Η τύχη των «ανεπιθύμητων» αλόγων

aloga rodopi

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΕΡΒΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΖΩΪΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
ΚΑΙ ΥΔΑΤΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ

Ο αριθμός των εκτρεφόμενων αλόγων πα­γκοσμίως παρουσιάζει συνεχή κάμψη, κυ­ρίως λόγω εκμηχάνισης της γεωργίας στις αναπτυσσόμενες χώρες, με αποτέλεσμα τα 75 εκατ. αλόγων που εκτρέφονταν το 1950 να μειωθούν στα 58 εκατ. το 2007. Στις ανεπτυγμένες χώρες έχει παρατηρηθεί ότι ένα ποσοστό αλόγων που δεν συνδέεται με αγροτικές ή άλλες συναφείς εργασίες συ­σχετίζεται θετικά με το διαθέσιμο εισόδημα των ανθρώπων. Έτσι, όταν και όπου υπάρχει οικονομική ευημερία και ευχέρεια οι άνθρω­ποι επενδύουν στα άλογα που τα διατηρούν για σπορ, ευχαρίστηση, αγροτουρισμό κλπ.

Σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, όπως π.χ. το 2008, ο πληθυσμός των αλόγων της κατηγορίας αυτής μειώνεται σημαντικά γιατί οι ιδιοκτήτες τους δεν μπορούν να αντιμετω­πίσουν το κόστος συντήρησής τους. Τα άλο­γα αυτά περνάνε στην κατηγορία των λεγό­μενων “ανεπιθύμητων” (unwanted horses) στα οποία προστίθενται τα μεγάλης ηλικίας, τα τραυματισμένα και τα αποσυρθέντα από τον ιππόδρομο για διάφορους λόγους (μικρή απόδοση, μεγάλη ηλικία, τραυματισμοί κ.ά.).

Τα άλογα, λοιπόν, που αποσύρονται από τη γεωργία και τα λοιπά ανεπιθύμητα, πλην αυτών που αποσύρονται από τον ιππόδρο­μο, οδηγούνται σε ειδικά σφαγεία και το κρέας τους πηγαίνει για ανθρώπινη κατανά­λωση. Σε κάποιες χώρες που δεν επιτρέπεται η σφαγή των αλόγων, όπως π.χ. στις Η.Π.Α., γίνεται εξαγωγή τους σε άλλες χώρες (π.χ. Καναδά, Μεξικό). Τα άλογα που αποσύρο­νται από τον ιππόδρομο δεν επιτρέπεται να σφαγούν λόγω κάποιων φαρμακευτικών ου­σιών που χρησιμοποιούνται (π.χ. το παυσί­πονο φαινυλο­βουταζόνη), οι οποίες έχουν μεγάλο χρόνο αποβολής (2­-3 μήνες) από τον οργανισμό των ζώων. Έτσι τα ζώα αυτά είτε πωλούνται σε ιδιώτες (για σπορ, ευχαρίστη­ση, τουρισμό) ή τους γίνεται ευθανασία.

Ένα άλλο ποσοστό αλόγων, σχετικά μι­κρό, που οδηγείται στα σφαγεία προέρχεται από ειδικές εκτροφές, σκοπός των οποίων είναι η παραγωγή κρέατος υψηλής ποιότητας όπως γίνεται με τα βοοειδή και άλλα παρα­γωγικά ζώα. Τα άλογα αυτά σφάζονται σε ηλικία 12­-30 μηνών.

Το κρέας αλόγου καταναλώνεται μόνο σε κάποιες από τις Ευρωπαϊκές χώρες όπως π.χ. Ιταλία, Γαλλία και Βέλγιο, όπου υπάρχουν ειδικά σφαγεία αλλά και ειδικά κρεοπωλεία για τη διάθεση του κρέατος. Η κατανάλω­ση, όμως, του κρέατος αλόγου παρουσιά­ζει προοδευτική κάμψη αφού από 332.000 τόνους το 2005 μειώθηκε στους 300.000 τόνους το 2010. Η προέλευση των αλόγων που εσφάγησαν για ανθρώπινη κατανάλωση την περίοδο 2002­-2009, σύμφωνα με στοι­χεία του FAO (2012) ήταν: Ιταλία 37,9 %, Ρουμανία 16,6 %, Πολωνία 11,4 %, Ισπανία 8,8 %, Ηνωμένο Βασίλειο 6,4 %, Γαλλία 5,7 %, Ελλάδα 4,8%, Βέλγιο 3,2 %, Γερμανία 3% και Ιρλανδία 2,1 %. Το ποσοστό αυτάρ­ κειας σε κρέας αλόγου στην ΕΕ είναι 33,3 % και η μέση ετήσια κατανάλωση είναι 0,4 kg/άτομο.

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω στοι­χεία τα προς σφαγή άλογα μεταφέρονται από μεγάλες αποστάσεις με αποτέλεσμα να υφί­στανται μεγάλη ταλαιπωρία. Γι’ αυτό υπάρχει μία συνεχής προσαρμογή της σχετικής νομο­θεσίας για την καλή μεταχείριση των ζώων αυτών (welfare) και σκέψεις για δημιουργία σφαγείων στις χώρες που εξάγουν πολλά άλογα όπως Ρουμανία, Πολωνία, Ρωσία κ.ά.

Με την υπάρχουσα οικονομική κρίση στην Ευρώπη αναμένεται αύξηση των “ανε­πιθύμητων” αλόγων και γι’ αυτό λαμβάνο­νται προληπτικά μέτρα για το χειρισμό των προς απόσυρση ζώων. Η σφαγή τους για αν­θρώπινη κατανάλωση θεωρείται ως ο καλύ­τερος και ο πλέον οικονομικός τρόπος από­συρσης γιατί γίνεται ελεγχόμενα στα πλαίσια της υφιστάμενης νομοθεσίας. Η Ιρλανδία, μία χώρα που ηγείται στην παραγωγή αλό­γων για σπορ και ιππόδρομο, δαπάνησε την περίοδο 2007­-2010 το ποσό των 5,25 εκατ. ευρώ για απόσυρση αλόγων.

Το κρέας του αλόγου θεωρείται ως “ιδι­αίτερης” ποιότητας (delicacy), υψηλής θρε­πτική αξίας, χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος και μικρότερης χρονικής διάρκειας συντήρησης, για την παραγωγή του οποίου δεν χρησιμοποιούνται αυξητικοί παράγοντες ή άλλες πρόσθετες ύλες. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή παράδοση καταναλώνεται νωπό και ελάχιστο ποσοστό αυτού χρησιμοποιείται για παρασκευή αλλαντικών (σαλάμι). Συνή­θως, η τιμή του είναι χαμηλότερη αυτής του μοσχαρίσιου κρέατος.

Το κρέας αλόγου χαρακτηρίζεται από υψηλότερη περιεκτικότητα σε νερό, πρωτεΐ­νες, γλυκογόνο, βιταμίνη Β12 και σίδηρο και χαμηλότερη σε λίπος (0,5 – 3 %) και χολη­στερίνη, συγκριτικά με το μοσχαρίσιο κρέας. Επίσης, το προφίλ των λιπαρών οξέων του λίπους του κρέατος αλόγου είναι συγκριτικά καλύτερο (υγιεινότερο για τον καταναλωτή) δεδομένου ότι τα μέσα ποσοστά των κορε­σμένων, μονο­ακόρεστων και πολυ­ακόρε­ στων λιπαρών οξέων είναι 35%, 26% και 33% αντίστοιχα, όταν τα αντίστοιχα για το μοσχαρίσιο κρέας είναι 48%, 44% και 7%.

Αφού λοιπόν το κρέας αλόγου έχει τόσα θετικά διαιτητικά χαρακτηριστικά γιατί πρo­κλήθηκε τόση αναστάτωση, τουλάχιστον στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Για δύο κυ­ρίως λόγους: 1. διότι ένα ποσοστό αλόγων προέρχεται από τον ιππόδρομο παράνομα, επιβαρημένο με φαρμακευτικές ουσίας επι­βλαβείς για τον καταναλωτή, και 2. η ανά­μειξή του με μοσχαρίσιο κρέας αποτελεί νοθεία. Το κρέας του αλόγου, όπως ανα­φέρθηκε, είναι συνήθως φθηνότερο από το μοσχαρίσιο. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ο καταναλωτής πρέπει να γνωρίζει τι ακριβώς αγοράζει, διότι ένα πολύ σημαντι­κό ποσοστό καταναλωτών δεν θα αγόραζε προϊόντα που περιέχουν κρέας αλόγου για διαφορετικούς, ο καθένας, λόγους που πρέ­ πει να είναι σεβαστοί. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι αυτοί που έκαναν τη “νοθεία” το απέκρυψαν επιμελώς για ευνό­ητους λόγους.

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΤΡΙΠΤΟΛΕΜΟΣ
Περιοδική έκδοση του Γ.Π.Α.
Καλοκαίρι 2013 | ΤΕΥΧΟΣ 35

.

.

.

Advertisements