Advertisements

Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΛΛΟΤΕ …ΚΑΙ ΤΩΡΑ

dioikhsh


«Οἱ ὑπάλληλοι ὅλοι λιώνουν καὶ τελειώνουν
σὰν στῆλες δυὸ δυὸ μὲς στὰ γραφεῖα.
(Ἠλεκτρολόγοι θά ῾ναι ἡ Πολιτεία
κι ὁ Θάνατος, ποὺ τοὺς ἀνανεώνουν.)
………………..*
Κάθονται στὶς καρέκλες, μουτζουρώνουν
ἀθῷα λευκὰ χαρτιά, χωρὶς αἰτία.
“Σὺν τῇ παρούσῃ ἀλληλογραφίᾳ
ἔχομεν τὴν τιμήν”, διαβεβαιώνουν.
……………….*
Καὶ μονάχα ἡ τιμὴ τοὺς ἀπομένει,
ὅταν ἀνηφορίζουνε τοὺς δρόμους,
τὸ βράδυ στις ὀχτώ, σὰν κορντισμένοι.
……………….*
Παίρνουνε κάστανα, σκέπτονται τοὺς νόμους,
σκέπτονται τὸ συνάλλαγμα, τοὺς ὤμους
σηκώνοντας οἱ ὑπάλληλοι οἱ καημένοι».

(«Δημόσιοι υπάλληλοι», Κώστας Καρυωτάκης, από την ποιητική συλλογή «Ελεγεία και σάτιρες», 1927)

Ο τραγικός ποιητής Κώστας Καρυωτάκης, δημόσιος υπάλληλος ο ίδιος, περιφέρει τη θλίψη του στην ελληνική επαρχία (από τον τόμο Γ΄ της «Ελληνικής ποίησης» των εκδόσεων Σόκολης).

   Είναι γεγονός ότι η ελληνική δημόσια διοίκηση σε χρόνους παρελθοντικούς είχε νοοτροπία κι αντίληψη αυταρχική, είχε τρόπο λειτουργίας «σφιχτό» και ως ένα βαθμό καταπιεστικό για τον εργαζόμενο σε αυτήν, αλλά και απόλυτο και ως ένα βαθμό δύσχρηστο −όχι όμως αναποτελεσματικό− για τον συναλλασσόμενο. Υπήρχε ανελευθερία εντός της, μη δυνατότητα έκφρασης, και υπερβολική αυστηρότητα. Όμως τούτο πρέπει να της αναγνωρίσουμε: ότι, παρά τις ελλείψεις της σε προσωπικό και μέσα, παρά την έλλειψη επαρκούς τεχνογνωσίας και παρά τη δυσλειτουργικότητά της, κατάφερνε να διεκπεραιώνει ικανοποιητικά, έως πολύ καλά, το έργο της και να κινεί τη λειτουργία του κράτους, χωρίς ουσιαστικά προβλήματα. Μάλιστα ήτανε περίπτωσεις που κατάφερνε θάματα! Είναι χαρακτηριστική η αποτελεσματικότητά της στην περίπτωση της αποκατάστασης των προσφύγων από τη Μικρασία, τότε που η ελληνική πολιτεία βρέθηκε ανέτοιμη να τους υποδεχθεί, και για να μπορέσει να το πράξει έδωσε πρωτοβουλίες στη δημόσια διοίκηση, αφού ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ζήτησε από αυτήν να λειτουργήσει μ’ εγκυκλίους ως προς τις ενέργειες και τις διαδικασίες του κρατικού μηχανισμού, παραβλέποντας την έλλειψη σχετικού νομοθετικού πλαισίου, το οποίο η κυβέρνηση δεν ήταν έτοιμη και δεν είχε το χρόνο να το συντάξει. Η δημόσια διοίκηση ενήργησε κατά τον υποδειχθέντα τρόπο και το κράτος λειτούργησε με τρόπο αποτελεσματικό.

Δυστυχείς δημόσιοι υπάλληλοι

   Ο εργαζόμενος στη δημόσια διοίκηση κατά το παρελθόν δούλευε σε περιβάλλοντα στενόχωρα και καταθλιπτικά, στην ίδια στειρωτική εργασία, έχοντας την ίδια κι απαράλλαχτη, μονότονη καθημερινή ζωή, όπως εύστοχα την περιγράφει στο ποίημά του «Δημόσιοι υπάλληλοι» ο ευαίσθητος και συναισθηματικός ποιητής μας, ο Κώστας Καρυωτάκης. Εργαζόταν χωρίς κανένα ουσιαστικό κίνητρο και χωρίς προοπτική. Δούλευε συνήθως δουλικά, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που οι έξω από τη διοίκηση, παρά το γεγονός ότι επιζητούσαν τη θέση του δημοσίου υπαλλήλου για το «σίγουρο» του μισθού –που φορές δεν ήταν και «σίγουρο»: βλέπε την περίφημη «Πλατεία Κλαυθμώνος», με τους απολυμένους δημοσίους υπαλλήλους από τη νέα κάθε φορά κυβέρνηση να συγκεντρώνονται εκεί με κλαυθμούς!..–, εντούτοις λυπούνταν αυτόν, για τις συνθήκες εργασίας του και τον τρόπο που εργαζόταν, που καθιστούσε ψυχοφθόρα και απελπιστική τη ζωή του (σε τούτο πρέπει να συνυπολογίσουμε και τον πενιχρό μισθό του, που έκαμε ακόμα δυσκολότερη τη ζωή του).

Ο «δυστυχής» δημόσιος υπάλληλος στο στενόχωρο, καταθλιπτικό περιβάλλον εργασίας του (από το αρχείο του συγγραφέα).

   Φθάνεις έτσι σήμερα στο σημείο ν’ αναρωτιέσαι πώς η διοίκηση κείνη, με το ελάχιστο προσωπικό και τα τοτινά αναποτελεσματικά μέσα, κατόρθωνε να διεκπεραιώνει υποθέσεις, τη στιγμή που το υπερπολλαπλάσιο σημερινό προσωπικό, το άριστα (τις περισσότερες φορές και για τα ελληνικά δεδομένα) εξοπλισμένο και καταρτισμένο, αδυνατεί να τις διεκπεραιώσει στο χρόνο και το μέγεθος που κείνοι το έπρατταν. Απαντούν κάποιοι ότι οι απαιτήσεις στην ποιότητα της εργασίας ήταν μικρότερες τότε, καθώς και ότι η πληθώρα των αντικειμένων είναι πολύ μεγάλη σήμερα· χώρια το γεγονός ότι σήμερα η πίεση για εκμετάλλευση πόρων είναι πολύ μεγαλύτερη, αφού οι απαιτήσεις για παραγωγή και κατανάλωση αγαθών έχουν μεγεθυνθεί –τούτα ως ένα βαθμό είναι σωστά, ας μην αποτελέσουν όμως λόγο (κι άλλοθι) για την καλλιέργεια ευφησυχαστικής δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας· το αντίθετο μάλιστα, να κατατείνουν στη συνεχή διεκδίκηση και προαγωγή, με τη δημόσια διοίκηση πρωτουργό και διαμορφωτή αντιλήψεων κι εντέλει πολιτικών.

Μικρές εξουσίες

   Η υπερβάλλουσα αυστηρότητα της δημόσιας διοίκησης στα προηγούμενα χρόνια, και ο καταπιεστικός και καταδυναστευτικός της τρόπος (για εργαζόμενους αλλά και για συναλλασσόμενους), στιγματίζεται από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου στο διήγημά του «Ο κ. τμηματάρχης έρχεται!», όπου αποδίδονται αριστοτεχνικά οι εντός της καταστάσεις και συμπεριφορές. Σε αυτό ο Παπαντωνίου αναφέρεται σε κάποιον τμηματάρχη στο υπουργείο των Εσωτερικών, που είναι «παντοδύναμος, δυνάμενος να επικυρώνει, να ματαιώνει και να εξουσιάζει, για να νοιώθει το χάδι της ηδονικής αυτής ζέστης». Ο δε υπουργός «είναι μελιστάλαχτος μπροστά του, από το φόβο μήπως του καταφέρει καμιά σιγανή γραφειοκρατική μαχαιριά!» (βλέπετε τότε δεν υπήρχαν οι σύμβουλοι των υπουργών, να συμβουλεύουν αυτούς για ν’ αποφύγουν τις «γραφειοκρατικές μαχαιριές», και να παρεμβάλονται μεταξύ αυτών και της διοίκησης, συνιστώντας το τοίχος που αποκόπτει τους μεν από τους δε, κι απομονώνει το κέντρο των αποφάσεων από το κέντρο της εισήγησής τους!..) Ο τμηματάρχης με τον τρόπο του, με το χαρακτήρα του (πάντα σοβαρός και συνωφρυωμένος, άφιλος κι ανέκφραστος), καθώς και την αυστηρότητά του, κρατούσε τον κόσμο σε αβεβαιότητα και σε προσδοκία, ενώ τους υπό αυτόν εργαζόμενους σε φόβο και υποταγή. Είχε «την ευτυχία της αναβολής», καθώς οι υποθέσεις έπρεπε «να ωριμάζουν αργά», και σε τούτο συνίστατο η δύναμή του! Κρατούσε δηλαδή, με την ερμηνεία των διατάξεων και την αναβολή, τους πάντες −συναλλασσόμενους, εργαζόμενους και πολιτική ηγεσία− σε ομηρία, σ’ εν είδος αιχμαλωσίας. «Τα πάντα», υποστήριζε, είναι «ζήτημα ερμηνείας κι αναβολής»!

   Είναι χαρακτηριστικό τούτο το απόσπασμα της αφήγησης του Παπαντωνίου: «Ο ήλιος χυνόταν τόσο ηδονικά στους φακέλους και στους κώδικες, που ο τμηματάρχης ένοιωσε να τον κυριεύει ακράτητο συναίσθημα παντοδυναμίας. Εκείνο το πρωί τιμώρησε κάποιον γεωπόνο, αποφάσισε τη στασιμότητα του υπαλλήλου Κουτσόπετρου, εματαίωσε δυο χρήσιμα έργα οδοποιΐας, είπε “βόδι” τον κλητήρα, επρόγκηξεν ένα γραφέα, κι όταν επήγε για εισήγηση στον υπουργό, του αναποδογύρισε δύο σπουδαιότατα νομοσχέδια, που είχε σχεδιάσει, επειδή τον τρόμαξε με τη χρονολογία, τα άρθρα και τα νούμερα που έβγαλε μέσα από τα χίλια συρταράκια της μνήμης του. Ποτέ άλλοτε δεν ένοιωσε τόσο πολύ πως είναι απαραίτητος».

«Ο κ. τμηματάρχης έρχεται!», ζωγραφιά του Σπύρου Βασιλείου, που στολίζει το ομώνυμο διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου, στην έκδοση του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, με τη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα.

   Και τότε, ευρισκόμενος στα πελάγη αυτής της παντοδυναμίας του, εκεί «που πίστευε πως το σύμπαν τον συλλογίζεται», συνέβη το μοιραίο: ένα μικροσκοπικό αγγείο του εγκεφάλου του διαρράγησε και του ήρθε συμφόρηση. Μόλις που πρόλαβε ν’ απλώσει το χέρι του και να κουδουνίσει. Οι υπάλληλοι που προσήλθαν στο κάλεσμά του φώναξαν γιατρό, ακολούθησε θεραπεία κι έκτοτε, ευρισκόμενος σε μόνιμη παραλυσία κι αδύναμος να μιλήσει και να εκφραστεί, κείτονταν στο σπίτι του. Η είδηση του συμβάντος μεταδόθηκε αστραπιαία όχι μόνο στο υπουργείο, αλλά και σε όλη την εξαρτώμενη από τον τμηματάρχη Ελλάδα. Όλοι τους δεν έκρυβαν την ανακούφισή τους για την απαλλαγή τους από τον καταπιεστικό τμηματάρχη –από τον υπουργό και τους υπαλλήλους του υπουργείου, μέχρι τους νομάρχες και δημάρχους, καθώς και τα πάσης φύσης φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα εξαρτώμενα από αυτόν. Για τις αντιδράσεις των υπαλλήλων στο υπουργείο, περιγράφει γλαφυρά ο Παπαντωνίου: «Η πληροφορία πως ένας τέτοιος εξουσιαστής έγινε μηδενικό σ’ ένα δευτερόλεπτο, έπεσε σαν κεραυνός στους κατώτερούς του. Ξαπλώθηκαν στις καρέκλες, ξέχασαν ανοιχτούς τους φακέλους και, ρουφώντας με το ηδονικό των σφύριγμα την τελευταία προ πολλού πιωμένη γουλιά του καφέ των, μαδούσαν την υπόληψη του προϊσταμένου που έπεσε. Η ράχη των, που γινόταν κουλούρα μπροστά του, ήταν τώρα ορθή και στα χείλη των, που τον λιβάνιζαν και τον υμνούσαν, όταν ήταν δυνατός, ανέβαιναν παρατσούκλια, σαρκαστικές ιστορίες κι αστεία για τον απόπληκτο».

   Όταν μετά από μέρες, η γυναίκα του τμηματάρχη τον κουβάλησε υποβασταζόμενο στο γραφείο του στο υπουργείο, επειδή ο ίδιος το ζήτησε, η κατάσταση είχε ριζικά αλλάξει. Την περιγράφει ο Παπαντωνίου: «Ωχρός (ο τμηματάρχης), αδύνατος, μ’ ένα στράβωμα στο δεξί μάγουλό του από την πάρεση, αλλιώτικος, με κάτι σαν πείσμα και σα δέηση μαζί στην έκφρασή του, με καλοστρωμένες όμως πάντα τις δέκα τρίχες του γυμνού του κρανίου, προσπαθούσε να υψώσει μέσα στο υπουργείο τη σκιά του εαυτού του, το παρελθόν του! Στο μάτι του ήταν ακόμα η απειλή και η διαταγή. Σε λίγο άνοιξε το στόμα κι ακούστηκε η άναρθρη κραυγή του: “Αααααα!, εφώναξε στον γραμματέα”». Ο Κουτσόπετρος, ο τιμωρημένος από τον τμηματάρχη υπάλληλος, συλλογίστηκε «τη δύναμη και την κατάντια της…» Και κατόπιν κοίταξε από το παράθυρο την προσπάθεια που έκαναν ο οδηγός και η γυναίκα του τμηματάρχη να τον βάλουν στο αυτοκίνητο για να τον πάνε στο σπίτι. Την περιγράφει ο Παπαντωνίου: «Διαρκώς τον τύλιγαν και τον συγύριζαν. Επί τέλους, κατάφεραν να συγυριστεί −και σε λίγο το αμάξι ξεκίνησε κουβαλώντας τη “Δύναμη”… Κανένας δεν έδωσε προσοχή και μόνο ο Κουτσόπετρος παρακολούθησεν από το παράθυρο την πένθιμη συνοδεία».

Ο σοβαρός κι απόμακρος τμηματάρχης υπουργείου, με τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ άνωθεν της κεφαλής του, ως επιβαλλόμενο στοιχείο της διακόσμησης των γραφείων των κρατικών υπηρεσιών τότε… (συλλογή Νίκου Πολίτη, στον τόμο «1900-1960. Η Ελλάδα του μόχθου», έκδοση Ριζαρείου Ιδρύματος).

   Καταλήγουμε, μετά τούτων, στο διαχρονικό και καίριο δίδαγμα/νόημα της ζωής, που πρέπει να το προσλάβουν οι οπουδήποτε και οποτεδήποτε ηγήτορες της διοίκησης, και που προφανώς αποτελεί το απότοκο της σκέψης του συγγραφέα στο παρόν διήγημα, ότι μπορεί οι «μικρές εξουσίες», που άγονται από την υπηρεσιακή εν προκειμένω θέση των ασκούντων αυτές, να καθιστούν κείνους που τις ασκούν υπεροπτικούς και καταδυναστευτικούς, νομίζοντας ότι έχουν αναχθεί στον Όλυμπο της ζωής τους κι ενεργούν ως περίπου «θεοί», ότι μπορεί εντέλει –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο– η «εξουσία να φθείρει» (έκφραση του Λαντισλάβ Μνιάτσκο στο μυθιστόρημα «Η γεύση της εξουσίας», εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1988), αλλά στο τέλος η ίδια η ζωή τιμωρεί τους αγνώμονες αυτής, και με την τιμωρία ως θεία δίκη επέρχεται η ηθική δικαίωση και η κάθαρση στην κοινωνία. Η δύναμη είναι εφήμερη μπρος στα τρωτά της ζωής, που πάντα τρώγουν και καταβιβάζουν όποιον δεν τα υπολογίζει και υπερκειμένως τούτων θεωρεί ότι μπορεί να λειτουργεί, καταχρώμενος τη μεγαλοσύνη της ζωής. Η τοιαύτη στάση είναι εντέλει ύβρις της ζωής και προσβολή της κοινωνίας, η οποία σου εμπιστεύτηκε τη διοίκησή της (σημείωση: όλα τα, σε εισαγωγικά, αποσπάσματα που παρατέθηκαν, προέρχονται από το διήγημα «Ο κ. τμηματάρχης έρχεται!», που γράφτηκε το 1927 κι εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων του Ζαχαρία Παπαντωνίου με τον τίτλο «Διηγήματα», έκδοση του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, σε εξαιρετική εισαγωγή του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου και καταπληκτικά στολίσματα κι όμορφες ζωγραφιές του Σπύρου Βασιλείου).

Το «ταξίδι» του δασάρχη

   Εστιάζοντας στη δασική διοίκηση πρέπει ν’ αναφερθούμε στο βασικό πρόβλημα που αυτή αντιμετώπιζε στις περιοχές που επόπτευε, διαχειριζόταν και προστάτευε: δεν είχε τα μέσα και δεν υπήρχε η υποδομή για την εποπτεία του δασικού χώρου, για την εργασία στο πεδίο, καθώς αναφερόμαστε σ’ έναν τεράστιο εκτατικά χώρο και με μεγάλες δυσκολίες πρόσβασης. Μολαταύτα, ο αρμόδιος δασικός υπάλληλος «έκανε τη δουλειά του», έφτανε στον προορισμό του κι ασκούσε τα καθήκοντά του· παρά τις –ανυπέρβλητες για τα σημερινά δεδομένα– συνθήκες. Πα σ’ ένα ζώο (άλογο, μουλάρι ή γαϊδούρι), διότι δρόμοι δεν υπήρχαν, παρά μονοπάτια, κινούσε για το «μακρινό ταξίδι» στον ορεινό χώρο, στα βαθιά του χωριά, στ’ αχαρτογράφητα δάση του, στ’ αχάρακτα πεδία του, κινούμενος σ’ επικίνδυνους ατραπούς, στα άκρια γκρεμνών, στα πλάγια απρόσιτων πλαγιών. Μέρες ήταν το ταξίδι στον ορεινό χώρο, τον επικίνδυνο, με διαφορετικούς κάθε φορά προορισμούς, αναλόγως των υπηρεσιακών αναγκών.

   Έχω ακούσει ιστορίες δασαρχών ν’ αναφέρονται στα συνεχή τέτοια «μακρινά» υπηρεσιακά τους ταξίδια πολλών-πολλών ημερών, μακριά από τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους, να κοιμούνται, πηγαίνοντας στον προορισμό τους, στην ύπαιθρο, να φιλοξενούνται σε σπίτια χωρικών· ωραίων Ελλήνων, που παρά το γεγονός ότι ο δασικός λειτουργός πήγαινε εκεί με την υπηρεσιακή του ιδιότητα και υπήρχε ο φόβος της ποινής, αυτοί τον φιλοξενούσαν και τον περιποιούνταν, διότι είχαν έμφυτη την καλοσύνη και στεριωμένη μέσα τους την παράδοση του Ξένιου Δία. Κατάκοποι και ταλαιπωρημένοι οι δασικοί αυτοί λειτουργοί επέστρεφαν απόκαμοι μετά από μέρες, «ξαπόσταιναν» κάποιο καιρό δουλεύοντας στην έδρα τους, για να κινήσουν κατόπιν και πάλι γι’ άλλον «μακρινό» προορισμό στα «βάθη» της δασικής τους περιφέρειας.

Μεταφορά δασικών υπαλλήλων με μουλάρια (από το αρχείο του συγγραφέα).

   Αυτούς τους υπαλλήλους θα τους χαρακτηρίζαμε ήρωες σήμερα, ταγμένους στο καθήκον· όχι τόσο το υπηρεσιακό, αλλά –κύρια και πρωταρχικά– το ηθικό, που ήταν η λειτουργία ενός βασικού, θεμελιώδους χώρου της τοτινής Ελλάδας, του ορεινού. Είχαν αποστολή υψηλή, κοινωνική και περιβαλλοντική, και σε αυτήν ήταν ταγμένοι. Είχαν χρέος εν πρώτοις ηθικό, μετά υπηρεσιακό. Η προσωπική τους ζωή έμπαινε σε δεύτερη μοίρα –σχεδόν δεν υπήρχε! Βίωναν τον τόπο, ζούσαν με τους ανθρώπους του, εντάσσονταν στην κοινωνία ως λειτουργοί σύμφωνα με την αποστολή τους. Και τούτο διότι είχαν θεμελιωμένη βιωτική συνείδηση της αποστολής τους, συναισθανόμενοι τον τόπο και τις αξίες του, την κοινωνία, τα γύρα και το συνολικό γίγνεσθαι.

   Ίσως αυτή να είναι μια βασική διαφορά κείνων σε σχέση με τους σημερινούς δημόσιους λειτουργούς, ότι τότε κυριαρχούσε η συναίσθηση ενός καθήκοντος «ιερού», μιας «ανώτερης» αποστολής, με τη βαρύτητα βέβαια και τη φόρτιση των τοτινών καιρών, που πραγματώνονταν μέσα από την άμεση και πρωτογενή σχέση του δασικού υπαλλήλου με το αντικείμενό του, τη φύση, που σήμερα έχει αποβληθεί. Και ως προς αυτό υπήρχε η συνεργεία και η συνεργασία των ανθρώπων της υπαίθρου, που αναβίβαζε την ποιοτική λειτουργία του ορεινού χώρου. Κρίκοι της αλυσίδας κείνης της ζωής έχουν σπάσει και το γερά δετό σύστημα έχει διασπασθεί. Η απορρύθμισή του και –ως ένα βαθμό– η απώλειά του προδιαγράφηκε με την εγκατάλειψή του. Και τούτο εντέλει, ως βασική αλήθεια πρέπει να ειπωθεί: ο δασικός υπάλληλος δεν «περπατάει» σήμερα τη φύση όπως παλιά, γι’ αυτό και δεν έχει την ίδια σχέση μαζί της όπως τότε…

   Όμως, προτού συμπεράνουμε για τους τοτινούς και τους σημερινούς δημόσιους λειτουργούς, ας δούμε, μένοντας στη δασική διοίκηση, γιατί «μεταλλάχθηκαν» οι υπάλληλοι. Μια αντιστρόφως ανάλογη πορεία ακολουθήθηκε κατά την εξέλιξη του ορεινού χώρου, ως προς την τεχνική και την κοινωνική του πρόοδο. Ενώ δηλαδή οι δασικές υπηρεσίες πραγματοποιούσαν διά των ετών σημαντικά έργα υποδομής στον ορεινό χώρο, που τον μεταμόρφωναν και τον αναβάθμιζαν (οδοποιίες, έργα βοσκοτόπων, υδρονομικά έργα, αναδασωτικά έργα κ.ά.), ο χώρος αυτός «άδειαζε» πληθυσμιακά, «νεκρωνόταν» η ορεινή ύπαιθρος, έφθινε κοινωνικά. Τούτο με τα χρόνια μετακύλησε το ενδιαφέρον της πολιτείας, η οποία δεν έβρισκε πια λόγο στην ενίσχυση της υπηρεσίας αυτού του χώρου, της δασικής, που δεν εξυπηρετούσε τον κοινωνικό σκοπό του παρελθόντος, με τη βαρύτητα των περασμένων καιρών, κι επιπρόσθετα δεν είχε οικονομικό προσανατολισμό (αφού περιβαλλοντικός ήταν κατά πρώτον, και παροχής αγαθών και υπηρεσιών). Φάνηκε δηλαδή ότι το ενδιαφέρον της πολιτείας εστιάζονταν στον άνθρωπο της υπαίθρου και όχι στο φυσικό περιβάλλον, που συγκροτεί κι εξαρτά το όλον της ύπαρξης, εξυπηρετώντας και τον βιωτικό άνθρωπο. Με την απομάκρυνση του ανθρώπου από το φυσικό περιβάλλον, απεσύρθη και το ενδιαφέρον της πολιτείας γι’ αυτό! Έτσι, επήλθε η απαξίωση της δασικής υπηρεσίας, ενώ η ίδια εγκλωβίστηκε σε ρόλο γραφειοκρατικό και τεχνοκρατικό, έχοντας χάσει τα βασικά της ερείσματα στην ορεινή ύπαιθρο, που ήταν το φυσικό περιβάλλον και ο άνθρωπος της υπαίθρου.

Η μοτοσυκλέτα του δασοφύλακα… (από το αρχείο του συγγραφέα).

.

Η δασική υπηρεσία των νέων καιρών! 

   Με τους ανθρώπους της υπαίθρου δε, φροντίστηκε από την πολιτεία με τους δασικούς νόμους που προωθούσε, να διαρραγούν οι σχέσεις της δασικής υπηρεσίας και να δημιουργηθεί κλίμα έντασης κι αντιπαράθεσης −χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε και την αλλαγή νοοτροπίας των ανθρώπων της υπαίθρου που υπήρξε, κυρίως στη σχέση τους με τη γη… Η δασική υπηρεσία έπαψε να βιώνει τον τόπο, να τον «ζει»· τον διαχειριζόταν πια τεχνοκρατικά κι αστυνομικά, για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του, έχοντας χάσει τη αίσθηση γι’ αυτόν, έχοντας κατ’ ουσίαν χαθεί η λειτουργική σχέση της με τη γη, με τη φύση. Έπαψε να έχει σχέσεις επαφής με την ύπαιθρο και τους ανθρώπους της όπως παλιά –παρά το «αποφασίζομεν» και «διατάζομεν» του παρελθόντος, που και σε αυτό υπήρχε μιαν αντίληψη σεβαστική στην Αρχή του τόπου από τον άνθρωπο της υπαίθρου–, αλλά τυπικές και διεκπεραιωτικές καταστάσεων. Μια ενδογενώς αντιφατική αντιμετώπιση διαμορφώθηκε, με τον δασικό υπάλληλο να είναι εγκλωβισμένος στο γραφείο, ενώ θα έπρεπε να βρίσκεται στη φύση και να ενεργεί εντός της, αφού το αντικείμενό του ήταν αυτή. Τούτη η νέα σχέση της δασικής υπηρεσίας με το δασικό χώρο, όπως ήταν φυσικό δεν άρεσε στις τοπικές κοινωνίες και τις απομάκρυνε από αυτήν, οι οποίες τη θεώρησαν αποστασιοποιημένη από τον φύσει χώρο της και τον δασικό υπάλληλο μακρινό τους· έναν «υπάλληλο» στο νέο του ρόλο, κι όχι «λειτουργό»… –τούτο εύστοχα το προσδιόρισε παλιός συνάδελφος με τα παρακάτω λόγια: «ο δασικός σήμερα είναι υπάλληλος, ενώ παλιά ήταν λειτουργός». Σε αυτή τη βάση, θεωρώ, πρέπει να εντοπίσουμε τη διαφορά του δασικού υπαλλήλου, άλλοτε και τώρα…

Η δασική υπηρεσία των έργων και της προσφοράς: διευθέτηση ρέματος εντός οικισμού από τη δασική υπηρεσία, με εργασία του τοπικού πληθυσμού (από το αρχείο του συγγραφέα).

   Λέγει πάνου σε τούτα και στην αλλαγή αντίληψης που πρέπει να υπάρξει, ξεκινώντας από τη δασική νομοθεσία, ο εμβληματικός δασολόγος και βουλευτής, ο «Νέστορας» της δασικής διοίκησης, Αναστάσιος Στεφάνου: «Στην εποχή λοιπόν του διαστήματος και του αυτοματισμού, η δασική μας υπηρεσία προχωρεί με τη γοργότητα της γκαμήλας και του αραμπά! Από της εποχής του Όθωνος, 1836, ως τα 1920 περίπου, την πορεία των δασικών μας πραγμάτων νομοθετικώς ερρύθμιζαν τα τέσσαρα νομοθετικά διατάγματα των Βαυαρών. Και όμως, τα κατηγορούμενα πολλάκις και υπό των δασικών τέσσαρα νομοθετικά διατάγματα της Οθωνικής περιόδου του 1836, διήποντο από εσωτερικήν ενότητα, είχον γραμμήν επιστημονικήν και γραμμήν πολιτικήν, διά τούτο δε και δεν εκλονίσθησαν επί μιαν ολόκληρον εκατονταετίαν, διά να αντικατασταθούν τέλος κατά την τελευταίαν τριακονταετίαν από σωρείαν νέων ετεροκλήτων διατάξεων και συρραφών άλλων και να δημιουργηθεί το σημερινόν ασυγχρόνιστον και δυσνόητον μωσαϊκόν. Και τούτο διότι οι σκοποί της δασικής πολιτικής και η έκφρασις τούτων εν τη Δασική Νομοθεσία σχεδιάζεται ως επί το πολύ από δύο ή τρεις παράγοντες του Υπουργείου εν κλειστώ και παραβύστω, ερήμην όλων των άλλων ενδιαφερομένων διά το δάσος τάξεων, ορεινού πληθυσμού, δασοπαραγωγών, δασικών συνεταιρισμών, δασοκτημόνων κ.λπ. Έτσι καταλήξαμε σήμερα εις μίαν δαιδαλώδη, τραγελαφικήν και εν πολλοίς τυραννικήν Δασικήν Νομοθεσίαν, εξ επτακοσίων σελίδων (σημ.: σήμερα αυτή ξεπερνά τις 2.000 σελίδες!), την οποίαν ουδείς δύναται να ερμηνεύσει και ουδείς δύναται να παρακολουθήσει… Η κείμενη Δασική μας Νομοθεσία, ενώ κατά κόρον ομιλεί περί προστασίας και διατηρήσεως του δάσους, σπανίως ενθυμείται τον παράγοντα άνθρωπον, ο οποίος όμως διά την αμνημοσύνην αυτήν των συντακτών της, λεηλατεί και καταστρέφει τα δάση!»

   Προτείνει λοιπόν: «Επιβάλλεται, κατά πρώτον, να καεί πάραυτα η ισχύουσα Δασική Νομοθεσία των 700 σελίδων και εκ της τέφρας αυτής να αναπηδήσει η νέα Δασική Νομοθεσία, ολιγοσέλιδος, γραμμένη εις γλώσσαν απλοελληνικήν, καταληπτήν και από τους απλοϊκούς ανθρώπους του δάσους, συγχρονισμένη και με κεντρικόν άξονα, τον παράγοντα “Άνθρωπος”, και την δημιουργίαν αγαθών σχέσεων Ανθρώπου και Δάσους. Εμβαλωματική βελτίωσις επί του σκελετού της ισχυούσης Νομοθεσίας, ως πιθανολογείται, δε θα διαφέρει από χάλκινον Κολοσσόν με πόδας εξ αργίλλου! (…) Δεύτερον, οι φορείς της δασικής πολιτικής να κάμουν μίαν απότομον στροφήν 180 μοιρών διά να είναι εις θέσιν να ενστερνισθούν και υλοποιήσουν το υλικόν της νέας Νομοθεσίας. Πρέπει να αναπτυχθεί μια νέα παιδεία. Το σημείον αυτόν πιστεύομεν ότι θα παρουσιάσει και τας μεγαλυτέρας δυσχερείας διά την χώραν μας. Πώς είναι δυνατόν να εγκαταλειφθούν τόσα ιερά σύμβολα; “Παραγγέλλομεν – αναποφασίστως – Ημείς ο Δασάρχης Κ. ιδόντες… αποφασίζομεν – απαγορεύομεν εις το διηνεκές την ξύλευσιν, απαγορεύομεν την βοσκήν, την εκχέρσωσιν… και ουδέν επιτρέπομεν”» (από «αιρετικό» κείμενο του 1960, με τον αιχμηρό τίτλο «Να καεί η δασική μας νομοθεσία…», του δασολόγου Αναστάσιου Στεφάνου, το οποίο δημοσιεύτηκε στα «Δασικά Χρονικά», Φεβρουάριος 1960, τεύχος 16ο).

Με τον ντόπιο Έλληνα, τον υπαίθριο άνθρωπο, τον τεχνίτη του τόπου, δούλευε παλιά η δασική υπηρεσία στα έργα της (από το αρχείο της δασικής υπηρεσίας).

.

Του ηγήτορος ο ρόλος

   Ας δούμε τώρα πώς κάποτε λειτουργούσε η δημόσια διοίκηση στ’ ανώτερα κλιμάκιά της, και τη σχέση της με τις πολιτικές ηγεσίες. Θ’ αναφερθούμε στο Υπουργείο Γεωργίας και πάλι, και ειδικώς στη δασική υπηρεσία κατά την περίοδο 1923-1929, κατά την οποία Γενικός Διευθυντής Δασών ήταν ο αυστηρός μεν, αλλά ακέραιος, ανένδοτος και με «αδαμάντινο» ήθος, δασολόγος Πέτρος Μαρκόπουλος –ο οποίος δολοφονήθηκε την 17η Σεπτεμβρίου 1929 από τον δασοκόμο Παναγιώτη Μαρίνο στην οδό Φιλελλήνων για την απόλυσή του από την υπηρεσία για πειθαρχικό παράπτωμα. Ο Μαρκόπουλος θεωρούνταν στριφνός και δύστροπος, αλλά μάλλον αυτή ήταν μια ψευδής εντύπωση προκύπτουσα από το γεγονός ότι απαιτούσε –δεσποτικά ομολογουμένως…– τον τύπο και την ουσία στο υπηρεσιακό έργο της δασικής υπηρεσίας. Αυτό το κατόρθωνε (παρότι εν πρώτοις φαίνεται αντιφατικό: τύπος και ουσία να συνυπάρχουν…) κρατώντας τη δασική διοίκηση αποστασιοποιημένη από την εξυπηρέτηση των πολυποίκιλων συμφερόντων (μικρών και μεγάλων), που απαιτούσαν οι πολιτικές ηγεσίες, οι οικονομικοί και λοιποί παράγοντες της χώρας, έχοντάς την αυστηρά προσανατολισμένη στον επιχειρησιακό της ρόλο στα δάση και στη διαχείριση του ορεινού χώρου. Ο ίδιος, με την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και με τον τρόπο διοίκησής του, έδειχνε το παράδειγμα ως προς αυτό. Και δεν υποχωρούσε σε τούτη του την πεποίθηση σε οποιονδήποτε και για οτιδήποτε, ακόμα κι αν απαιτούνταν να συγκρουστεί με την πολιτική του ηγεσία ή με ισχυρούς οικονομικούς και κοινωνικούς κύκλους.

   Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός τούτο, που το έχει αναφέρει ο Υφυπουργός Γεωργίας Δημήτριος Θανόπουλος στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1958, ο οποίος την περίοδο της διοίκησης Μαρκόπουλου ήταν Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Γεωργίας, ότι ο Μαρκόπουλος «είχε κόψει το βήχα από την πρώτη μέρα που ανέλαβε τη Γενική Διεύθυνση Δασών στους Γενικούς Γραμματείς του Υπουργείου», και ότι «δεν τολμούσε κανένας εξ αυτών να του παρουσιαστεί για “ρουσφέτι”». Ο δε Υπουργός Γεωργίας στην κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά (διακυβέρνηση 1922-1924), Γεώργιος Σιδέρης, αναφέρει τη συνήθη στιχομυθία που είχε με τον Μαρκόπουλο για την εξυπηρέτηση ημετέρων:

–Ελάτε κύριε Μαρκόπουλε, πρέπει κάτι να γίνει. Να εξυπηρετήσουμε κάπως τους κυρίους συναδέλφους.

–Οι κύριοι βουλευταί, πέρασαν προηγουμένως από το γραφείο μου, κύριε υπουργέ, και τους εξήγησα ότι δε γίνονται αυτά τα πράγματα…

–Και όμως θέλω πολύ να τους εξυπηρετήσω…

–Δεν αμφισβητώ, κύριε υπουργέ, το δικαίωμά σας ν’ αποφασίσετε ότι νομίζετε. Θα έχετε όμως μπροστά σας, επίσης απόλυτη τη διαφωνία της αρμοδίας και υπευθύνου υπηρεσίας.

   Και, μετά τούτων, ο υπουργός απέφευγε να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα ήταν αντίθετη με τη θέση της διοίκησης, καθώς η πράξη του θα προσέκρουε στο δόγμα Μαρκόπουλου για το «δέον γενέσθαι»…

Πέτρος Μαρκόπουλος: Ο ηγήτωρ της δασικής υπηρεσίας που της έδωσε ρόλο και την καθόρισε στην εξέλιξή της.

     Οι παραπάνω πληροφορίες έχουν αντληθεί από κείμενο του δασολόγου Σεραφείμ Τσιτσά στα «Δασικά Χρονικά» (τεύχος 130/131, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1969), όπου παρατίθεται και το κάτωθι περιστατικό:

   Ο δικηγόρος Αλέκος Μάτζαρης, έχων πολιτική φιλία με τον Υπουργό Γεωργίας Γεώργιο Σιδέρη, του ζήτησε να μετατεθεί ο αδελφός του, που ήταν δασονόμος, από το Δασαρχείο Γρεβενών όπου υπηρετούσε, στο Δασαρχείο Τρικάλων. Ο Σιδέρης, πρόθυμος να ικανοποιήσει το αίτημα του πολιτικού του φίλου, του έδωσε σημείωμα που απευθυνόταν στον Μαρκόπουλο, όπου ανέφερε: «προς κ. Μαρκόπουλον, παρακαλούμενον να εισαγάγει στο πρώτο υπηρεσιακό συμβούλιο την μετάθεσιν του δασονόμου Μάτζαρη  εκ Γρεβενών εις Τρίκαλα». Περιχαρής ο Μάτζαρης, πήρε το σημείωμα και κατέβηκε τον όροφο αναζητώντας τον Μαρκόπουλο. Τον βρήκε κατόπιν υποδείξεως υπαλλήλου, σκυμμένο σ’ ένα μικρό απέριττο γραφείο γεμάτο με χαρτιά, χωρίς «γραμματείς και φαρισαίους». Περίμενε να βρει έναν σεβάσμιο διευθυντή με άσπρα μαλλιά, με γυαλάκια και μουσάκι, που θα περιστοιχίζονταν από υπαλλήλους που θα τον «υπηρετούσαν», και βρήκε έναν μοναχικό τριαντάρη, που δούλευε απορροφημένος στα χαρτιά του, ο οποίος τον υποδέχτηκε τυπικά, σχεδόν ψυχρά· λες κι ενοχλήθηκε που τον διέκοψε από την εργασία του!.. Του έδωσε το σημείωμα, το οποίο ο Μαρκόπουλος, αφού το διάβασε, το κομμάτιασε και το πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων, λέγοντας με αυστηρό ύφος στον Μάτζαρη: «Να πεις του υπουργού να διατάζει τους κλητήρες με αυτόν τον τρόπο…»

   Όταν μετά τον άδικο θάνατο του Μαρκόπουλου ρωτήθηκε ο Σιδέρης για το παραπάνω περιστατικό, το επιβεβαίωσε, προσθέτοντας: «Αν υπήρχαν κάμποσοι Μαρκόπουλοι επικεφαλείς των κρατικών υπηρεσιών, θα ήταν διαφορετική η πορεία της Πολιτείας…» Η φράση τούτη αποδίδει τη σημασία της διοίκησης του Μαρκόπουλου, και αντικατοπτρίζει την έννοια της ανεξάρτητης και ουσιαστικής διοίκησης, την οποία, όπως ιστορικά προκύπτει, δεν την είχε το ελληνικό κράτος υιοθετήσει. Η ευθύνη όμως για την κατάσταση τούτη, βασικά και κύρια βαραίνει τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες της χώρας, που ήθελαν τη δημόσια διοίκηση εθελόδουλη των παγιωμένων καταστάσεων που καταδυνάστευαν τη χώρα, τις οποίες διαμόρφωσε το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο εκάστης εποχής, από το οποίο η δημόσια διοίκηση ήταν τραγικά αγκυρωμένη, μη δυνάμενη να λειτουργήσει αδέσμευτα κι ανεξάρτητα. Όχι βέβαια ότι και οι εκάστοτε ηγήτορες της δημόσιας διοίκησης δεν έφεραν ευθύνη για την κατάσταση αυτή, αφού είτε την ανέχθηκαν, είτε την αποδέχτηκαν, άλλως δε την ενίσχυσαν με τον τρόπο που λειτούργησαν. Γι’ αυτό λέγουμε ότι η περίπτωση Μαρκόπουλου αποτελεί εξαίρεση, συνιστώντας παράδειγμα για τους σημερινούς ηγήτορες· εν μάθημα (παρά την υπερβολή κάποιων ενεργειών της) ανεξάρτητης κι ουσιαστικής διοίκησης.

Έπρεπε αυτός ο ισχυρά υποβαθμισμένος ελληνικός ορεινός χώρος ν’ αναβαθμιστεί, και το σημαντικό τούτο έργο ανέλαβε η δασική υπηρεσία, με θαυμαστά αποτελέσματα (από το αρχείο του συγγραφέα).

   Για τη σημαντική διοίκηση του Μαρκόπουλου λέγει ο δασολόγος Αναστάσιος Στεφάνου: «Αν ζούσε εκείνος…, ήσαν τα λόγια που στριφογύριζαν εδώ και πολλά χρόνια τώρα στη σκέψη των παλαιών δασικών, εκείνων που είχαν γνωρίσει τον Μαρκόπουλο. (…) Την ώρα που σκοτώθηκε ο Μαρκόπουλος δεν ημπορούσαμε να σκεφτούμε μόνον τον Μαρκόπουλο, σκεφτόμαστε ολόκληρο το δασικό σώμα, ολόκληρο το ελληνικό δάσος» (Στεφάνου Αν., «Ο Μαρκόπουλος», περιοδικό «Δασικά Χρονικά», τεύχος 15ο, Ιανουάριος 1960). Στο ίδιο πνεύμα με τον Στεφάνου και ο Νικόλαος Μεταξάς, Διευθυντής Δασών την περίοδο 1957-1964, αναφέρει το 1949 για το δυσαναπλήρωτο κενό του Μαρκόπουλου: «…και αν όμως πέρασαν είκοσι χρόνια από το θάνατο του Μαρκόπουλου, δεν πέρασε χρόνος, δεν πέρασε μήνας, εβδομάδα, ημέρα, είτε είμαστε κλεισμένοι μέσα στους τέσσερεις τοίχους του γραφείου μας, είτε είμαστε στο ύπαιθρο, ανεβαίνοντας καμιά δασοπλαγιά, που να μη μας εμπνέει το φωτεινό του παράδειγμα, που να μη μας διδάσκει η υψηλή αρετή του, που να μη μας φωτίζει το υπηρεσιακό μας έργο το έργο του. “Τούτο έλεγε ο Μαρκόπουλος”, “Έτσι έκανε ο Μαρκόπουλος”. “Ο Μαρκόπουλος δε θα έκανε αυτό στην περίπτωση αυτήν”. “Ο Μαρκόπουλος με το νόμο αυτό ή εκείνο ήθελε να επιτύχει”. “Ο Μαρκόπουλος είχε…” (…) Τέτοια κάθε ημέρα ακούγονται μεταξύ των συναδέλφων, είκοσι χρόνια μετά τη μεγάλη απώλεια, τέτοια και κάθε ημέρα θα ακούγονται και εις το μέλλον» (Μεταξάς Ν., «Ο Μαρκόπουλος και ο Δαβερώνης», τριμηνιαίον δασικόν δελτίον «Το δάσος», έκδοση του Υπουργείου Γεωργίας, Τριμηνία Γ΄ & Δ΄, αριθ. 11 & 12, έτος 1949, σελ. 225).

Διοίκηση και πολιτική

   Την παρέμβαση (ή την εμπλοκή αν θέλετε) της πολιτικής στη δημόσια διοίκηση (τη δασική εν προκειμένω), για την εξυπηρέτηση μικρών και μεγάλων συμφερόντων, όπως προηγούμενα την προσδιορίσαμε, την αποδίδει εύγλωττα ο Αναστάσιος Στεφάνου στο κάτωθι περιστατικό, με πρωταγωνιστή τον ίδιο, τον Υπουργό Γεωργίας Αντώνιο Μπενάκη και πολιτικών ταγών, που επιδίωκαν την εξυπηρέτηση συμφερόντων κτηνοτρόφων. Σύμφωνα με αυτό, τον Φλεβάρη του 1936 επισκέφτηκε τον Υπουργό Γεωργίας Αντώνιο Μπενάκη ο Ευρυτάνας πολιτικός (πρώην πρωθυπουργός) Γεώργιος Καφαντάρης, μαζί με τον β΄ αντιπρόεδρο της Βουλής (προσκείμενο πολιτικά στον Καφαντάρη) Γ. Αθανασιάδη-Νόβα, για να διαμαρτυρηθούν για τον αυστηρό αναγκαστικό νόμο που απαγόρευε στις αίγες να βόσκουν στα ελατοδάση της χώρας (στον Καφαντάρη είχαν καταφύγει οι Ευρυτάνες ψηφοφόροι, που τους έθιγε το μέτρο της απαγόρευσης). Ο προικισμένος με το χάρισμα της ευγλωττίας Καφαντάρης κόντεψε να πείσει τον Μπενάκη για τη χρησιμότητα της βοσκής της αίγας στα ελατοδάση της χώρας και για το μέγα λάθος που με το συγκεκριμένο νομοθέτημα διεπράχθη, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα του τύπου: «Εκεί που βόσκουν τα γίδια κ. Υπουργέ, τα έλατα είναι σα νυφάδες…, είναι τουφωτά και περιποιημένα…, τα γίδια χαϊδεύουν τα έλατα…, ο εισηγητής σας (σημείωση: ο Αναστάσιος Στεφάνου) κατάγεται ίσως από πεδινές περιοχές και δεν ξεύρει καλά το ζήτημα… κ.ά.» Ο Μπενάκης κάλεσε τότε τον εισηγητή του, τον Στεφάνου, κι αναρωτήθηκε μήπως είχαν κάνει λάθος με τη νομοθέτηση τόσο αυστηρών μέτρων κατά των αιγών, ζητώντας να επανεξεταστεί το ζήτημα.

Υποβαθμισμένη ελληνική φύση λόγω της ανορθόδοξης διαχείρισης του ορεινού χώρου, με ασκούμενη ληστρικώς κλαδονομή από κτηνοτρόφους (από το αρχείο του συγγραφέα).

   Πήρε τότε ο Στεφάνου τον υπουργό κι ανέβηκαν στην Πάρνηθα, σε μια περιοχή που βόσκονταν. Του έδειξε δύο έλατα που είχε επισημάνει, το ένα ύψους δύο μέτρων περίπου και διαμέτρου βάσης οκτώ εκατοστών, απ’ εκείνα τα «τουφωτά και περιποιημένα» που έλεγε ο Καφαντάρης, που είχε αναπτυχθεί σε ελεύθερο χώρο και το είχε «βασανίσει» η αιγοβοσκή, και το άλλο ύψους οκτώ μέτρων και διαμέτρου βάσης είκοσι εκατοστών, το οποίο προστατεύονταν από πυκνή συστάδα κέδρων και δεν είχε υποφέρει από την αιγοβοσκή. Έβαλε τον δασοφύλακα και τα έκοψε και μέτρησε μπροστά στον Υπουργό τους ετήσιους δακτυλίους τους. Το ένα είχε 36 και το άλλο 38 δακτυλίους. Δηλαδή τα δένδρα είχαν περίπου την ίδια ηλικία! Είπε τότε ο Στεφάνου: «Αυτά Υπουργέ μου είναι τ’ αποτελέσματα από την κατάρα της αίγας. Το δένδρο καταπιέστηκε τόσο πολύ από το ζώο, που κατάντησε νάνος! Θέλετε να κάνουμε τη φύση μας νανώδη και καχεκτική; Θέλετε να δημιουργήσουμε ερήμους;» Ο Υπουργός σιώπησε, αναγνωρίζοντας, προφανώς, την ορθότητα των ισχυρισμών του εισηγητή του και δεν πείραξε το νομοθέτημα.

Διοικών εν Ελλάδι…

   Έχει το λοιπόν η δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα, ιστορία πολύ να διηγηθεί, παρά το νεαρόν της, που προκύπτει από τη μικρή ηλικία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η ιστορία της σχετίζεται με τις συνθήκες που τη διαμόρφωσαν κι έκαμαν τον κατά βάσιν αντιήρωα δημόσιο υπάλληλο –αυτόν τον τύπο του Έλληνα που οι πολλοί επιθυμούν και ταυτοχρόνως τον οικτίρουν!–, να γένεται, αναλόγως των καταστάσεων, τραγικός στο ρόλο του, αποδιοπομπαίος τράγος, καταπιεστικός και μισητός, λίγος κι αναλώσιμος, εργώδης κι «ανύπαρκτος», μέρος γενικά του συστήματος μιας δημόσιας διοίκησης πάσχουσας, για το λόγο ότι κατά βάσιν δεν εξυπηρετεί το δημόσιο σκοπό ύπαρξής της. Μιας διοίκησης που όμως, παρά τις γνωστές κακοδαιμονίες και τις ασχήμιες της, παρά τ’ ότι βαίνει απορρυθμισμένη κι ασυντόνιστη από τη δημιουργία της, κινεί το μηχανισμό του κράτους και «λειτουργεί» την Ελλάδα. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που αντεπεξήλθε σε δύσκολες για το κράτος στιγμές, δείχνοντας την αξία της κι εντέλει την ποιότητά της, που έγκειται κατά βάσιν στο επίπεδο των στελεχών της, όταν με έργα και υπηρεσίες υποστήριξε ενεργά και στέρεα το κοινωνικό, το πολιτιστικό και το περιβαλλοντικό γίγνεσθαι του Έλληνα.

12

Υπάλληλοι… (συλλογή Νίκου Πολίτη, στον τόμο «1900-1960. Η Ελλάδα του μόχθου», έκδοση Ριζαρείου Ιδρύματος).

   Όχι βιαστικά λοιπόν να κριθεί, παρά σύμφωνα με τις συνθήκες και τις καταστάσεις που τη διαμόρφωσαν –τις, οπωσδήποτε, μη προκύπτουσες από αυτήν, αλλά τις εισαγόμενες κι επιβαλλόμενες από το εφαρμοζόμενο status, στο οποίο καλείτο να προσαρμοστεί και να λειτουργήσει. Όχι κατά το δυνατό να κριθεί, αλλά κατά το δυνάμενο, κατά το μπορετό που της δινόταν η δυνατότητα να παράξει. Τη θέλουμε άλλη; Συγχρονισμένη και (πιο) αποτελεσματική; Θα πρέπει να τη μεταπλάσσουμε αναθεωρούμενοι οι ίδιοι πρώτα, αποβάλλοντας ως κοινωνία και ως άτομα νοοτροπίες και στερεότυπα που μας κρατούν κολλημένους σε βάλτους ακινησίας, που αστόχαστους μάς αφήνουν στην ησυχία του τέλματος. Γιατί η δημόσια διοίκηση είναι το σύστημα που οργανώνεται η κοινωνία για να λειτουργήσει στο επίπεδο μέτρων κι εφαρμογής σκοπών/στόχων σε σχέση με το δημόσιο αγαθό, σύμφωνα με τους τιθέμενους από την πολιτεία κανόνες. Αποτελεί το άρχειν στο πράττειν της κοινωνίας. Αντικατοπτρίζει το θέλημα της κοινωνίας στη δημόσια οργάνωση και λειτουργία της. Μη μας ξενίζει συνεπώς που συμπεραίνουμε: Τη δημόσια διοίκηση που «θέλουμε», αυτήν έχουμε…

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

.


.

.

.

.

.

dasika xronika copy.

.

.

.

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασική Πολιτική, Δασική Υπηρεσία, Επιλογές - Προτάσεις

Tags: , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: