Advertisements

Η ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΤΟΠΙΟ


«…Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τα αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος τής μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δένδρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές
μες στον ασβέστη του ήλιου…»

(απόσπασμα από τη «Ρωμιοσύνη», Γιάννης Ρίτσος)

 Ο καλός στοχαστής και συγγραφέας Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, προσδιόρισε όμορφα το ελληνικό τοπίο όταν είπε: «Είμαστε η συνείδηση του «ποιου», όχι του «πόσου». Και του «ποιου» έκφραση αθάνατη και μοναδική είναι το ελληνικό τοπίο» (Παναγιωτόπουλος Ι. Μ., «Σπουδή του ελληνικού τοπίου», Φιλολογική Πρωτοχρονιά, τόμος 10ος, εκδόσεις Μαυρίδη, Αθήνα 1953, σελ. 86). Το «ποιο» λοιπόν κι όχι το «πόσο» θα πρέπει να έχουμε κατά νου μελετώντας το ελληνικό τοπίο. Την ποιότητα κι όχι η ποσότητά του πρέπει να έχουμε κατά νου, το βάθος του, το πνεύμα του, την ιδέα του, τα οποία πρέπει ν’ αναζητηθούν, αφού με αυτά, πρώτα και βασικά, το θεωρούμε. Διότι, όπως πολύ σωστά συμπλήρωσε ο ίδιος ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, «απ’ όλες τις συνειδήσεις, που μας προσφέρει το ελληνικό τοπίο, η συνείδηση της παρουσίας του πνεύματος είναι η πιο μεγάλη και η πιο θαυμαστή…» (από την ίδια παραπάνω πηγή, σελ. 94).

Έκφραση του «ποιου» κι όχι του «πόσο» το ελληνικό τοπίο… (Σαντορίνη, 1941, η παραλία της Περίσσας καλλιεργημένη και η εκκλησιά του Τιμίου Σταυρού).

 Ο άνθρωπος πλάθεται πνευματικά από το ελληνικό τοπίο. Η μελέτη του είναι διδαχή. Το φως, ο αγέρας, η λιγοστή γη, η ανάγκη που το σμίλεψε, τα πατήματα που το διαμόρφωσαν, οι πλαστουργοί που το μορφοποίησαν, είναι τα στοιχεία και τα μέσα της εμπνοής του. Όλα αυτά προϋποθέτουν δύναμη ανθρώπου και φύσης, δύναμη ζωής, προϋποθέτουν πνεύμα, και τούτα είναι βαστηγμένα, είναι κρυμένα στο ταπεινό ελληνικό τοπίο και περιμένουν τον νοιωστό για ν’ αναφανούν. Ο άνθρωπος –ο Έλληνας− στοχάστηκε πάνω του, μορφώθηκε. Είναι μεγαλειώδες τούτο αν συνειδητοποιηθεί!.. Λέγει ο φιλόσοφος στους «Διαλόγους σε μοναστήρι» του Κωνσταντίνου Τσάτσου, για τη δυνατότητα του ελληνικού τοπίου να πλάθει πνευματικά: «Τον πνευματικόν άνθρωπον τον έπλασε η Ελλάδα, το ελληνικό τοπίο, που είναι νόμος ζωής με σχεδόν όλες τις λειτουργίες και τις όψεις του, και με ότι, χάρη σε αυτό το τοπίο, καρποφόρησε μέσ’ στην ψυχή του ανθρώπου» (Τσάτσος Κ., «Διάλογοι σε μοναστήρι», Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1974, σελ. 72). Και ο ανώνυμος στοχαστής, έχοντας συνειδητοποιήσει τη δύναμη του ελληνικού τοπίου, π’ αναγεννά την ψυχή, λέγει με τη φωνή του ποιητή Παναγιώτη Σούτσου: «Ήλθον εις την Ελλάδα διά να ζήσω νοερόν βίον» (Σούτσος Π., «Αγροτικαί σκηναί», περιοδικό «Αποθήκη των ωφέλιμων γνώσεων», αριθ. 21ο, Σεπτέμβριος 1838).

 Το ελληνικό τοπίο, είναι γεγονός ότι μπέρδευε, δημιουργούσε σύγχυση. Αντικρουόμενες ήταν οι κρίσεις και οι απόψεις γι’ αυτό, διαφορετικές οι εντυπώσεις που το συνόδευαν. Οι περισσότεροι περιηγητές «επισκέπτονταν» τον τόπο και τον προσπερνούσαν. Δεν τον θεωρούσαν, δε εντρυφούσαν σε αυτόν· απλά «περιηγούνταν»! Λίγοι τον ένοιωθαν κι έπαιρναν από την πνοή του, από το πνεύμα του. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι περισσότεροι περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα που διήλθαν την Ελλάδα, είχαν μιαν αρνητική εντύπωση για το «φτωχό ελληνικό τοπίο», ή τέλος πάντων ήταν απογοητευμένοι από αυτό, επειδή έκριναν ότι λόγω των αιώνων Τουρκοκρατίας, αλλά και των βυζαντινών χρόνων που προηγήθηκαν, το άλλοτε θαυμαστό (αρχαίο) ελληνικό τοπίο είχε αλλοιωθεί σε μεγάλο βαθμό, είχε «εκπέσει», είχε υποβαθμιστεί ή καταστραφεί. Η φύση και ο πολιτισμός της Ελλάδας, στοιχεία συνυφασμένα τα δυο κι αναπόσπαστα, δεν αντιπροσώπευαν πια το όμορφο παρελθόν. Μα παρόλα ταύτα, οι περισσότεροι από αυτούς δεν απέρριπταν το ελληνικό τοπίο, διότι παρέμενε σημαντικό για ότι αντιπροσώπευε…

Μπέρδευε το ελληνικό τοπίο και δημιουργούσε σύγχυση… (Θέατρο Επιδαύρου 1898 και Σίφνος στις αρχές του 20ου αιώνα, αντίστοιχα).

 Το λάθος της συντριπτικής πλειοψηφίας κείνων των περιηγητών ήταν ότι αναζητούσαν μετ’ επιτάσεως την αρχαία Ελλάδα, αρνούμενοι τη συνέχειά της, αρνούμενοι να δεχθούν ότι ο ελληνικός λαός συνέχισε να δημιουργεί παρά τα δεινά του, κι ότι τον λαϊκό του πολιτισμό, που αυτοί αγνοούσαν ή τον προσπερνούσαν και δεν ήθελαν ν’ ασχοληθούν εγκαταβιώνοντάς τον, χαρακτηρίζοντάς τον ανάξιο του αρχαίου, έπρεπε να τον δουν ως απώτατη συνέχεια του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, του ελληνικού πνεύματος. Μολαταύτα, υπήρχαν περιηγητές που είχαν το κριτήριο ν’ αντιλαμβάνονται βαθύτερα και να δέχονται το ελληνικό τοπίο ως ζωντανό και συνεχές, να το βλέπουν σύμφωνα με ότι εκπροσωπούσε κι ότι αποπνέονταν από την υπόστασή του. Έβλεπαν την «ψυχή του», μα και τη μη εκτιμημένη φύση του. Το γεγονός τούτο ήταν σημαντικό για την ανάδειξή του, έστω κι αν η εξύψωσή του αυτή φάνταζε υμνική. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια τούτα, του Γερμανού λογίου Φραντς Λέχερ, από το εξαίρετο βιβλίο του για την Ελλάδα με τον τίτλο «Ταξίδια στις ελληνικές ακτές», που εκδόθηκε στη Γερμανία το έτος 1876: «Ο Γκαίτε είπε: όποιος είδε μια φορά την Ιταλία, δεν πρόκειται να είναι ποτέ πια ολότελα δυστυχισμένος. Και τι είναι όλη η ομορφιά της Ιταλίας μπροστά στο ελληνικό τοπίο όπου το πρόσχαρο και η απαλότητα, η ίδια η χάρη με το χαμόγελο στο πρόσωπο, ενώνονται πάντοτε με το ασύγκριτο, υψηλό φρόνιμα και το εσωτερικό μεγαλείο!» (βλέπε σχετικά: Ενεπεκίδη Πολυχρόνη, «Αρχιπέλαγος», Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1997, σελ. 213).

 Ο Γάλλος συγγραφέας Εντμόντ Αμπού, ξεπερνώντας (όπως συνήθιζε…) τα κοινότοπα, ανακάλυψε την ιδιαιτερότητα και τη μεγαλοσύνη του ελληνικού τοπίου κοιτώντας το από την οπτική του μεσογειακού ανθρώπου, του μόνου ικανού –καταπώς φαίνεται– να το κατανοήσει σε βάθος, λόγω και της βιωματικής σχέσης που έχει αναπτύξει με αυτό. Έλεγε λοιπόν σε συμπατριώτες του το έτος 1854: «Πρώτα-πρώτα δεν είναι τόσο γυμνή (η Ελλάδα), ούτε τόσο άγονη όπως μου την είπατε. Βρίσκεις ωραία δέντρα και φρέσκα τοπία όταν πάρεις τον κόπο να τα ψάξεις. Κι έπειτα και το άγονο έχει την ομορφιά του, όπως και η αφθονία. (…) Ίσως στην αρχαιότητα, ο τόπος να ήταν πιο δασωμένος, πιο πράσινος και πιο δροσερός. Έκαψαν τα δάση, η βροχή παρέσυρε το χώμα και οι βράχοι απογυμνώθηκαν. Δε θα ήταν δύσκολο να ξαναπρασινίσει ολόκληρη η Ελλάδα. Θα έφθαναν μερικά εκατομμύρια και μερικά χρόνια. Φυτέψτε σ’ όλα τα βουνά. Θα δημιουργηθεί φυτικό χώμα. Οι βροχές θα γίνουν πιο συχνές, οι χείμαρροι θα μετατραπούν σε ποτάμια, η χώρα θα γίνει πιο γόνιμη. Θα είναι και πιο ωραία; Αμφιβάλλω…» (Αμπού Εντμ., «Η Ελλάδα του Όθωνα: Η σύγχρονη Ελλάδα του 1854», τίτλος πρωτοτύπου: «La Grece contemporaine» (Paris 1855), μετάφραση: Α. Σπήλιος, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα αχρονολόγητο, σελ. 50-51).

Την αρχαία Ελλάδα γύρευαν οι περιηγητές, κι όχι τη νέα, που ήταν η συνέχειά της (ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνος στις Βάσσες Αρκαδίας προπολεμικά).

 Στη θεώρηση του Αμπού για το ελληνικό τοπίο, αξίζει να μείνουμε. Ας αναρωτηθούμε: Τι δημιουργεί στον άνθρωπο υποβολή, περισσότερη ανάταση; Τι πιότερο τον εξιτάρει, τι τον πληρώνει και τον συγκινεί; Τι εντέλει είναι αντιπροσωπευτικότερο στην ιδιοσυγκρασία του, αλλά και στην προσωπικότητα της χώρας; Ένα πράσινο τοπίο, γεμάτο αγροκτήματα, κήπους και ποτάμια, ή ένα χωρίς σκιές τοπίο, που δίνει την αίσθηση του άπειρου, του απέραντου, του βάθους που δε φοβίζει διότι είναι φανερό; Σύμφωνα με το Βρετανό φιλόσοφο Έντμουντ Μπερκ, το δεύτερο είναι αυτό που συνεπαίρνει (για όποιον το νοιώσει), διότι η ιδέα του ενέχει μεγαλείο, μιαν ακατάληπτη δύναμη, την «αίσθηση του υψηλού», που είναι τελεία και καταλυτική. Ο Γάλλος στοχαστής Αλαίν ντε Μποττόν βλέπει στο τοπίο το υψηλόν των σχέσεων, το μεγαλείο της ζωής, οπού ο άνθρωπος οφείλει να συμμετέχει ως μέρος του όλου: «Ο πυρήνας της σαγήνης που μας ασκούν αυτά τα μέρη φαίνεται πως έγκειται στο ότι μας επιτρέπουν να την ξαναδούμε μ’ ένα πνεύμα καινούριο και πιο επωφελές. Μας επαναλαμβάνουν με τρόπο μεγαλειώδη αυτό το δίδαγμα που η καθημερινότητα κατά κανόνα μάς προσφέρει με μικροπρέπεια: μας θυμίζουν ότι ο κόσμος όπου ζούμε είναι ισχυρότερος από εμάς, ότι είμαστε εύθραυστοι και παροδικοί, κι ότι δεν υπάρχει άλλη λύση παρά να αποδεχόμαστε τα όρια της βούλησής μας, να υποκλινόμαστε στο αναπόδραστο που μας υπερβαίνει» (Αλαίν ντε Μποττόν, «Η τέχνη του ταξιδιού», τίτλος πρωτοτύπου: «The art of travel» (Hamish Hamilton, 2002), μετάφραση: Γιάννης Ανδρέου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, σελ. 211).

 Το «φτωχό» ελληνικό φυσικό τοπίο λοιπόν, προκαλεί δέος και σεβασμό σ’ όσους επιθυμούν να υποβληθούν και να νοιώσουν το μεγαλείο του, την αίσθηση του υψηλού που αποπνέει. Δεν είναι έκφραση άκαμπτης ελληνικότητας αυτό, δεν είναι υπερέκταση αισθήματος ελληνικού, εθνική μεγαλοσύνη, αλλά η πραγματικότητα που προκύπτει από την αίσθηση της ελληνικής φύσης και από τη συνειδητοποίηση της ελληνικής δημιουργίας. Ιδού πως τα εννόησε αυτά ο Γερμανός διανοούμενος Ούγκο φον Χόφμανσταλ (επισκέφτηκε τη χώρα μας το έτος 1908): «Το ελληνικό τοπίο, όπως είναι σήμερα, ίσως απογοητεύει σε πρώτη ματιά. Όμως μόνο σε πρώτη ματιά. Η σημερινή Ελλάδα είναι αποψιλωμένη χώρα. Γι’ αυτό και η κάποια σκληρότητα των περιγραμμάτων, τα οποία βεβαίως περιβάλλει παιχνιδίζοντας το φως με την απαλή, πνευματώδη ζωή του. (…) Όμως το σκληρό και στεγνό αυτό τοπίο περικλείει τα στοιχεία ενός κάλλους που η μνήμη του ποτέ δε σβήνει» (Hugo von Hofmannstahl, «Στιγμές στην Ελλάδα», τίτλος πρωτοτύπου: «Gesammelte Werke in Einzelausgaben», μετάφραση: Έλενα Νούσια, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 2007, σελ. 70-71).

Το φτωχό ελληνικό τοπίο προκαλεί δέος και σεβασμό [Κρήτη 1956 (R. G. Hoegler „Griechenland“, Εκδόσεις Europa, Ζυρίχη) και Σαντορίνη 1930, αντίστοιχα].

 O Aντριέν Προυστ νωρίτερα (το έτος 1863), μιλούσε για τη δύναμη του γυμνού τοπίου της Αττικής: «Η φαλάκρωσίς της εκπλήττει το πρώτον ημάς, τα τέκνα της ευκόμου γαλατικής γης, μετ’ ολίγον όμως ανευρίσκομεν εν τη εξόχω απλότητί της θέλγητρόν τι εις το επάπειρον διαποικιλλόμενον, και ευχαρίστησιν ευγενεστέραν της προερχομένης εκ των αντιθέσεων της χώρας μας. Προσθετέον εις την γοητείαν των γραμμών το μαγικόν αποτέλεσμα του διαυγούς φωτός, απέναντι του οποίου ο καθαρός ουρανός της Νεαπόλεως δεν είναι τίποτε, και το οποίον ουδόλως σκιάζεται υπό ατμών, και εις απώτατα έτι σημεία. Εν Ελλάδι δεν υπάρχει το αόριστον εκείνο, όπερ εις τα βόρεια κλίματα συγχέει τον ουρανόν μετά της γης, ουδέ η από της σκιάς εις το φως μετάβασις είναι απότομος, φαινομένη διά γλυκυτάτου και λίαν αρμονικού χρωματισμού» (Proust Α., «Χειμερινή διατριβή εν Αθήναις», περιοδ. «Χρυσαλλίς», φυλλάδιον 1ο, 1η Ιανουαρίου 1863).

 Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος διεισδύει βαθιά και θεωρεί το ελληνικό τοπίο στη μύχια εικόνα του, που ως σπουδή στον τόπο λαμβάνεται: «Το ελληνικό τοπίο δεν είναι ο μονόλογος, που συγκινεί όσους περιορίζονται σε μια τυπική γνωριμία μαζί του. Είναι ένας ασταμάτητος διάλογος. Η θέση κ’ η αντίθεση. Η κατάφαση κ’ η άρνηση. Και το αδιάκοπο ξάφνιασμα. Ένας διάλογος πλατωνικός, που οδηγεί, στο τέλος, στη σύζευξη, την ισορρόπηση και την εναρμόνιση. Αυτό είναι το νόημα της μικρογραφίας. Κι όταν μιλούμε για μικρογραφία, δε θέλουμε, φυσικά, με τούτο να πούμε, πως ζούμε σ’ ένα τόπο στενό, περιορισμένο, που μπορείς μ΄ ένα πήδημα να τον περάσεις και να βρεθείς μακριά του. Θέλουμε να σημάνουμε την πολυμορφία του. Ένα σύμπαν σε μια σπιθαμή γης. (…) Η μικρογραφία δημιουργεί μια ψυχή, που αισθάνεται εξουσιαστική την ανάγκη της αλλαγής. Εδώ πέρα δεν υπάρχει ο απέραντος κάμπος, να ταξιδεύεις νύχτα και μέρα και να μην τελειώνει, δεν υπάρχουν τα μεγάλα ποτάμια, δεν υπάρχουν τ’ αδιάκοπα ψηλά βουνά. Τα πάντα μοιάζουν απεικάσματα… (…) Θυμούμαι την πρώτη εντύπωση, που πήρα από τα Μετέωρα, την πολιτεία των βράχων. Θα έλεγε κανείς, πως αυτές οι σταχτοπράσινες και σταχτογάλανες πέτρες, οι απερίγραπτες, ανήκουν σ’ άλλον χώρο, πως δεν είναι στη δική μας τη γη. Μια θάλασσα βράχοι, ξεκομμένοι, ορθόστητοι –και νάναι η μέρα σκυθρωπή και τα σύννεφα ν’ αρμενίζουν βαριά και πηχτά. Την ώρα που ξέσπασαν τ’ αστροπελέκια κι άρχισε να πέφτει το χοντρό νερό τής καλοκαιρινής μπόρας και τρομαγμένα να κρώζουν τα μεγάλα πουλιά με τα σκοτεινά φτερά, η ψυχή μου εγέμισεν εφιάλτες. Μα σε λίγο ήρθε το φως, μηδ’ ένα ξεφτίδι δεν απέμεινε από τη συννεφιά, άστραψε ο τόπος περίγυρα. Κ’ οι βράχοι ανέβηκαν στα μεσούρανα σαν πλασμένοι και κείνοι από φως, ανάλαφροι, αγέρινοι όλοι. Είταν μια στιγμή ευδοκίας. Και τότε μπόρεσα να το νιώσω, χωρίς αντίρρηση, τι σημαίνει εδώ πέρα, σε όλον τον τόπο, το φως. Το φως είναι η άλλη “θέση”, ένα στοιχείο, που συνταιριάζει, που αρμονίζει και που δημιουργεί την εσωτερική ενότητα του χώρου. Γιατί τότε οι βράχοι δέθηκαν με τις ολόγυρα κοιλάδες, με τον κάμπο, με το ποτάμι, με τη Θεσσαλία, με την Ελλάδα ολάκερη κ’ έγιναν ένα πρόσωπο της γης μας, ένα κατανυχτικό και αγαπημένο πρόσωπο. Το ίδιο φως είχα συναπαντήσει στη Σαντορίνη πρωτύτερα. (…) Το φως της Αττικής κατόπι. (…) Οι αρχαίοι είχαν συλλάβει το νόημα του μύθου, που είναι το ελληνικό φως. (…) Είδαν μέσα στο φως τη δύναμη της ισορροπίας. (…) Ωραΐζει και γυμνώνει το φως. Αυτή είναι η γύμνια των αρχαίων αγαλμάτων, η γύμνια που δεν ντρέπεται τον εαυτό της. Και το φως τούτο δεν περιλάμπει και δεν καταυγάζει τα υλικά. Επενεργεί πολύ βαθύτερα. Κατασταλάζει στο νου, στην ψυχή. Καταυγάζει τις ιδέες, τα αισθήματα. Μακάριος όποιος κατορθώνει ν’ ανέβει ίσαμε το ακέριο νόημα, ίσαμε το κατάφωτο πρόσωπο μιας πλάσης, καμωμένης από καθάριο στοχασμό κι άσπιλο αίσθημα, μιας άμωμης πλάσης!» (Παναγιωτόπουλος Ι. Μ., «Θέσεις και αντιθέσεις του ελληνικού τοπίου», έκδοση Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης, Αθήνα 1953, σελ. 15-24).

 Σύμφωνα δε με τον Ανδριώτη γιατρό Δημοσθένη Δελλαγραμμάτικα: «Η Ελλάδα είναι στα μέτρα του ανθρώπου. Η φυσική απειλή δεν ξεπερνά εκεί αυτό που ο άνθρωπος μπορεί να υπερνικήσει, ούτε η τραγωδία των στοιχείων αυτό που μπορεί ν’ ανθέξει διατηρώντας τη συνείδησή του» (Δελλαγραμμάτικα Δ., «Κυκλάδες», εκδόσεις Κέδρος, β΄ έκδοση, Αθήνα 1980, σελ. 56).

Να παρατηρείς, να γέμει ο οφθαλμός, το βλέμμα βαθιά να βλέπει… (Μονεμβασιά 1950).

Κάμπος π’ ακουμπά τη θάλασσα, και μια κοινωνία σε αρμονία με το φυσικό όλον, κατά τρόπο που συνεισφέρει σε αυτό, παρά το θίγει −δέστε τους ανεμόμυλους, τους φυτοφράχτες των αγρών, τις «δεμένες» με τον τόπο οικίες, το ισορροπημένο φυσικό σύνολο, που ανθρώπινο είναι! (Το λιμάνι Μανδράκι της Ρόδου στα τέλη του 19ου αιώνα).

 Τι είναι λοιπόν κείνο που κάμει τη χώρα μας ιδιαίτερη; Τι είναι κείνο που της δίνει τη μοναδικότητα της «ελληνικότητας» και την κάμει να διαποτίζεται από το παρελθόν και να πλουταίνεται στην εξέλιξή της; Στην Ελλάδα συνδυάζεται η άγρια ομορφιά των πράσινων ορεινών όγκων της ηπειρωτικής χώρας, με το ξηρό, λιτό κι άνυδρο τοπίο νησιών της (π.χ. τα νησιά του Αρχιπελάγους) και ξηροθερμικών ηπειρωτικών περιοχών της (π.χ. η Μάνη). Στην Ελλάδα θάβρεις εναλλαγές στο τοπίο, διακυμάνσεις στον τόπο, μωσαϊκά χρήσεων γης, βιοποικιλότητα, έχοντας ο τόπος ένα σύνθετο όλον. Θάβρεις τον άνθρωπο εντός, τον Έλληνα να δημιουργεί τα γύρα και να τα βιώνει. Σε αυτά ενυπάρχει μια πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, συγκροτώντας τοπία μοναδικά, για την αισθητική, ιστορική και περιβαλλοντική τους υπόσταση· τοπία που χαρακτηρίζονται με τη γενική έννοια, ως «πολιτισμικά». Το χαρακτηριζόμενο ως «παραδοσιακό ελληνικό τοπίο», αυτό της ελληνικής υπαίθρου, «αγκάλιασε» τα φυσικά και τ’ ανθρώπινα που το συγκρότησαν −το φως, τις γραμμές, τη φύση, το αρχαίο μνημείο, την ανθρώπινη κατοικία κ.λπ.−, τα οποία άρμοσαν παρά την όποια συγκρουσιακή τους υπόσταση και προσέδωσαν την εξέλιξη του χώρου, φτιάχνοντας τη συνεχή παράδοση του Έλληνα −από αυτήν που, αλί, εμείς οι σύγχρονοι αποστασιοποιηθήκαμε, γενόμενοι άχρονοι, ανέστιοι, αστόχαστοι στην εξέλιξή μας!

 Το οικιστικό τοπίο περιοχών μας, που απολαμβάνουμε ως αυθεντικό και παραδοσιακό, προέκυψε από κάποια λογική, η οποία βέβαια σήμερα δεν υφίσταται (λόγω αλλαγής των συνθηκών ζωής και των μεταβολών που επέφεραν οι σύγχρονοι καιροί), και δε γίνεται αποδεκτή ως αντίληψη ζωής από τους τεχνοκράτες που κανοναρχούν, όμως η διατήρησή του, ακέραιου ή έστω στοιχείων του, καθίσταται πολύτιμη για την περίσωση και τη συνέχιση της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου. Αυτό θα συμβεί όχι μουσειακά, αλλά ενεργά, στα πλαίσια της εξέλιξης του τόπου, με τα στοιχεία του παρελθόντος ν’ αποτελούν ζωντανές αξίες στο σήμερα, συμμετέχοντας στο γίγνεσθαι του τόπου. Ο Έλληνας βέβαια, δεν αποδείχθηκε πολύ συνεπής σ’ αυτό το σκοπό −τον οποίο εξάλλου τις τελευταίες δεκαετίες ενέταξε στην αντίληψή του−, εάν αναλογιστούμε ότι από τους 11.700 περίπου οικισμούς της χώρας, μόλις 2.200 κατόρθωσαν να διατηρήσουν την παραδοσιακή τους μορφή ή κάποια στοιχεία από αυτήν −η δε Αθήνα, στα πλαίσια της ανοικοδόμησής της, κατέστρεψε το νεοκλασικό παρελθόν που μόλις πριν κάποιες δεκαετίες οικοδόμησε, για τη χαώδη εξέλιξή της!..

Οικισμοί «σφιχτοί», κλειστοί, για να ικανοποιούν την ανθρώπινη ανάγκη της επαφής, της άμυνας, του δεσμού (Σαμοθράκη 1893, Σκύρος προπολεμικά, Δελφοί 1930, Βάθεια Μάνης σήμερα, αντίστοιχα).

 Ο τρόπος διαμόρφωσης του παραδοσιακού στηρίχθηκε σε αρχές και σε ανάγκες, που η ανάλυσή τους κατά την ερμηνεία του τόπου καταδεικνύει τη σοφία του λαού, την οποία ως σύγχρονοι δεν πρέπει ν’ αποβάλλουμε −που, αλί, το κάνουμε ακολουθώντας αλλότριες πρακτικές και τρόπους πραγωγής του σύγχρονου γίγνεσθαι! Στη Σαντορίνη, έτσι, συναντάς χυτούς θόλους στα σπίτια, γιατί εκεί έλειπε το ξύλο, αλλά ήταν σ’ αφθονία η θηραϊκή γη. Στα νησιά του Αιγαίου συναντάς τα δώματα στα σπίτια, διότι έπρεπε επί αυτών να συντηρούνται στέρνες, για να συγκεντρώνεται το νερό της βροχής, αφού στα εν λόγω νησιά υπήρχε μεγάλη έλλειψη νερού. Στα νησιά τούτα ο ασβέστης ήταν άφθονος, γι’ αυτό και το άσπρο των σπιτιών, κάτι που δε συνέβαινε σε άλλα νησιά, όπως π.χ. στη Λήμνο, όπου εκεί έλειπε ο ασβέστης. Στην ηπειρωτική Ελλάδα αντίθετα, η ανάγκη απομάκρυνσης του νερού της βροχής ή του χιονιού από τα σπίτια, οδήγησε στη δημιουργία της ξύλινης στέγης, με κεραμίδια ή σχιστόπλακες. Στα νησιά του Αιγαίου επίσης, όπου ο κίνδυνος των πειρατών ήταν συνεχής, τα σπίτια χτίζονταν κολλητά το ένα με το άλλο, έτσι ώστε, λόγω και των κλίσεων του εδάφους, η αυλή του ενός, ν’ αποτελεί δώμα του άλλου, για νάν’ ευκολότερη η διαφυγή, όταν δημιουργούνταν κίνδυνος πειρατικών επιδρομών. Ενώ στη Μάνη, οι διαμάχες των φατριών, επέβαλλαν την κατασκευή σπιτιών-πύργων, που θ’ άντεχαν στις επιθέσεις των αντιπάλων.

 Γενικώς, κάθε έκφραση οικιστικής δημιουργίας στις περιοχές της Ελλάδας, προέκυπτε βάσει των ιδιαιτεροτήτων των περιοχών αυτών και των κοινωνικών απαιτήσεων που υπήρχαν, όμως η όλη συγκρότηση επήλθε μες το ιδιαίτερο περιβάλλον του μεσογειακού γεωγραφικού χώρου, γεγονός που επέβαλλε στη δημιουργία την ύπαρξη κοινών κωδίκων γι’ όλες τις χώρες της Μεσογείου. Όλη η ιστορία των τόπων εμπεριέχεται στο τοπίο τους, που αποτελεί εν ανοικτό βιβλίο, όχι απλά διδαχής, αλλά κι ερμηνείας των τόπων. Αρκεί το λοιπόν να το ανοίξεις, για να ιδείς ότι δε βλέπεις με τη ματιά, και που συνήθως το προσπερνάς, και να κινηθείς λογισμένος για τη συνέχεια. Η σημασία του αποδείχνει την αξία του, που αφορά στην υπόσταση του Έλληνα και της χώρας του· γι’ αυτό και δεν πρέπει να καταστρέφεται το τοπίο της χώρας ή αστόχαστα ο Έλληνας να ενεργεί θίγοντάς το, διότι έτσι χάνονται τα δεδομένα της ιστορίας του, οι πηγές του, τα θέμελά του, οι αξίες του, που συγκροτούν την υπόστασή του!

Το μεγαλείο της Ελλάδας: η απλότητά της −προς θεού, μην τη χαλάσουμε κάμοντάς την σύνθετη!.. [«Μπονάτσα στο Τρίκκερι», δεκαετία του 1960 (του βολιώτη φωτογράφου Ζήμερη), Λευκάδα 1928, Κέρκυρα αρχές του 20ου αιώνα, Σκιάθος δεκαετία του 1960, αντίστοιχα].

 Το σημερινό αστικό ελληνικό τοπίο είναι χαώδες, διέπεται από αναρχία κι ασυδοσία, προκαλεί την αισθητική μας και μας ταράζει −θα ισχυριζόμασταν ότι υποσυνείδητα μας τρομάζει, αλλά έχουμε καταστεί εξαρτημένοι από το σύστημα προαγωγής/παραγωγής του κι αναμασούμε τον τρόμο μας βαυκαλιζόμενοι!.. Η ελληνική πόλη, ως «ανέστια» διάβηκε ατραπούς σύγχυσης κι αποπροσανατολισμού, μιμούμενη σύγχρονα πρότυπα τυποποιημένης κακής αρχιτεκτονικής, καταστρέφοντας το όμορφο που αρχικά δημιουργήθηκε· μην κατορθώνοντας μολοντούτο να το υποκαταστήσει με κάτι εξίσου όμορφο και λειτουργικά ορθό, που θα έκανε το μέλλον της πόλης ευοίωνο. Το παράδειγμα της Αθήνας είναι δηλωτικό. Πόλη χωρίς φυσιογνωμία, χωρίς συνοχή, το χάος απλώνεται μες στο χαρισματικό λεκανοπέδιο και το καταστρέφει. Ήδη από το έτος 1956 ο Αριστομένης Προβελέγγιος είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που ονομάζεται «σύγχρονη Αθήνα». Έλεγε τότε: «Σήμερα, 125 χρόνια μετά την απόπειρα εκείνη της δημιουργίας των Νέων Αθηνών, φθάσαμε σε μια πόλη 1.200.000 ή 1.500.000 ανθρώπων, που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το τοπίο και σε απόλυτη ρήξη με την παράδοση. Η ενότητα του τοπίου καταστράφηκε, η κλίμακα ανατράπηκε, το ανάγλυφο καθαιρέθηκε ή αγνοήθηκε. (…) Με την άμορφη, την τεράστια, πλαδαρή και άρρωστη ανάπτυξή της, η Αθήνα όχι μόνο κατέστρεψε τη γύρω φύση, της οποίας στερήθηκε και τη φυσιολογική επίδραση και τα προϊόντα, αλλά και με τις γύρω βουνοσειρές έρχεται σε αντίθεση κλίμακας και τους αφαιρεί την άλλοτε επιβολή και το ρόλο. Η χωρίς σκελετό και μορφή χαώδης πρωτεύουσα, αντιφατική προς το περιβάλλον της, γίνεται οδηγός και παράδειγμα δυσαρμονίας για όλη τη χώρα και διαρρηγνύει κάθε σχέση με την ελληνική παράδοση της λογικής και του μέτρου» (από ομιλία στη συνάντηση της Επιτροπής Τοπίου και Πόλεων στην αίθουσα του ΤΕΕ, το Σεπτέμβριο του 1956, σελ. 23).

 Είναι χαρακτηριστική η άποψη του σημαντικού σύγχρονου Πορτογάλου αρχιτέκτονα Αλβάρο Σίζα για την Αθήνα: «Ναι, είναι χαοτική. Αυτό όμως συμβαίνει οπουδήποτε δεν υπάρχουν ή δεν εφαρμόζονται οι νόμοι. Την πρώτη φορά που ήρθα στην Ελλάδα, το 1977, εντυπωσιάστηκα με τα πανωσηκώματα. Δεν τα είχα ξαναδεί πουθενά». Και συμπληρώνει: «Το καλό της Ισπανίας, σε σχέση με την Ελλάδα και την Πορτογαλία, φαίνεται αν πετάξει κανείς πάνω από τα εδάφη της με αεροπλάνο. Τότε θα καταλάβει ότι οι οικισμοί είναι περιχαρακωμένοι και δεν υπάρχει άναρχη δόμηση, με σπίτια σε ζώνες φυσικού κάλλους ή δάση». Είναι, επίσης, ενδιαφέρουσα η άποψη του συγκεκριμένου αρχιτέκτονα για το ρόλο των κτιρίων στους χώρους όπου εγκαθίστανται: «Τα κτίρια είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αστικού ιστού. Οφείλουν να εναρμονίζονται, να συνδιαλέγονται με το τοπίο που τα περιβάλλει, όχι να έχουν εγωκεντρικό, αλαζονικό χαρακτήρα» (από συνέντευξη του Αλβάρο Σίζα, που δημοσιεύθηκε  στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», στο φύλλο 1ης-4-2007).

Μερική άποψη των Αθηνών το διάστημα 1850-1869 (φωτογράφος: Δημήτριος Κωνσταντίνου). Εστιάζουμε στον εξωαστικό ακόμη γυμνό λόφο του Λυκαβηττού και σημειώνουμε το τειχισμένο κτήμα που ανέβαινε στο λόφο, ενώ έχασκε σε αυτόν και το λατομείο του αρχιτέκτονα Κλεάνθη, ο οποίος πώλησε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματά του στο ελληνικό κράτος. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι λόφοι της πρωτεύουσας διεκδικούνταν από φερόμενους ιδιοκτήτες κι επιζητούνταν για αξιοποίηση, ενώ η διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα τους ως φυσικού στοιχείου της πόλης επιτεύχθηκε με τη φύτευσή τους κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα από τη δασική υπηρεσία, με πρωτουργούς τους δασολόγους Παναγή Βαλσαμάκη και Κωνσταντίνο Σάμιο −ένα κεφαλαιώδες έργο για τη λειτουργία της πόλης, που, αλί, ποτέ δεν αναγνωρίστηκε!

Γκρέμισμα νεοκλασικού σπιτιού στην Αθήνα κατά τη δεκαετία του 1950, σε μια πόλη που εκσυγχρονίζεται! Το χάσιμο της πόλης αυτής, που δημιουργήθηκε μόλις μισό αιώνα πριν κι είχε συγκεκριμένη φυσιογνωμία, κατά το νεοκλασικό πρότυπο, που θεωρήθη συνυφασμένο με το κλασικό παρελθόν της, αποτέλεσε μεγάλη απώλεια και διαμόρφωσε ένα δυσαναπλήρωτο κενό για τη συνέχειά της. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως της θετικής ή μη άποψης περί της φυσιογνωμίας ταύτης, διαμορφώθηκε και συντηρήθηκε ένα αστικό προφίλ και μια προσωπικότητα πόλης, που τη χαρακτήριζε και την ιδιαιτεροποιούσε. Καθότι η Αθήνα, ως νέα πόλη, είχε το προνόμιο ότι συγκροτήθηκε εξ ολοκλήρου κατά το συγκεκριμένο πρότυπο, έχοντας μια νεοκλασική ολότητα. Διατηρώντας την με αυτό το πρόσωπο, ή έστω σε βασικά κελύφη της, της δινόταν ένας αξιακός προσδιορισμός για να θεωρείται και ν’ αξιολογείται σύμφωνα με τα ποιοτικά standards της old town πόλης −κάτι αντίστοιχο με το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Μαδρίτη, την Πράγα κ.ά. πόλεις, που κράτησαν το παλιό τους στοιχείο και σήμερα είναι επισκέψιμοι προορισμοί για το λόγο αυτό. Το λάθος στην εξέλιξη της Αθήνας είναι ότι ταύτισε τον εκσυγχρονισμό της με την κατεδάφιση, κάτι που δε συνέβη σε άλλες σημαντικές ευρωπαϊκές πόλεις οπού ο εκσυγχρονισμός συνδυάστηκε με την κτιριακή αναπαλαίωση και την αναβάθμιση της παλιάς πόλης. Έτσι καταλήξαμε στη σημερινή χαώδη, απρόσωπη κι αβίωτη πόλη, σε μια πόλη χωρίς χαρακτήρα· αόριστη…

 Η αστική ή η «αξιοποιημένη» Ελλάδα («…δεν απόμεινε παρ’ η κατώτερη μορφή σχέσης με τη Φύση, η εκμετάλλευση!», είχε πει πικρά συμπεραίνοντας ο Δημήτρης Πικιώνης), αποτελεί –σε πολλές, αν όχι στις περισσότερες των περιπτώσεων– πληγή για το ελληνικό τοπίο. Δέστε την άναρχη, τη σκόρπια και την αυθαίρετη δόμηση, που κυριαρχεί στον ελληνικό χώρο και χαλνά το τοπίο, το καταστρέφει διαγράφοντας την ιστορία του τόπου, ξεθεμελιώνοντάς τον και σκορπίζοντάς τον, αφού δεν υπολογίζονται οι γραμμές των λόφων, τα στοιχεία του φυσικού και παραδοσιακού περιβάλλοντος (οι ξερολιθιές, οι πετρότοιχοι, οι παραδοσιακές καλλιέργειες κ.ά.), κι αποκρύβονται ή εξαφανίζονται οι όμορφες προοπτικές, οι γραμμές του ορίζοντα κ.λπ. Όλα αυτά καταστρέφουν την αρμονία του συνόλου, την τάξη, το χρώμα, υποβαθμίζουν κι ατονίζουν το ελληνικό φως, κάμουν το τοπίο φτηνό, αναιμικό, γκρίζο. Η άλλη δε πληγή μας, ο σωτήριος τουρισμός!.., επιβλήθηκε στο ελληνικό τοπίο, το εκμεταλλεύθηκε (!), σε πολλές περιπτώσεις το κατέστρεψε. Ο τουρισμός, όχι λίγες φορές υποβάθμισε ελληνικά τοπία κι αλλοίωσε την αισθητική του ελληνικού χώρου, μετατρέποντας το μοναδικό ελληνικό περιβάλλον σε πεδίο εμπορευματοποίησης και δράσεων πλουτισμού. Το αστόχαστο των πρακτικών αυτών όμως είναι έκδηλο, κι ας μη φαίνεται, αφού χωρίς το τοπίο που θέλγει, αφού θα τόχεις καταστρέψει, πώς θα οικοδομήσεις τον τουρισμό που επενδύει στο τοπίο;

 Ιδού πως αντιμετώπιζε στα μέσα της δεκαετίας του 1930 η Δασική Υπηρεσία τα δασικά τοπία (οι προθέσεις φαίνονταν αγνές, άλλο πως ήλθαν κατόπιν τα πράματα και ο τουρισμός επέβαλλε κριτήρια καθαρώς οικονομικά-επιχειρηματικά στη σχέση του με το ελληνικό περιβάλλον): «Η Υπηρεσία της Δασικής Προπαγάνδας εν τη επιθυμία της όπως υποβοηθεί εκάστοτε κατά το δυνατόν το έργον τού Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και να συνεισφέρει και αύτη εις τη διαφήμησιν του Ελληνικού Τοπείου και την ανάπτυξιν Δασικού Τουρισμού, παρακαλεί τους εκ των Δασικών υπαλλήλων ερασιτέχνας Φωτογράφους ή τους οπωσδήποτε κατέχοντας φωτογραφίας Τοπείων, ίνα αποστέλλωσιν εκάστοτε οι δυνάμενοι εκ τούτων ανά εν αντίτυπον των κατεχομένων ή λαμβανομένων παρ’ αυτών φωτογραφιών, του ως κάτωθι περιεχομένου, οίον δασικών συστάδων, ομάδων ή μεμονωμένων ή ιστορικών δένδρων, ορέων, ποταμών, λοιπών τοπείων: Υδροπροιόνων, Μονών, Σανατορίων και οιασδήποτε άλλης φωτογραφίας φυσιολατρικού ενδιαφέροντος» (Υπουργείο Γεωργίας, «Βασικαί εγκύκλιοι διαταγαί και οδηγίαι περί Δασικής Προπαγάνδας και Αναδασώσεων (μέχρι τέλους 1933)», Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα 1934).

Διαφημιστική καταχώρηση της δασικής υπηρεσίας για την προστασία των τουριστικών τοπίων της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

 Σύμφωνα με τη Διακήρυξη της Κεφαλονιάς (προέκυψε από επιστημονικό συμπόσιο που πραγματοποιήθηκε στην Κεφαλονιά το Νοέμβρη του 2007), που αναφέρεται στην προστασία κι ανάδειξη του ελληνικού και μεσογειακού τοπίου, σήμερα, με τους μείζονες περιβαλλοντικούς και πολιτιστικούς κινδύνους να βρίσκονται σε εξέλιξη, η υπόθεση του τοπίου δεν αποτελεί περιττή πολυτέλεια, αλλά ζήτημα μεγάλης προτεραιότητας για την αειφόρο ανάπτυξη, την ιστορική ταυτότητα ενός τόπου και την ποιότητα ζωής των πολιτών. Αποτελεί ανάγκη, προκύπτουσα από οριακότητες που τα ανθρώπινα λάθη δημιούργησαν.

 Υπάρχει όμως και η άλλη Ελλάδα, η ύπαιθρος ελληνική γη, η «Ύπαιθρος Χώρα», όπως όμορφα την αποκαλούσε ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος (χαρακτηρισμός που προέκυψε από τη συγκρότηση της πόλης-κράτους των αρχαίων Ελλήνων, που ονόμαζαν έτσι την έξω από τα τείχη της πόλης αγροτική περιοχή που ανήκε στην πόλη), οπού εκεί, στους τόπους όπου ακόμα η δημιουργία δεν υποκαταστάθηκε από την αξιοποίηση, η Ελλάδα πάλλεται από ζωή. Εκεί ζεις σ’ έναν άλλον κόσμο, έχεις άλλην προοπτική. Εκεί συναντάς ποικιλότητα φυσικών τοπίων που χαρίζει στη χώρα ποικιλομορφία, χάρη, βιοποικιλότητα μοναδική. Εκεί νοιώθεις τον παλμό της ολοζωής να γέμει το σύμπαν και να πλουταίνει τον τόπο. Τι κι αν είναι ταπεινό το χαμομηλάκι, τι κι αν δρόμος δε φτάνει εκεί! Αρκεί που χαλί ανθοφόρο καλύπτει τη γη, αρκεί που η φύση σε καλεί να την περπατήσεις και να πονηθείς μαζί της. Αρκεί που νοιώθεις το «ευ» να σε κινεί, κι όχι το «αγάντα» ή το «αλί» της κοντοζωής!

 Κείνο δε που κάμει την Ελλάδα ακόμη πιο σημαντική −και που συνήθως παραβλέπεται− είναι το ελληνικό φως. Αυτό συνδυάζεται εκπληκτικά με την εικόνα, με τη φύση και το περιβάλλον της, αυτό δίνει δύναμη στη σκιά, την τόσο σημαντική για την ανάδειξη των τοπίων της· η οποία έτσι καθίσταται μέρος της σκηνικά ζωντανής δημιουργίας. Δεν είναι,  στην τέτοια της θεώρηση, η σκιά ύλη σκοτεινή, δεν είναι άυλη ύπαρξη, μα σώμα με ψυχή πάλλεται, δονείται από ζωή, από τη δημιουργική ενέργεια του ανθρώπου, από την ενέργεια του μητρικού στοιχείου. Έλεγε χαρακτηριστικά ο Ούγκο φον Χόφμανσταλ: «Τίποτε δυσκολότερο από το να μαντέψει κανείς σ’ αυτό το τοπίο (το ελληνικό) αν μια μορφή βρίσκεται κοντά ή μακριά. Το φως την καθιστά ευκρινή και συνάμα την πνευματοποιεί, την κάνει πνοή» (Hugo von Hofmannstahl, «Στιγμές στην Ελλάδα», τίτλος πρωτοτύπου: «Gesammelte Werke in Einzelausgaben», μετάφραση: Έλενα Νούσια, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 2007, σελ. 64).

Το ελληνικό φως, που ζωντανεύει τον τόπο και τον κάμει να λάμπει! −δέστε το στο προσήλιο του οικισμού της Σκοπέλου (η Σκόπελος τη δεκαετία του 1960 σε φωτογραφία το λαρισαίου φωτογράφου Τάκη Τλούπα).

 Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος προχωρά στη χρήσιμη διάκριση του ελληνικού φωτός από τον ελληνικό ήλιο, επισημαίνοντας την ειδοποιό διαφορά τους: «Είπαμε το φως. Και θα πρέπει τώρα να τολμήσουμε το ξεχώρισμα ανάμεσα στο φως και στον ήλιο. Πολλοί υμνούν το ελληνικό καλοκαίρι. Βλέπουν το φως και ξεχνούν τον ήλιο. Ο ήλιος έρχεται από την Αφρική, έτσι φαίνεται, είναι πειρατής…, ένας κάθετος ήλιος που αποσυνθέτει. (…) Ο ήλιος πυρακτώνει τα πάντα. Δεν είναι ο Απόλλωνας πια (ο θεός του φωτός κατά τους αρχαίους Έλληνες). Είναι ο Ήφαιστος. Κ’ επιτέλους, εκείνος σφυροκοπούσε το σίδερο, όχι τους ανθρώπους, στ’ αμόνι του! Ευτύχημα είναι, που είμαστε λαός επιδεκτικός σε παραισθήσεις, ένας λαός που ζει με την όραση. Έτσι μπορούμε να μιλούμε με θαυμασμό για το ελληνικό καλοκαίρι. Συμμαζώνουμε το κορμί μας, το νου μας στα μάτια, και μεταφράζουμε τη χαρά του ματιού σε καθολικότερη ευφροσύνη» (Παναγιωτόπουλου Ι. Μ., «Θέσεις και αντιθέσεις του ελληνικού τοπίου», έκδοση Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης, Αθήνα 1953, σελ. 24-25).

 Το ελληνικό φυσικό τοπίο, μ’ όλα κείνα τα ιδιαίτερα στοιχεία που το συνθέτουν, χαρακτηρίζεται από υψηλή αισθητική κι οικολογική αξία. Μα και από ιστορική, η οποία δημιουργεί την υπέρβαση. Στον κάθε τόπο, στο κάθε περιβάλλον βλέπεις-νοιώθεις πρόσωπα, εικόνες, πατήματα. Τούτο είναι αληθινά μεγαλειώδες. Είναι σημαντικό τούτο να συνειδητοποιηθεί: ότι εμείς οι Έλληνες δε διαχειριζόμαστε περιβάλλοντα χωρίς όνομα, χωρίς ιστορία, αλλά περιβάλλοντα ονοματισμένα και θεωρημένα στο πλαίσιο γεγονότων, στιγμών, εποχών και καταστάσεων, κοινωνικών προσφορών και ιστορικών συνειδήσεων −βαριά η σκέπη τους! Τουλάχιστον ως προς αυτό πρέπει να τα σεβαστούμε: για την ιστορία τους κι εντέλει για την υπόστασή μας! Γιατί στην Ελλάδα μιλούν οι τόποι της, που έχουν όνομα και ψυχή. Μα και κάτι άλλο, όχι βαρύτερο, αλλά πιότερο: το ελληνικό −φυσικό κατά βάσιν− τοπίο κλείει ταυτόχρονα και μιαν ποιητικότητα, που αν το θελήσεις, δεν είναι δύσκολο να την ανακαλύψεις στην ξέχυλη λυρικότητα κι απλοσύνη του. Στους σύγχρονους απόλυτους καιρούς όμως, το ποιητικό αγνοείται ή δε γίνεται σεβαστό, κι είναι πολλές οι περιπτώσεις που δεν αποκαλύπτεται καν η ποιητικότητα τόπων μας. Ο αισθητικός Στέλιος Τσαπάρας μιλά για τη δυνατότητα του ελληνικού τοπίου να κατακτά μέσα από τη λυρικότητά του, από τη συναισθηματική και πνευματική του δύναμη. Λέγει: «Μα αυτός ο Ελλαδικός χώρος είναι αχόρταγος, έχει ορμή ερωτική, είναι μεγάλος και αδίστακτος. Αν αφεθεί κανείς, τον μάγεψε, του πήρε τα μυαλά, τον καταβρόχθισε» (Τσαπάρα Στ., «Μέσα στο λευκό πουκάμισο», www.greekarchitects.gr, σελίδα: Συσχετισμοί ζωής, τελευταία πρόσβαση: 26-9-2007).

Τοπίο φιλοσοφημένο, δομημένο σύμφωνα με την ανθρώπινη ανάγκη [Κάρυστος 1950 (Βούλα Παπαϊωάννου) και Σίφνος δεκαετία του 1960, αντίστοιχα).

 Με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο κλείνουμε, με τον οποίο αρχίσαμε, κρατώντας τα λόγια του ως τον επίλογο που αρμόζει στοχαζόμενοι για στο ελληνικό τοπίο −τίποτα παραπάνω δεν ημπορεί να ειπωθεί από τα μεγάλα αυτά λόγια: «Μακαρίζω τον ολόλαμπρο ήλιο του αγροτικού φθινοπώρου, που υπήρξε βοηθός και σκεπαστής στο απαράμιλλο τούτο κομμάτι τής οδοιπορίας μου (σημείωση: το ταξίδι του αφορά στην Ηλεία). Μακαρίζω την ολόλαμπρη θάλασσα του Ιονίου, που ακτινοβόλησε στα λαίμαργα μάτια μου όλους τους θησαυρούς των μαρμαρυγών της. Μακαρίζω και τη γη που ανέβασε ίσαμε την ύπαρξή μου την πράσινη συμφωνία των δέντρων, των θάμνων και των λουλουδιών της. Μ’ έκαμαν να αισθανθώ άλλη μια φορά πόσο μεγάλο και πολύτιμο πράγμα είναι το ελληνικό ταξίδι, πόση απέραντη ευγνωμοσύνη χρωστάμε σ’ αυτή την πολυφημισμένη διαύγεια, στο μαλακό και κατάχρυσο φως, στην πλαστική ευγραμμία τού εδάφους, σε ότι ελληνικότερο υπάρχει στην Ελλάδα. Και συλλογίστηκα, πως η ζωή είναι πραγματικά ένα μεγάλο αγαθό και πρώτο, όταν έχει τη δύναμη κανείς να μη τη φθείρει σε άσκοπες φροντίδες κι όταν μπορεί με πλούσια διεισδυτική ικανότητα να ξεχωρίζει το ουσιώδες από το επουσιώδες, το χρήσιμο από το περιττό. Δεν καταλαβαίνω ποιες στιγμές πρέπει να είναι χρησιμότερες από τις στιγμές που γεμίζουν τη φτωχή ύπαρξή μας μακαριότητα και αγνότητα και ευγένεια, από τις στιγμές που λουσμένοι στο πράο φως της αυγής και σκορπισμένοι μέσα στην οπτασία μιας ειρηνικής και καταγάλανης θάλασσας αισθανόμαστε, πως φυτρώνουν φτερά στο πεζότατο και κουρασμένο κορμί μας» (Παναγιωτόπουλος Ι. Μ., «Θέσεις και αντιθέσεις του ελληνικού τοπίου», έκδοση Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης, Αθήνα 1953, σελ. 22).

Tου Αντώνιου Β. Καπετάνιου

(οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του συγγραφέα)

.

.

.

.

,

,

,

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: ,

Απάντηση

No announcement available or all announcement expired.
Αρέσει σε %d bloggers: