Μεταβίβαση δημοσίων δασών στο ΤΑΙΠΕΔ

Βυτίνα Αρκαδίας

.

Σόφη Παυλάκη, Δικηγόρος

.

Αν και στην εξεταζόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η μεταβίβαση δημόσιας δασικής εκτάσεως στο ΤΑΙΠΕΔ δεν συνεπάγεται, ως προς τα δασικά της τμήματα, άρση της προστασίας που απολαμβάνει κατ΄ άρθρο 24 του Συντάγματος και την εν γένει δασική νομοθεσία, ωστόσο η θεώρηση ότι τα δημόσια δάση και οι δασικές εκτάσεις τη χώρας ανήκουν αδιακρίτως στην ιδιωτική κτήση του Δημοσίου, δυνάμενα ως εκ τούτου να εκποιηθούν προς το ΤΑΙΠΕΔ, αναιρεί τον χαρακτήρα των κοινοχρήστων δασών και δασικών εκτάσεων θέτοντας εν αμφιβόλω και την ανωτέρω διαβεβαίωση. Το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας απεφάνθη παρεμπιπτόντως στην παρούσα υπόθεση για ένα ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας, όπως ο νομικός χαρακτήρας των δημοσίων δασών, η μορφή της δημόσιας δασικής κτήσης και οι εξουσίες που απορρέουν από την ιδιοκτησία του Δημοσίου στα δάση του μέσα από το σκεπτικό της εξεταζόμενης απόφασης που εγείρει σοβαρά ερωτήματα και προβληματισμό.

.

Σύντομο ιστορικό και δικαστική κρίση

Η απόφαση 4883/2014[1] του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας εκδόθηκε επί αιτήσεως ακυρώσεως της 234/24.4.2013 αποφάσεως της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (Β΄ 1020/25.4.2013), με την οποία μεταβιβάζεται, χωρίς αντάλλαγμα, στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου ΑΕ (ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ) κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ακίνητο «Ξενία Βυτίνας», εκτάσεως 37.534,00 τ.μ. Η ένδικη έκταση αποτελείται από δύο τμήματα: α) τμήμα 23.100 τ.μ., το οποίο είχε περιέλθει στον ΕΟΤ με την κυα Α6474/1631/16.3.1961 (Δ΄ 37/3.4.1961) για την ανέγερση του Μοτέλ Βυτίνας και β) τμήμα 14.450 τ.μ. δημόσιας δασικής έκτασης, η οποία παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον ΕΟΤ με το βασιλικό δ/γμα της 23.12.1968 (Α΄ 1/7.1.1969). Με την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) 32/18.12.2003 (Α΄ 299/23.12.2003) ολόκληρο το ως άνω ακίνητο μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στην εταιρεία Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ κατ΄ άρθρο 9 παρ. 17 του ν. 2837/2000. Ως προς τον χαρακτήρα της έκτασης έχει εκδοθεί η απόφαση 4/27.3.2007 της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Αρκαδίας, με την οποία έχουν χαρακτηρισθεί ως δάσος τμήματα του μεταβιβαζομένου ακινήτου συνολικής εκτάσεως 18.011,56 τ.μ.

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις που ανήκουν στο Δημόσιο, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή σε δημόσιες επιχειρήσεις (όπως εν προκειμένω η ΕΤΑΔ ΑΕ), δεν αποτελούν κοινόχρηστα πράγματα, όπως αβάσιμα κατά την κρίση του ισχυρίζονται οι αιτούντες στην παρούσα δίκη, αλλ΄ ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου (ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή δημόσιας επιχείρησης) και ως εκ τούτου είναι δυνατόν να μεταβιβασθούν στο ΤΑΙΠΕΔ κατά τις διατάξεις του ν. 3986/2011 «Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (Α΄ 152)[2]. Κατά το Δικαστήριο, η μεταβίβαση της επίμαχης εκτάσεως στο ΤΑΙΠΕΔ δεν συνεπάγεται, ως προς τα δασικά της τμήματα, άρση της προστασίας που απολαμβάνουν  κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος και τις διατάξεις του ν. 998/1979 και της εν γένει δασικής νομοθεσίας, δεδομένου ότι το δικαίωμα κυριότητας επί της συγκεκριμένης εκτάσεως περιέρχεται στο ΤΑΙΠΕΔ με όλους τους περιορισμούς και τα βάρη που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία η εφαρμογή των ως άνω προστατευτικών για τα δάση διατάξεων. Μόνη δε η μεταβίβαση στο ΤΑΙΠΕΔ των δασικών τμημάτων της επίμαχης εκτάσεως δεν συνεπάγεται κατά την απόφαση οποιαδήποτε μεταβολή στον δασικό χαρακτήρα της.

Δάσος στη Βυτίνα

.

Σκέψεις και συμπεράσματα

Η απόφαση υπαγάγει γενικώς και αδιακρίτως τα δάση και τις δασικές εκτάσεις του Δημοσίου στην ιδιωτική περιουσία του, χωρίς να αναγνωρίζει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα πολλών εξ αυτών. Ορίζει έτσι ότι τα δημόσια δάση και οι δημόσιες δασικές εκτάσεις της χώρας ανήκουν συλλήβδην στην ιδιωτική κτήση του Δημοσίου δυνάμενα ως εκ τούτου να μεταβιβασθούν στο ΤΑΙΠΕΔ, στο πλαίσιο του καθεστώτος αποκρατικοποιήσεων που θέσπισε ο ν. 3986/2011[3]. Και ναι μεν στην απόφαση τονίζεται ότι η μεταβίβαση της επίμαχης εκτάσεως στο ΤΑΙΠΕΔ δεν συνεπάγεται, ως προς τα δασικά της τμήματα, άρση της προστασίας που απολαμβάνει κατ΄ άρθρο 24 του Συντάγματος καθώς και κατά τις διατάξεις του ν. 998/1979 και της εν γένει δασικής νομοθεσίας, ωστόσο δεν γίνεται σαφές πώς η προστασία αυτή εξασφαλίζεται και υλοποιείται, αφού η απόφαση προβαίνει σε γενική εξαίρεση του συνόλου των δασών και δασικών εκτάσεων του Δημοσίου από τα κοινόχρηστα πράγματα και στην εφ΄ εξής υπαγωγή τους, χωρίς διάκριση, στην ιδιωτική κτήση του Δημοσίου, γεγονός που επιτρέπει να μεταβιβασθούν στο ΤΑΙΠΕΔ, κατ΄ εφαρμογή των επιταγών του Προγράμματος αποκρατικοποιήσεων.

Το σκεπτικό της εξεταζόμενης απόφασης γεννά έντονο προβληματισμό. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί πως σε μια πιθανή καθιέρωση της διαφαινόμενης ως άνω τάσης της νομολογίας του Δικαστηρίου να χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους τα δημόσια δάση και οι δασικές εκτάσεις ως ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, θα καταλήγαμε στο άτοπο η παρεχόμενη προστασία στα εντός αστικού και οικιστικού ιστού πάρκα και άλση, κατ΄ άρθρο 21 ν. 4269/2014 συνδ. με άρθρα 58-59 ν. 998/1979,[4] να είναι κατά πολύ ευρύτερη και αυστηρότερη της εφαρμοζομένης για τα κατ΄ εξοχήν δασικά οικοσυστήματα της πατρίδας μας με όλα τα συνεπακόλουθα που μια τέτοιου είδους επιλογή εγείρει. Και τούτο γιατί τα πάρκα και άλση θ΄ αποτελούσαν στην περίπτωση αυτή τις μοναδικές εκτάσεις στη χώρα που θα απολάμβαναν της πλήρους δασικής προστασίας έχοντας αμιγώς κοινόχρηστο χαρακτήρα!

Στρώμη Φωκίδας

.

Σύμφωνα ωστόσο με το άρθρο 967 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ): «Πράγματα κοινής χρήσης είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους». Η απαρίθμηση των κοινοχρήστων πραγμάτων στον Αστικό Κώδικα είναι ενδεικτική, όχι αποκλειστική, για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης χρησιμοποιεί τη λέξη «ιδίως». Τούτο σημαίνει ότι μπορούν να υπαχθούν στη διάταξη αυτή και άλλα περιβαλλοντικά αγαθά, τα οποία χρήζουν προστασίας[5]. Με τη διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ τα κοινόχρηστα πράγματα ορίζεται ρητά ότι ανήκουν στα πράγματα εκτός συναλλαγής[6]. Όπως γίνεται δεκτό, με την αφιέρωση ενός πράγματος στην κοινή χρήση επιδιώκεται η απόλαυσή του από όλους γενικά. Τούτο σημαίνει ότι ο πολίτης δικαιούται να χρησιμοποιεί το κοινό πράγμα (κοινόχρηστο) ελεύθερα[7]. Η εξουσία αυτή απορρέει από το πρωταρχικό και θεμελιώδες δικαίωμα της προσωπικότητας, όπως κατοχυρώνεται στα άρθρα 5 παρ. 1 του Συντάγματος[8] και 57 ΑΚ[9] και είναι εκδήλωση της ελευθερίας που αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου. Σε περίπτωση δε προσβολής του, το δικαίωμα στα κοινόχρηστα πράγματα προστατεύεται όπως το δικαίωμα του ατόμου στην προσωπικότητά του[10].

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του βδ/τος της 17.11-1.12.1836 «Περί ιδιωτικών δασών» (A΄ 69), αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση ή δασικές εκτάσεις, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα περιήλθαν σε ιδιώτες, οι τίτλοι των οποίων θα αναγνωρίζονταν από τον Υπουργό Οικονομικών, εφ΄ όσον υποβάλλονταν εντός έτους από τη δημοσίευση του ως άνω διατάγματος[11]. Με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος η προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων αναγορεύθηκε σε υποχρέωση του Κράτους, το οποίο οφείλει να λαμβάνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα, πρόσφορα για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων. Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος[12] και των διατάξεων περί κοινοχρήστων του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι τα δάση, ως φυσικό κεφάλαιο και κατ΄ εξοχήν περιβαλλοντικό αγαθό, τελούν υπό αυστηρό προστατευτικό καθεστώς. Όπως επίσης γίνεται δεκτό και από το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας[13]:

«… Τα δημόσια δάση αποτελούν δημόσια αγαθά και ανήκουν στη δημόσια κτήση είτε ως ιδιόχρηστα όταν εξυπηρετούν τη δασολογική έρευνα και διδασκαλία, είτε ως κοινόχρηστα όταν είναι ελεύθερη η χρήση τους από το κοινό …».

Το δικαίωμα στο περιβάλλον, συνιστώντας συλλογικό αγαθό και μείζον δημόσιο συμφέρον, που αφορά την υγεία και τη ζωή του συνόλου των ατόμων, δεν γνωρίζει περιορισμό[14]. Τα δημόσια δασικά οικοσυστήματα, ως κοινόχρηστα πράγματα, αποτελούν σημαντικό τμήμα του ζωτικού χώρου του ανθρώπου κατά την απολύτως κρατούσα άποψη στη σύγχρονη επιστήμη[15]. Τα δάση, λόγω των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τους, του κυρίου προορισμού τους και της ελεύθερης χρήσης τους από τους πολίτες, συγκαταλέγονται σε μεγάλο ποσοστό στα κοινόχρηστα πράγματα[16]. Έχει ακόμα υποστηριχθεί ότι η κτήση του Δημοσίου επί των δημοσίων δασών δύναται να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί τον δημόσιο σκοπό της εθνικής κυριαρχίας, εφ΄ όσον η ελληνική Πολιτεία, για να είναι βιώσιμη και κυρίαρχη, πρέπει να διαθέτει την αναγκαία εδαφική επάρκεια, αλλά και τον έλεγχο του φυσικού περιβάλλοντος, ενώ στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 998/1979, σύμφωνα με το οποίο οι υπαγόμενες στη δασική νομοθεσία εκτάσεις «συνιστούν εθνικό κεφάλαιο»[17]. Τέλος, σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου, όπως συνοψίζεται στο σκεπτικό της υπ΄ αριθ. 207/2010 απόφασης του Α1 Πολιτικού Τμήματός του[18]:

«Προϋπόθεση της προστασίας, που παρέχεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 57 εδάφ. α΄ και 59 ΑΚ, είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της, όπως συμβαίνει όταν παρακωλύεται η χρήση κοινοχρήστου πράγματος. Στην έννοια του κοινόχρηστου πράγματος υπάγεται και το δημόσιο δάσος, το οποίο αναγνωρίζεται από το δίκαιο ως περιβαλλοντικό αγαθό, που εντάσσεται στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και διατηρεί τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του ακόμα και μετά την καταστροφή ή αποψίλωσή του, θεμελιώνεται δε και δικαίωμα αποζημιώσεως σε βάρος εκείνου που προκαλεί ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Η παράνομη προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας μπορεί να συνίσταται είτε σε αυθαίρετο αποκλεισμό της πρόσβασης σε δημόσιο δάσος, είτε σε αλλοίωση της φυσιογνωμίας ή καταστροφή του, με συνέπεια να υποβαθμίζεται για λόγους αισθητικής, αναψυχής και υγιεινής η ποιότητα ζωής των ευρισκομένων διαρκώς ή προσκαίρως σε τοπική σχέση με το δημόσιο δάσος».

Δάση στο Γράμμο

.

Είναι επομένως σαφές ότι η συλλήβδην εξαίρεση από το καθεστώς της κοινοχρησίας των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων, την οποία προκρίνει το σκεπτικό της εξεταζόμενης απόφασης, καθιστά στο εξής δυνατή την αφαίρεση από τον Ελληνικό λαό του δικαιώματος ελεύθερης χρήσης και απόλαυσης ενός μείζονος σημασίας περιβαλλοντικού αγαθού, όπως τα δάση και απομειώνει καίρια την προστασία που το ίδιο το Σύνταγμα και ο νόμος παρέχουν στην έννομη σχέση που καθιδρύεται από την κοινοχρησία και στις εξουσίες που νόμιμα απορρέουν από αυτήν. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η απόφαση 4883/2014 εξεδόθη όχι από το κατ΄ εξοχήν αρμόδιο για θέματα δασών και φυσικού περιβάλλοντος Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας[19], αλλά από το Δ΄ Τμήμα αυτού, το οποίο προκειμένου να διαμορφώσει τον δικανικό του συλλογισμό επί της κρινομένης υποθέσεως, απεφάνθη παρεμπιπτόντως για ένα ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας, όπως ο νομικός χαρακτήρας των δημοσίων δασών, η μορφή της δημόσιας δασικής κτήσης και οι εξουσίες που απορρέουν από την ιδιοκτησία του Δημοσίου στα δάση του. Αφ΄ ης στιγμής δε εξετάζονται εν προκειμένω ζητήματα δημόσιας κτήσης επί τη βάσει των ιδιωτικού δικαίου διατάξεων του Αστικού Κώδικα περί κοινοχρησίας, θεμελιώνεται κατά κύριο λόγο αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου να αποφανθεί σχετικά με τα θέματα αυτά.

Σε κάθε περίπτωση, το μέλλον θα δείξει τις τάσεις και το πνεύμα που θα επικρατήσουν. Σκοπός άλλωστε του παρόντος άρθρου είναι η έγκαιρη καταγραφή σκέψεων και προβληματισμών προς τον σκοπό του γόνιμου διαλόγου και της ελάχιστης έστω συμβολής προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των επιλογών που θα υπηρετήσουν πιο εύστοχα κι αποτελεσματικά την προστασία του συνταγματικά κατοχυρωμένου αγαθού του δασικού μας πλούτου και του φυσικού περιβάλλοντος εν γένει.

Καρπενήσι – Μικρό Χωριό

.

_____________________________

[1] Βλ. ΣτΕ 4883/2014 (Τμ. Δ΄) σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2015 σ. 262.

[2] Όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τους ν. 4038/2012 (Α΄ 14), ν. 4092/2012 (Α΄ 220) και ν. 4093/2012 (Α΄ 222).

[3] Με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 περ. β΄-γ΄ του ν. 3986/2011 προβλέπεται η μεταβίβαση στο ΤΑΙΠΕΔ κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ακινήτων που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και δημοσίων επιχειρήσεων, στην οποία δεν περιλαμβάνονται ακίνητα με κοινόχρηστο χαρακτήρα.

[4] Βλ. ν. 4269/2014 (Α΄ 142/28.6.2014) άρθρο 21: «Οι περιοχές ελευθέρων χώρων – χώρων αστικού πρασίνου (ΠΡ) αφορούν: α) Κοινόχρηστους χώρους που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο. Ως κοινόχρηστοι χώροι για την εφαρμογή του παρόντος, νοούνται οι χώροι για την παραμονή, αναψυχή και μετακίνηση πεζών και τροχοφόρων, όπως οδοί, οδοί ήπιας κυκλοφορίας, πεζόδρομοι, αμιγείς πεζόδρομοι, ποδηλατόδρομοι, πλατείες, άλση, πράσινο, και παιδικές χαρές». Βλ. και άρθρο 58 ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 του ν. 4280/2014 (Α΄ 159/8.8.2014): «Πάρκα και άλση: 1α) … δεν επιτρέπεται η μεταβολή του κυρίου προορισμού και η αναίρεση της λειτουργίας των πάρκων ή αλσών … ». Κατ΄  άρθρο 59 ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 του ν. 4280/2014 (Α΄ 159/8.8.2014): «1. Σε πάρκα ή άλση και γενικότερα σε κοινόχρηστους χώρους πρασίνου δύναται … να κατασκευάζονται … καθώς και τα προβλεπόμενα (έργα) στο άρθρο 21 του ν. 4269/2014 με την προϋπόθεση ότι θα αποκατασταθεί πλήρως από τον υπεύθυνο του έργου ή την αναθέτουσα αρχή, μετά το πέρας των εργασιών κατασκευής και στο σύνολο της έκτασης επέμβασης η λειτουργία του πάρκου, του άλσους ή του χώρου πρασίνου ως φυσικού συστήματος εντός του αστικού ιστού. 2α) Η παραχώρηση της χρήσεως πάρκου ή άλσους επιτρέπεται μόνο σε ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μετά από εισήγηση της αρμόδιας περιφερειακής δασικής υπηρεσίας, υπό τον όρο της μη μεταβολής του προορισμού ή της χρήσης της παραχωρούμενης έκτασης. Επιτρέπονται έργα ή δραστηριότητες που είναι απολύτως αναγκαία για τη λειτουργία του πάρκου ή άλσους. β) Οι παραχωρησιούχοι υποχρεούνται με ευθύνη και δαπάνες τους να συντηρούν και να βελτιώνουν τη βλάστηση, να διαχειρίζονται και να φυλάσσουν τις εκτάσεις η χρήση των οποίων τους έχει παραχωρηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Οι εκτάσεις αυτές διατηρούν στο ακέραιο πάντοτε τον δασικό τους χαρακτήρα».

[5] Απ. Γεωργιάδης, «Εμπράγματο Δίκαιο», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1991, σ. 123, Βλ. και Μιχ. Στασινόπουλο, «Τα κοινόχρηστα», σ. 25.

[6] Κατ΄ άρθρο 966 ΑΚ: «Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών». Κοινά σε όλους κατά τη διάταξη αυτή είναι η θάλασσα και ο ατμοσφαιρικός αέρας.

[7] Βλ. σχετ. Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο Ι, Κοινόχρηστα, § 13ΙΙΙ, σελ. 122 επ., εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1991, Αθ. Παπαθανασόπουλο, «Το δικαίωμα κυριότητας των περιβαλλοντικών αγαθών», ΠερΔικ 4/2015 σ. 616.

[8] Άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος: «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».

[9] Άρθρο 57 ΑΚ: «Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον».

[10] Απ. Γεωργιάδης, ό.π., σ. 125.

[11] Βλ. άρθρο 21 του νομοθετικού δ/τος της 22.4-26.5.1926 και άρθρο 4 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938.

[12] Άρθρο 24 § 1 του Συντάγματος: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον». Άρθρο 117 § 3 του Συντάγματος: «3. Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό».

[13] ΣτΕ 805/2016 ΠερΔικ 1/2016 σ. 66, βλ. και Σ. Παυλάκη, «Κατάρτιση δασικών χαρτών και διαδικασία Κτηματογράφησης» (με αφορμή τη ΣτΕ 805/2016), σε: https://dasarxeio.com/2016/05/14/1059-9/, βλ. και ΣτΕ Ολ 2855/2003, 3754/1981, ΣτΕ 2959/2006, 2568/1981, 1127, 3102/1990, 4007/1992, 2171/1994, 2753/1994, 2006/1997, ΑΠ 1417/2010, 1453/2010.

[14] Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1985, σ. 125.

[15] Πρ. Δαγτόγλου, «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο», 2015, σ. 657, Ε. Δωρής, «Τα Δημόσια κτήματα», 1980, σ. 404, Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον και Δίκαιο», 2011, σ. 276, Αίθρα Μαριά, «Η νομική προστασία των δασών», 1998, σ. 254, Απ. Γεωργιάδης, Μιχ. Σταθόπουλος, «Ερμηνεία Αστικού Κώδικα – ΕρμΑΚ», άρθρο 967, 55, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, 2007, άρθρο 967, Ιω. Καράκωστας, «Αστικός Κώδικας», 2015, άρθρο 967, Αθ. Παπαθανασόπουλος, ό.π., σ. 620.

[16] Ε. Δωρής, όπ.π., σελ. 404.

[17] Ε. Δωρής, ό.π., σ. 401, Αθ. Παπαθανασόπουλος, ό.π., σ. 620.

[18] Βλ. ΑΠ 207/2010 ΠερΔικ 3/2010 σ. 480.

[19] Κατ΄ άρθρο 8 περ. α΄ του πδ 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (Α΄ 8): «Στο Ε΄ Τμήμα με την επιφύλαξη της έκδοσης προεδρικών διαταγμάτων που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου  αυτού, υπάγονται οι  κατηγορίες υποθέσεων που αφορούν: α) στη νομοθεσία περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, των δασών και δασικών εκτάσεων, των υδάτων της αυτοφυούς χλωρίδας και της άγριας πανίδας […]», ενώ και στο άρθρο 5 παρ. 1 περ. α΄ του πδ 361/2001 (Α΄ 244) «Κατανομή σε Τμήματα των υποθέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας» ορίζεται ότι: «1. Στο Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας για: α) την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, των δασών και δασικών εκτάσεων, των υδάτων, της αυτοφυούς χλωρίδας και της άγριας πανίδας […]».

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s