Advertisements

ΜΕ ΜΙΑ ΒΑΡΚΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ…


«Με βάρκα ταξιδέψαμε γιαλό γιαλό,
εμείς που ονειρευτήκαμε πελάγη…»

(«Με βάρκα», Μαρία Ράλλη, 1934)

Το έτος 1938 ο συγγραφέας και ταξιδευτής Τάσος Ζάππας, ο εραστής του ελληνικού τοπίου!, πήρε μια βάρκα και κίνησε για να περιηγηθεί στο Ιόνιο (οι περιπέτειες του ταξιδιού του περιγράφονται στο βιβλίο του «Στο Ιόνιο με μια βάρκα», Τυπογραφείο Γερ. Βαλιανάτου, Αθήνα 1938). Γιατί το έκαμε αυτό; Τι τον παρακίνησε να βασανιστεί στην περιπέτεια ενός πολυκύμαντου ταξιδιού, γεμάτου δυσκολίες και προβλήματα· τη στιγμή μάλιστα που το ίδιο ταξίδι θα μπορούσε να το πραγματοποιήσει χρησιμοποιώντας την άνεση των μέσων του καιρού του;

Η απάντηση βρίσκεται στην επιθυμία του να γνωρίσει το ελληνικό τοπίο στην πραγματική του διάσταση, την αρχετυπική και την παιδευτική, στην πρωτογενή και βιωματική, στο ασκητικό του νόημα, να το νοιώσει στην αμεσότητά του· ακόμη και μες απ’ το βασανισμό του, όπως ο κάθε ντόπιος, ο γηγενής το βίωνε. Δεν ήθελε σαν επισκέπτης, σαν τουρίστας, σαν παρατηρητής, σαν περιηγητής ή σαν «αβασάνιστος» ταξιδευτής να το δει, δεν ήθελε να το προσπεράσει και ως ανάμνηση μόνο αυτό να υπάρξει −για την επαναφορά της οποίας ίσως, ν’ απαιτούνταν μετά από χρόνια η υποβοήθηση μιας φωτογραφίας. 

Ήθελε να τριφτεί στο βάσανο της ανεύρεσης, της συνεύρεσης στο όλον, στη διαπάλη της προσπάθειας, στην ένταση της στιγμής. Ήθελε να του εντυπωθεί ο τόπος στην ουσία του και μετά χρόνους να μιλά γι’ αυτόν με την ψυχή του. Ήθελε να τον κουράσει το κύμα, να τον «ψήσει» η άλμη, να τον συνεπάρει το ηλιοβασίλεμα, να τον νοτίσει η αύρα. Ήθελε το γαλάζιο −το απέραντο, το βαθύ− τ’ ουρανού και της θάλασσας, που βρίσκει μια έννοια τέλους στην ιδεατή γραμμή του ορίζοντα, να τον πλανέψει. ‘Ηθελε τη νοιώση και την πρόσληψη του τοπίου. Η εικόνα του μακάριου νησιού, του καθρεπτισμένου στη γαλήνια θάλασσα, η εικόνα της θαλασσοκτυπημένης χερσονήσου, της γαλήνιας ακρογιαλιάς, ήθελε να τον γητέψουν. Να βρει κει σχήματα ανθρώπων, ίχνη λαών, ζωές και πράξες, και τούτα θύμησες, εικόνες, φαντασιές να φέρουν, από ένα γίγνεσθαι που δεν εχάθη, αλλά, αλί, αποξεχάσθη ατόχαστα· μαζί του αποξεχάσθη και η παράδοση, καθώς και η άγραφτη ιστορία του τόπου. H αρμονία, η ανεπιτήδευτη χάρη του θαλασσινού ποιόντος, η γλυκιά μέθη της αποχαύνωσης στην ηρεμία στιγμών ονειρικών, ήθελε να τον υψώσουν και να τον ιδεώσουν. Ήθελε όλα αυτά να τα γευτεί μες από την εθελούσια πλάνη του ιδεατού, του απόκρυφου, που αποτελεί τον ανεκτίμητο θησαυρό της ζωής· δεν ήθελε τη στιλιζαρισμένη εικόνα της Ελλάδας, τη διαμορφωμένη ως προϊόν κατάλληλο για την πέψη της αισθητικής. Είναι μεγάλο πράμα τελικά ν’ αισθανθείς το τοπίο στη ρίζα του, να το νοιώσεις συθέμελα και δυνατά, να νοήσεις τον τόπο στο είναι του και να τον κρατήσεις ως στόχαση, και ως Ροβινσώνας να τον ζήσεις…   

Ο άνθρωπος έχει φύση μέσα του. Έχει πλια ζωή· πλην όμως εγκλωβισμένη στην κοντοζωή, που ακάτεχα τη ζει. Κάμει όνειρα κι επιθυμεί να τα κάμει πράξη. Όμως καταπιέζεται, η ζωή του τον αφήνει μικρό στην απόλαψη του εφήμερου, στη γοητεία του ανικανοποίητου, στην προσμονή ενός −τελικά− αδιανόητου για τα κείμενα ονείρου· εάν φυσικά παραμείνει συναισθηματικός και ζεστός του βίου, για να μπορεί να νοεί. Γίνεται συμβατικός, ακολουθεί τις νόρμες κι εναρμονίζεται στις ρότες, κατά τον ρουν των γεγονότων. Θάλεγε κανείς πως «μηχανοποιείται» κι αλλοτριώνεται του εαυτού του, γιατί μόνον έτσι στέκεται και υπάρχει σύμφωνα με το κοινό αίσθημα. Παράγει και καταναλώνεται ως μια καλά κουρδισμένη μηχανή. Εάν ο σύγχρονος άνθρωπος επιδιώξει το «αδιανότητο» όνειρο, εάν ελπίσει πέρα από την «κατά προορισμόν και περιορισμόν» ελπίδα, τότε –ωιμέ!– θεωρείται ότι επαναστατεί, ότι ασυμβατεί, ότι είναι εχθρός της τάξης και της ησυχίας. Γι’ αυτό και οι ονειροπόλοι στην εποχή μας είναι λιγοστοί, κάπου κρυμμένοι, γιατί τελικώς γίνονται οι ανένταχτοι επαναστάτες του καιρού μας κι είναι διωκόμενοι γι’ αυτό! Διότι αντιμετωπίζονται ως οικτροί και κλαύθμηροι, που ενοχλούν, ως αιθεροβάμονες και πεπλανημένοι. είναι οι ανόητοι γραφικοί του καιρού μας…

Η βάρκα είναι το ποιητικό μέσον της περιπλάνησης στο ωραίον που δεν ιδώθη, είναι η φυγή για την πραγμάτωση του ονείρου· για όσους βέβαια αισθάνονται ακόμη «ποιητές», με την έννοια ότι ποιούν, δημιουργούν και στέργουν, για όσους κατά την έννοια του πλάστη, του εμφυσώντα ζωή, ενεργούν, και μ’ ελπίδα κι όνειρο λειτουργούν. Είναι η βάρκα το μέσον της απόδρασής τους από το τέλμα, της προσωπικής τους επανάστασης από τα καθεστώτα και τα πρέποντα, της φυγής τους προς το ωραίον και της επαφής με τα θέμελα, με τα πηγαία και τα βασταγερά. Είναι γερό σκαρί στην τέτοια στέργια θεώρησή της, δυνατή στους κυμματισμούς και τις φουρτούνες, μόνη ικανή για την απόλαψη της απεραντοσύνης του πελάγου· δύσκολα τα κύματα θα τη γυρίζουν αν την εμπιστευτούμε, αν τον εαυτό μας δι’ αυτής εμπιστευτούμε και δυναμώσουμε με ιδέα και θέληση. Μαζί της θα ψάξουμε την ομορφιά, κείνη π’ αποξεχάστηκε, κείνη που ξεθεμελιώθηκε στην εξέλιξή μας, αλλά εξακολουθητικά μάς δίνεται στο απρόσμενό της, στο ανέλπιστό της. Μαζί της θα ταξιδέψουμε στα πελάγη της ευφορίας, του τοπίου που δεν πλανά αλλά πλαταίνει, που καλοσωρίζει και συγκινεί, κλείνοντας την ιδέα και το νόημα της μήτρας εικόνας, της Ελλάδας στο ουσιώδες της. Η Ελλάδα έχει τη χάρη να προσκαλεί, να καλωσορίζει και να ταξιδεύει. Δεν πολεμά το νου, δε χολώνει όταν πληγώνεται και δε χωλαίνει από τις πληγές που οι βάρβαροι, γηγενείς και αλλογενείς, της προξενούν. Μπορεί κι αφομοιώνει, κι ενσωματώνει, και σβήνει την ασχημία, αρκεί να την αφήσεις να βουληθεί, αρκεί να μην την καταστήσεις δουλική κι ανίκανη στο πράττειν. Έχει διάθεση καλή, γλυκαίνει την καρδιά και κάμει την ψυχή να φτερώνει, να πετά. είναι, γι’ αυτό, καλοσυνάτη κι ωραία η Ελλάδα μας! Περιμένει τον νοιωστό ταξιδευτή, τον ώριο Έλληνα, τον καλό ναυβάτη, για να τον ψυχώσει…

Κείνο που απασχολούσε περισσότερο τον Άγγλο ποιητή Ουίλλιαμ Ουέρντσουερθ στις αρχές του 19ου αιώνα, ήταν η επίδραση της σύγχρονης ζωής του ανθρώπου στην ψυχή του και λιγότερο στην υγεία του, γι’ αυτό κι εξυμνούσε το τοπίο της εξοχής, στο οποίο ο άνθρωπος μπορούσε να βρει την ενδογενή ζωτικότητά του, τα ενδιαφέροντά του για τη ζωή, τον ανεξερεύνητο εαυτό του −αυτά που η εξερεύνηση στους τόπους της ψυχής μας δίνει, μέσα από τις ομορφιές του βίου, αναζητώντας τα πελάγη του κόσμου μας. Είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι του: 

«…(Η φύση) δύναται λοιπόν ν’ αναζωογονήσει
το πνεύμα που εντός μας κατοικεί, να το σφραγίσει
με γαλήνη και ομορφιά, κι έτσι να το εμποτίσει
με σκέψη αγέρωχη, ώστε τα λόγια με μοχθηρία,
οι βιαστικές οι κρίσεις και του εγωιστή η ειρωνεία
κι οι καλημέρες που χαρά καμιά δεν κρύβουν, τίποτε<
από της κάθε μέρας τις άθλιες συναναστροφές
να μην μπορεί να μας νικήσει,
ή να κλονίσει την πρόσχαρή μας πίστη
πως ότι αντικρίσεις ευλογημένο είναι»

(«Στίχοι γραμμένοι στο Αβαείο του Τίντερν», Ουίλλιαμ Ουέρντσουερθ)

Ο Αντρέας Καραντώνης, ο καλός μας στοχαστής κι αναζητητής της ελληνικής ιδέας, περίπου τα ίδια με τον Ουέρντσουερθ εννοούσε όταν έλεγε: «Ο άνθρωπος, μαθημένος να κατατρίβεται και να λιώνει σιγά–σιγά στα μικρά, στα συνηθισμένα και στα όμοια, δε ημπορεί να χωρέσει μονομιάς μέσα του τ’ απροσδόκητα, που είναι μαζί και μεγάλα κι εκπληκτικά κι αφάνταστα» (Καραντώνης Αντρ., «Ελληνικοί χώροι», Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1979).

Ένα ξεπέρασμα χρειάζεται, μιαν φιλοσοφημένη και παιδευμένη τόλμη για το πράξιμο στον τόπο τον ηλίβατο και πνοημένο. Σε αυτόν που ο δυνατός ήλιος δεν ενοχλεί, αλλά φωτίζει το σύμπαν, το κάνει να λάμπει, σκορπώντας φως και ζωή, ιδέα και πράξη. Σε αυτόν που η χαραγή στη γης, το ξηρό άνοιγμά της, δεν είναι στέρηση, αλλά λόγος για ν’ αναζητήσεις την ουσία της, το μέσα της ποιόν [«…ηλιοφορεί, ιδεοφορεί, μαχαιροφορεί» ο τόπος, σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη (από το «Άξιον Εστί»). Αν ιδείς έτσι τον τόπο αυτόν, θα τον νοιώσεις, θα τον κραταιώσεις και θα τον προτατεύσεις· δε θα σταθείς στην πλάνη εικόνα της απαίδευτης ματιάς, που βλέπει ξηρό, άγονο και στείρο τον τόπο. Τη ρυτίδα σε αυτόν θα ιδείς, τον ρόζο του, τον ίδρω στη γη που τη λασπώνει, και την απόκαμη ανάσα πάνου της, που την κάμει ένα με τους ανθρώπους της. Και να νοιώσεις πρέπει στο είναι του τον τόπο, στο ένδον του, που αναδίνει πηγαία, ζωτική ομορφιά. Στην Ελλάδα −τουλάχιστον ακόμη− μπορείς να πνοηθείς έτσι εννοούμενος…

Η Ελλάδα είναι η Μεσόγειος της ψυχής μας, ο τόπος που αν πραγματικά τον ταξιδέψεις, θα τον αγαπήσεις, γιατί σ’ αυτόν μπορείς, ναι!, να κάμεις το όνειρό σου δυνατό, να ιδείς τον κόσμο από την πλευρά που κρυφά πεθύμησες, ως συμμέτοχος κι όχι ως κυρίαρχος, και που δε γεύτηκες φυλακισμένος στην κοντοζωή του υλογενούς βίου σου. Ένα μέσο χρειάζεσαι γι’ αυτό, μια βάρκα· κι είν’ η ψυχή σου το μέσο που κατέχεις αλλά δεν το εννοείς. Δες τη φύση, την αγνή ζωή, ότι προσπέρασες στον πυρετό σου, στο γρήγορο ρυθμό σου, στην επιπόλαιη ματιά σου, στην καταστροφική σου πορεία. Απόλαυσε το τοπίο που σε σαγήνεψε, αλλά δε γεύτηκες γιατί η ζωή σε αποπήρε και σε απόπνευσε. Δες με τα μάτια της ψυχής το είναι των γύρω σου, κι όχι με την κυριολεκτική απόνευρη ματιά, με την οποία έμαθες να κοιτάς κι όχι να βλέπεις. Γυμνάσου στο βλέμμα και παιδεύσου στην σκέψη· κάμε την Ελλάδα έγνοια σου. Η Ελλάδα, η Μεσόγειος χώρα, μπορεί να σε γεμίσει από ωραία συναισθήματα, να σου φωτίσει τη σκιασμένη σου ματιά. Με πράματα αληθινά θα το κάμει, με τα γύρα σου, μα μακρινά για σε, καθώς έτσι διδάχτηκες να τα βλέπεις και μακριά τους να στέκεις! Αρκεί να θελήσεις να πλανηθείς, αρκεί ν’ αφεθείς, και μακριά από τα πεζά που σε κατατρίβουν να πάγεις… 

Χαμένοι στη Μεσόγειο λοιπόν, στην Ελλάδα μας, γινόμαστε εξερευνητές του ωραίου −τι πιο ωραίο από το να ψάχνεις το ωραίο, να το βρίσκεις και να το απολαμβάνεις; Εδώ δεν υπάρχει επιβολή, δεν κυριαρχεί το στομφώδες, το φλύαρο, το φανταχτερό. Υπάρχει υποβλητικότητα, απλότητα, φυσικότητα κι ανεπαίσθητη χάρη· μια ομορφιά εκλεπτυσμένη, ουσιαστική, μιαν ανάσα κι όχι ένας βραχνάς −ότι η ψυχή πεθυμά…

Γι’ αυτό κι είναι τόσο τρεμάμενη η εικόνα στο χώρο αυτό. Γιατί τα πάντα στηρίζονται σε μια πνοή, σ’ ένα χάδι, σε μια προσμονή, σ’ ένα γέλιο και μιαν όμορφη σκέψη. Από τόσο λεπτά στοιχεία συντίθεται η εικόνα της Μεσογείου, της Ελλάδας. Είναι λίγα αυτά που τη συνθέτουν, και με αυτά μόνον ανασυνθέτεται. Ο πλούτος της δεν είναι το πολύ της, αλλά το λίγο της. Ως «Το πλουσιάτον του ελαχίστου», περιέγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης αυτό που την Ελλάδα χαρακτηρίζει. Κι αλλού προσδιορίζει το περιεχόμενό της με τους εξής στίχους: «Τ’ ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα: Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις (…)» (από το «Μικρό Ναυτίλο», Οδυσσέας Ελύτης). Γι’ αυτό και μας καλεί η Ελλάδα να τη γνωρίσουμε, να την αισθανθούμε, να την προστατεύσουμε. Γιατί εάν την αποσυνθέσουμε, θάναι ασήμαντα τα λίγα που πια θα μας ενώνουν· το όνειρο και η ελπίδα δε θάχουν προορισμό. 

Εν ανοικτό παράθυρο είν’ η Μεσόγειος, η καλή μας η Ελλάδα, μια θάλασσα ελπίδας. Κι εμείς, τολμηροί ταξιδευτές της ψυχής μας, ας γυρέψουμε με την ιδεατή μας βάρκα ορίζοντες, πελάγη, τόπους ανοιχτούς… 

Tου Αντώνιου Β. Καπετάνιου

.

.

.

.

.

.

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: