Advertisements

Η ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΗ ΓΗ

euthini


«Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθειά και φράξε το πιο στέρεα
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρνεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας…»

(«Οι πατέρες», Κωστής Παλαμάς)

Μιλούμε για τη γη, αναφερόμενοι στην ολότητα, στο φυσικό δημιούργημα, που μέσα από το γίγνεσθαι διαμορφώνεται και εξελίσσεται. Τούτο απαιτεί από τον άνθρωπο να είναι ξυπνός και ενεργός, απαιτεί την ανάσκαψή του, τη συντάραξή του, τον τυραγνισμό του. Προϋποθέτει συνειδητοποίηση του ποιείν κι ενάσκηση εν αυτώ. Θέλει τον πολίτη ποιητή της ζήσης, δηλαδή δημιουργό κατά το ποιείν και όχι παραγωγό κατά το οικονομείν –το δεύτερο αποτελεί πράξη παράγωγη της πρώτης και όχι κυρίαρχη. Το πράττειν, ως έκφραση του ποιείν, αποτελεί ενέργεια συνειδητή της ζήσης και εύφορη στέργιου σκοπού.

Με το κοινωνείν ο πολίτης ζει το είναι του. Η συλλογικότητα αποτελεί έκφραση του εαυτού του μέσα σε μια ολότητα, δια του ποιείν. Ο πολίτης, οφείλει να συνλειτουργεί με τους γύρω και να επικοινωνεί με τα γύρα, για το «συλλογικό καλό», που είναι αποτέλεσμα συνειδητοποίησης της ύπαρξης. Το ζειν ενεργείται εν το όλω, που εκφράζει μια πληρότητα προσωπική συντελούμενη σε μια ολότητα, που κοινωνία τη λέμε. Όταν στο σχεδίασμα τούτο, οι υφάνσεις ξεφτούν, όταν χαλαρές κι αδύναμες γίνονται και το αποσυναρτούν, όταν κουρέλι το κάμνουν –εν ξέσχισμα ζωής–, τότε η κοινωνία παραδρομεί, πάσχει, απέχει, οπισθοδρομεί στην εικονική πρόοδό της. Δεν αποτελεί πια ολότητα, παρά ενότητα ανθρώπων, που, κάτω από την «κατάρα του πρωτόπλαστου», διάγουν βίο αναίσθητο κι ασυλλόγιστο, και μηχανικά λειτουργούν.

Ο συνδιαλλαγή όμως, δε φέρνει συμμέθεξη, και η ησυχία δε σημαίνει αρμονία. Διότι, δυσπεπτικός είν’ ο βίος της παρέκκλισης, και τέναγος η ζήση, όταν σε παχεία λάσπη ακινητεί η ζωή και σε χάσματα ’ξολοθρεύεται. Μιαν παρέκβαση σε τούτα, εν αντάρτημα εσωτερικό, μιαν ορμή στην κάθεξη, είν’ ικανά ενεργήματα για να δηλωθεί η ύπαρξη και να ζηλωθεί η ζωή. Τόσο απλά… Όσο απλή είναι και η ύπαρξη… …που, σύνθετη την κάναμε!.. –και…, καταπώς έλεγε ο Γιάννης Σκαρίμπας: «…έχουμε πάψει να είμαστε απλοέλληνες»! Μια αληθινότης έτσι, μπορεί ν’ αναφανεί, μιαν υγιότης να υπάρξει, από πράξεις απλές, του ορμέφυτου· που όμως απορρέουν από μια παιδεία και ηθική. Κι έτσι, η ένστιχτη προσπάθεια, η κρατημένη και θυλακωμένη στον πάγιο βίο, μπορεί να ελευθερωθεί και ν’ ανατρέψει τους καιρούς του βάρους.

1

Γιατί ξεράθηκε το πεύκο (στην πάνω φωτ.); Διότι κάποιος που δεν ήθελε να «ανταγωνίζεται» σε ύψος το καμπαναριό (!), το χάραξε στη βάση του… (βλέπε κάτω φωτ.)

Έγερση, συνεπώς, είναι το ξεσήκωμα της ψυχής του ανθρώπου, η συντάραξη τού είναι του, για την ανάκτηση των ριζικών και την επανάκαμψη των συναισθημάτων: για να υπάρξει ευεργέτημα, για να υπάρξει δημιούργημα. Φυσικά, τούτα απαιτούν ήθος, αγωγή, ανάστημα, για τη «λευθέρωση»… Όμορφα απέδωσε την έγερση ο Διονύσιος Σολωμός, προτρέποντας να κινηθούμε «με λογισμό και μ’ όνειρο», δηλαδή συνετά και ποιητικά-δημιουργικά. Για να επικυρώσει ο Γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάϊντεγκερ λέγοντας: «Ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος…» Το «ποίημα», το δημιούργημα του ανθρώπου, είναι έδραιο, όταν είναι στοχασμένο. Που σημαίνει ότι, θα είναι φιλοσοφημένο ως ενέργεια, όχι φυσικά στα πλαίσια του περισπούδαστου και βαριού συλλοϊκού, όχι στα πλαίσια του στείρου ακαδημαϊσμού και του πολυσύνθετου λογισμού, αλλά ως αληθινότητα, προκύπτουσα εκ του φυσικού τού βίου, συμπληρωμένο από τη γνώση και την επιστήμη της φύσης, και την εννόηση της δημιουργίας, που κάμει τον άνθρωπο σοφό στα ενεργήματά του –εξ ου και η σχετική λαϊκή σοφία που δημιουργήθηκε, που πολλά μάς δίδαξε… Γι’ αυτό και ο Κωστής Παλαμάς, δίνοντας στο ποιητικό του έργο τον τίτλο «Η Ασάλευτη Ζωή», εννοούσε όχι την ακίνητη, την τελματωμένη ζωή, μα την ισόρροπη, τη στέρεα, που δεν παλινδρομεί και δεν παραπαίει, έχοντας εδραία φιλοσοφία, αφού θα είναι σε θέση να κρατά τις αξίες, να δέχεται τα ερεθίσματα, τις νέες ιδέες, και να προχωρά, χωρίς όμως να χάνει τα κέντρα αναφοράς της, επαναπροσδιοριζόμενη στο φυσικό κόσμο. Τούτο είναι δυνατό μέσα από τη δημιουργική πράξη και τη μνήμη –τη συλλογική μνήμη, διά της οποίας διδάσκεται και κραταιώνεται το παρόν, και προσδιορίζεται το μέλλον.

Το φυσικό όμως, το προκύπτον, αλί…, στους καιρούς μας αγνοείται, ακριβώς γιατί το δημιούργημα είναι εικονικό, είναι τεχνητό, δεν έχει δύναμη, αλήθεια, είναι κατασκευή! Αλήθεια του πράγματος είναι το δημιούργημα εν τη φύση του, καθώς και το συναίσθημα του δημιουργού εν αυτώ, ο κόπος του στο δημιούργημα. Η φύση συνεπώς του πράγματος, είναι η αλήθεια του δημιουργήματος. Και το μεγαλειώδες της δημιουργίας φανερώνεται στην ικανοποίηση του δημιουργού, όταν ανακαλύπτει στο δημιούργημα την ουσία της (κάθε) ύπαρξης (αλλά και της δικής του). Όταν το δημιούργημα δεν έχει «ψυχή», παύει να ψυχώνεται και ο δημιουργός.

Ο άνθρωπος δημιουργώντας ποεί εν τω γίγνεσθαι, ενεργώντας με την ψυχή του κι όχι με τη δύναμή του. Έχει περιουσία να διαχειριστεί, να προστατέψει. Είναι το χωράφι της ζωής του, που πρέπει να καλλιεργήσει, για να καρπίσει και ν’ αξιωθεί. Τη φύση του οφείλει να την διαχειριστεί, να μην την αφήσει σε χέρια άλλων, να την προστατέψει, να έχει την έγνοια της, αφού είναι το περιβόλι του… Να μην την εμπιστευτεί σε απρόσωπες εξουσίες, οπού το παραποιείν και το μεταποιείν την αποσυνθέτει και την κάμει ανάξια του ρόλου της. Ο ίδιος να είναι ενεργός της, αυτός να «καλλιεργεί το περιβόλι του». Νάναι φύλακας της φύσης του, μα και καλλιεργητής της…

Παίδευση παιδίου στης φύσης το πεδίο!.. (γελοιογραφία του Κώστα Μητρόπουλου, από το «Πατρίδα, Γειά!», εκδόσεις Ποτάμος, Αθήνα 2005)

Πρέπει εν προκειμένω να διακρίνουμε ότι, άλλο «συγκίνηση» για τη φύση, κι άλλο «συνειδητοποίηση» γι’ αυτή. Η συγκίνηση αναφέρεται στο συναίσθημα, που εάν δε συμπληρούται από την εννόηση του δημιουργήματος και από το ενέργημα γι’ αυτό, είναι κενές λόγου εκφράσεις. Με τη συνειδητοποίηση το δημιούργημα ζείται, αφού διά του δημιουργείν, που είναι λόγος για το ζειν, γέμεται το σύμπαν από την ενέργεια του ανθρώπου. Τούτο μάς πάγει στην έννοια του φυτευτή της γης, του καλλιεργητή αυτής, ο οποίος δικαιωματικά αξιώνει να διαχειριστεί τη γη του –δηλαδή τον κοινόχρηστο πόρο, το φυσικό αγαθό. Όχι απλά ν’ απολαμβάνει, αλλά να «καλλιεργεί»…

Οικοδομώντας στη φύση

Η νοιάξη της γης, που αποτελεί ζητούμενο και προαπαιτούμενο για τη συνέχειά της –για το ζειν–παραπέμπει στη συνείδηση της γης, κάτι που προϋποθέτει εντρύφηση, καλλιέργεια, παιδεία. Το συναίσθημα αποτελεί βαθμίδα της πράξης. Ο Χέλντερλιν συγκινήθηκε θεωρώντας τον Αγγελόκηπο, όχι επειδή το ρομαντικό του συναίσθημα εγέρθηκε, αλλά γιατί αισθάνθηκε τη φύση, την ένοιωσε σειστή και πλέρια. Ποιητικά βλέποντάς την, με ξεσηκωμένο ψυχισμό, γίνεται μύστης, γίνεται δημιουργός, γίνεται εργάτης του ποιείν. Αυτή η παιδεία μάς λείπει σήμερα: η καλλιέργεια για να ποιούμε. Διά τούτο, αδιάφοροι και συγκυριακοί για το περιβάλλον είμαστε, ως προς τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις μας γι’ αυτό –όταν υπάρχουν!.. Ο ποιητής παρακάτου έχει προσλάβει τη φύση ενεργητικά, κατά τρόπο που το είναι του εκφράζεται δι’ αυτής:

«Κι έτσι νάναι να μην τρέμει κι η καρδιά μας μ’ αγωνία
η καρδιά μας πούναι Θε μου τόσο αδύναμη κι αγνή.
Πούναι τόσο, που θα μπόρειε για μι’ ασήμαντη ιστορία,
για το θάνατο ενός ρόδου με μι’ αβάσταχτη πικρία,
όλη μέρα να αιμοστάζει κι όλη νύχτα να θρηνεί»

(«Γαλήνη», Ορέστης Λάσκος)

Κι εδώ έγκειται η λανθασμένη τακτική (πολιτική, αν θέλετε…) του κράτους (που δεν είναι Πολιτεία!) για το περιβάλλον, όταν προσπαθεί με συνθήματα κι «εκστρατείες» να «ευαισθητοποιήσει» τον περιβαλλοντικά «απαίδευτο» νεοέλληνα, αποσκοπώντας στο ορμέφυτό του, ενώ δεν προσπαθεί να τον «μορφώσει», ώστε να συναισθανθεί το δημιούργημα και ν’ αποκτήσει σχετική αγωγή… Το κράτος φαίνεται να έχει «επαναπαυθεί» στο συναίσθημα υπέρ της φύσης των πολιτών, συντηρώντας μια συμβατική κατάσταση ανοχής, ενοχής και εφησυχασμού: της ανάγκης συμμετοχής στο πράττειν. Όμως τούτο είναι κάτι εντελώς διαφορετικό τού δημιουργείν, αφού το τελευταίο προϋποθέτει παιδεία και παίδευση για το δημιούργημα…

Η αποστασιοποίηση του ανθρώπου από το δημιούργημα, η μη εννόησή του –ως θα έπρεπε– στα πλαίσια μιας ολότητας, η μη συνείδηση για τη γη, διαμορφώνουν συμπεριφορές όπως αυτές που αποδίδονται στο σύνδρομο NIMBY (not in my backyard) –πέραν φυσικά των συμπεριφορών γενικής αδιαφορίας/απάθειας ή αλαζονείας που επιδεικνύονται για το περιβάλλον, και που είναι γενικώς γνωστές. Οι συμπεριφορές τύπου NIMBY, θα λέγαμε με μια πρώτη ματιά ότι αποσκοπούν στη διεκδίκηση του τόπου, κάτι που θα κρίναμε θετικά. Είναι όμως έτσι; Η διεκδίκηση είναι του τόπου ή του χώρου;

NIMBY: Η διεκδίκηση του χώρου…

Το πρόβλημα δε θα ήταν πρόβλημα, και η αντιμετώπιση θα ήταν σύμφωνη με τις προηγούμενες θεωρήσεις μας, εάν δεν υπήρχε το κτητικό (my) στη διεκδίκηση, το οποίο αλλάζει άρδην το νόημα της προσπάθειας. Διότι έτσι, το προσωπικό προτάσσεται έναντι του συλλογικού, το τοπικό έναντι του γενικού, καθώς η διεκδίκηση του τόπου ιδιαιτεροποιείται ως προσπάθεια και αυτοτελώς ενεργείται, περιοριζόμενη χωρικά. Εάν το κτητικό έλειπε, τότε το ζήτημα θα ετίθετο στην ευρύτερη βάση του, σε επίπεδο κοινωνίας: όχι δηλαδή η δράση στην πίσω αυλή. Το γεγονός αυτό είναι που προσδίδει στο NIMBY την έννοια του συνδρόμου (ως συνόλου αντιδράσεων μιας κοινωνικής ομάδας), παρά του φαινομένου (ως διεργασία που συντελείται διά των αντιδράσεων), κάτι που σημαίνει ότι το NIMBY δε φτάνει να γίνει φαινόμενο -–μένει στο επίπεδο της αντίδρασης. Το αντίθετο του NIMBY, είναι το YIMBY (yes in my backyard), που δηλοί εμπιστοσύνη στον developer (ας ονομάσουμε έτσι τον ενεργούντα, δηλαδή τον κατασκευαστή, τον επενδυτή κ.ά.), κι αποδοχή του ενεργήματος, αφού αναμένονται οφέλη από αυτό, δηλαδή να προκύψει ευεργέτημα· κάτι που σε συνειδητοποιημένες κοινωνίες (που δεν έχουν άγνοια του προκειμένου και ασκούν έλεγχο), θα λέγαμε ότι αποτελεί την ιδανική, αν όχι εξιδανικευμένη, κατάσταση.

Με το NIMBY, οι –συνήθως εφησυχασμένες– τοπικές κοινωνίες, εξεγείρονται όταν διαπιστώσουν ότι ένα πρόβλημα τους αγγίζει, ότι είναι στη γειτονιά τους, στην αυλή τους, και προσπαθούν να το αποδιώξουν, «σκουπίζοντάς το» προς άλλες αυλές. Αντιδρούν, όχι γιατί συνειδητοποιούν το «πρόβλημα», αλλά γιατί αντιλαμβάνονται το βάρος του πάνω τους. Τους απασχολεί η ακεραιότητα του χώρου τους, κι όχι του κόσμου τους (με την ευρύτητα που η έννοια αυτή έχει). Η διαφύλαξη του πλαισίου, του δεδομένου τους, είναι η πάλη για τη διατήρηση του περίκλειστου, του τοπικού, που εν αυτώ διεκδικείται η αρμονία· γι’ αυτό και η μη νοιάξη για το παραπέρα, για το ευρύτερο, από το οποίο το τοπικό «αποστασιοποιείται». Μια τέτοια όμως αντιμετώπιση, αφήνει «κενά», δημιουργεί «χάσματα» στην επιδιωκόμενη ολότητα, που έτσι δεν επιτυγχάνεται, αφού το κάθε τοπικό διεκδικείται ως ιδιαίτερο. Αυτό κατ’ ουσίαν αντιποιείται το συλλογικό, αφού το κάθε τοπικό δεν αξιολογείται στο πλαίσιο της ολότητας. Διαμορφώνεται έτσι ένα αντιποιείν, που ερμηνεύεται από τους «κατήγορους» (τους οπαδούς της «ανάπτυξης») ως άρνηση στο παράγειν, που εντέλει υποσκάπτει τη δημιουργία ως σύνολη και πλήρη ενέργεια.

NIMBY: Όχι στην αυλή μου, ναι στους άλλους;…

Φυσικά, με τούτα δεν εννοούμε ότι αναίσθητοι πρέπει νάναι οι άνθρωποι στα συμβαίνοντα στον τόπο τους. Δεν πρέπει ν’ απέχουν από αυτόν, δε θάναι μακριά του όταν οι άλλοι τον θίγουν ή όταν σχεδιάζεται/επιχειρείται η άλωσή του. Το αντίθετο λέμε, ότι πρέπει νάναι ενεργοί ως προς αυτά βλέποντας όμως τον τόπο παραπέρα από την αυλή τους: να βλέπουν τον περίγυρο, και ν’ αντιμετωπίζουν τον τόπο ως ολότητα. Να βλέπουν, π.χ., τη γειτονιά στο πλαίσιο της πόλης, στην οποία κατοικούν. Να μη δημιουργούν καταφύγια ζωής, αλλά πηγές ζωής, οι οποίες συντηρούν το σύστημα που τις εξαρτά (στα κινήματα των γειτονιών, βλέπουμε μιαν αντίληψη παρόμοια με ορισμένες μη κυβερνητικές οργανώσεις). Η συνείδηση της γης, μας πάγει σε κάτι βαθύτερο κι ουσιαστικότερο από την «εξάρτηση» από τον τόπο, από το «δέσιμο» με τα γύρα. Μας πάγει στη νοιάξη του γύρω, στην αντίληψη της γης ως δημιουργία κοινή.

Ο ορίζοντας, η γη, ο ουρανός, η κορυφογραμμή, ο κάμπος κ.ά. –τα στοιχεία της φύσης γενικότερα–, δεν έχουν τέρμα, δεν έχουν όριο, για να τα προσδιορίσεις τοπικά και ιδιαίτερα να τα δεις και να τα προστατέψεις. «Μόνον άφρακτη φύση» έλεγε ο Henry D. Thoreau στο κλασικό (για την οικολογική σκέψη) έργο του «Walden» (βλέπε σχετικά: Thoreau H. D., «Walden. Η ζωή στο δάσος», μετάφραση: Βασίλης Αθανασιάδης, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2007, σελ. 184). Η αντίληψη για το πλάτος (το βάθος) της γης είναι το αποτέλεσμα της σπουδής της, και τούτο λείπει σήμερα. Γι’ αυτό και ποιητές δεν αισθανόμαστε…

Tου Αντώνιου Β. Καπετάνιου

.

.

.

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: