίπτωση Υπουργού Γεωργίας Ιωάννη Θεοτόκη κατά το Μεσοπόλεμο, που σε περίοδο βαθιάς οικονομικής κρίσης για την χώρα δεκαπλασίασε τις πιστώσεις για τα δάση, καθότι θεωρούσε ότι επενδύοντας στο φυσικό σου περιβάλλον, αναβιβάζεις την αξία της χώρας σου, που είναι η μόνη αξία που της δίνει δύναμη και προοπτική στην κάθοδο της κρίσης.

     Η άνοδος μιας χώρας απορρέει από την αξία των τόπων της· τούτο ήταν συνειδητό κι εφαρμόσιμο από τους αλλοτινούς ηγήτορες σε προηγούμενους καιρούς −σήμερα όμως;…

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασική Πολιτική, Επιλογές - Προτάσεις, Νομοθεσία, Περιβάλλον

Tags: , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: