Advertisements

ΟΙ ΔΡΥΕΣ ΤΩΝ ΝΗΣΙΩΝ


«Τη μάννα των βαλανιδιών σεβάσου την, εργάτη,
και μη την κόβεις! Κλάδεψε του πεύκου τα κλαδιά,
ή την παλιούρα την πυκνήν, ή την γριάν ελάτη,
ή το πριναρ’ ή την ξερήν εδώ την αχλαδιά.
Μα το πελέκι από τη δρυ μακριά, να ζήσεις, κράτει.
τόπαν οι γέροι: νόνα μας είν’ η βαλανιδιά»

(«Εις δρυν», Διόδωρος ο Σαρδιανός, απόδοση: Σίμος Μενάρδος)

Η Ελλάδα κάποτε, στα μέσα και χαμηλά υψόμετρά της, ήταν ένα απέραντο δρυοδάσος. Η δρυς χαρακτήριζε φυσιογνωμικά και περιβαλλοντικά τη χώρα, και η σημασία της καθίστατο οικονομικά και κοινωνικά σημαντική για τις περιοχές της· και κατ’ επέκτασιν για τη χώρα. Η εξέλιξη όμως των ανθρώπων, με την αξιοποίηση των τόπων, που συνίστατο σ’ εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης των εδαφών, σε αλλαγή των νοοτροπιών χρήσης τους και στις νέες αντιλήψεις και μεθόδους με τις οποίες πραγματοποιείτο η ανάπτυξη των περιοχών, σε συνδυασμό και με τις ιστορικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στους τόπους, έφερε τη σταδιακή –σε κάποιες περιπτώσεις, αιφνίδια– υποβάθμιση, υποχώρηση και εντέλει απώλεια των δρυοδασών. Τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν τα ελληνικά νησιά με τα εκεί φυόμενα δρυοδάση. Η ιστορική τους πορεία δείχνει ότι τα νησιωτικά μας δρυοδάση, που κάποτε κάλυπταν τα νησιά, εξαφανίστηκαν ή υποχώρησαν σημαντικά διότι οι ιστορικές συνθήκες το επέβαλλαν, λόγοι κοινωνικοί και οικονομικοί· λιγότερο δε, και οπωσδήποτε δευτερευόντως, περιβαλλοντικοί. Οι τελευταίοι οδήγησαν στη μορφή μιας βλάστησης που σήμερα βλέπουμε (μακία ή φρύγανα), μετά τη διαχρονική υποβάθμιση που συνετελέσθη, έτσι ώστε αυτή η ύστερη (η προκύψασα) περιβαλλοντική κατάσταση να χαρακτηρίζει κατά το μάλλον ή ήττον φυσιογνωμικά τα νησιά μας (τα νησιά του «Αρχιπελάγους» ως επί το πλείστον −οι Ενετοί ονόμασαν ως arcipelago το Αιγαίο πέλαγος και προσδιόρισαν ως «νησιά του Αρχιπελάγους» αυτά του κεντρικού Αιγαίου, όρος που παρέμεινε).

Αραιό, υποβαθμισμένο δρυοδάσος στη Λέσβο.

Σε πολλά ελληνικά νησιά, σε κάθε πέλαγό μας, η δρυς ήταν το χαρακτηριστικό δένδρο τους, που δηλοποιούνταν τόσο για την πρακτική, όσο και για την περιβαλλοντική αξία του. Η παρουσία της δρυός, πέραν του ότι χαρακτήριζε φυσιογνωμικά νησιωτικές περιοχές μας−μπορεί κι ολόκληρο νησί−, ήταν πολύτιμη και από οικονομικής πλευράς, αφού από τα δρυόδενδρα παράγονταν προϊόντα (κατά κύριο λόγο: βαλανίδι, κηκίδι, ξύλο), που χρησιμοποιούνταν σε σημαντικούς τομείς της οικονομίας κείνης της εποχής, όπως ήταν η βυρσοδεψία, η χρωματική, η ξυλουργική κ.ά. (το βαλανίδι βέβαια, όπως και τα φύλλα της δρυός, χρησιμοποιούνταν και ως τροφή από τα οικόσιτα ζώα), καθώς και για θέρμανση. Το γεγονός τούτο, της οικονομικής σημασίας του δρυόδενδρου, οδήγησε σε φυτεύσεις κατά κύριο λόγο βελανιδοδένδρων σε αγρούς και σε κοινούς (της ολότητας των κατοίκων) τόπους, κάτι που επίφερε τη δημιουργία ενός πρότυπου μοντέλου καλλιέργειας, αυτό των δασικών δένδρων, που αποτελούσε μια πρώιμη μορφή δασοαγροοικοσυστημάτων –που σήμερα προβάλλεται ως πρότυπο οικολογικής καλλιέργειας. Επιπροσθέτως οδήγησε στη δημιουργία σημαντικών περιβαλλόντων που χαρακτήριζαν τη νησιωτική ύπαιθρο, καθώς και στην ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης οικονομίας, της δασοαγροοικονομίας, με τη δρυ (τη βελανιδιά ως επί το πλείστον) και τα προϊόντα της να κυριαρχούν.

Μια ιστορική κατάσταση, στην οποία αποδίδεται η αλλαγή της περιβαλλοντικής φυσιογνωμίας των νησιών μας, και κύρια των νησιών του ελληνικού Αρχιπελάγους, ήταν η πειρατεία –γιατί τα γυμνά και κατάξηρα σήμερα ελληνικά νησιά, είχαν κάποτε δάση, ή τέλος πάντων είχαν μιαν άλλην πιο πλούσια σε άγρια βλάστηση φυσιογνωμική παρουσία (βεβαίως, πρέπει να λάβουμε υπόψη και την ιδιαίτερη χλωρίδα και πανίδα τους, λόγω των συνθηκών απομόνωσης και ενδημισμού που υπήρξαν, που σε κάποιες περιπτώσεις υποβοηθήθηκε από τον άνθρωπο όταν επενέβη στο φυσικό σύστημα και με τη διαχρονική του παρουσία και δραστηριοποίηση σε αυτό επίφερε αλλαγές, που σε πολλές περιπτώσεις διαμόρφωσαν συνθήκες κατάλληλες για την ιδιαιτεροποίηση ειδών). Οι επιδρομές των πειρατών −δευτερευόντως δε των κουρσάρων− ανάγκασαν τους κατοίκους των ελληνικών νησιών να προσαρμόσουν ανάλογα τη ζωή τους και να τη διαμορφώσουν σύμφωνα με τις ανάγκες τους στο περιβάλλον –ν’ αποτραβηχτούν δηλαδή στο εσωτερικό των νησιών και να δραστηριοποιηθούν εκεί, σ’ έναν τόπο μικρό, λιγοστό και με περιορισμένες δυνατότητες [επισημαίνεται εν προκειμένω η διαφορά μεταξύ πειρατών (pirates) και κουρσάρων (corsairs) στο ότι οι δεύτεροι (σε αντίθεση με τους πρώτους) θεωρούνταν «νόμιμοι», με την έννοια ότι με την άδεια των αρχών της χώρας τους μπορούσαν με δική τους πρωτοβουλία να επιτίθενται και να ληστεύουν εμπορικά πλοία εχθρικής χώρας, χωρίς απαραίτητα τα δικά τους πλοία να είναι εξοπλισμένα ως πολεμικά. Δηλαδή ο κουρσάρος λειτουργούσε ως καταδρομέας. Όμως, δεν περιοριζόταν μόνο σε αυτό, αφού, από ένα σημείο κι έπειτα, μην ελεγχόμενος, «κούρσευε» κάθε πλοίο χωρίς διάκριση, κάμοντας επιδρομές και σε νησιωτικές περιοχές των παραλίων, λειτουργώντας περίπου ως πειρατής].

Εστιάζοντας στα Κυκλαδονήσια, βλέπουμε ότι στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν, η Χώρα, η πρωτεύουσά τους, βρισκόταν σε λόφο ψηλά, συνήθως σε κάστρο, προφυλαγμένη από τη θάλασσα ή κρυμμένη απ’ αυτήν, πιο στο βάθος του νησιού. Απαιτήθηκε η Χώρα να είναι προφυλαγμένη και σε πολλές περιπτώσεις μακριά από τη θάλασσα· απαιτήθηκε ακόμη η ανθρώπινη δραστηριότητα να πραγματοποιηθεί στο εσωτερικό του νησιού, μακριά από τις επιδρομές των βαρβάρων. Η κατοίκηση των νησιών αυτών εντοπίζεται κατά βάση στο εσωτερικό τους, λόγω των επιδρομών των πειρατών, όπου κι αναπτύσσεται η δραστηριότητα των ανθρώπων (η γεωργία και η κτηνοτροφία κατά κύριο λόγο, δευτερευόντως η λατόμευση, μα κι άλλες, μικρότερης κλίμακας δραστηριότητες). Το περιβάλλον τους διαμορφώθηκε σύμφωνα με την ανθρώπινη παρουσία. Η απουσία υψηλής βλάστησης (ή η παρουσία σποραδικά υψηλόκορμων ξηρομορφικών φυτικών ειδών) και η κυριάρχηση των φρυγάνων, αποτέλεσε τη φύση τους, σ’ ένα ανθρωπογενές περιβάλλον που «χτίσθηκε» λαμβάνοντας υπόψη τις ακραίες εδαφικές και κλιματικές συνθήκες του τόπου. Οι αυστηρά χωροθετημένες χρήσεις και η λελογισμένη διαχείριση των εδαφών, η γενικευμένη χρήση της πέτρας (ή του πηλού για τα σκεύη), λόγω έλλειψης του ξύλου, μαζί με τα φυσικά και τ’ ανθρωπογενή στοιχεία του χώρου (τις αναβαθμίδες, τις σκόρπιες αγροικίες, το λιτό λευκό οικισμό, τα μικρά ανεμόδαρτα ξωκκλήσια, τους ανεμόμυλους σε συνεχόμενους λοφίσκους κ.ά.), χαρακτήρισαν το συγκεκριμένο περιβάλλον, το νησιώτικο ελληνικό τοπίο, το οποίο, δι’ αυτών των στοιχείων δηλοποιούνταν.

Δρύες με ελιές στην Άνδρο.

Αναφέρει σχετικά ο Ναξιώτης στοχαστής και πολιτικός −ταυτόχρονα δε μελετητής του κυκλαδίτικου τοπίου− Μανώλης Γλέζος: «…στο διάβα του χρόνου και με την εξάλειψη της πειρατείας, ο πληθυσμός των νησιών επανέρχεται στα παράλια. Ο προφυλαγμένος όρμος, το επίνειο, η σκάλα του κάθε νησιού, γίνεται χωριό, σ’ όσα νησιά βέβαια ο οικισμός είχεν αποσυρθεί και χτιστεί στα ενδότερα» (Γλέζος Μ., «Η συνείδηση της πετραίας γης. Κυκλαδογραφίες», εκδόσεις Τυπωθήτω–Γιώργος Δάρδανος, Αθήνα 1997, σελ. 82-83). Ο Francois Olier marquis de Nointel δίνει το έτος 1674 μια ακριβή περιγραφή της κατάστασης που επικρατούσε, σε σχέση με τα παραπάνω: «Όλα τα χωριά των νησιών ήταν χτισμένα στις κορφές των βουνών, σε φαράγγια, σε απόκρημνες, απρόσιτες πλαγιές. Μάταια. Κάθε τόσο ερημώνονταν από τις επιδρομές. Οι αρχικουρσάροι είχαν μεταβληθεί σε ηγεμόνες των νησιών, εξόντωναν όποιον τολμούσε να εκφράσει διάθεση για αντίσταση. Άλλα νησιά είχαν μεταβληθεί σε χειμαδιά των πειρατών. Έβγαιναν στη στεριά, μοίραζαν τα πλιάτσικα και ζούσαν χαροκοπώντας μήνες ολόκληρους σε βάρος των νησιωτών» (σελ. 154 του οδοιπορικού του).

Οι πειρατικές επιδρομές θεωρήθηκε ως ένας από τους βασικούς λόγους διαμόρφωσης συγκεκριμένης πολεοδομικής κι αρχιτεκτονικής συγκρότησης πολλών νησιών μας. Θεωρείται, για παράδειγμα ότι, οι επίπεδες στέγες των σπιτιών στα Κυκλαδονήσια και η επαφή των σπιτιών μεταξύ τους, εξυπηρετούσε, εκτός πολύ συγκεκριμένων πρακτικών λόγων που αφορούσαν στη λειτουργία των οικισμών, τη διαφυγή των κατοίκων κατά τις επιδρομές των πειρατών, με τη μετακίνησή τους από δώμα σε δώμα. Αντίθετα, σε άλλα νησιά, όπως σε αυτά του Αργοσαρωνικού, των Σποράδων κ.ά., όπου ο κίνδυνος των πειρατών ήταν  μικρότερος (για ιδιαίτερους λόγους σε κάθε περίπτωση), η ύπαρξη κεραμοσκεπών χαρακτήρισε τους οικισμούς τους.

Μολαταύτα, τούτο πρέπει να υπογραμιστεί: ότι μπορεί οι πειρατικές επιδρομές να συνετέλεσαν στη διαμόρφωση συγκεκριμένων συνθηκών και τρόπου ζωής των κατοίκων πολλών από τα αιγαιοπελαγίτικα (κι όχι μόνον…) νησιά μας, να τους «έσπρωξαν» στο εσωτερικό τους και να τους οδήγησαν στη διαμόρφωση συγκεκριμένου τρόπου ζωής και σε κοινωνικοοικονομικού χαρακτήρα ανακατατάξεις σε αυτά, γεγονός που επηρέασε ή καθόρισε τη φυσιογνωμική τους παρουσία, όμως κατά βάσιν ο ίδιος ο κάτοικός τους, που είχε δραστηριοποιηθεί από τ’ αρχαία ακόμη χρόνια στον εν λόγω χώρο, είχε υποβάλλει το τοπίο σε σταδιακή μεταλλαγή, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του. Η ερμηνεία του χώρου εξάλλου, οδηγεί στο παρακάτω συμπέρασμα: Η γη δεν περίσσευε. Μικρός ο τόπος, στερημένος, λιγοστή η προς καλλιέργεια γη. Οι οικισμοί έπρεπε ν’ αναπτυχθούν στα κορφοβούνια, για να δοθεί τόπος στη γεωργική γη. Η ανάπτυξη προσαρμογών, συνέτεινε στη διαμόρφωση μιας ισορροπημένης σχέσης ανθρώπου-περιβάλλοντος. Στο πλαίσιο λοιπόν των προσαρμογών που απαιτήθηκαν, διαμορφώθηκαν και συγκροτήθηκαν αυτά τα περιβάλλοντα, τα οποία χαρακτηρίζονταν από τη συνεχή προσπάθεια του ανθρώπου –από έναν αγώνα– για τη διατήρησή τους. Η δρυς, η άγρια βλάστηση γενικότερα, υποχωρούσε και στο τέλος χανόταν, για τις ανάγκες των ανθρώπων. Στο τέλος, η επικράτηση του τουρισμού ως κύρια οικονομική δραστηριότητα στα νησιά μας, επίφερε και την πλήρη και μη αντιστρεπτή μεταλλαγή, την εις βάρους του φυσικού και κατ’ επέκτασιν του πολιτιστικού περιβάλλοντός τους.

Δρύες στη Λήμνο.

Στο ανθρωπογενές περιβάλλον που διαμορφώθηκε, όπου τα πάντα ήταν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του ανθρώπου, η φύση είχε ρόλο ειδικό κι ουσιαστικό. Και σε τούτο έγκειται τελικά η γοητεία και η «δύναμη» αυτής της δημιουργίας: στο γεγονός ότι ο άνθρωπος «κατασκεύασε» τη φύση μέσα στην οποία λειτούργησε, διατηρώντας μια ποιότητα, στα πλαίσια της οριακότητας των ισορροπιών. Λέγουν σχετικά οι μελετητές του μεσογειακού χώρου Peregrine Horden και Nicholas Purcell: «Ο άνθρωπος με την ικανότητά του να εκμεταλλεύεται ευκαιρίες και την εφευρετικότητά του πέτυχε πολύ συχνά να εντάξει τα περιβάλλοντα αυτά στο σύστημα παραγωγής. Αυτή η ένταξη, ενώ πιθανώς συνεισφέρει λίγο στη συνολική παραγωγή ειδών διατροφής, είχε συχνά σημαντικές ιστορικές επιπτώσεις και βοήθησε να φανούν με κάποια ευκρίνεια τα χαρακτηριστικά των ευκαιριών που πρόσφερε το περιβάλλον…» [Horden P., Purcell N., «Μεσόγειος, θάλαττα πονηροδιδάσκαλος (The corrupting sea)», μετάφραση: Ντίνα Σαμπεθάϊ, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2004, σελ. 304].

Η έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα στα νησιά μας, που έφερε τη σταδιακή περιβαλλοντική μεταλλαγή τους, αντικατοπτρίζεται και στην υπερεντατική, εξαντλητική για τα εδάφη κι ανεξέλεγκτη κτηνοτροφία, που ασκούνταν με τις συνήθεις μεθόδους κακής διαχείρισης (κύρια με τις φωτιές των κτηνοτρόφων), και συντελούσε στην απώλεια της βλάστησης και στην ερημοποίηση των εδαφών. Οι αρνητικές επιπτώσεις της ήταν μεγαλύτερες στα νησιά του Αιγαίου κι ιδιαίτερα στα μικρότερα από αυτά, τα περισσότερα από τα οποία χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά σχεδόν ως βοσκότοποι, μεταβαλλόμενα διά των ετών σε βραχονησίδες! Και τούτο διότι η επίδραση της έντονης κτηνοτροφικής δραστηριότητας στο νησιωτικό περιβάλλον, ασκείται σε περιορισμένο κι απομονωμένο γεωγραφικό χώρο, από τον οποίον οι πολύτροπες επιπτώσεις δε μπορούν να διαχυθούν, με συνέπεια τη συνεχή υποβάθμισή του. Ως αποτέλεσμα προκύπτει η «αποστέωση» της γης και η βραχοποίησή της, που κατά τα διεθνώς κείμενα λογίζεται ως «έρημος». Η άγρια υψηλή βλάστηση, και εν προκειμένω η δρυς, σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον δεν είχε θέση. Η βλάστηση έπρεπε να είναι χαμηλή, νάνα, κοινώς: κτηνοτροφική!

Το πανέμορφο δρυοδάσος Μαρτίνη στη Σαμοθράκη.

Παρά το γεγονός της οικολογικής δυνατότητας ν’ απαντάται η δρυς (κατά κανόνα, η βελανιδιά και η χνοώδης δρυς) στα νησιωτικά περιβάλλοντά μας, δεδομένου ότι είναι θερμοξηρόβιο φυτικό είδος και δύναται να φύεται σε ξηροθερμικά φυσικά περιβάλλοντα, εντούτοις υπάρχει αμφισβήτηση για την παρουσία της κάποτε σε αυτά. Και τούτο διότι είναι ισχυρά επικρατούσα η σήμερη κατάστασή τους, με τα ομολογουμένως ιδιαίτερα κι ελκυστικά περιβάλλοντα που καλύπτονται (τη μακία και τα φρύγανα), τα οποία χαρακτηρίζουν τα νησιά μας περιβαλλοντικά και πολιτιστικά, σε βαθμό που απορρίπτεται κάθε σχέση τους με υψηλές μορφές βλάστησης κατά το παρελθόν –γίνεται δεκτή μια τέτοια κατάσταση μόνο κατά το πολύ μακρινό ιστορικό παρελθόν. Όμως, μιαν ιστορική διερεύνηση του όχι μακρινού παρελθόντος νησιών μας, μπορεί να μας εκπλήξει ως προς τα εικόνα τους σε προηγούμενους χρόνους (επαναλαμβάνω, όχι μακρινούς), και ως προς τη φυσιογνωμική τους παρουσία. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Πάρο και ας τη δούμε ιστορικά στα χρόνια του Βυζαντίου, της Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας.

Το νησί αυτό κατά τους βυζαντινούς χρόνους ήταν δασωμένο! Σύμφωνα με τον δασολόγο Πάνο Γρίσπο, που μελέτησε περιβαλλοντικά το χώρο των Κυκλάδων, τα Κυκλαδονήσια είχαν δάση που απωλέσθηκαν. Λέγει: «Το δάσος εκάλυπτε την νήσον (την Πάρο) από άκρου εις άκρον και τούτο διότι αύτη είχεν εγκαταλειφθεί υπό των κατοίκων της, το μεν πιεζομένων από την άστοχον αγροτικήν πολιτικήν του βυζαντινικού φεουδαλισμού, το δε από τον εκ της πειρατείας κίνδυνον, μάλιστα κατά την περίοδον του πειρατικού βασιλείου της Κρήτης, το οποίον διετηρήθη επί 150 έτη» (Γρίσπος Π., «Δασική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», έκδοση Υπουργείου Γεωργίας, Αθήνα 1973, σελ. 73). Η βλάστηση του νησιού, πάλι κατά τον Γρίσπο, ήταν «σκληρόφυλλα πλατύφυλλα δασικά είδη, μεμιγμένα με πεύκη, καθώς και φυλλοβόλα πλατύφυλλα, ιδία δρυς η αιγίλωπος (εννοεί τη βαλανιδιά) και χνοώδους και καστανιάς» (από την ίδια πηγή).

Πολύτιμες πληροφορίες για τη βλάστηση του συγκεκριμένου νησιού, που επιβεβαιώνουν σε γενικές γραμμές τα όσα ο Γρίσπος λέγει, δίνει ο Συμεών ο Μεταφραστής, υπουργός κατά τη διακυβέρνηση του Βυζαντίου επί Νικηφόρου Φωκά, ο οποίος συνόδευσε τα στρατεύματα της αυτοκρατορίας κατά την εκστρατεία που πραγματοποιήθηκε για την ανάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους, και τα οποία, για μερικές μέρες παρέμειναν στην ακατοίκητη τότε Πάρο, χρησιμοποιώντας την ως ενδιάμεσο σταθμό. Επειδή το αγκυροβόλιο του βυζαντινού στόλου έγινε στη Νάουσα, χρειάσθηκε, για ν’ επισκεφθεί ο Συμεών την Παναγία την Εκατονταπυλιανή στην Παροικιά, «να διέλθει με κόπο μέσα από πυκνή βλάστηση, που όμοιά της δεν είχε συναντήσει σε άλλο νησί των Κυκλάδων» (…σημείωνε χαρακτηριστικά στο επίτομο έργο του που αναφέρεται στη βασιλεία του Νικηφόρου Φωκά). Η βλάστηση αυτή, με την επανακατοίκηση αργότερα της νήσου, άρχισε να περιορίζεται, αφού τα περισσότερα από τα εδάφη που καταλάμβανε, αποδόθηκαν στην ελαιοκαλλιέργεια (ονομαστοί ήταν οι ελαιώνες της Πάρου) και στην αμπελοκαλλιέργεια. Τα δρυοδάση όμως διατηρήθηκαν, καθότι, με το «τρύγισμα» των δένδρων (την αποκομιδή του βελανιδοκάρπου), παρείχετο εισόδημα στους καλλιεργητές τους. Η καταστροφή της βλάστησης του νησιού και η απογύμνωσή του, σημειώθηκε κατά τον 15ετή βενετοτουρκικό πόλεμο (1684-1698), αφού τότε η Πάρος κάηκε κατ’ επανάληψιν απ’ άκρου εις άκρον. Κατόπιν δε, η αλόγιστη ξύλευση για οικιακή και επαγγελματική χρήση (βλέπε κεραμοποιία), η κοπή της εναπομείνασας βλάστησης για παραγωγή οικοδομικής ξυλείας, οι εκχερσώσεις για γεωργική χρήση της γης και η υπερβόσκηση των εδαφών, οδήγησαν στο να χαθεί η σημαντική βλάστησή της.

Οι Βενετοί, κατά τον βενετοτουρκικό πόλεμο, προξένησαν τη μεγαλύτερη ζημιά στο νησί (κατά παρότρυνση, όπως υποστηρίζεται, του Λατίνου Επισκόπου), καίγοντας τα δάση όπου κυνηγημένοι κρυβόταν οι Πάριοι, οι δε ελαιώνες κατακόπηκαν κι οι άμπελοι ξεριζώθηκαν, για να υπάρξει οικονομικός μαρασμός. Εξηγείται η στάση αυτή της «Γαληνοτάτης» από τον Σάθα: «Κατά τον ΙΖ αιώνα η Ρωμαϊκή Εκκλησία ανέπτυξεν εμπαθέστατον φανατισμόν, προσπαθούσα να εκλατινίσει την Ελλάδα. Οι προπαγανδισταί του καθολικισμού, διατρέχοντες τας χώρας των σχισματικών προς άγρευσιν ψυχών, διεκήρυττον ότι εν όσω οι Έλληνες δεν ασπάζονται το σανδάλιον του Πάπα, ας μην ελπίζουν την εκ του Οθωμανικού ζυγού απολύτρωσιν» [Σάθας Κ., «Τουρκοκρατουμένη Ελλάς. Ιστορικόν δοκίμιον περί των προς αποτίναξιν του Οθωμανικού ζυγού επαναστάσεων του ελληνικού έθνους (1453-1821)», τυπ. τέκνων Α. Κορομηλά, Αθήνησι 1869, σελ. 351].

Το σημαντικό δρυοδάσος Ράντη στην Ικαρία.

Δέος σε καταλαμβάνει στο εσωτερικό του δάσους Ράντη…

Η παραπάνω ιστορική πορεία της Πάρου, δείχνει με τον πλέον καταφανή τρόπο τον ουσιαστικό ρόλο που μπορεί να παίξουν οι ιστορικές συνθήκες και οι κοινωνικοοικονομικές καταστάσεις στη φυσιογνωμική παρουσία ενός νησιού (ενός τόπου γενικότερα) και να εξηγηθούν (ή να δικαιολογηθούν;) έτσι, οι όποιες αλλαγές συνέβησαν κι αφορούσαν στο φυσικό του περιβάλλον. Εκείνο που εν προκειμένω προκύπτει, είναι ότι οι δρύες προϋπήρχαν σε νησιά των Κυκλάδων και δεν εγκαταστάθηκαν με τεχνητό τρόπο (συμπληρώθηκαν μόνον τεχνητά, για οικονομικούς λόγους, με φυτεύσεις σε χωράφια και σε γυμνούς άγριους τόπους −κυρίως στην Κέα, όπου η βελανοκαλλιέργεια γνώρισε μεγάλη άνθηση). Οι καταστάσεις όμως, οδήγησαν στον αφανισμό ή στον περιορισμό τους. Τα ίδια με την Πάρο, ισχύουν και για τη Νίσυρο (νησί των Δωδεκανήσων), η οποία έως και το τέλος του 19ου αιώνα εξήγαγε μεγάλες ποσότητες βαλανιδιών, όπως προκύπτει από τους εμπορικούς καταλόγους του νησιού –είχε πολλές βελανιδιές (έγραφε σχετικά ο Επαμεινώνδας Σταματιάδης στην «Περί Νισύρου» διατριβή του το έτος 1863, ότι «το νησί εξήγαγε αμύγδαλα και βάλανους σε μεγάλες ποσότητες, που προέρχονταν από μεγάλα δένδρα»).

Σήμερα στις Κυκλάδες βρίσκουμε τη βελανιδιά (από τις άλλες δρύες, απαντάται πολύ λιγότερο η χνοώδης) κατά κύριο λόγο στην Κέα, όπου καταλαμβάνει έκταση 20.000 στρεμμάτων υπό μορφή συγκροτημένων συστάδων, και 10.000 στρεμμάτων με αραιά μεμονωμένα δένδρα (η παρουσία της αυτή, εντοπίζεται κατά βάσιν επί εγκαταλελειμμένων αγρών). Μάλιστα, η μεγάλη (οικονομική κυρίως) σημασία που είχε κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα το βελανιδόδασος της Κέας, ώθησε τη Διοίκηση το έτος 1910, με το Βασιλικό Διάταγμα της 9ης-10-1910, να ιδρύσει Δασαρχείο στο νησί, με Δασάρχη τον εν τη νήσω εκάστοτε Υποδιοικητή της Χωροφυλακής. Στις υπόλοιπες Κυκλάδες, η βελανιδιά εμφανίζεται με μεμονωμένα δένδρα ή σε λόχμες στην Άνδρο, στη Νάξο, στην Τήνο, στη Νότια Σέριφο, στη Βόρεια Αμοργό και Κίναρο (Παντέρα, 2002).

Θα μείνουμε περισσότερο στα δρυοδάση της Κέας και θα μιλήσουμε γι’ αυτά με τα λόγια του Ιωάννου Ν. Ψύλλα, του συγγραφέα της ιστορίας του νησιού (η μελέτη του εκδόθηκε το έτος 1921, είχε όμως γραφτεί πολύ πριν από το 1900, χρονιά κατά την οποία πέθανε ο Ψύλλας). Έλεγε ο Ψύλλας: «Άλλως τε δε το ορεινόν και δασώδες έδαφος τής Κέω, το καλυπτόμενον έτι και νυν υπό μυριάδων δρυών υψικαρήνων, προσφορώτερον ήτο διά των αφθόνων καρπών αυτών, ευπόριστον να παρέχει την τροφήν εις ανθρώπους αγρίας διαίτης και τελείας βαρβαρότητος. Πρώτον εκ των φυτών, λέγει ο Πλούταρχος, η δρυς ανέσχε και ταύτην ηγάπησαν οι άνθρωποι, τροφής βίου και σωτηρίας διαμονήν παρασχούσαν και ήτις καθ’ Ησίοδον “άκρη μεν φέρει βαλάνους, μέση δε μελίσσας”. Την δρυν και σήμερον υπερβαλλόντως αγαπώσι και περιποιούνται οι Κείο, διότι αύτη εξ όλων των φυτών παρέχει αυτοίς διά του εμπορευομένου καρπού, βαλανιδίου καλουμένου, σωτηρίας διαμονήν και ευπορίαν. Την μέλισσαν απετύπουν οι αρχαίοι εις τα νομίσματά των, την δρυν και την μέλισσαν επίσης απετύπουν εις τα έγγραφά των διά των σφραγίδων αι τοπικαί των Κείων αρχαί κατά τους χρόνους της επαναστάσεως του 1821. (…) Το δασώδες των βουνών και των ορέων αντικατεστάθη διά του φαλακρού και γυμνού, του ξηρού και αγόνου, των προς τα ακτάς μάλιστα μερών οιωνεί ζώνην πλατείαν και άδενδρον αποτελούντων ούτως, ώστε ο από θαλάσσης καθορών αυτήν ξερονήσιον υπολαμβάνει. Αντίθεσιν καταφανή αποτελούσι τα εσωτερικά και κεντρικά της νήσου μέρη, καλυπτόμενα έτι διά πολλών μυριάδων δρυών, ενός των ωραιοτέρων ειδών του κόσμου, μεγάλων ως επί το πολύ και βαθυσκίων, υπενθυμιζόντων τοις Άγγλοις περιηγηταίς την υπερηφάνειαν των Αγγλικών παραδείσων, αλλά μη συμπυκνουμένων εις δάσος» (Ψύλλας Ν. Ι., «Ιστορίαν της Νήσου Κέας», έκδοση του Συνδέσμου των εν Αθήναις και Πειραιεί Κείων, Αθήνα 1921, σελ. 10, 11, 12).

Καλλιέργεια βελανιδιάς στην Κέα τη δεκαετία του 1930.

Ο Ψύλλας δε, δίδει και μια χρήσιμη πληροφορία, ότι εκείνη την εποχή, το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η βελανιδιά στην Κέα αυξήθηκε («…τα δένδρα επολλαπλασιάσθησαν και πιστεύεται ότι εν ευτυχία θέλει παραγάγει η νήσος 70-80,000 καντάρια», σημείωνε), γεγονός που μαρτυρεί τη μεγάλη οικονομική της αξία για το νησί. Μάλιστα, το έτος 1905 εκτιμήθηκε από τον τότε Τμηματάρχη Δασών του Υπουργείου Οικονομικών Κωνσταντίνο Σάμιο, ότι τα βελανιδοδάση της Κέας ανέρχονταν στα 15-20 χιλιάδες στρέμματα, καθιστώντας την Κέα το πιο δασωμένο νησί των Κυκλάδων μετά την Άνδρο. Μεταπολεμικά (μετά το 1940), όταν απαξιώθηκε οικονομικά η βελανιδιά, ακολούθησε η υποχώρηση της δρυός από το νησί, με την καταστροφή των δένδρων και την αλλαγή χρήσης των εδαφών που καταλάμβαναν, υπέρ του τουρισμού, της κτηνοτροφίας και της γεωργίας.

Στις δε επιστολές του Ακομινάτου, τον 13ο αιώνα, περιγράφεται η κατάσταση στην Κέα κατά τον εξής τρόπο: «Η νήσος είναι λυπρά, δεν έχει πολλά νερά, είναι άχλοος και πλην των βαλανοδένδρων, είναι τελείως άδενδρος. Παρατιθέμεθα τράπεζαν ξηράν και εστερημένην φαγητών, τρεφόμεθα δε ουδέ διά σιτανίου άρτου, εδώ όχι μόνον ξυλοκαρπίας σπανίς πολλή, διότι οι εγχώριοι μεταχειρίζονται τους καρπούς των δρυών, ως άλλας βαλάνους του Διός, κατά τους πάλαι βαλανηφαγούντες Αρκάδας, αλλά και αυτή των λαχάνων η κήπευσις και καλλιέργεια αγνοείται, ουδέ όσα ευκολύνουσι την κοιλίαν κηπεύονται…»

Από τα νησιά του Βορείου Αιγαίου, συναντούμε τη δρυ στη Λέσβο (εκεί η παρουσία της είναι σημαντικά περιορισμένη σήμερα, σε σχέση με το παρελθόν), στη Λήμνο (σε μια μόνο περιοχή), στον Άγιο Ευστράτιο (σε μικρές συστάδες και με μεμονωμένα δένδρα) και στην Ικαρία [εκεί, στο δρυοδάσος του Ράντη συναντάμε δρυόδενδρα (αριές) ηλικίας ως και άνω των 500 ετών]. Σημειώνει ο Λέσβιος συγγραφέας Στρατής Μυριβήλης για τα βελανιδοδάση του νησιού του: «…και στα βορινά το δάσος από τα δρυά. Σκληρά, περήφανα, αιωνόβια δέντρα. Οι αγριοβελανιδιές. Αυτές θα είχε στο νου της η Σαπφώ, όταν τραγουδούσε τη δύναμη του έρωτα που τη συντάραξε:

“Έρος δ’ ετίναξέ μοι
φρένας, ως άνεμος κατ’ όρος δρύσιν εμπέτων”.

(μου συντάραξε τα φρένα ο έρωτας, σαν άνεμος που πέφτει μέσα στα δρυά του δασωμένου βουνού)» (κείμενο με τίτλο «Το νησί της Σαπφώς», από το συλλογικό έργο «Ο κόσμος και οι Έλληνες», εκλογή ταξιδιωτικών κειμένων από τον Πέτρο Χάρη, εκδοτικός οίκος Γ. Φέξη, Αθήνα 1965, σελ. 285, 286).

Με λίγα δένδρα δηλοποιείται η παρουσία της δρυός στη Σκύρο (σημείωνε το έτος 1804 για τη βελανιδιά της Σκύρου ο Άγγλος William Martin Leake: «Τη δρυ τη χρησιμοποιούν μονάχα για καυσόξυλα και μ’ όλο που πολλές απ’ αυτές είναι του είδους της βελανιδιάς, δεν κάνουν χρήση τού βαλανιδιού»). Στα Δωδεκάνησα τη βρίσκουμε με μεμονωμένα δένδρα στην Κω, στη Ρόδο και στη Νίσυρο. Καταγράφονταν κατά τα Οθωμανικά χρόνια, ότι στα εξαγώγιμα προϊόντα της Ρόδου περιλαμβάνονταν 500 στρατήρες βαλανιδιού, γεγονός που πιστοποιεί την πλούσια παρουσία της δρυός στο νησί. Ενώ η Αθηνά Ταρσούλη (η εξαίρετη λαογράφος, ζωγράφος και συγγραφέας), αναφερόταν στο τρίτομο έργο της «Δωδεκάνησα», στις «αιωνόβιες βελανιδιές που συνάντησε στις εξοχές της Πάτμου πριν από το 1940» [βλέπε σχετικά: Ταρσούλη Αθ., «Δωδεκάνησα», τόμος Β΄ (από τους τρεις), εκδόσεις «Άλφα» Ι. Μ. Σκαζίκη, Αθήνα 1948, στη σελίδα 124].

Το μνημειακό πρινοδάσος Ρούβα στην Κρήτη.

Στην Κρήτη, απαντάται η δρυς σε περιοχές του Ρεθύμνου (όπου εμφανίζει τη μεγαλύτερη παρουσία κι έχει την καλύτερη συγκρότηση, σε σχέση με το υπόλοιπο νησί), στην ανατολική, βόρεια και δυτική πλευρά των Χανίων, και στα βορειοδυτικά του Λασιθίου, με μεμονωμένα δένδρα εντός αγρών. Τέλος, στα Ιόνια νησιά, όπου άλλοτε το συγκεκριμένο είδος είχε «ισχυρή» παρουσία (το περιόρισε σημαντικά η ελιά!), σήμερα εμφανίζεται υπό μορφή λοχμών και μεμονωμένων δένδρων εντός αγρών ή στα όρια αυτών, καθώς και σε συστάδες ή μικρά εναπομείναντα δάση, σε περιοχές της βόρειας Κέρκυρας, της ανατολικής Λευκάδας, όπου και βρίσκεται το μικρό μα σημαντικό, υποβαθμισμένο σήμερα, δάσος των (Σ)Κάρων (υπάρχει μια εξαιρετική έκδοση για το δάσος αυτό, που τη συνιστώ σε όσους ενδιαφέρονται, της συναδέλφου Αναστασίας Γαζή, με τον τίτλο «Ένα δάσος θυμάται», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2011), σε έκταση της βορειοανατολικής Ζακύνθου και της νότιας και νοτιοανατολικής Κεφαλονιάς (Παντέρα, 2002). Στα Ιόνια νησιά «επιβλήθηκε» από τους Ενετούς η καλλιέργεια της ελιάς, με τις ατέλειες που προσφέρονταν στους ελαιοκαλλιεργητές, σε βάρος της δρυός και της λοιπής άγριας βλάστησής τους (μάλιστα, και σε βάρος της αμπελοκαλλιέργειας), προκειμένου να ενισχυθεί με τον τρόπο αυτό η οικονομία της «Γαληνοτάτης».

Σημειώνει για τις δρύες της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης ο ακάματος μελετητής του ελληνικού χώρου Αντώνιος Μηλιαράκης το 1890: «Μικρόν δάσος πρίνων και δρυών και άλλων δένδρων κείται επί των ορέων Άτρου και Αθέρος. Φαίνεται δ’ εκ των πολλαχού επί των ορέων τής νήσου και επί των πεδινών μερών υπαρχόντων κολοσσιαίων δρυών, ότι ήτο (η Κεφαλληνία) μάλλον δασώσης (εκ δρυών) επί παλαιοτέρων χρόνων ή σήμερον. (…) Εις τίνας των ρευματιών αυτού (του όρους Ανωή της Ιθάκης) προς Α και προς Δ είνε πεφυτευμέναι άμπελοι, φαίνεται δ’ ότι το πάλαι ήτο κεκαλυμμένον υπό δασών, καθ’ α μαρτυρούσιν αρχαίοι περιηγηταί, και τα επ’ αυτού υψηλά δένδρα δρυών, αριών, άτινα ενιαχού ευρίσκονται μεμονωμένα, ενιαχού δε κατά αθροίσματα ολίγων δένδρων». Για δε τη νήσο Πεταλάς, ανήκουσα στο σύμπλεγμα των Εχινάδων νήσων, πλησίον της Ιθάκης, έλεγε ο ίδιος: «…επί της νησίδος υπάρχουσι πολλαί αγριελαίαι και δρύες, εξ ων παράγονται 15.000 λίτραι βαλάνων…» (βλέπε σχετικά: Μηλιαράκης Αντ., «Γεωγραφία πολιτική, νέα και αρχαία, του νομού Κεφαλληνίας», εκ του Τυπογραφείου των Αδελφών Περρή, Αθήνα 1890, σελ. 105, 165). Επίσης, για τις δρύες της Κέρκυρας, ανέφερε το έτος 1858 ο Ελβετός φυσικός και βοτανολόγος Alb. Mousson: «Τα δυτικά υψώματα, ωστόσο, είναι ντυμένα με τη δροσερή πρασινάδα των δρυών και των πλατανιών, ανάμεσα στα οποία ορθώνονται λυγερές οι σκούρες σιλουέτες των κυπαρισσιών ή ανοίγονται διάπλατα οι πράσινες κορυφές μεγάλων πεύκων» (Mousson Alb., «Κέρκυρα και Κεφαλλονιά. Μια περιήγηση το 1858 (Korfu und Cefalonien, im September 1858)», μετάφραση: Κλειώ-Θεανώ Φλωράτου, εισαγωγή-σχόλια: Θεοδόσης Πυλαρινός, εκδόσεις Ιστορητής, Αθήνα 1995, σελ. 91). Για τη Λευκάδα τέλος, μας πληροφορεί ο Γάλλος ναυτικός και περιηγητής Bellin, ότι το έτος 1771 εξάγονταν από το νησί μεγάλες ποσότητες από πρινοκόκκι, το οποίο παράγονταν από τις πολλές δρύες του νησιού.

Το δρυοδάσος των Σκαρών στη Λευκάδα.

Μεγάλης ηλικίας δρύες στο δρυοδάσος των Σκαρών υπομιμνήσκουν την οικολογική και πολιτιστική σημασία του οικοσυστήματος.

Εκείνο που μένει ως συμπέρασμα από την παρουσία της δρυός (της βελανιδιάς κατά το πλείστον) στα νησιά μας, είναι ότι κάποτε εξαπλωνόταν σε πολλά από αυτά −στα οποία η παρουσία της σήμερα φαντάζει αδύνατη−, καταλαμβάνοντας δασικά ή γεωργικά εδάφη και χαρακτηρίζοντας το ελληνικό νησιωτικό τοπίο. Όμως οι κοινωνικοοικονομικές «καταστάσεις» και οι συνεπαγόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν, όπως προαναφέρθησαν, οδήγησαν στην εξαφάνιση ή στον περιορισμό της, και στην επικράτηση φυτοκοινωνιών οπισθοδρομικών (όπως των σκληρόφυλλων θάμνων ή των φρυγάνων), στα πλαίσια της διαδοχής και της φυσικής προσαρμογής που συνετελέσθη, που εντέλει αποτέλεσαν τη χαρακτηριστική των τόπων φυσιογνωμική παρουσία, ελκυστική βεβαίως αλλά εξιδανικευμένη σ’ ότι αφορά στο χαρακτηρισμό δι’ αυτής του ελληνικού τοπίου –σε αρκετά βέβαια από τα νησιά αυτά επήλθε η τελεία απογύμνωση, με τη δημιουργία «ερήμων» (γυμνών τοπίων)! Δεν πρέπει μολαταύτα ν’ αγνοούμε τη δρυ ως φυσική παρουσία και ως στοιχείο του φυσικού χώρου των νησιών μας, παρά το γεγονός ότι απωλέσθη ή περιορίσθηκε, καθότι περιβαλλοντικά, φυσιογνωμικά, οικονομικά και πολιτιστικά τα χαρακτήρισε κι αποτέλεσε μέρος του ιστορικού τους γίγνεσθαι.

Tου Αντώνιου Β. Καπετάνιου

* (απόσπασμα από το περιβαλλοντικό δοκίμιο «ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΜΕ ΤΑ ΠΛΗΓΩΝΟΥΜΕ!..» –το παρόν απόσπασμα, στην πρώτη του μορφή, περιελήφθη στον τόμο «Ημερολόγιο του Αρχιπελάγους», επιμέλεια: Στρατής Γ. Φιλιππότης, εκδόσεις Ερίννη, Αθήνα 2010)


.

 ΟΙ ΔΡΥΕΣ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ

 

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου »»

 

.

.

.

dasika xronika copy.

.

.

.

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικά Οικοσυστήματα, Επιλογές - Προτάσεις, Χλωρίδα

Tags: , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: