Advertisements

Κουκουναριά, η γητεύτρα πεύκη (Β´)


Η Στροφυλιά των αισθήσεων 
…και των παραισθήσεων!

Το δάσος της Στροφυλιάς εντάσσεται σ’ ένα σύνθετο παράκτιο οικοσύστημα, που περιλαμβάνει τις λιμνοθάλασσες Πρόκοπου και Καλογριάς, και τα έλη Λάμιας, με πολλούς και σημαντικούς τύπους οικοτόπων, θεωρούμενο ως απομεινάρι των απέραντων, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, δασών της Βουπρασίας και της Δυμαίας Χώρας. Το δασικό αυτό οικοσύστημα, παρουσιάζει εξαιρετικό οικολογικό ενδιαφέρον διότι αποτελεί το πλέον εκτεταμένο δάσος με κουκουναριές στην Ελλάδα, κι ένα από τα σημαντικότερα στην Ευρώπη −αντιπροσωπεύει το 80% τέτοιου τύπου δασών στην Ελλάδα και είναι το σπουδαιότερο της χώρας. Η κουκουναριά στη Στροφυλιά δεν έχει αμιγή παρουσία, αλλά βρίσκεται σε μίξη με τη χαλέπιο πεύκη και τη βελανιδιά. Εκεί απαντάνται η μεσογειακή βλάστηση σε όλη της την κλίμακα (ποώδη, θαμνώδη, υψηλή), με τη χαρακτηριστική αισθητική της και τις ευωδιές της. Πριν τη θάλασσα και σε βάθος από 10 έως 500 μέτρα στο εσωτερικό της παραλίας, αναπτύσσονται οι θαυμάσιοι αμμόλοφοι της περιοχής με τις θίνες, που διαμορφώνουν έναν ιδιαίτερο οικότοπο, πολύτιμο για τη λειτουργία του δάσους, αφού αποτελούν το φίλτρο του και το αντιπλημμυρικό του φράγμα. Εκεί η ζωή είναι «άλλη», όμορφη κι οριακή: τα ευαίσθητα κρινάκια των θινών, που αποτελούν πρόκληση για την αισθητική του φυσιολάτρη, αλλά και πρόσκληση για το συναίσθημα του ανθρώπου-θεωρού, συναντιούνται με τη «μάνα της άμμου», με τη θαλάσσια χελώνα (την caretta-caretta), η οποία σκάβει κι εναποθέτει το θησαυρό της ωοτοκίας της βαθιά στην υγρή άμμο. Το μυστικό των οργανισμών αυτών κει στο όριο των συνθηκών, στην άμμο, κάμει το θάμα της ζωής ως θάμα της φύσης να πραγματώνεται.

Γη των ονείρων… (φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Διαβάζουμε σε σχολικό εγχειρίδιο των ετών 1938-1940, το οποίο είχε τον τίτλο «Το Δάσος» κι είχε βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών το έτος 1937, για τη Στροφυλιά και την κουκουναριά: «Εις την Στροφυλλιάν υπάρχει εν είδος πεύκης, που λέγεται πίτυς. Ο καρπός αυτής της πεύκης λέγεται κουκουνάρι και είναι πολύ νόστιμος. Λαμβάνουν τον κώνον της πεύκης αυτής, που κρύπτει μέσα του πολλά κουκουνάρια και τον τοποθετούν επί πυράς διά να λιώσει η ρητίνη, που συνδέει με την συγκολλητικήν της δύναμιν τα λέπια τού κώνου. Άμα λιώσει η ρητίνη τότε σκάζουν, δηλαδή ανοίγουν με μικρόν κρότον τα λέπια και αφήνουν ελεύθερα τα σπέρματα ή κουκουνάρια» (Γιανακόπουλου Θ. Κ., Σακελλαρίου Α. Κ.,  «Το δάσος», εκδ. Α. Ι. Ράλλης & Σια, Αθήνα 1938, σελ. 75). Επίσης, το δάσος της Στροφυλιάς περιγράφεται το έτος 1938 και από το γνωστό συγγραφέα ταξιδιωτικών κειμένων και υμνητή του ελληνικού τοπίου Τάσο Ζάππα, με τα εξής περιεκτικά, όμορφα και ποιητικά λόγια: «Ένα πυκνό δάσος, παρθενικό, γιομάτο κουκουναριές και πεύκα. Αληθινή ζούγκλα» (Ζάππα Τ., «Στο Ιόνιο με μια βάρκα», Τυπογραφείο Γερ. Βαλιανάτου, Αθήνα 1938, σελ. 111).

Το δάσος της Στροφυλιάς εκτείνεται σε μια παραλιακή λωρίδα (που κάποτε έφτανε έως τον Πύργο!), με μικρά ή μεγαλύτερα κενά και ξέφωτα, ενώ λιμνάζοντα νερά και κανάλια δημιουργούν μιαν αλληλουχία χερσαίων κι υδάτινων βιοτόπων. Οι βιότοποι των αμμωδών παραλιών και των αμμοθινών της παραλιακής ζώνης, συμπληρώνουν το όμορφο σύνολο. Το σύνολο αυτό, διαμορφώνει το οικοσύστημα της Στροφυλιάς, πούναι πολύτιμο για τη βιοποικιλότητά του. Η σημαντικότητα της περιοχής ενισχύεται κι από το γεγονός ότι στην εκεί αμμώδη παραλία ωοτοκεί –όπως προείπαμε– η θαλάσσια χελώνα caretta-caretta κι ότι στους ασβεστολίθους της Καλογριάς αναπτύσσεται το σπάνιο φυτικό είδος Centaurea niederi. Η διατήρηση του παραπάνω φυσικού οικοδομήματος, στηρίζεται σε ισορροπίες, οι οποίες αν ανατραπούν (και τούτο μπορεί εύκολα να γίνει από τις ανθρώπινες ενέργειες ή αστοχίες), το σύστημα θα καταρρεύσει. Ας δούμε όμως πώς συγκροτούνται αυτές οι ισορροπίες.

Σε όλη την έκταση του δάσους αναπτύσσεται ένα υπεδάφιο λεπτό στρώμα νερού, το οποίο εκμεταλλεύονται οι ρίζες των δένδρων και σε αυτό οφείλει την ύπαρξή του το δάσος. Το στρώμα αυτό δεν ξεπερνά τα λίγα εκατοστά το καλοκαίρι, ενώ το χειμώνα μπορεί να φθάσει τα 5 έως 6 μέτρα (το ανάγλυφο της περιοχής, καθορίζει το ύψος του υδάτινου στρώματος κατά θέσεις). Η λιμνοθάλασσα της Καλογριάς, που βρίσκεται σ’ επικοινωνία με το δάσος της Στροφυλιάς, εφοδιάζει με συνεχή ροή γλυκού νερού το υδάτινο στρώμα −που, όπως είπαμε, είναι ο ζωοδότης του δάσους− και το διατηρεί ενεργό. Η Καλογριά με τη σειρά της, εξασφαλίζει την υδρολογική της δίαιτα από τους χειμάρρους που πέφτουν σε αυτήν, καθώς και από τα νερά των γύρω ασβεστολιθικών βουνών, που δρουν ως φυσικές δεξαμενές νερού και εφοδιάζουν το σύστημα.

Βλέπουμε δηλαδή ότι η λειτουργία του σύνθετου τούτου οικοσυστήματος διέπεται από ισορροπίες, που επηρεάζονται όχι μόνον από μεταβολές, ανατροπές ή δυσλειτουργίες που θα υπάρξουν στο χώρο οπού αυτό συγκροτείται, αλλά και στον ευρύτερο αγροτοδασικό χώρο· ακόμη και στον οικιστικό. Συνεπώς, οι ενέργειες για να διαφυλαχθεί, θα πρέπει να είναι συνετές, προσέχοντας για την ορθή, βάσει κανόνων και μέτρων, δραστηριοποίηση του ανθρώπου στην εντός του οικοσυστήματος περιοχή, αλλά και στην ευρύτερη εξαρτώμενη. Δυστυχώς όμως, όπως παρακάτω θα δειχτεί, κάθε άλλο παρά λελογισμένες ήταν, και είναι…, οι ενέργειες του ανθρώπου, και κάθε άλλο παρά επιδιώκεται με αυτές η διατήρηση και η προστασία του οικοσυστήματος…

Στην κατακλυσμένη γη, μόνες, ορθές οι κουκουναριές… (φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Κατ’ αρχάς, κοιτώντας διαχρονικά, διαπιστώνουμε δύο βασικά αρνητικά στοιχεία στη διαχείριση και τη λειτουργία του συγκεκριμένου οικοσυστήματος. Το πρώτο στοιχείο αφορά στη συρρίκνωση της παρουσίας της κουκουναριάς διότι δεν ανανεώνεται, αφού δύσκολα εντός του δάσους αναγεννάται, ως ισχυρά φωτόφιλο είδος που είναι, ενώ και ο ανταγωνισμός από τη χαλέπιο πεύκη και τους σκληρόφυλλους θάμνους είναι ισχυρός. Οι πυρκαγιές μάλιστα που συμβαίνουν –δυστυχώς πια συχνά στο δάσος–, περιορίζουν ακόμη περισσότερο το είδος, αφού μετά τις φωτιές ευνοείται η παρουσία της χαλεπίου πεύκης, η οποία κυριαρχεί και εκτοπίζει την κουκουναριά. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία των διαχειριστικών εκθέσεων του δάσους της Στροφυλιάς, μέχρι και του έτους 1950 υπήρχε μια ίδια περίπου παρουσία κουκουναριάς και χαλεπίου πεύκης (ποσοστά κάλυψης 40,60% και 45,90% αντίστοιχα) και μια σχετική σταθερότητα των ειδών αυτών στα πλαίσια της λειτουργίας του οικοσυστήματος (σημειώνεται ότι η παρουσία της χαλεπίου πεύκης στο εν λόγω οικοσύστημα ενισχύθηκε μετά την ευρύτατη αναδάσωση που πραγματοποιήθηκε σε έκταση 1760 στρεμμάτων καμένου δάσους το έτος 1935). Απ’ εκεί και πέρα όμως, η χαλέπιος πεύκη ξεφεύγει του παραπάνω μέτρου και επεκτείνεται σε βάρος της κουκουναριάς και της δρυός. Τα ποσοστά κάλυψής της γίνονται 59,70% το έτος 1960, 60,30% το έτος 1986, 64,40% το έτος 2001, ενώ της κουκουναριάς μειώνονται ως εξής: 33,50% το έτος 1976, 32,70% το έτος 1986, 29,40% το έτος 2001, 20% το έτος 2003.

Έκρουε ήδη από τη δεκαετία του 1950 τον κώδωνα του κινδύνου για την κατάσταση αυτή ο «σοφός» Επιθεωρητής Δασών Πατρών Ι. Γκουράσας. Διαπίστωνε σε υπηρεσιακό έγγραφο το έτος 1954: «Αι συνθήκαι αναγεννήσεως των συστάδων κουκουναριάς της Στροφυλιάς είναι δυσμενέσταται, διότι τα άτομα κουκουναριάς από μιας μακράς σειράς ετών, ή δεν σπερμοφυούν τελείως, ή καρποφορούν ελάχιστα. Τούτο οφείλεται ή εις την μεγάλην των ατόμων ηλικίαν ή εις την μεγάλην πυκνότητα την οποίαν αι αμιγείς συστάδες παρουσιάζουν. Η χαλέπιος εκμεταλλεύεται αυτή την αδυναμία και εισδύει επικινδύνως στα εδάφη της κουκουναριάς» (έγγραφο αριθ. 611/4-3-1954 της Επιθεώρησης Δασών Πατρών». Μάλιστα, για να υπάρχει μια γενικευμένη κι αποτελεσματική αντιμετώπιση του ζητήματος της προστασίας της κουκουναριάς στην ευρύτερη περιοχή της Στροφυλιάς, εκδόθηκε από τη δασική υπηρεσία των Πατρών κατ’ εντολήν του Γκουράσα, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (το έτος 1954), δασική απαγορευτική διάταξη υλοτομίας τη κουκουναριάς στ’ αγροκτήματα στα οποία αυτή φυτεύτηκε −κάτι, θα λέγαμε, «τολμηρό» και πρωτοποριακό για τα μέτρα της εποχής, αφού, δι΄αυτών, διαπιστούται μιαν αντίληψη ολιστικής διαχείρισης των φυσικών συστημάτων της περιοχής!

Το δεύτερο στοιχείο αφορά στην παρουσία της δρυός, που επίσης περιορίζεται (σχεδόν εξαφανίζεται!), έχοντας απομείνει σήμερα μόλις 600 περίπου στρέμματα δάσους όπου δηλώνεται η παρουσία της· από τα χιλιάδες που υπήρχαν παλαιότερα και τα οποία καταλάμβαναν την περιοχή «Μαύρα Βουνά» του παραπάνω συμπλέγματος. Η συνεχής καυσοξύλευση από τους κατοίκους των γύρω χωριών, είναι ένας λόγος για τον περιορισμό της, όπως και η βόσκηση των νεοφύτων από τα κτηνοτροφικά ζώα, που δεν αφήνουν το δάσος ν’ αναγεννηθεί, σε συνδυασμό και με τις συνεχείς πυρκαγιές που συμβαίνουν. Ως επόμενο στάδιο της υποβάθμισης, προκύπτει η επικράτηση της χαλεπίου πεύκης, η οποία «διώχνει» τη δρυ μετά τη διατάραξη. Η δρυς, σύμφωνα με τη διαχειριστική έκθεση του δάσους, είχε μια εμφάνιση της τάξης του 13,60% το έτος 1950. Το ποσοστό κάλυψης της δρυός σήμερα κατέπεσε στο 6,1%.

Σκιά «ομπρελών» −πράγμα σπάνιο στην Ελλάδα! (φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Η δε πανίδα της Στροφυλιάς, όλο και περιορίζεται, σε σημείο που οδηγούμαστε έως και στην εξαφάνιση ειδών. Τα φυτοφάγα είδη σχεδόν δεν υπάρχουν, αφού για ν’ ανταπεξέλθουν έπρεπε ν’ ανταγωνιστούν στην τροφή τα κτηνοτροφικά ζώα, που υπερβόσκουν την περιοχή. Τα σαρκοφάγα είδη (οι νυφίτσες, τα κουνάβια, οι αλεπούδες κ.ά.) πέφτουν θύματα των δηλητηρίων, με τα οποία οι γύρω αγροί είναι φορτωμένοι, όταν καταφεύγουν εκεί για να βρουν τροφή (ποντίκια, βατράχους κ.ά.), που στο δάσος δε βρίσκουν πια, λόγω της έλλειψης φυτοφάγων ειδών, αλλά και μικρότερων σαρκοφάγων, που εξαιτίας της ανθρώπινης δραστηριότητας και της υποβάθμισης του δάσους, έχουν καταφύγει και διαβιούν στους αγρούς. Παρά την υποβάθμιση όμως, η πανίδα της Στροφυλιάς, μπορεί ακόμη να χαρακτηριστεί σημαντική. Θηλαστικά που απαντώνται είναι οι βίδρες, τα τσακάλια, οι αλεπούδες, οι σκαντζόχοιροι, τα κουνάβια, ενώ από τα είδη της πτηνοπανίδας απαντώνται οι νερόκοτες, οι φαλαρίδες, οι αλκυόνες, οι κουκουβάγιες, οι γκιόνηδες, τα βραχοκιρκίνεζα, οι λευκοτσικνιάδες κ.ά.

Η υποβάθμιση του οικοσυστήματος της Στροφυλιάς, πραγματοποιείται και με δυναμικότερες και μεγαλύτερης κλίμακας επεμβάσεις από τον άνθρωπο. Στη θέση «Σαμαρέικα», εντός της προστατευόμενης περιοχής, σημειώθηκαν κατά το παρελθόν εκχερσώσεις, και σήμερα η έκταση καλλιεργείται. Ανέφερε σε υπηρεσιακό έγγραφό του την 1η-4-1953 ο Δασάρχης Πατρών Ι. Χρυσανθακόπουλος, ότι «περίπου δέκα οικογένειες με το επώνυμο που έδωσε το τοπωνύμιο στην περιοχή, όλως παρανόμως, εκμεταλλευόμενοι την ανώμαλον εν υπαίθρω κατάστασιν, λόγω της Κατοχής και του Εμφυλίου, ενήργησαν ληστρικάς εκ του συστάδην υλοτομίας, καταλήψεις και εκχερσώσεις τού εκεί δάσους κουκουναριάς και χαλεπίου πεύκης και σχεδόν το ηξηφάνησαν». Κτίσματα επίσης εμφανίσθηκαν εκεί, τα οποία κρίθηκαν ως αυθαίρετα, μα στη συνέχεια, δέκα απ’ αυτά θεωρήθηκαν νόμιμα, αφού έγιναν δεκτές οι προσφυγές των φερόμενων ως ιδιοκτητών τους. Η συγκεκριμένη έκταση κηρύχθηκε ως αναδασωτέα. Το έτος 1992, αποτράπηκε επιχειρούμενη εγκατάσταση ιχθυοτροφείου στο έλος της Λάμιας, ενώ το έτος 2004 είχε αναγγελθεί η δημιουργία γηπέδου γκολφ στην προστατευόμενη περιοχή −το έτος 2008 μάλιστα, κατατέθηκε ερώτηση στη Βουλή των Ελλήνων, του βουλευτή του Ν. Αχαΐας Μιχάλη Μπεκίρη, για το γεγονός τής μη δημιουργίας του γηπέδου γκολφ στην περιοχή Κοτυχίου-Στροφυλιάς. Στη δεκαετία του 1960 δε, σχεδιάζετο η ολοκληρωτική τουριστική διαχείριση της Στροφυλιάς, και μάλιστα κατατέθηκαν σχετικά «αναπτυξιακά» σχέδια, που ευτυχώς δεν προχώρησαν. Θα πρέπει σχετικώς ν’ αναφερθεί, ότι σύμφωνα με την Κοινή Υπουργική Απόφαση καθορισμού ζωνών προστασίας του υγροτόπου της Στροφυλιάς, κατά τον χαρακτηρισμό της ως Εθνικό πάρκο εμβαδού 88.000 στρεμμάτων, προβλέπεται η ανάπτυξη ήπιων χρήσεων στην πρώτη ζώνη απολύτου προστασίας, με τη δυνατότητα λειτουργίας εστιατορίων, ταβερνών, τουριστικών και αθλητικών εγκαταστάσεων κ.ά., ενώ είναι δυνατή ακόμη και η λειτουργία λατομείων και βιοτεχνιών στην περιφερειακή ζώνη.

Ο απλός, απαίδευτος και με πολλές ανάγκες λαός, ήθελε το δάσος της Στροφυλιάς να το εκμεταλλευτεί κτηνοτροφικά, για λόγους βιοποριστικούς. Τούτο ως αντίληψη το βλέπουμε σε επιστολή κτηνοτρόφου προς τους δικτάτορες της 21ης Απριλίου του 1967, στην οποία αναφέρονταν τα εξής [διατηρήθηκε η (αν)ορθογραφία της επιστολής]: «Κυρ Πρόεδρε επιδί το χωργιό μου είναι τελίος άγονο, ποτιστικό δεν υπάρχι είτε σπιθαμή, το χειμόνα κατεβένο εις Λάππα Αχαΐας, κι έχω γίδια για να φάνε τα παιδιά μου γάλα, και σε παρακαλώ να μας επιτρέψης να βοσκούμε εις το δάσος Στροφυλιάς, επειδή είμαστε τρις οικογένιες και δεν έχομε άλλα εισοδήματα και ουδεμία ζιμιά προξενούμε εις το δάσος…»

Στο αραιό και πυκνό δάσος της κουκουναριάς…, αντίστοιχα (φωτογραφίες από το διαδίκτυο)

Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, οι πυρκαγιές στη Στροφυλιά τείνουν να γίνουν εικόνα κοινή –συνήθεια οικτρή. Η καταστροφική πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου του 2008 έκαψε 100-150 στρέμματα δάσους, ενώ αυτή του Ιουλίου του 2009 έκαψε 200 στρέμματα περίπου. Διαβάζουμε στο site www.epop.gr (ημερομηνία χρήσης: 5η-12-2006), σε κείμενο του Διονύση Κράγκαρη της «Ένωσης Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον», που επιγράφεται «Πέμπτη μεσημέρι, στο δάσος της Στροφυλιάς», για την κατάσταση στη Στροφυλιά: «…Κι από τις δύο πλευρές του περάσματος συναντάμε σκουπίδια, σωρούς από πλαστικά δοχεία, άχρηστα αγροτικά σύνεργα. Κι όμως! Η ομορφιά του δάσους αντιστέκεται! Τα τιτιβίσματα των πουλιών, τα κρινάκια και τα ζουμπούλια, οι σαύρες και τα βατράχια που πετάγονται σε κάθε βήμα μας, μας βεβαιώνουν ότι το δάσος είναι ακόμη ζωντανό. Τα κλαδιά των θάμνων μάς χαϊδεύουν στο πέρασμά μας. Έχουν περάσει κι άλλοι πολλοί από κει. Παλιότερα και πρόσφατα. Το μαρτυρούν οι κομμένοι κορμοί αιωνόβιων κουκουναριών. Μερικοί δείχνουν ακόμη νωποί, σ’ ένα ξέφωτο τα σωριασμένα κλαριά δε μπορούν να καλύψουν ένα πρόσφατο έγκλημα. Οι ροδισιές τού τρακτέρ, που έφυγε προς το μέρος της Λάμιας τραβώντας κορμούς δέντρων, είναι ακόμη φρέσκες στο νοτισμένο έδαφος. Τα πριονίδια από τα δραστήρια πριόνια, το μαρτυρούν κι αυτά…» Πηγαίνοντας σχεδόν 25 χρόνια πίσω, το έτος 1981, διαπιστώνουμε ότι πάνω-κάτω η κατάσταση ήταν περίπου η ίδια. Διαβάζουμε σε ρεπορτάζ της εφημερίδας «Αλλαγή Πατρών», στο φύλλο της 18ης-12-1981: «Να σταματήσει το… “νόμιμο” κόψιμο δεκάδων πεύκων στο δάσος της Στροφυλιάς, ζητούν με υπομνήματά τους προς τα Υπουργεία Γεωργίας και Οικισμού-Περιβάλλοντος, φορείς των γύρω χωριών. Συγκεκριμένα, ο Μορφωτικός Σύλλογος, ο Αγροτικός Σύλλογος και η Κοινότητα Βάρδας, ο Αγροτικός Σύλλογος και η Κοινότητα Μανωλάδας, καταγγέλλουν πως διάφοροι, με χρήση παλαιών αδειών του Δασαρχείου Πάτρας και με δικαιολογία περί δήθεν αντιπυρικών ζωνών και συντήρησης, εκμεταλλεύονται βάναυσα το περιβάλλον. Οι παραπάνω φορείς, ζήτησαν από τα αρμόδια Υπουργεία την ανάκληση κάθε άδειας και την εφαρμογή επιστημονικά μελετημένης συντήρησης, με τη συμμετοχή και των φορέων της περιοχής, που πρέπει και μπορούν να βοηθήσουν».

Η υποβάθμιση του σπάνιου οικοσυστήματος της Στροφυλιάς, με παράνομες υλοτομίες, με βόσκηση, με πυρκαγιές κ.ά., οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Περιβάλλοντος να παραπέμψει την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τον Ιούνιο του 2004, με την κατηγορία της μη προστασίας του δάσους της Στροφυλιάς και του υγροτόπου Κοτυχίου. Πέραν του γεγονότος ότι αποτελεί ντροπή για μια χώρα να κατηγορείται για τη μη προστασία του περιβάλλοντός της, σε τούτο πρέπει να μείνουμε, που αποτελεί την ουσία του ζητήματος: ότι οι παραπομπές και τα πρόστιμα δεν πρόκειται ν’ αλλάξουν την αρνητική για το οικοσύστημα κατάσταση εάν η νοοτροπία των ανθρώπων, που λειτουργούν ως διαχειριστές περιβαλλόντων, δε μεταβληθεί επί τη βάσει των αξιών που τα συγκροτούν, και της συνειδητοποίησης της ανάγκης προστασίας τους ως ανεκτίμητα αγαθά, πολύτιμα για την υγιή και ποιοτική συνέχιση της ζωής.

Η τουριστική αξιοποίηση της Στροφυλιάς −πρόταση Κωνσταντίνου Δεκαβάλλα, 1970 (πηγή: «Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας, από τη μεγάλη κλίμακα στη μικρή», έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008)

.

Οι παραδείσιες «Κουκουναριές» και το άχθος τους! 

Φεύγουμε από τη Στροφυλιά και πάμε σ’ ένα νησί, στη Σκιάθο, για να δούμε την παρουσία της κουκουναριάς εκεί. Το χερσαίο (δάσος κουκουναριάς) κι υγροτοπικό οικοσύστημα στη θέση «Κουκουναριές» στη νοτιοδυτική Σκιάθο έχει μικρή παρουσία μα ανεκτίμητη οικολογική κι αισθητική του αξία –μαζί με τη θαλάσσια ζώνη, σημαντική για τη λειτουργία του υγροτόπου, καλύπτει έκταση της τάξης μόλις των 320 στρεμμάτων. Συγκροτείται από ένα μικτό δάσος χαλεπίου πεύκης και κουκουναριάς, με υπόροφο αειφύλλων πλατυφύλλων δασικών ειδών, εμβαδού 145 στρεμμάτων, το οποίο φθάνει μέχρι την ακτογραμμή, καθώς και από μια λίμνη βόρεια αυτού, που ονομάζεται Στροφυλιά, επιφάνειας 95 στρεμμάτων. Η λίμνη επικοινωνεί με τη θάλασσα μ’ ένα στενό δίαυλο, που διέρχεται του δάσους. Η περιοχή οριοθετείται από δρόμο και προς νότο βρίσκει την ακτή, γεγονός που της προσδίδει μια κάποια απομόνωση, πολύτιμη για την προστασία της, πλην όμως όχι αρκετή. Το παραπάνω πευκοδάσος έχει προέλθει δευτερογενώς, προφανώς από κάποιες φυτεύσεις κουκουναριάς στην περιοχή, αντικαθιστώντας βλάστηση κυριαρχούμενη από πρίνους. Ανέφερε σχετικά επιστημονική έκθεση του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών για την περιοχή, που συντάχθηκε το έτος 1972: «Η παρούσα δασική διάπλασις από κουκουναριά και χαλέπιο πεύκη προέκυψεν δευτερογενώς κατόπιν υποβαθμίσεως της κλιμακικής βλαστήσεως του πρίνου (Quercus ilex), ως προκύπτει εκ της συνθέσεως της χλωρίδος» (Καραμήτρου Ε., Μαυρομάτη Γ., «Έκθεσις επί των ενδεχομένων κινδύνων καταστροφής του δάσους “Κουκουναριές-Σκιάθου” εκ της εκτελέσεως σχεδιασθέντων έργων τουριστικής αναπτύξεώς του», Ινστιτούτον Δασικών Ερευνών, Αθήνα 1972, σελ. 5).

Σε άλλο σημείο της έκθεσης περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο αντεπεξέρχεται το συγκεκριμένο οικοσύστημα στις οριακές κλιματοεδαφικές συνθήκες περιβάλλοντος της περιοχής, εν σχέση με την τροφοδοσία του σε νερό (από την ανάλυση που έπεται καταδεικνύεται πόσο ευαίσθητες είναι οι ισορροπίες λειτουργίας του): «…τα δένδρα έχουν εθισθεί εις το άλας, αλλά κυρίως εις το γεγονός ότι ο εδαφικός ορίζων ένθα αναπτύσσονται αι ρίζαι των δένδρων (ριζόσφαιραι), διαχωρίζεται εκ της στάθμης του αλμυρού ύδατος διά της ζώνης οξειδώσεως εντός της οποίας αι ρίζαι των φυτών ουδόλως εισχωρούν. Ως εκ τούτου το ύδωρ διά του οποίου τροφοδοτείται η βλάστησις προέρχεται κυρίως εκ των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων, η επάρκεια των οποίων διά την καλήν ανάπτυξιν της βλαστήσεως είναι δεδομένη, λόγω του μεγάλου ετησίου ύψους βροχοπτώσεων της περιοχής (άνω των 800 mm) και ευχέρειας εισόδου και εναποθηκεύσεως του ύδατος εις τον εδαφικόν ορίζοντα εν τω συνόλω του, λόγω της λεπτοκόκκου αμμώδους συστάσεως τούτου» (Καραμήτρου Ε., Μαυρομάτη Γ., «Έκθεσις επί των ενδεχομένων κινδύνων καταστροφής του δάσους “Κουκουναριές-Σκιάθου” εκ της εκτελέσεως σχεδιασθέντων έργων τουριστικής αναπτύξεώς του», Ινστιτούτον Δασικών Ερευνών, Αθήνα 1972, σελ. 7).

Το οικοσύστημα των «Κουκουναριών» στη Σκιάθο (επιστολικό δελτάριο, αρχείο του συγγραφέα)

Ας δούμε πως περιγράφει τις «Κουκουναριές» της Σκιάθου ένας εραστής του σκιαθίτικου τοπίου, ο ταξιδευτής συγγραφέας Ανδρέας Δ. ΄Ερσελμαν, που τις κρίνει αισθητικά βγάζοντας λυρισμό και συναίσθημα: «Δε μπορούσα ποτέ να φανταστώ πώς τόση ομορφιά ήταν ποτέ δυνατό να μαζευτεί σ’ έναν μοναδικόν τόπο. Η φύση δεν τσιγκουνεύτηκε σε τίποτα για να φτιάξει αυτό τον υπέροχο όρμο. Γαλάζια θάλασσα, πλούσια ολόχρυση αμμουδιά, ψηλόκορμες, περήφανες σγουρές κουκουναριές και καταπράσινοι ολόγυρα οι λόφοι, συνθέτουν ένα αριστούργημα, που μόνο αν το δει κανείς μπορεί να νιώσει την ομορφιά του. Αισθάνομαι τόσο φτωχή κι αδύναμη την πέννα μου μπροστά στο θείο αυτό τοπίο… Είναι αλήθεια, όταν λένε πως εμείς οι Έλληνες δεν ξέρουμε τι έχουμε. Πραγματικά, σκέφθηκα πως αν μας ρωτήσει κανείς, τουλάχιστον οι εννενηνταπέντε στους εκατό δεν θα ξέρουμε πως έχουμε την ωραιότερη αμμουδιά του κόσμου, που βρίσκεται εκεί, σε μια ακρούλα της ξεχασμένης Σκιάθου…» (Έρσελμαν Δ. Ανδρ., «Σκιάθος, το νησί του Παπαδιαμάντη», εκδοτικός Οίκος Μ. Σαλίβερου Α.Ε., Αθήνα 1954, σελ. 51-52).

Κατά την Κατοχή και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, το συγκεκριμένο πευκοδάσος, του οποίου, όπως ευνόητα προκύπτει, η σημαντικότητα έγκειται στην παρουσία του οικολογικά πολύτιμου είδους της κουκουναριάς, κινδύνεψε πολλές φορές με αφανισμό. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι Γερμανοί έκαψαν επανειλημμένως τη Σκιάθο, και προξένησαν μεγάλη ζημιά στο οικιστικό και φυσικό περιβάλλον του νησιού, λόγω της αντίστασης που υπήρχε σε αυτό. Λέγει σχετικά ο Έρσελμαν: «Διακρίνουμε τα ίχνη της τελευταίας πυρκαγιάς από τον εμπρησμό των Γερμανών τον Αύγουστο του 1944, που άνοιξε στο νησί πολλές πληγές, που δεν έχουν ακόμη επουλωθεί…» (Έρσελμαν Δ. Ανδρ., «Σκιάθος, το νησί του Παπαδιαμάντη», εκδοτικός Οίκος Μ. Σαλίβερου Α.Ε., Αθήνα 1954, σελ. 64). Η μετατροπή του δάσους σε κατασκηνωτικό χώρο για παραθερισμό, ο κίνδυνος πυρκαγιάς που πάντα ελλόχευε και φορές το έφθειρε, η βόσκησή του και οι υλοτομίες για καυσοξύλευση, ήταν οι μεγάλες απειλές του. Ιδού πως περιγράφονταν οι κίνδυνοι αυτοί και η προσπάθεια θεραπείας τους, σε υπηρεσιακό έγγραφο της δασικής υπηρεσίας: «…Επειδή κατά την Κατοχήν και την ανώμαλον εσωτερικήν περίοδον έλαβον χώραν παράνομοι υλοτομίαι, υπεδείχθη παρ’ ημών εις τον Πρόεδρον Κοινότητος Σκιάθου, κατά την προ καιρού μετάβασίν μας εις την περιφέρειαν εκείνην, όπως λάβει απόφασιν του Κοινοτικού Συμβουλίου δι ης να προτείνεται η απαγόρευσις ου μόνον της βοσκής παντός ζώου, αλλά και της υλοτομίας και εκχερσώσεως. Επειδή όμως ο εν λόγω πρόεδρος δεν πρότεινε και την απαγόρευσιν της υλοτομίας και εκχερσώσεως επί της θέσεως ταύτης, εζητήθησαν σχετικά στοιχεία, για την έκδοσιν απαγορευτικής διατάξεως…» (έγγραφο με αριθ. πρωτ. 1642/16-6-1950 της Δ/νσης Δασών Μαγνησίας).

Σε άλλο έγγραφο (της ίδιας πηγής), με ημερομηνία 18 Απριλίου 1958 (αριθ. πρωτ.: 1126/1958), τίθονταν το ζήτημα του κινδύνου του συγκεκριμένου δάσους λόγω της δημιουργίας κατασκηνωτικών εγκαταστάσεων σε αυτό: «Εν τω δάσει τούτο, οι παραθερισταί κατασκευάζουσι κατασκηνώσεις και διημερεύουσι, συνεπεία δε των κατασκηνώσεων τούτων, υπάρχει κίνδυνος καταστροφής του ωραίου τούτου δάσους εκ πυρκαγιάς. Και ναι μεν απαγορεύεται κατά το άρθρον 170 νόμου 4173 ν’ ανάπτεται πυρ εντός δασών κ.λπ., αλλά η Κοινότης Σκιάθου επιθυμεί την μη κατασκευήν κατασκηνώσεων εντός του δάσους τούτου, και ζητεί προς τούτο την έκδοσιν σχετικής απαγορευτικής διατάξεως, απαγορευούσης την εγκατάστασιν κατασκηνώσεων εντός του δάσους τούτου…»

Λίγο αργότερα, το έτος 1960, παρενέβη στο ζήτημα της προστασίας του δάσους ο Ε.Ο.Τ., λόγω του τουριστικού ενδιαφέροντος που επιδεικνύονταν για την περιοχή. Σε σχετικό έγγραφό του υποστήριζε τα εξής: «Κατά μετάβασιν πρόσφατον του ημετέρου υπαλλήλου κ. Ανδρέου Λόντου εις Σκιάθον διεπιστώθη ότι γίνεται σοβαρά υλοτόμησις του δάσους Κουκουναριάς. (…) Επειδή ως γνωρίζετε η Σκιάθος πρόκειται κατά πολύ να αναπτυχθεί τουριστικώς, η δε ακτή Κουκουναριές είναι ένα από τα κυριότερα θέλγητρα της νήσου, παρακαλούμεν υμάς, όπως λάβητε το ταχύτερον τα ενδεικνυόμενα μέτρα, αποστέλλοντες Επιθεωρητήν προς εξακρίβωσιν των αναφερομένων και λήψιν των αναγκαιούντων μέτρων προς κατάπευσιν της καταστροφής του δάσους». Η παρέμβαση τελικά του Ε.Ο.Τ. σχετικά με την προστασία του συγκεκριμένου δάσους υπήρξε καταλυτική, και η χούντα των συνταγματαρχών ανακήρυξε με τη αριθ. 21 της 6ης Μαρτίου 1973 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 63/Α΄/20-3-1973) την περιοχή «Κουκουναριές» ως τουριστικό χώρο και την έθεσε υπό ειδικό καθεστώς τουριστικής αξιοποίησης, προσβλέποντας στα οικονομικά οφέλη που θα απέφερε το θαυμάσιο, πλούσιο σε φυσική χάρη, περιβάλλον & τοπίο.

Πρωϊνό στις Κουκουναριές −ποιητική φώτο του Κ. Στουρνάρα (επιστολικό δελτάριο, αρχείο του συγγραφέα)

Διαβάζουμε σχετικά σε έγγραφο-διαμαρτυρία του Συλλόγου Προστασίας Περιβάλλοντος Σκιάθου, προς το Δήμο Σκιάθου σχετικά με την κατασκευή εστιατορίου μέσα στις «Κουκουναριές»: «Σχετικά με το θέμα της κατασκευής δημοτικού εστιατορίου μέσα στο δάσος των Κουκουναριών, η άποψη του Συλλόγου μας, που εκφράστηκε με την ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. στη συνεδρίαση της 6ης-2-1988, είναι η ακόλουθη: Ο Σύλλογος Προστασίας Περιβάλλοντος Σκιάθου, θεωρεί ότι η κατασκευή ενός εστιατορίου μέσα στο δάσος των Κουκουναριών, προσβάλλει καίρια, εφ’ ενός μεν την αισθητική υπόσταση του ανεπανάληπτου σε ομορφιά δάσους, αφ’ ετέρου δε το οριακό οικολογικό σύστημά του, με συνέπεια τη χειροτέρευση, λόγω ακριβώς των επεμβάσεων αυτού του είδους, της υγιεινής κατάστασης του δάσους. Η από 29-1-1979 υπάρχουσα μελέτη του Ιδρύματος Δασικών Ερευνών του Υπουργείου Γεωργίας, κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό, αποδίδει τη φθίνουσα εμφάνιση και την αρνητική προοπτική του δάσους των Κουκουναριών, στην ανθρωπογενή επίδραση (εκτέλεση τουριστικών έργων, κυκλοφορία λουομένων στο δάσος κατά τη θερινή περίοδο κ.λπ.) Βεβαίως κατανοούμε την αναγκαιότητα εξυπηρέτησης των χιλιάδων επισκεπτών της παραλίας των Κουκουναριών. Τούτο όμως μπορεί να γίνει με την κατασκευή ενός ή δύο καταστημάτων με αισθητική εμφάνιση (στοιχεία παραδοσιακής αρχιτεκτονικής κ.λπ.), έξω όμως από το δάσος. Θεωρούμε ότι το δάσος αυτό, έναντι οποιασδήποτε θυσίας πρέπει να προστατευθεί. Τούτο όμως θα επιτευχθεί, μόνο με την εφαρμογή της μελέτης των ειδικών επιστημόνων του παραπάνω Ιδρύματος…»

Με τούτα αποσκοπούμε να καταδείξουμε το ιστορικά διαρκές ενδιαφέρον για τις ελκυστικές «Κουκουναριές», εν ενδιαφέρον πρακτικό αλλά και επιχειρηματικό, που έφερνε το σημαντικό τούτο οικοσύστημα σε κίνδυνο. Σήμερα το οικοσύστημα του δάσους και του υγροτόπου στις Κουκουναριές της Σκιάθου βρίσκεται υπό ειδικό, αυστηρό καθεστώς προστασίας (προστατεύεται ως αισθητικό δάσος, με τη σύμβαση της Βαρκελώνης, ενώ βρίσκεται και στον κατάλογο προστατευόμενων περιοχών, σύμφωνα με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ). Ένα καθεστώς αυστηρής προστασίας όμως, που επιτρέπει τη λειτουργία γηπέδου γκολφ ή τουριστικών μονάδων στην περιοχή! Ποιο το μέλλον του, όταν οι ορδές των παραθεριστών εκδράμουν τα καλοκαίρια και το απειλούν, για ν’ απολαύσουν την περίφημη παραλία του; Ας μας θορυβήσει το γεγονός, το οποίο θα πρέπει μοιραία να συνδεθεί με την ανθρώπινη δραστηριότητα, ότι η κουκουναριά εκεί υποφέρει, γηράσκει και πεθαίνει, χωρίς ν’ αναγεννάται. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος δε βοηθά τη φύση στο έργο της· το αντίθετο μάλιστα, τη φθείρει και συστηματικά την καταστρέφει με τις δραστηριότητές του. Έτσι, οι ανθρωπογενείς επιδράσεις στην περιοχή, συνδυασμένες με τη συσσώρευση ξηρού υλικού, καθώς και με την παρουσία πλούσιου υπορόφου αειφύλλων πλατυφύλλων ειδών στο δάσος, χειροτερεύουν τις υδατικές συνθήκες ανάπτυξης της κουκουναριάς και κάμουν αδύνατη την αναγέννησή της. Επιπλέον, ο κίνδυνος πυρκαγιάς στο δάσος είναι μεγάλος, και γίνεται μεγαλύτερος, όσο ο άνθρωπος το απειλεί, δραστηριοποιούμενος αρνητικά. Ας φέρουμε στο νου μας τη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στις «Κουκουναριές» τις τελευταίες ημέρες του Μάρτη του 1993. Εκείνη η πυρκαγιά, που συνέβη πριν από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου κι έπιασε απροετοίμαστο τον κρατικό μηχανισμό, αποτέφρωσε 1.200 στρέμματα πευκοδάσους και παραλίγο να κάψει σπίτια και ξενοδοχεία. Για τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού, σε σχέση με την εν λόγω φωτιά, είχε κινηθεί έλεγχος από εισαγγελικό λειτουργό, με διαταγή του τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Πλαγιαννάκου.

Τουριστική αξιοποίηση vs Φυσικό περιβάλλον, …στη Σκιάθο (αρχείο του συγγραφέα)

Το συγκεκριμένο οικοσύστημα, είναι ιδιαίτερο και μοναδικό –για την οικολογική του αξία και για την αισθητική του χάρη. Υποβαθμίζεται όμως, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, και η κουκουναριά αντιμετωπίζει πρόβλημα συνέχειας, αφού δεν αναγεννάται. Απαιτείται να διαχειριστεί ειδικά για ν’ αναλάβει, για ν’ αποκατασταθούν οι συνθήκες ανάπτυξης της κουκουναριάς και να επιτευχθεί η αναγέννησή της· πριν να είναι αργά…  −προσφέρει όμως την «ευλογία της» στην απέναντι ακτή, στο νοτιοανατολικό Πήλιο, αφού, αν επισκεφτούμε τα χωριά της Αργαλαστής, θα διαπιστώσουμε ότι στην ευρύτερη αγροτοδασική περιοχή ξεφυτρώνουν από το «πουθενά» κουκουναριές, που προφανώς τις «σπέρνουν» τα πουλιά, τα οποία μεταφέρουν τους σπόρους από τη Σκιάθο.

Η ομορφιά προδόθη στον Σχινιά!..

Ο Σχινιάς αποτελεί το τρίτο σημαντικό ελληνικό παραθαλάσσιο δασικό κι υγροτοπικό οικοσύστημα, το οποίο χαρακτηρίζεται από την παρουσία της κουκουναριάς, κι ίσως το πιο «ταλαιπωρημένο». Και τούτο διότι είναι κοντά στην πρωτεύουσα (μόλις 40 χλμ η απόστασή του από αυτήν) και διαθέτει απαράμιλλη χάρη και παραλία μοναδική, μήκους 4 χλμ περίπου. Είναι, συνεπώς, λόγοι ικανοί αυτοί για να επιζητηθεί από τον άνθρωπο για την απόλαυσή του. Η οποία απόλαυση όμως φθάνει στα έσχατα όριά της, αφού χάριν τούτης έως και οικοπεδοποίηση του δάσους πραγματοποιήθηκε! Υπολογίζεται ότι τα καλοκαιριάτικα σαββατοκύριακα, περίπου 1.000.000 άτομα επισκέπτονται την παραλία του Σχινιά, ενώ τις θερινές καθημερινές ημέρες οι επισκέπτες ανέρχονται συνολικά στα 250.000 με 300.000 άτομα. Όλοι αυτοί «απολαμβάνουν» το δάσος του Σχινιά, είτε σκιαζόμενοι κάτω από τα πεύκα του, είτε ραχατεύοντας κατά τη μεσημεριανή τους σιέστα, είτε γευόμενοι το φαγητό τους στις ταβέρνες που βρίσκονται μέσα στο δάσος!!!

Ο Σχινιάς περιλαμβάνει ένα σύνολο οικοτόπων μεγάλης οικολογικής σημασίας, που εκτείνονται σε μια έκταση 50.000 στρεμμάτων περίπου, στην οποία εντάσσονται δασικά, υγροτοπικά, αγροτικά, αλλοφυτικά κ.λπ. οικοσυστήματα. Στο κέντρο της περιοχής βρίσκεται το άλλοτε μεγάλο έλος του Μαραθώνα, που εδώ και 35 χρόνια περίπου αποστραγγίζεται από ένα μοναδικό σύστημα καναλιών. Στο νοτιοδυτικό άκρο βρίσκεται η Μακαρία Πηγή, με υδρόβια χλωρίδα γλυκών νερών. Η χερσόνησος της Κυνοσούρας, παρά το ότι στη συνείδηση του νεοέλληνα είναι απαξιωμένη, ως ένας βραχώδης όγκος με χθαμαλά κι ανάξια λόγου φυτά, αποτελεί εντούτοις έναν «φυσικό βοτανικό κήπο» –τα φρύγανα, οι θάμνοι και τα ποώδη φυτά της χερσονήσου, συνιστούν ένα πολυποίκιλο μοτίβο τριών βαθμίδων, που χαρακτηρίζεται από ποικιλία, εναλλαγή και πλούτο. Το πευκοδάσος με τις αμμοθίνες του Σχινιά, το χαρακτηριστικότερο των υφισταμένων συστημάτων (κι εξαιρετικά σπάνιο), εκτείνεται σε μια στενή λωρίδα μήκους τριών χιλιομέτρων περίπου, η οποία καταλαμβάνεται στα δυτικά από κουκουναριές, που υποχωρούν στο μέσο, αντικαθιστώμενες κλιμακωτά (προχωρώντας προς τ’ ανατολικά) από χαλέπιο πεύκη, η οποία κυριαρχεί στ’ ανατολικά.

Η παραλία του Σχινιά το καλοκαίρι του 1962 (αρχείο συγγραφέα)

Η κουκουναριά του Σχινιά, σύμφωνα με τους Αποστολίδη και Αδαμόπουλο (Αποστολίδης & Αδαμόπουλος, 2002), φυτεύτηκε πιθανότατα κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας (αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι ο Βαυαρός αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος, που επισκέφτηκε το έτος 1833 την περιοχή, δεν αναφέρει την ύπαρξη κουκουναριάς εκεί –μόνον ξεραγκαθιές και γαϊδουράγκαθα, λέγει ότι υπήρχαν–, συμπεραίνεται ότι μάλλον οι κουκουναριές πρέπει να φυτεύτηκαν λίγο αργότερα, ίσως στα μέσα του 19ου αιώνα). Μάλιστα, οι ανωτέρω μελετητές, παραθέτουν ως τεκμηρίωση των ισχυρισμών τους, απόσπασμα από έγγραφο του 1887, που αφορούσε δικαιοπραξία για τη συγκεκριμένη περιοχή, μεταξύ του Αλέξανδρου Σούτσου και του αδελφού του Δημητρίου, που έλεγε: «…έτερον τσιφλίκιον Σούλι (Παλαιοσούλι) καλούμενον κείμενον εν τη ρηθείση επαρχία περιέχων γαίας δώδεκα ζευγαριών εκτός του Μοναστηρίου καλλιεργησίμων και μη και το μερίδιόν του εντός κειμένου κήπου, ετέρας γαίας χωρητικάς πέντε ζευγαριών και χειμάδια και θέρετρα, και δάση και λίμνας και φυτεμένα δένδρα κουκουναριάς και βαλάνων και άλλα καρπήματα και άκαρπα τα πάντα κείμενα εις τόπον καλούμενον Σκήτη, εντός των ορίων τού ρηθέντος τσιφλικίου…» (Αποστολίδη Ηλ., Αδαμόπουλου Θ., «Προστασία και διαχείριση του δάσους κουκουναριάς στον Σχινιά Μαραθώνα», πρακτικά 10ου Πανελληνίου Δασολογικού Συνεδρίου, Τρίπολη 2002, σελ. 619 των πρακτικών).

Η προηγούμενη βλαστητική κατάσταση θα πρέπει να περιελάμβανε θαλασσόκεδρους, μαζί με σχίνα (εξ’ ου και η ονομασία της περιοχής, ως «Σχινιάς») κι άλλους θάμνους, ενώ η χαλέπιος πεύκη θα πρέπει να ήλθε και να εγκαταστάθηκε στην περιοχή από το λόφο της Δρακονέρας. Δάσος στην περιοχή, πρέπει να υπήρχε κατά τους αρχαίους χρόνους, αν κρίνουμε από τα λόγια του Αισχύλου, που μιλά για την ύπαρξη εκεί του «Μαραθωνίου άλσους». Η επικράτηση των σχίνων ήλθε κατόπιν, με την υποβάθμιση που υπήρξε. Αυτήν την «απαξιωμένη» περιοχή προσέφεραν προς αγορά στον Μπάϋρον το έτος 1811, έναντι του ποσού των 900 λιρών ή 16 χιλιάδων γροσίων. Ο Μπάϋρον δεν ενδιαφέρθηκε.

Πώς ήταν άλλοτε ο Σχινιάς; Στην παραλία του υπήρχαν αμμόλοφοι. Τα πεύκα έσμιγαν σχεδόν με το κύμα. Οι αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1938 και 1945, δείχνουν δάσος σύμπυκνο, με πλούσιο υπόροφο θαμνωδών ειδών. Όμως, μετά το έτος 1962 (που έχουμε την επόμενη σειρά λήψης αεροφωτογραφιών), το δάσος εμφανίζεται αραιότερο, με παρουσία  κτισμάτων (οι σημερινές ταβέρνες, που πια γίνονται εμφανείς ως κτίσματα από αέρος λόγω αραίωσης του δάσους –λέγεται ότι αυτές ήταν παλαιά ποιμνιοστάσια, που «μεταποιήθηκαν» κατάλληλα κι απέκτησαν τη σημερινή τους εικόνα. Ο άνθρωπος δραστηριοποιείται στον Σχινιά φθείροντάς τον! Εν έτει 1957, ο Δασάρχης Αττικής Λουκάς Λουκόπουλος διαπιστώνει σε αναφορά του ότι μεγάλος αριθμός δένδρων του Σχινιά νεκρώνονται ή σπάζουν λόγω της έντονης ρητινοκαλλιέργειας στην οποία υπόκεινται, που τα εξαντλούν και τα αδυνατίζουν, και εκδίδει απόφαση απαγόρευσης της ρητινοκαλλιέργαιάς τους.

Η φθορά του Σχινιά, που άρχισε μεταπολεμικά, αποδίδεται γλαφυρά σε τούτη την καταγγελία του σωματείου εκδρομέων «Η Υπαίθριος Ζωή», που έγινε στις 29 Αυγούστου 1955 προς τον Υπουργό Προεδρίας: «…Το θέαμα που παρουσιάζει η άλλοτε υπέροχος παραλία του Σκινιά, προκαλεί τον πόνον αυτών που εγνώρισαν την ωμορφία της. Λάκκοι απέραντοι και απότομοι, ρίζαι των πεύκων που εκ των προσχώσεων είχον καλυφθεί και ήδη ανεσκάφησαν, φύκη εις σωρούς που επικάθηνται τώρα ευκόλως επί της ακτής, λόγω της ελλείψεως άμμου, μεγάλα πεύκα που απειλούνται με εκρίζωσιν λόγω της καταρρεύσεως του υπεδάφους ή με ξήρανσιν λόγω της διαποτίσεως του υπεδάφους των υπό του αλμυρού κύματος, ιδού τι απέμεινεν από την μέχρι χθες μοναδικήν, διά την ωραίαν και πεντακάθαρην αμμουδιά της, παραλία. (…) Αλλά το κακόν δεν σταματά έως εδώ. Διότι τα φορτηγά αυτοκίνητα που εκτελούν τις αμμοληψίες έχουν οργώσει και οργώνουν κυριολεκτικώς το ώμορφον δάσος του Σκινιά και την πυκνήν χλωρίδα του, και όπως είναι επόμενον έχει καταστραφεί η άλλοτε ωραιοτάτη και πυκνοτάτη βλάστησις, έχει δε παύσει πάσα περαιτέρω ζωή και αναπαραγωγή του δάσους και το τοπίον έχει χάσει την φυσιογνωμίαν του. Έτι πλέον η διενεργουμένη εκεί ρητινοσυλλογή είναι εντατική και ασυστηματοποίητος, όλα τα πεύκα παρουσιάζουν τεραστίας και πολλαπλάς πληγάς και μαρτυρούν περί της αναλγησίας του επιχειρηματίου, όστις φαίνεται δεν ενδιαφέρεται ει μη μόνο διά την όσον το δυνατόν και εις το μέγιστον αποστράγγισιν της αποδόσεως των ατυχών πεύκων, άτινα φθίνουν και τελικώς ξηραίνονται35. Αλλά και ως να μην έφθαναν τα τόσα δεινά, που υφίσταται το δάσος, επιδρομαί ποιμνίων αιγοπροβάτων, πολλά από τα οποία προέρχονται από στάνες που βρίσκονται μέσα στο δάσος (οι οποίες εσχάτως μετατρέπονται σε αναψυκτήρια-ταβέρνες!!!), συμπληρώνουν την καταστροφήν των νεαρών δενδρυλλίων και θάμνων» (αριθ. 692/29-8-1955 έγγραφο του Σωματείου «Υπαίθριος Ζωή).

Η οικοδόμηση στον Σχινιά (αρχείο συγγραφέα)

Η τωρινή εικόνα του δάσους, καμιά σχέση δεν έχει με την αλλοτινή. Η φυσιογνωμία του τόπου άλλαξε, με εμφανή τα σημάδια της ανθρώπινης παρουσίας (και φθοράς). Ο άνθρωπος έχει κυριαρχήσει· παντού δηλοποιείται η παρουσία του, αποστερώντας από το οικοσύστημα τα βασικά στοιχεία της φυσικότητάς του. Οι δε οικισμοί που ασφυκτικά το περιέκλεισαν, μα κι αυτός που εντός του υφίσταται (!), κάμουν βαριά (και απειλητική) την ανθρώπινη παρουσία, που ως ταφόπλακα έχει επιπέσει πάνω του. Η οικοδόμηση ξεκίνησε μεταπολεμικά. Με το αριθ. 10658/2-10-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Κατσανού, ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός Δικαστών και Εισαγγελέων αγόρασε έκταση 3.300 στρεμμάτων περίπου στην περιοχή του Σχινιά. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δόθηκε άδεια κατάτμησης μέρους αυτής της έκτασης, η οποία και οικοδομήθηκε, αφού προηγουμένως εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής με το Βασιλικό Διάταγμα της 19ης-1-1970, το οποίο αναθεωρήθηκε με την αριθ. 26/24-9-1987 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής. Από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Δικαστών και Εισαγγελέων διεκδικήθηκε το σύνολο της έκτασης του Σχινιά, η οποία περιλαμβάνει παράλιο δάσος, έλος και τη χερσόνησο της Κυνοσούρας, με θετικές για το συνεταιρισμό δικαστικές αποφάσεις. Οι ευρισκόμενες δε επί του πευκοδάσους ταβέρνες, θεωρήθηκαν από τον εν λόγω Οικοδομικό Συνεταιρισμό ως πωληθέν συστατικό στοιχείο της έκτασης, βάσει του ανωτέρω συμβολαίου αγοράς· παραταύτα, κρίθηκαν από το έτος 2005, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ως κατεδαφιστέες. Ένα μέρος της όλης έκτασης, εμβαδού 515 στρεμμάτων, πωλήθηκε νωρίτερα και δόθηκε άδεια κατάτμησης του δάσους από τον Υπουργό Γεωργίας το έτος 1956, με τον όρο τα προκύπτοντα τεμάχια να μην είναι μικρότερα των 5 στρεμμάτων (ώστε να δημιουργηθεί εκεί κηπούπολη). Αργότερα, το έτος 1958, το προηγούμενο στρεμματικό όριο έπεσε στα 4 στρέμματα και τα οικόπεδα αυξήθηκαν. Η άδεια όμως αυτή ανακλήθηκε, με νέα απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Αξίζει επίσης να ειπωθεί, ότι στην ευρύτερη περιοχή του Σχινιά συναντούμε κι άλλους οικοδομικούς συνεταιρισμούς, όπως των δικαστικών υπαλλήλων, των αστυνομικών υπαλλήλων κ.ά. Βλέπουμε δηλαδή ότι η περιοχή θέλγει κι επιζητείται για κατοίκηση, αφού η μικρή απόστασή της από την πρωτεύουσα, την καθιστά ιδιαίτερα ελκυστική. Το τίμημα όμως αυτής της «έλξης», φαίνεται πως είναι πολύ βαρύ για την ελληνική φύση…

Δε θα ήταν υπερβολή εάν λέγαμε πως το δάσος του Σχινιά αργοζωεί. Το έδαφός του, στα σημεία όπου υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα (και δεν είναι λίγα, εξάλλου λιγοστός τόπος είναι το μερτικό του…), είναι ταρατσωμένο, με μηδενική φυσική αναγέννηση. Η κύρια πηγή τροφοδότησης της ριζόσφαιρας με οργανική ουσία είναι πλέον η ξηροφυλλάδα του υπορόφου. Το ριζικό σύστημα των δένδρων είναι απλωμένο μόνο στον Α΄ εδαφικό ορίζοντα. Υπάρχει φανερή έλλειψη ζωτικότητας και κατατονική λειτουργία του δάσους. Η κουκουναριά, το τόσο πολύτιμο αυτό δένδρο, αργοπεθαίνει, μη αναγεννόμενη. Η χαλέπιος πεύκη –όπου η ανθρώπινη παρουσία τής το επιτρέπει–, τείνει να την υποκαταστήσει.

Οι ταβέρνες στον Σχινιά (αρχείο συγγραφέα)

Και στα τόσα βάσανα αυτού του οικοσυστήματος, προστέθηκε ένα ακόμη: η «ολυμπιακή αναβάθμισή του»!.. Θεωρήθηκε πως ένα έργο για τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004, το ολυμπιακό κωπηλατοδρόμιο, θάβρισκε εκεί τον ιδανικό του χώρο και θα μεταμόρφωνε το Σχινιά! Βασικό επιχείρημα από τους κυβερνώντες τότε, ήταν ότι με τη δημιουργία του κωπηλατοδρομίου, θ’ απομακρυνόταν από την περιοχή το παλαιό αεροδρόμιο, που ήταν εστία υποβάθμισης για την περιοχή. Πολύ καλό επιχείρημα αλήθεια, όμως ας λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι η πολιτεία για χρόνους αποστασιοποιούνταν από λύσεις που θ’ αναβάθμιζαν την περιοχή, συντηρώντας με τον τρόπο αυτό προβλήματα και μεγεθύνοντάς τα. Στο τέλος, οι ύστατες λύσεις σωτηρίας, αμφιβόλου όμως αποτελέσματος, μ’ επιπτώσεις που στην πορεία μπορεί ν’ αποδειχθούν εξαιρετικά αρνητικές κι επώδυνες, φάνταζαν οι μόνες δυνατές!

Πολλές οι αντιρρήσεις που εκφράστηκαν για την πραγματοποίηση του έργου τούτου. Θα ήταν παράταιρο, μια βλαστημία για την ιστορικότητα του τόπου, η κατασκευή του εκεί, είπαν πολλοί (ειδήμονες ιστορικοί και ανησυχούντες πολίτες). Θα ήταν αντίνομο, μια οικολογική καταστροφή η εγκατάσταση και λειτουργία του, διότι θ’ ανατρέπονταν η υδατική ισορροπία της περιοχής, η πολύτιμη αναλογία γλυκού-αλμυρού νερού, από την οποία εξαρτάται η συνέχιση της ύπαρξης του σημαντικού φυτικού είδους, της κουκουναριάς, είπαν άλλοι. Πολλές μάλιστα ήταν οι αντεγκλήσεις για το εάν έγινε ή όχι στη συγκεκριμένη περιοχή –του κωπηλατοδρομίου– η Μάχη του Μαραθώνα. Ως πηγή για την ιστορικότητα του τόπου χρησιμοποιούμε τον Παυσανία, ο οποίος στα «Αττικά» έγραφε: «Στο Μαραθώνα υπάρχει και λίμνη, που είναι η περισσότερη έλος. Όταν λοιπόν οι βάρβαροι (Πέρσες) είχαν τραπεί σε φυγή, επειδή δεν ήξεραν τους δρόμους, έπεσαν μέσα σε αυτό και λένε πως ο μεγαλύτερος σκοτωμός τους έγινε γι’ αυτό». Θα σημειώσουμε ακόμη, τι έγραφε σε ρεπορτάζ η εφημερίδα «Η Καθημερινή» εκείνο τον καιρό: «Η Ακαδημία Αθηνών με επιστολή της στον Πρωθυπουργό, η Αρχαιολογική Εταιρεία με ανακοινώσεις της, ξένοι καθηγητές ιστορικότατων πανεπιστημίων, όπως αυτό της Χαϊδελβέργης και του Λονδίνου, με ανοικτές επιστολές στο διεθνή Τύπο, εξέφρασαν την έκπληξη και την απορία τους για τις ελληνικές πρωτοτυπίες (σημείωση: να γίνει το έργο στον ιστορικό τόπο όπου πραγματοποιήθηκε η Μάχη τού Μαραθώνα). Και όμως το έργο έγινε! Σε πείσμα όλων. Ακόμα και των ανέμων…» (Χατζηιωαννίδου Εφ., «Τρικυμιώδης η πρώτη πρόβα της Ολυμπιάδας», ρεπορτάζ, εφημ. «Η Καθημερινή», φύλλο 10ης-8-2003).

Εις μάτην όμως· όλα αυτά τα «μίζερα» (!), τα «κινδυνολογικά» (!), ξεπεράστηκαν πολύ γρήγορα. Το έργο ολοκληρώθηκε, «μας έβγαλε ασπροπρόσωπους» στους Ολυμπιακούς αγώνες και σήμερα «κοσμεί» την περιοχή, αφημένο στην «επίθεση» της φύσης!.. Διαβάζουμε σχετικό καυστικό σχόλιο του Αντώνη Καρκαγιάννη στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», στο φύλλο της 20ης-11-2005: «Μαθαίνω ότι στο Κωπηλατοδρόμιο του Μαραθώνα, που μας στοίχισε αρκετά δισεκατομμύρια και τη βάναυση προσβολή τού ιστορικού τοπίου, εμφανίζονται περίεργα φυσικά φαινόμενα. Ορμητικά και ακατανίκητα καλάμια τρυπούν και καταστρέφουν τον περίτεχνο πυθμένα, ενώ… νέες ποικιλίες βατράχων, φιδιών και υπερμεγέθων ποντικών, βρήκαν το κατάλληλο περιβάλλον για ν’ αναπτυχθούν. Η αρμόδια Υπουργός Πολιτισμού κα Φάνη Πετραλιά καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες (όσο και μάταιες) για ν’ αντιμετωπίσει την ορμητική επιδρομή της Φύσης, διαπιστώνοντας κάθε φορά ότι η μάλλον άσκοπη συντήρηση του έργου, γίνεται και πιο δαπανηρή. Μήπως θα ήταν σκοπιμότερο ν’ αφήσουμε τη Φύση να κάνει τη δουλειά της (ξέρει καλύτερα από μας αυτό που κάνει) και να δώσει αυτή την απάντηση στην ύβρι που διαπράξαμε εναντίον της Ιστορίας και του Τοπίου; Κομμάτια να γίνουν τα κάμποσα δισεκατομμύρια…» Στα μεταολυμπιακά χρόνια λοιπόν, η εικόνα του κωπηλατοδρομίου είναι απογοητευτική. Η εγκατάλειψή του, το «χορτάριασμά του», το κάμουν οικτρό, μιαν απαισιότητα που προσβάλει την αισθητική και την ιστορία του τόπου. Τελικά, μάλλον οι πρόγονοι εκδικήθηκαν, με το να καταστούν οι ανθρώπινες δημιουργίες, ανάξιες της απόλαυσής τους από τον δημιουργό!!!

Ο Σχινιάς, το κωπηλατοδρόμιο και η γύρωθεν ανάπτυξη! (φωτογραφίες από το διαδίκτυο)

Η αναβάθμιση του Σχινιά στην Ελλάδα του 21ου αιώνα συνοδεύτηκε με τη θεσμοθέτησή του ως Εθνικού Πάρκου, βάσει του Προεδρικού Διατάγματος της 3ης Ιουλίου του 2000 (ΦΕΚ 395/Δ΄), που περιλαμβάνει τη θαλάσσια και τη χερσαία ευρύτερη περιοχή. Το κωπηλατοδρόμιο συμπεριλήφθηκε στη Β1 ζώνη χρήσεων γης, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι στη Β3 ζώνη, που είναι η περιοχή του όρμου του Μαραθώνα, δόθηκε η δυνατότητα δημιουργίας αναψυκτηρίων κι εγκαταστάσεων εξυπηρέτησης των λουομένων. Στη Β2 ζώνη, όπου επιτρέπονται χρήσεις αναψυχής, αθλητισμού και κατοικίας, είναι δυνατή η δημιουργία κάθε εγκαταστάσεων, που εξυπηρετούν τις χρήσεις αυτές. Ορίστηκε επίσης, ότι τα νομίμως υφιστάμενα κτίρια παραμένουν και δεν απομακρύνονται, ανεξάρτητα εάν ικανοποιούν ή όχι τις χρήσεις της ζώνης στην οποία υπάγονται, ενώ και οι οικοδομικές άδειες που έχουν εκδοθεί, ισχύουν! Με τη διάταξη δε του άρθρου 63 του νόμου 4280/2014 δόθηκε παράταση μέχρι ενός έτους της παραμονής των ταβερνών στο δάσος του Σχινιά, μέχρι την έγκριση της μετεγκατάστασής τους στη Β2 ζώνη.

Μετά απ’ όλα αυτά, θα σκεφτόταν αυτονόητα ο απλός πολίτης, που θ’ ανησυχούσε για το μέλλον του Σχινιά: «Είναι ποτέ δυνατό, με τέτοια φόρτιση, με τέτοιο βάρος, να “ησυχάσει” ο Σχινιάς, για να μπορέσει ν’ αναλάβει και να πορευτεί ως φυσικό οικοσύστημα;» Ομολογώ ότι αδυνατώ να κατανοήσω τις νέες λογικές, τις «λύσεις» των τεχνοκρατών και των ειδημόνων νεωτεριστών, που νοούν την αναβάθμιση ως εκμετάλλευση, και τη λέγουν «αξιοποίηση», προδίδοντας το όμορφο, το μοναδικό και πολύτιμο, και προσβάλλοντας το φυσικό δημιούργημα μ’ ενέργειες που δε συνάδουν με το πνεύμα λειτουργίας του ως φυσικό σύστημα. Μακρινοί είναι γι’ αυτό της φύσης και μη νοιωστοί της. Ναι, ο άνθρωπος να συμμετέχει στις διαδικασίες που αφορούν στη λειτουργία και τη διαχείριση των φυσικών οικοσυστημάτων, όχι όμως με ενέργειες που καταστρέφουν! Όπως όμορφα έλεγε ο καλός μας ποιητής Άγγελος Σικελιανός: «Να νοείς κι όχι να υπερνοείς ή να παρανοείς…»

Tου Αντώνιου Β. Καπετάνιου

(απόσπασμα από το περιβαλλοντικό δοκίμιο «ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΜΕ ΤΑ ΠΛΗΓΩΝΟΥΜΕ!..»)


.

.

.

.

.

.

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικά Οικοσυστήματα, Επιλογές - Προτάσεις, Χλωρίδα

Tags: , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: