Advertisements

Ήταν που λέτε μια φορά…

.


«Φύγατε κ’ εσείς αγύριστα,
χρυσοπλάστες της Ιδέας, ώ Μύθοι!
Τυφλοί νόμοι στ’ άδεια Απέραντα
σπρώχνουν πύρινων αβύσσων πλήθη»

(«Ο στοχασμός των τελευταίων ανθρώπων», Κωστής Παλαμάς)

Ήταν αμάχη η εποχή. Κι ήταν, στους καιρούς κείνους, της συνείδησης, η αλληλενέργεια μια συναρμογή για το όλον, εν πάλαιμα για το ήθελον και το πρέπον. Τα σύμβολα γένονταν σταυροί και μάχονταν γι’ αυτά υπάρξεις περιούσιες, που ένοιωθαν την κούραση λίγη μπρος στους κόπους για τις ευγένειες της ζωής. Το αναπαλλοτρίωτο της σχέσης τους με τη γη −η εισπνοή του νιοσκαμμένου χώματος ή το μερίδι στο στήσιμο της ‘κλησιάς, η μόχτα του θερισμού ή η μεταλαβή του ιδιότροπου τόπου−, κάμαν τη ζωή να στέργει, ολόβολη και χλοϊσμένη να γένεται· και πλατυτέρα του μύθου φαίνουνταν η ζωή. Γι’ αυτό και με ιστορίες μιλούσαν οι παλιοί για το βίο τους, ωσά να παραμυθούσαν, καθώς, ακαταπόνητη φαίνουνταν η τόση τους ζωή στη φτόρα λιγοσύνη!

Ο βίος ιστορούνταν γιατί είχε πνοή, κι αξία, και ιδέα, κι οράματα· κι έπρεπε ως μύθος να κρατηθεί, ως τ’ όμορφο παραμύθι της ζήσης. Κίνα, το λοιπόν, ανέμη του παραμυθιού και ιστόρησέ μας βίους αλλοτινούς· πες μας για τις αγιές γυναίκες της γης, σε κάποια ελληνική ηπειρωτική γωνιά, που κάμαν θάματα με τη θέλησή τους και την «αντρειοσύνη τους». Πες μας τι εγίνη στ’ ωραιούλι χωριουδάκι του λόφου, οπού μάνες στήσανε ‘κλησιά…

Ήταν μήνας θεριστής, Ιούνης. Οι καμπάνες χτύπησαν απότομα την αυγή, χωρίς θρησκευτική αιτία, μα ήταν προγραμματισμένες γι’ αυτό. Είχαν σήμαντρη χτυπισιά κι ένα ρυθμό παιάνα, για να εγείρει τους ανθρώπους του χωριού στην προσπάθεια. Είχε από καιρό συμφωνηθεί ότι το πρωϊνό κείνο του Ιούνη θάρχιζε το στήσιμο νιας ‘κλησιάς του Αγιού του δάσου, του Πατήρ Κοσμά. Θα χτιζόταν στην εμπασιά του οικισμού, σε χωράφι κοινό, για νάν’ έπαφη με το δάσος, κει πούσμιγε το φυσικό της πλάσης με τον τόπο των ανθρώπων. Έτσι θα δένεται ο άγιος με αυτό που τόσο αγάπησε, τη φύση, και θα μπορεί το πνέμα του να πλανιέται στη χλωρασιά του τόπου, δίνοντας σ’ αυτόν αγιό ανασασμό.

Το ανθρώπινο κείνο κοπάδι, το βιβλικό στη μορφή του, τ’ οδηγούσε γέρος παπάς και πίσω ακολουθούσε περίεργος συρμός, κατά βάσιν γυναικών. Κάποια εφηβικά παιδιά και πέντε-έξι ξωμερίτες, που κατείχαν την τέχνη τη μαστορική −μισό ισνάφι, που φαίνεται νάταν οι μόνοι που είχαν σχέση επαγγελματική με το ανθρωπολόϊ−, συμπλήρωναν  το θηλυκό βόο, από τον οποίο έλειπαν οι άντρες! Αυτοί είχαν από καιρό φύγει και πάλευαν σε πέλαα, καθώς ναύτικοι γίνηκαν από ξωμάχοι του μέσα τόπου, κι έκτοτε παρέμειναν τέτοιοι, γιατί τους γλύκανε η θάλασσα και δε ημπορούσαν μακριά της. Απέμειναν, το λοιπόν, οπίσω οι γυναίκες, που μαζί με τα παιδιά και τους γερόντους, κράτησαν τον τόπο, στεκάμενες με αντρειά.

Σε μια τους συνέλευση, από κείνες τις Λυσιστράτειες, τις επαναστατικές, οπού οι γηραιοί και οι νιοί αρσενικοί δεν είχαν λόγο, αποφασίστηκε να υλοποιηθεί το τάμα. Είπαν: «Φτάνει πια, δεν πάει άλλο. Αυτό που τάξαν οι πρόγονοί μας στον Άγιο, να του φτιάξουν ‘κλησιά κει που φύτεψε δέντρο αγιασμένο, ζητώντας να κάμουν δάσο το γύρω τόπο με φυτέματα δικά τους, μεις θα το πράξουμε. Θα του στήσουμε ‘κλησιά με δέντρο της αυλής της αυτό του Αγίου, δίπλα στο δάσο που φτιάχτηκε με την προτροπή του. Ας ξεχνούν οι άντρες μας το τάμα· μεις θα το τιμήσουμε…» Και ξεκίνησαν, κείνο το γλυκό πρωϊνό του Ιούνη πριν τον καταστροφικό δεύτερο πόλεμο, για τον ιερό σκοπό…

Στην αρχή συγκεντρώθηκαν στο χώρο της θεμελίωσης, κι αφού χάραξαν στη γης το σύνορο της ‘κλησιάς, κατόπιν έστησαν στο μέσο της ξύλινο σταυρό κι ομπρός του λειτουργήθηκαν. Ο σεβάσμιος παπάς, παππούλης πα στο ευαγγέλιο, ομοίαζε ωσά τον Αγιό, για τον οποίο εγέρθηκαν: λιτός, ασκητικός, ταπεινός, με χιονάτο γένι και κολλημένη στο σκέλετο σάρκα, όλος καλοσύνη και ταπεινοσύνη −λες κι από τη μοίρα διαλέχτηκε για ιερή αποστολή, νάν’ ο Πατήρ Κοσμάς που βλογά το ποίμνιό του.

Και σα με αγαλλίαση ειδώθηκαν, σταυροκοπήθηκαν κι αλλοφιλήθηκαν, έχοντας αλαφρή καρδιά από την ταπεινότη της στιγμής, και περίσσιο κουράγιο από το ψήλος της Ιδέας. Είδες τότες, τις λεπτές γυναικείες φιγούρες να ορθώνονται, αντρίτισσες να γένονται και με θωριά γιγαντική να στήνονται στο ρόλο τους. Με κίνηση αποφασιστική, ζεύτηκαν λουριά, που λαιμαριά φτιάχναν με αυτά στ’ αλόγατα, και κίνησαν άφορτες το ανηφορικό μονοπάτι για το βουνό, μ’ έναν κασμά στο χέρι να βαραίνει τις περσότερες, και με βαριοπούλες στον ώμο τις δυνατότερες. Πήγαιναν η μία πίσω από την άλλη, αργά, με βήμα ίδιο, του ρυθμού, για να μην τις κουράσει η διαδρομή και σπαταλήσουν τις πολύτιμες δυνάμεις που χρειάζονταν για τα επόμενα. Προορίζονταν για κει οπού ο τόπος σκληραίνει και γένεται πετρένιος. Στο παλιό νταμάρι θα κατέληγαν, που παλιά δημιουργήθηκε για το δρόμο του χωριού, όπου θάβρισκαν πέτρα πολύ και καλή για την ‘κλησιά τους, από εκείνην την άσπρη, την ασβεστένια, που λάμπει στο γήλιο και κάμει αστραφτερό το δημιούργημα −να ολοφωτά!

Κι ήταν θεέ μου, αλήθεια, να ριγάς πώβλεπες γυναίκες διάφανες, αέρινες, χλοοφόρες, που στη στράτα πορσελάνινες θα ‘μοιαζαν, κόρες ολόδροσες, ν’ αποθηριώνονται με δεξιοσύνη και να ζαλώνονται φορτίο μεγαλύτερο του ίσκιου τους, πέτρα βαρύτερη του βάρους τους, που σύμπας τις έκρυβε και τις έκαμε να λιγούν, σκυμμένα να πάγουν, με κουράγιο θεριού. Τις έβλεπες να κινούν καταμποστρά, στο στριφτό κατήφορο με τις φαγωσιές, που ‘πρεπε να τις υπολογίζουν για μη σωριαστούν και γίνει η πέτρα, ταφόπετρα πάνω τους, αποφεύγοντας ταυτόχρονα της φύσης τα μπόδια (τ’ αγκαθόφυλλα με τους σκληρούς κλάδους, πώσχιζαν ως μαχαίρια, τις αυχμηρές γωνιές των βράχων, που δε πελεκήθηκαν στο γρήγορο χάραγμα του μονοπατιού, τις ταραγμένες οχέντρες, που σούρνωνταν ακράτητες κ.ά.) Σκυφτές, με κρατητή ανέσα και βλέμμα μόνο κάτου, κατέβαιναν το δρομί με συνείδηση θρησκευτική. Κι έλεες: την προσκυνούν τη γης, διπλούμενες στην ιερότητά της, με το φορτίο της δημιουργίας πα τους, γιατί έτσι το θέλει ο συμβολισμός της στιγμής· κι έχει αξία να εννοηθεί με την προβολή του σώματος στη γης!

Η βαριοπούλα κτυπούσε με πείσμα στη πέτρινη γης κι έβγαζε σπίθες το σφύριο άγγιγμα, κάμοντας φοβερική τη στιγμή του κτύπου, όταν η σφήνα άνοιγε το βράχο και το όλον γένονταν χώρια κομμάτια. Ήξερε η τρομερή γυναίκα την ανατομία της γης, ήξερε να βρίσκει το νεύρο της πέτρας και να τη σπα σκορπώντας την. Δεν είχε φόβο για την ενέργειά της, μα μια σιγουριά, που οι τρίτοι «θάρρος» το λέγουν. Δε φοβήθη η αντρίτισσα, την αντίδραση της γης, γιατί επικοινωνούσε μαζί της κι ήξερε πως, ότι με κόπο παίρνει της −αφού, πρέπει να κοπιάσεις για να σου δώσει…−, είναι για να φτιαχτεί πάλι γης: τ’ ανθρώπινα κείνα δημιουργήματα που λες ότι είναι ένα της, «φυτρωμένα» από αυτήν. Έβλεπε το λοιπόν ικανοποιημένη τα μέρη του βράχου να σκορπιούνται, λογιάζοντάς τα πλια ως πέτρα κι υπολογίζοντάς τα ως φορτίο. Δεν είχε δισταγμό να μεταφέρει αυτό, καθώς το μετρούσε με το κουράγιο κι όχι με τη δύναμή της.

Το φτάσιμο στον τόπο της ‘κλησιάς τις έβρισκε με ίδρω, μα ουχί εγκαταλειμμένες από κουράγιο. Απίθωναν παράμερα το βαρύ φορτίο, κει οπού οι μαστόροι και τα ικανά του τόπου παιδιά σκάβαν για το θεμέλιο, παίρναν ανέσα και κινούσαν ευθύς πάλε για το νταμάρι −μην αφήσουν θαρρείς, στιγμή ξοδεμένη του σκοπού να περάσει κι ετεροχρονήσουν. Είχε το όλον μιαν ατμόσφαιρα μυσταγωγίας· δεν ήταν διαδικασία, μήτε τεχνοκρατία, παρά λειτουργία της γης.

Στο ανηφόρισμα, πηγαίνοντας ξανά για το νταμάρι, κάποιες κοιτάζοντας αποκάτου, οπού στένονταν η ‘κλησιά, θεώρησαν ότι θωριά ευλαβική τις προσβλέπει, κι είπαν εκστασιασμένες: «Ιδέστε, να, κει κάτου από το αγιασμένο δέντρο τον άγιο, τον πατήρ Κοσμά, που στέκεται και μας θωρεί». «Όχι, είπε η πιο θεριεμένη, δε βλέπετε; Δε μας θωρεί, μας βλογά…» Η αλήθεια ήταν ότι η εικόνα του αγιού υπήρχε ως πνέμα: αυτό που κινούσε την Ιδέα κι έκαμε την προσπάθεια να πάλλει με νόημα και σκοπό. Το τάμα την υλοποιούσε ώστε να συντρέξει η επαφή με τη γη.

Αλήθεια, γιατί τούτοι οι αγγέλοι στέναν στη γη σταυρό; Γιατί δεν υψώνονταν θεοτικά ως ψυχούλες της ανάστασης, στην τόση τους ταπεινότη; Είναι γιατί ηθέλαν τη γης, δεν τους έπρεπε ο ουρανός. Ηθέλαν γέννηση, όχι ανάληψη· ήταν μάνες, μάνες της γης! Κι έπρεπε να δεηθούν γι’ αυτό και να μπορέψουν…

Το δρομολόγιο της πέτρας κρατούσε μέρες, χωρίς η κούραση να κάπτει την προσπάθεια και ξαστοχίσει ο σκοπός, ώσπου μαζεύτηκε ικανός σωρός λίθων, που θαρρούσες ότι μ’ αυτόν φτιάχνεις ‘κλησιά. Τότες, στο τέλειωμα, οι θεριές αργάτισσες του σκοπού ήρθαν κοντά, και παρέκει του σωρού στάθηκαν και μέτρησαν τον κόπο τους. Εννόησαν το βαρύ για το μπόϊ τους φορτίο, που έως τότε δεν το είχανε λογίσει, κι άφηκαν το συναίσθημα να τις συνεπάρει και να κλάψουν από συγκίνηση, κάτι που είχαν αποβλημένο μεταφέροντας τη γης. Γιατί στην προσπάθειά τους, ηθέλαν με φουσκωμένες φλέβες να βούλονται, κι ως ατλάντισσες να κρατούν τη γης, παρά να στέκουνται ανθρώπινες κι υποταχτικές του βίου, με συναίσθημα κοινό, που παρασύρει και κάμπτει. Είχαν συμφωνημένη συνείδηση γι’ αυτό, και με αίσθημα υψηλό, σύφλογο, ενεργούσαν. Γίνηκαν θέαινες στην προσπάθειά τους και περιβλήθηκαν την αγιότη ξεπερνώντας τ’ ανθρώπινα που λιγούν −γι’ αυτό κι ένοιωθαν τον Αγιό ως φυσική παρουσία και ουχί ως θάμα. Το σύμπαν τους κείνο −αξήγητο, υπερβατικό, που δεν ιστορείται−, η ψυχή το κινούσε. Η επαναφορά στ’ ανθρώπινα έφερε δάκρυ: μιαν έκφραση συγκίνησης για τη συμμετοχή στο μυστήριο που συντελούνταν…

Στένονταν το λοιπόν με τέχνη η ‘κλησιά, με τ’ αντιχτύπημα των πελεκάνων (σημ.: των τεχνιτών της πέτρας) να ηχεί στο σύμπαν και να του δίνει ρυθμό −μονότονο, πώλεες ότι της φύσης είναι, καθώς στην αταραξία τού όλου έδινε μουσική ταραχή−, και τις μυστριές των χτιστάδων να δένουν τη δουλεμένη πέτρα και να δίνεται μορφή στο δημιούργημα· αυτή που εννοήθη και περιγράφη ενωρίτερα από τον πρωτομάστορα στις κυράδες του χωριού κι ενεκρίθη. Ο ασβεστάς ήταν και λασπάς, βοηθούμενος από τα ευεργητικά του τόπου παιδιά −καθώς, όπως προείπαμε, το μαστορικό ισνάφι ήταν λειψό−, ενώ νταμαρτζής δεν υπήρχε −το ρόλο αυτό είχαν αναλάβει οι γυναίκες, που ήταν κι εργοδότριες, και κουβαλήτρες, και για όλα βοηθοί.

Ο πρωτομάστορας πρωτοργούσε και καθοδηγούσε με τη συνθηματική γλώσσα των μαστόρων στο εργοτάξιο, σίγουρος στο ρόλο του και βέβαιος για το αποτέλεσμα, νοιώθοντας τη σύνθεσή του υψηλή, ανώτερη των επιστημόνων της τεχνοκρατίας, των αρχιτεκτόνων και μηχανικών, τους οποίους δε συμπαθούσε −ίσως γιατί φοβόταν ότι θα του κλέψουν τη δουλειά! Σιγοψιθύριζε με αποστροφή: «Ευτυχώς που δε φτάσαν ως εδώ να μας χαλάσουν». Είχε την υπεροψία του ανθρώπου που κατέχει την τέχνη του κι αδιαφορεί για την αδυναμία του να τη βάλει σε χαρτί και να τη δει σχεδιαστικά, μαθηματικά, υπολογιστικά, καθώς είχε στο μυαλό του όλο το πλάνο της κι αυτό τού αρκούσε. Η περηφάνεια του ήταν ότι, οι μαστορικές γενιές που τον δημιούργησαν, είχαν να το λένε πως τα οικοδομήματά τους είχαν τέχνη, και πως το καθένα τους γίνηκε αθάνατο, δέθηκε με τη γης, σφίχτηκε πάνω της κι απέχτησε την ουσία της. Έλεε χαρακτηριστικά: «…το γεννά η γης το στέριωμά μου, γι’ αυτό είναι όμορφο και βασταγερό».

Σαν υψωνόταν η ‘κλησιά, το βλέμμα των δημιουργών της, των γυναικών, όλο και ψήλωνε, αρνούμενο να σταθεί στα χαμηλά. Ήταν το ψήλος της Ιδέας πώδινε αέρα στο δημιούργημα και τώκανε υψωτό. Μα σε τούτη τη θεώρηση, υπήρχε ταπεινότη, ευλάβεια, συστολή. Υπήρχε κράτημα στη γης. Είχε ο δημιουργός εννοήσει τη φυτιά του κόπου του ως γέννημα της γης και η συνείδησή του τον κρατούσε στην αγκαλιά της. Ένοιωθε ύψη ουρανοφόρα τα επίγεια, που έγιναν με λογισμό, με αίσθηση και συναίσθημα. Και τα ‘βλεπε πάνω από τα χαύνα που τη φυλή κατατρώγουν. Είχε βλέμμα υψηλό που προερχόταν από τη βαθιονόητη αξία του δημιουργήματός του.

Περνούσαν οι μέρες και η ‘κλησιά γένονταν νοιωστή, αποκτούσε σχήμα, όψη και περιεχόμενο. Με το σχηματισμό της, η πνευματικότητα του τόπου αύξαινε, και πια, σεπτά, ευλαβητικά γίνονταν οι κινήσεις. Οι γυναίκες άρχισαν να προσκυνούν, να σταυροκοποιούνται σε κάθε αφορμή και ν’ ανυπομονούν για το τελείωμά της. Φέρναν τον παπά να κάμει εσπερινό και να δεηθούν μαζί του. Βλέπαν στο πρόσωπό του τον Άγιο που τιμούσαν και νοιώθαν να επικυρώνεται με τον αγιασμό η ιερότητα της ενέργειάς τους. Σπρώχνονταν στην ιερότη από την Ιδέα της τιμής στη δημιουργία, που εκφράζεται στο πρόσωπο του Αγιού, του πατήρ Κοσμά, που την έκαμε πράξη ως άνθρωπος· καθώς, φύτεψε και πότισε τη γης, μίλησε για θεμέλια και φύτρες, και τούτα τα δίδαξε ως δημιουργία. Όχι θάματα, μα έργα: με τέτοια αγιώνεται ο άνθρωπος…

Σαν τέλειωσε το έργο, βγήκε μπροστά ο πρωτομάστορας κι ανήγγειλε το τελείωμα πανηγυρικά. Οι γυναίκες, στεκάμενες καταντίκρυ, δεν τον θάρρεψαν κι απλά τον ευχαρίστησαν, νοιώθοντας ότι δεν αρμόζει της στιγμής ο πανηγυρισμός, μα ο ψαλμός. Θεώρησαν ότι πρέπει ευλαβητικά να σταθούν μπρος στο δημιούργημα κι όχι να το ιδούν ως ανθρώπινη νίκη που της πρέπει τρόπαιο. Είχαν άλλη, βαθύτερη αντίληψη της στιγμής από κείνη των πρακτικών ανθρώπων. Παραμέρισαν όθεν τους μαστόρους και μπήκαν στην άδεια, μη αγιογραφημένη ‘κλησιά, που τους φάνηκε η ομορφότερη του κόσμου, προσκυνώντας διπλούμενες, με το κεφάλι κάτου, όπως τότε που κουβαλούσαν τη γης στην πλάτη τους για να στηθεί το ιερό δημιούργημα. Ήταν ίδιο το προσκύνημα με τότες, μόνε που τώρα βρισκόντουσαν πλια επί του δημιουργήματος, που ήταν αποτέλεσμα της αγιάς προσπάθειας. Κι έπρεπε σε τούτο νάχουν θέση…

Σήμερα, εάν διαβάτη σταθείς σε κειο το κομμάτι γης οπού θεριώθη η ψυχή της γυναικός κι έφτιαξε ‘κλησιά της δημιουργίας, εάν ως προσκυνητής μπεις στην ΄κλησιά και γυρέψεις εικονίσματα, θ’ αισθανθείς τις μάνες-κυρές, τις αγίες της γης να σε βλογούν, θα νοιώσεις τις γυναίκες που κουβάλησαν τη γης και φτιάξαν ‘κλησιά, νάναι εικονίσματα σ’ αυτήν. Πλερώθηκαν ως μάνες της ζωής και γίνηκαν μάνες της γης, αγιές του βίου. Και τις προσκυνάς γι’ αυτό.

Tου Αντώνιου Β. Καπετάνιου

(υπεβλήθη στο δεύτερο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος του «eyelands» το 2012, με θέμα την «Ελλάδα», και διακρίθηκε, συμπεριλαμβανόμενο στον τιμητικό τόμο).

.

.

.

.

.

.

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags:

2 replies

  1. Ευχαριστώ Γιάννη. Νάσαι καλά…

  2. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!! ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΣΥΝΤΑΙΡΙΑΣΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΔΑΣΟΠΟΝΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: Αντώνιος Β. Καπετάνιος!!!

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: