Η κυριότητα στα περιβαλλοντικά αγαθά

Η κυριότητα στα περιβαλλοντικά αγαθά

Αθανάσιος Παπαθανασόπουλος,
Δικηγόρος παρ΄ Αρείω Πάγω, Διδάκτωρ Νομικής

Η σύγχρονη αντίληψη του περιβάλλοντος ως κοινωνικού αγαθού άμεσα συνυφασμένου με την ποιότητα ζωής όλων, αναδεικνύει το ζήτημα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των περιβαλλοντικών αγαθών, στο πλαίσιο της συνύπαρξης του δικαιώματος εξουσίασης, που ανήκει στον κύριό τους με το δικαίωμα απόλαυσής τους, που ανήκει σε όλους, εν όψει και της ανάγκης αποτελεσματικής προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών λόγω της ιδιαίτερης πραγματικής και νομικής τους φύσης. Ο καθορισμός του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των περιβαλλοντικών αγαθών και των εννόμων συνεπειών του, όπως αυτές κατοχυρώνονται από τη νομολογία, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το νομικό καθεστώς της εν γένει προστασίας τους κατ΄ εφαρμογή της σχετικής συνταγματικής επιταγής. Στο πλαίσιο αυτό, το διαχρονικό ερώτημα της ταύτισης της κυριότητας του Δημοσίου με την κυριότητα του Αστικού Κώδικα καθίσταται πιο επίκαιρο από ποτέ. 

Εισαγωγή

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος»,[1] ως περιβάλλον ορίζεται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων, που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Ο ορισμός αυτός περιέχει επί μέρους στοιχεία που αναφέρονται τόσο στο φυσικό όσο και στο πολιτιστικό περιβάλλον, κατ΄ εικόνα της προσέγγισης του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, που επιβάλλει την προστασία τόσο του φυσικού όσο και του πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Ειδικότερα εν αναφορά προς τα στοιχεία που συνθέτουν το φυσικό περιβάλλον, αυτά συχνά κατηγοριοποιούνται και αντιμετωπίζονται συστηματικά τόσο από τις επιστήμες του περιβάλλοντος όσο και από τη νομική επιστήμη μέσω της έννοιας του «οικοσυστήματος», που σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 1650/1986, ορίζεται ως ένα σύνολο βιοτικών και μη βιοτικών παραγόντων και στοιχείων του περιβάλλοντος που δρουν σε ορισμένο χώρο και βρίσκονται σε αλληλεπίδραση μεταξύ τους, δηλαδή ως ένα σύνολο στοιχείων και παραγόντων του περιβάλλοντος που αποτελούν διακριτή οικολογική ενότητα εν όψει της ενιαίας, αυτόνομης λειτουργίας της και των εξ αυτής φυσικών συνεπειών της.

Πέραν του γεγονότος ότι το περιβάλλον αποτελεί στο σύνολό του κοινής ωφέλειας αγαθό, εφ΄ όσον το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος ανάγει το περιβάλλον και την προστασία του σε δικαίωμα του καθενός, αλλά και το άρθρο 1 του ν. 1650/1986 αναγνωρίζει ότι μέσω του περιβάλλοντος προστατεύεται η υγεία του ανθρώπου και ευνοείται η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, τα επί μέρους στοιχεία που το συναποτελούν υπάγονται στην έννοια των «πραγμάτων» και στις σχετικές με αυτά διατάξεις των άρθρων 947 επ. ΑΚ. Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών εμπίπτουν στην κατηγορία των υποκειμένων σε εξουσίαση πραγμάτων η γη και η θάλασσα μετά των συστατικών τους στοιχείων (σύσταση εδάφους, φυσική βλάστηση), τα ζώα, τα ύδατα, ακόμη και φυσικές δυνάμεις ή ενέργειες όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, ο ατμοσφαιρικός αέρας, η θερμότητα. Η κατ΄ άρθρο 947 ΑΚ εξουσίαση επί των πραγμάτων από τον άνθρωπο εκδηλώνεται με τη καθιέρωση από το άρθρο 973 ΑΚ των εμπραγμάτων δικαιωμάτων, δηλαδή εκείνων που παρέχουν άμεση και έναντι πάντων εξουσία επί του πράγματος, και κυρίως του δικαιώματος της κυριότητας.

Η υπαγωγή του εκάστοτε περιβαλλοντικού αγαθού -μεμονωμένου στοιχείου ή οικοσυστήματος- στις επί μέρους κατηγορίες των πραγμάτων του Αστικού κώδικα εξαρτάται άμεσα από τα φυσικά χαρακτηριστικά του, τα οποία προσδιορίζουν τόσο τον δικαιούχο όσο και τη νομική φύση -και τις εξ αυτής έννομες συνέπειες- του εμπράγματου δικαιώματος. Επομένως, όλα τα περιβαλλοντικά αγαθά, εν όψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών εκάστου ενός από αυτά, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν κατά τρόπο ενιαίο όσον αφορά στα επ΄ αυτών υφιστάμενα εμπράγματα δικαιώματα.

Ι. Οριοθέτηση της κυριότητας των περιβαλλοντικών αγαθών

Το εμπράγματο καθεστώς των περιβαλλοντικών αγαθών διαφέρει, εν όψει των ιδιαίτερων φυσικών χαρακτηριστικών και της λειτουργίας του εκάστοτε αγαθού, ως προς τον δικαιούχο του εμπράγματου δικαιώματος και ως προς την ένταξη ή μη του περιβαλλοντικού αγαθού στις κατηγορίες των άρθρων 966 και 967 ΑΚ.

Α. Διακρίσεις του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των περιβαλλοντικών αγαθών 

Κάποια περιβαλλοντικά αγαθά ανήκουν σύμφωνα με ειδική διάταξη νόμου κατά κυριότητα πάντοτε στο Δημόσιο, εν όψει της ιδιαίτερης φύσης και της λειτουργίας τους. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει προεχόντως ο αιγιαλός, ο οποίος, λόγω των φυσικών χαρακτηριστικών του ως ζώνη της ξηράς που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της,[2] αποτελεί φυσική δημόσια κτήση και είναι ανεπίδεκτος ιδιωτικής φυσικής εξουσίασης και, ως εκ τούτου, ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας, ακόμη και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με χρησικτησία.[3] Έτι περαιτέρω, ο ατμοσφαιρικός αέρας και η θάλασσα, ως πράγματα ανεπίδεκτα εμπραγμάτων δικαιωμάτων, δεν ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, όμως υπάγονται στην κυριαρχική εξουσία του.[4]

Στη κυριότητα του Δημοσίου ανήκουν κατά κανόνα τα κοινόχρηστα περιβαλλοντικά αγαθά του άρθρου 967 ΑΚ, για τα οποία δεν υφίσταται ειδική νομοθετική υπαγωγή τους στην κυριότητα του Δημοσίου και συνεπώς διέπονται από το άρθρο 968 ΑΚ, το οποίο τα υπάγει κατά τεκμήριο στην κυριότητα του Κράτους. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν κυρίως οι ποταμοί και οι μεγάλες λίμνες.[5] Αυτά τα περιβαλλοντικά αγαθά, αν και δύναται κατ΄ αρχήν να θεωρηθούν ως δεκτικά ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων, στην πραγματικότητα τα φυσικά χαρακτηριστικά τους τα καθιστούν ανέκαθεν κοινόχρηστα και αποκλείουν τη δυνατότητα αποκλειστικής φυσικής εξουσίασής τους και, συνακολούθως, την πρωτότυπη κτήση ιδιωτικού εμπράγματου δικαιώματος επ΄ αυτών.[6] Εξ άλλου, η φυσική λειτουργία των παραπάνω αγαθών, πέραν της δυνατότητας νομοθετικής διαφοροποίησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 968 ΑΚ, επιβάλλει τη διαχείρισή τους στο πλαίσιο της άσκησης δημόσιας εξουσίας επί κοινοχρήστων πραγμάτων.[7]

Τέλος, εκτάσεις οι οποίες κατ΄ αρχήν ανήκουν στο Δημόσιο, που όμως είναι δεκτικές ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων, όπως τα δάση, ανήκουν κατά περίπτωση είτε στο Δημόσιο είτε σε ιδιώτη, ο οποίος έχει θεμελιώσει επ΄ αυτών με νόμιμο τρόπο ιδιωτικό δικαίωμα κυριότητας. Τα δάση, αν και εμφανίζουν αντίστοιχη περιβαλλοντική λειτουργία με τα περιβαλλοντικά αγαθά της προηγούμενης κατηγορίας των κοινοχρήστων πραγμάτων, αφ΄ ενός είναι ευχερώς δεκτικά ιδιωτικής φυσικής εξουσίασης λόγω των φυσικών χαρακτηριστικών τους, αφ΄ ετέρου κατά παράδοση αντιμετωπίζονταν από την έννομη τάξη ως περιουσιακό αγαθό, και δη ως πηγή παραγωγής πλούτου, και όχι ως προστατευόμενο οικολογικό και κοινωνικό αγαθό.[8] Κατά συνέπεια, αξιόλογο τμήμα των δασικού ενδιαφέροντος εδαφών της Χώρας ανήκει σε ιδιώτες, σε αντίθεση με τα λοιπά κοινόχρηστα περιβαλλοντικά αγαθά (μεγάλες λίμες, ποταμοί), τα οποία κατά κανόνα ανήκουν στη δημόσια κτήση.

Αντίθετα, τα ακίνητα του άρθρου 948 ΑΚ, δηλαδή το έδαφος με τα συστατικά του μέρη, είναι, πλην των νομίμων εξαιρέσεων και περιορισμών, δεκτικά ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων. Συνεπώς, εν όψει και του άρθρου 1001 ΑΚ, εκτάσεις όπως αγροί με την επ΄ αυτών φυσική βλάστηση, την εδαφική σύσταση, το υπέδαφος, τα ρέοντα ή στάσιμα ύδατά τους ή ακόμη οικοδομικά τετράγωνα εντός σχεδίου πόλεως με την εντός αυτών φυσική βλάστηση αποτελούν ιδιωτική κτήση. Ως προς τα ύδατα εντός ιδιόκτητων εκτάσεων, η κυριότητά τους εξαρτάται από τα φυσικά χαρακτηριστικά των υδάτων αυτών. Έτσι, οι χείμαρροι, δηλαδή οι ροές των βρόχινων υδάτων, τα ρυάκια, και οι μικρές λίμνες που δημιουργούνται από βρόχινα ύδατα, λόγω του παροδικού χαρακτήρα τους και της μη αέναης ροής τους δεν είναι κοινόχρηστα και ανήκουν στον κύριο του ακινήτου.[9] Οι πηγές, από τις οποίες εξέρχονται τα υπόγεια ύδατα, ανήκουν στον κύριο του ακινήτου ως συστατικό μέρος αυτού, όπως και τα ύδατα που εξέρχονται από την πηγή, εφ΄ όσον είναι μικρής ποσότητας και απορροφώνται από το έδαφος.[10] Αντιθέτως, αν τα ύδατα της πηγής διαμορφώσουν φυσική κοίτη και τρέχουν σε αυτή ελεύθερα και με αέναη ροή, καθίστανται κοινόχρηστα.[11]

Β. Κυριότητα των περιβαλλοντικών αγαθών και κοινοχρησία

Προσδίδοντας τις προσήκουσες έννομες συνέπειες στα φυσικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά τους, ο νόμος υπάγει τα δημιουργήματα της φύσης στις κατηγορίες των κοινών σε όλους πραγμάτων (άρθρο 966 ΑΚ), δηλαδή εκείνων που, λόγω της φύσης τους, είναι ανεπίδεκτα εμπραγμάτων δικαιωμάτων και η απόλαυσή τους είναι κοινή σε όλους, και των κοινοχρήστων πραγμάτων (άρθρο 967 ΑΚ), δηλαδή των πραγμάτων που τίθενται στην άμεση διάθεση του κοινού προς χρήση σύμφωνα με τον προορισμό τους.[12] Πράγματι, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα περιβαλλοντικά αγαθά αποτελούν δικαίωμα όλων, αφού συνεισφέρουν στην προστασία της ανθρώπινης υγείας και στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Ασφαλώς, τα παραπάνω χαρακτηριστικά που εμπεριέχονται στις έννοιες της κοινής απόλαυσης και της κοινοχρησίας προσκρούουν στην ύπαρξη αποκλειστικού ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας, γεγονός που αναγνωρίζεται από το άρθρο 968 ΑΚ, το οποίο εντάσσει κατ΄ αρχήν τα κοινόχρηστα πράγματα στη δημόσια κτήση.

Παρά ταύτα, όπως ήδη αναφέρθηκε, πολλά περιβαλλοντικά αγαθά αποτελούν αντικείμενο ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας, με αποτέλεσμα να τίθεται το ζήτημα του συμβιβασμού μεταξύ του αποκλειστικού εμπράγματου δικαιώματος και του δικαιώματος όλων στην απόλαυση του περιβάλλοντος, που εξυπηρετείται από την έννοια της κοινοχρησίας. Για τον λόγο αυτό, εύστοχα χρησιμοποιείται από τη σύγχρονη θεωρία η έννοια των «οιονεί κοινοχρήστων» πραγμάτων, στην οποία εντάσσονται τα πράγματα που, παρά τον ιδιωτικό χαρακτήρα τους, χάρη στην οικολογική τους αξία, υπηρετούν ταυτόχρονα την «κοινή ωφέλεια» (π.χ. αισθητική αξία της φυσικής βλάστησης, βελτίωση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα), έννοια η οποία ενυπάρχει στην ευρύτερη έννοια της κοινοχρησίας.[13] Ο οιονεί κοινόχρηστος χαρακτήρας των ιδιωτικών περιβαλλοντικών αγαθών, σε συνδυασμό με τη συνταγματική επιταγή για τη διαφύλαξη του περιβάλλοντος, δικαιολογεί το ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας των πραγμάτων αυτών, το οποίο εισάγει σημαντικούς περιορισμούς στις εξουσίες που το δικαίωμα κυριότητας του Αστικού κώδικα παρέχει κατ΄ αρχήν στον δικαιούχο του.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται νομοθετικοί κανόνες, όπως εκείνοι που επιβάλλουν την απαγόρευση μεταβολής του προορισμού ακόμη και των ιδιωτικών δασικών οικοσυστημάτων (άρθρα 45 επ. του ν. 998/1979) και την ασκούμενη επ΄ αυτών δασοπολιτική επιτήρηση του Κράτους (άρθρο 17 του ν. 998/1979), την εφαρμογή περιορισμών σε προστατευόμενες από την περιβαλλοντική νομοθεσία εκτάσεις ακόμη και σε περιοχές εντός σχεδίου πόλεως (άρθρα 18, 19 και 21 του ν. 1650/1986), την υπαγωγή της κοπής δέντρων εντός οικοδομικών τετραγώνων του σχεδίου πόλεως σε προηγούμενη άδεια της πολεοδομικής αρχής (άρθρο 40 παρ. 2 του ν. 1337/1983) ή ακόμη την αναγκαστική απαλλοτρίωση τυχόν ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων εντός ζώνης αιγιαλού και παραλίας (άρθρα 7 παρ. 2 και 10 του ν. 2971/2001).

Όλοι οι παραπάνω ειδικοί κανόνες εκφράζουν εν τέλει τον άμεσο έλεγχο του Κράτους, πέρα και πάνω από κάθε τυχόν ιδιωτικό εμπράγματο δικαίωμα, επί του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο, στο πλαίσιο της συνταγματικής αρχής της αειφορίας, πρέπει να παραδίδεται ακέραιο στις επόμενες γενιές.[14] Ιδιαίτερη κατηγορία μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων, η οποία εκφράζει έτι περαιτέρω τον έλεγχο του Κράτους επί των περιβαλλοντικών αγαθών, είναι τα ιδιόχρηστα πράγματα, τα οποία, πέραν της εκ φύσεως κοινόχρηστης λειτουργίας τους, εξυπηρετούν ειδικότερο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος δύναται να οδηγήσει σε περιορισμό της κοινής χρήσης τους. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται, μεταξύ άλλων, τα ιδιόχρηστα δημόσια δάση, τα οποία είναι αφιερωμένα στην επιστημονική μελέτη και έρευνα.[15]

ΙΙ. Νομική φύση του δικαιώματος κυριότητας των περιβαλλοντικών αγαθών

Ως προς τα περιβαλλοντικά αγαθά που ανήκουν κατά κυριότητα σε ιδιώτη, αυτός ασκεί κατ΄ αρχήν επί της περιουσίας του κάθε εξουσία (χρήση, κάρπωση, διάθεση) που απορρέει από το δικαίωμα της κυριότητας, υπό τους εκάστοτε νόμιμους περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 1000 ΑΚ, οι οποίοι δικαιολογούνται στο πλαίσιο κυρίως του ειδικού καθεστώτος προστασίας και του οιονεί κοινόχρηστου χαρακτήρα των πραγμάτων αυτών. Αντιθέτως, το ζήτημα της νομικής φύσης του δικαιώματος κυριότητας των περιβαλλοντικών αγαθών που ανήκουν στο Δημόσιο είναι πολυδιάστατο και χρήζει αναλυτικότερης εξέτασης, εφ΄ όσον τα ανήκοντα κατά κυριότητα στο Κράτος πράγματα δύναται να εκπληρώνουν διάφορες λειτουργίες. Η αναλυτικότερη αυτή εξέταση προϋποθέτει τον προσδιορισμό της έννοιας του δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου στο ελληνικό δίκαιο, ώστε να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση της νομικής φύσης της κυριότητας αφ΄ ενός των δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών εν γένει και αφ΄ ετέρου του παλαιού αιγιαλού και της παλαιάς όχθης, εν όψει της ιδιαιτερότητας της φυσικής τους εξέλιξης και του νομοετικού καθεστώτος τους.

Α. Η κυριότητα του Δημοσίου κατά το ελληνικό δίκαιο

Το ζήτημα της συνάφειας του δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου επί των πραγμάτων που εντάσσονται στην περιουσία του με το ιδιωτικό δικαίωμα κυριότητας του αστικού δικαίου απασχολεί διαχρονικά όχι μόνο την ελληνική έννομη τάξη, αλλά και τις αντίστοιχες των λοιπών κρατών σε ευρωπαϊκή και διεθνή κλίμακα. Οι διάφορες θεωρίες που έχουν διατυπωθεί στην επιστήμη[16] έχουν ως στόχο να συνδυάσουν δύο θεμελιώδεις, αλλ΄ αντικρουόμενες παραδοχές: αφ΄ ενός δεν χωρεί αμφιβολία ότι το Κράτος ασκεί επί των πραγμάτων που του ανήκουν εξουσίες που προσιδιάζουν σε αυτές του ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας. Αφ΄ ετέρου είναι εξ ίσου βέβαιο ότι η ιδιαιτερότητα της φύσης και της λειτουργίας πολλών πραγμάτων, κυρίως των κοινοχρήστων, που υπάγονται στην κυριαρχική εξουσία του Κράτους δημιουργούν ιδιαίτερη έννομη σχέση μεταξύ του Κράτους και της περιουσίας του.[17]

Ως εκ τούτου, οι δύο κύριες τάσεις άγουν είτε στην ταύτιση της κυριότητας του Δημοσίου με εκείνη του αστικού δικαίου είτε στην αναγνώριση μίας ιδιαίτερης έννοιας κυριότητας δημοσίου δικαίου, η οποία εμπνέεται από την κυριαρχική εξουσία του Κράτους, ενσωματώνοντας ταυτόχρονα τα κύρια χαρακτηριστικά των ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων, και υπάγεται σε ειδικό νομοθετικό καθεστώς (domaine public).[18] Στο ελληνικό δίκαιο, η ιδιαιτερότητα της κυριότητας του Δημοσίου έναντι της ιδιωτικής κυριότητας έγινε από παλαιά αντιληπτή, κυρίως στο πλαίσιο της θεωρητικής ανάλυσης του δικαιώματος του Δημοσίου επί των κοινοχρήστων πραγμάτων, οδηγώντας στον χαρακτηρισμό του δικαιώματος αυτού ως δημόσιας ή διοικητικής κυριότητας,[19] ή ακόμη ως sui generis κυριότητας,[20] υπαγόμενης στους κανόνες του δημοσίου δικαίου.[21] Παρά την ανωτέρω προσέγγιση κατά τα πρότυπα της γαλλικής θεωρίας (domaine public),[22] στο ελληνικό δίκαιο απουσιάζει η νομοθετική θεσμοθέτηση της έννοιας της δημόσιας κυριότητας και των εφαρμοστέων σε αυτή κανόνων, αντιθέτως οι περί κυριότητας εφαρμοστέες διατάξεις, ακόμη και για τα κοινόχρηστα πράγματα, είναι εκείνες που περιέχονται στον Αστικό κώδικα. Για τον λόγο αυτό, ορθώς επικράτησε η άποψη ότι η κυριότητα, στην οποία ο Αστικός κώδικας υπάγει τα δημόσια κτήματα, περιλαμβανομένων των δημοσίων κοινοχρήστων πραγμάτων, είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου,[23] θέση η οποία έχει παγιωθεί στη νομολογία του Αρείου Πάγου.[24]

Σύμφωνα με την παραπάνω κρατούσα θέση, η οποία είναι ορθή εν όψει της απουσίας ειδικού νομοθετικού πλαισίου για τη νομική φύση και το καθεστώς της περιουσίας του Κράτους, άγει κατ΄ ανάγκη στην ανάλυση της κυριότητας του Δημοσίου ως ιδιωτικού εμπραγμάτου δικαιώματος του Αστικού κώδικα. Η ταύτιση αυτή οδηγεί στη υιοθέτηση της -άτυπης- διάκρισης μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας του Κράτους,[25] προκειμένου η ιδιωτική κυριότητα να συμβιβαστεί με την ιδιαίτερη φύση και λειτουργία πολλών δημοσίων πραγμάτων, μεταξύ των οποίων και τα περιβαλλοντικά αγαθά.[26]

Β. Δημόσια και ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου

1. Γενικές παρατηρήσεις

Όλα τα πράγματα που ανήκουν στο Δημόσιο εξυπηρετούν πρωτίστως το δημόσιο συμφέρον. Ωστόσο, μεταξύ των δημοσίων πραγμάτων διακρίνονται εκείνα, των οποίων ο προορισμός έγκειται στην άμεση εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπών δημοσίου συμφέροντος, σε αντιδιαστολή προς εκείνα που, επειδή έχουν κεφαλαιουχική αξία και ανήκουν στο Δημόσιο, εξυπηρετούν εμμέσως το δημόσιο συμφέρον, εφ΄ όσον από την αξιοποίησή τους το Δημόσιο εισπράττει έσοδα, τα οποία συνεισφέρουν στην εν γένει εκπλήρωση της δημόσιας αποστολής του Κράτους. Τα πράγματα που ανήκουν στο Κράτος και εκπληρώνουν κατά προορισμό δημόσια λειτουργία αποτελούν τη δημόσια περιουσία του Κράτους, ενώ τα πράγματα που ανήκουν στο Κράτος και εξυπηρετούν εμμέσως το δημόσιο συμφέρον, λόγω της ταμιευτικής τους λειτουργίας, αποτελούν την ιδιωτική περιουσία του Κράτους. Στη δημόσια περιουσία του Κράτους περιλαμβάνονται κατ΄ εξοχήν τα κοινόχρηστα και εκτός συναλλαγής πράγματα των άρθρων 966 επ. ΑΚ, ενώ στην ιδιωτική περιουσία του Κράτους περιλαμβάνονται τα δεκτικά ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων πράγματα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο[27]. Η ίδια διάκριση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής κτήσης ισχύει και για την περιουσία των ΟΤΑ. Έτσι, τα πράγματα που προορίζονται για την άμεση εξυπηρέτηση δημοτικών ή κοινοτικών σκοπών ανήκουν στη δημόσια περιουσία του δήμου ή της κοινότητας.[28]

limni

2. Τα περιβαλλοντικά αγαθά

α) Υπαγωγή στη δημόσια περιουσία του Δημοσίου

Επί των πραγμάτων που εντάσσονται στην ιδιωτική περιουσία του, το Κράτος διαθέτει όλες τις εξουσίες που απορρέουν από το ιδιωτικό δικαίωμα κυριότητας, ως εάν τα πράγματα αυτά ανήκαν σε ιδιώτη.[29] Η νομική φύση των δικαιωμάτων του Κράτους επί της δημόσιας περιουσίας του, εφ΄ όσον αυτή εκπληρώνει κατά τρόπο άμεσο ειδικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, είναι εντελώς διαφορετική. Τα δημόσια περιβαλλοντικά αγαθά, όπως ήδη αναφέρθηκε, εντάσσονται κατά κανόνα στις κατηγορίες των κοινών σε όλους (ατμοσφαιρικός αέρας, θάλασσα) και των κοινοχρήστων πραγμάτων (δημόσια ύδατα, παράκτια και παρόχθια οικοσυστήματα, δημόσιοι κήποι και άλση), χωρίς όμως αυτό να καθιστά αυτονόητο ότι κάθε αγαθό περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος που ανήκει στο Δημόσιο εντάσσεται αυτοδικαίως στη δημόσια περιουσία του.

Το ερώτημα τίθεται κυρίως για τα δασικά οικοσυστήματα,[30] τα οποία είναι εκ φύσεως δεκτικά ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων, δεν προβλέπονται ρητώς ως κοινόχρηστα πράγματα από το άρθρο 967 ΑΚ, δεν αποτελούν τεχνητό έργο που εξυπηρετεί άμεσα δημόσιο σκοπό, όπως τα δημόσια άλση[31] και αντιμετωπίζοντο διαχρονικά από τον νομοθέτη ως υψηλής σημασίας πλουτοπαραγωγικό αγαθό. Παρά ταύτα, υπό τη σύγχρονη οικολογική τους αντίληψη, εν όψει των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες καθιστούν την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων σκοπό δημοσίου συμφέροντος, αποσυνδέοντας μάλιστα τον εννοιολογικό τους προσδιορισμό από την τυχόν πλουτοπαραγωγική τους λειτουργία, η απαρίθμηση των κοινοχρήστων πραγμάτων από το άρθρο 967 ΑΚ ούσα εξ άλλου ενδεικτική,[32] τα δημόσια δασικά οικοσυστήματα διαπιστώνεται ότι εκπληρούν εκ φύσεως παρόμοια περιβαλλοντική λειτουργία με τα δημόσια άλση και δη σε μεγαλύτερη κλίμακα από αυτά, αποτελώντας σημαντικό τμήμα του ζωτικού χώρου του ανθρώπου και, εν όψει των ανωτέρω, θεωρούνται κατά την απολύτως κρατούσα άποψη στη σύγχρονη επιστήμη ως κοινόχρηστα πράγματα.[33]

Εξ άλλου, υποστηρίζεται ότι η κτήση του Δημοσίου επί των δημοσίων δασών δύναται να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί τον δημόσιο σκοπό της εθνικής κυριαρχίας, εφ΄ όσον η ελληνική πολιτεία, για να είναι βιώσιμη και κυρίαρχη, πρέπει να διαθέτει την αναγκαία εδαφική επάρκεια, αλλά και τον έλεγχο του φυσικού περιβάλλοντος,[34] ενώ στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 998/1979, σύμφωνα με το οποίο οι υπαγόμενες στη δασική νομοθεσία εκτάσεις «συνιστούν εθνικό κεφάλαιο». Υπό αυτή την έννοια, τα δημόσια δάση, όπως και τα λοιπά δημόσια περιβαλλοντικά αγαθά, εξυπηρετώντας τον δημόσιο σκοπό της εθνικής κυριαρχίας, εντάσσονται, πέραν του κοινοχρήστου χαρακτήρα τους, απ΄ ευθείας στα εκτός συναλλαγής πράγματα του άρθρου 966 ΑΚ λόγω εξυπηρέτησης του άνω δημοσίου σκοπού.

Τέλος, λόγω του γεγονότος ότι η πρόσβαση και χρήση για τη συντριπτική πλειοψηφία των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων (πέραν εκείνων που αξιοποιούντο πλουτοπαραγωγικώς από το Κράτος) εκ των πραγμάτων ήταν ανέκαθεν και παραμένει ελεύθερη για όλους, δύναται να θεωρηθεί ότι ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των δημοσίων δασών έχει καθιερωθεί ήδη προ της έναρξης ισχύος του Αστικού κώδικα, κατ΄ εφαρμογή του θεσμού του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου της παραγραφής προ αμνημονεύτου χρόνου (vetustas), εφ΄ όσον γίνεται δεκτό ότι ο κοινόχρηστος χαρακτήρας προσδίδεται, μεταξύ άλλων, με την προ αμνημονεύτου χρόνου εν τοις πράγμασι παράδοση ενός πράγματος στην κοινή χρήση.[35]

β) Νομική φύση

Η φύση των παραπάνω δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών ως κοινοχρήστων πραγμάτων άγει στον χαρακτηρισμό τους ως πραγμάτων εκτός συναλλαγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ, καθορίζοντας αντιστοίχως και τη νομική φύση του δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου επί των πραγμάτων αυτών. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το Δημόσιο στερείται εν προκειμένω των εξουσιών ελεύθερης χρήσης, κάρπωσης και διάθεσης που συνήθως χαρακτηρίζουν το ιδιωτικό δικαίωμα κυριότητας κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 1000 ΑΚ,[36] εφ΄ όσον τα δημόσια περιβαλλοντικά αγαθά, ως κοινόχρηστα, είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση του σκοπού της κοινής χρήσης τους, ενώ η μεταβίβασή τους, ως πραγμάτων εκτός συναλλαγής, κατ΄ αρχήν αποκλείεται. Ορθώς λοιπόν γίνεται δεκτό ότι η κυριότητα επί των πραγμάτων που ανήκουν στη δημόσια περιουσία του Δημοσίου οφείλει να υπηρετεί την κοινοχρησία τους,[37] η οποία αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος.[38] Συνεπώς, το Κράτος διαθέτει επί των δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών κατ΄ αρχήν μόνο την εξουσία προληπτικής και κατασταλτικής προστασίας και διαχείρισής τους, σύμφωνα με τους κανόνες του ισχύοντος συνταγματικού και νομοθετικού πλαισίου,[39] κατά τρόπο που προσεγγίζει στην πράξη την κρατική κυριαρχία επί των κοινών σε όλους πραγμάτων.[40] Παρά ταύτα, σύμφωνα με το άρθρο 968 ΑΚ, τα κοινόχρηστα πράγματα ανήκουν στο Δημόσιο εφ΄ όσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.[41] Ως εκ τούτου, είναι κατ΄ εξαίρεση νοητή η κυριότητα άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αλλ΄ ακόμη και ιδιωτών, επί των κοινοχρήστων πραγμάτων, συνεπεία ειδικής νομοθετικής ρύθμισης.[42]

Εξ άλλου, εν αναφορά ειδικότερα προς τα δασικά οικοσυστήματα, η ανάδειξη και προστασία του δημοσίου δάσους ως οικολογικού και κοινωνικού αγαθού, το οποίο είναι από τη φύση του κοινόχρηστο, δεν είναι δυνατόν να άγει στην παραγνώριση των ιδιαίτερων φυσικών χαρακτηριστικών του έναντι άλλων περιβαλλοντικών αγαθών ως έκτασης δεκτικής φυσικής εξουσίασης και ικανής ν΄ αποδώσει, μέσω της άσκησης δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσης, σημαντικές προσόδους στο Κράτος. Απουσία στο ελληνικό δίκαιο ειδικού νομοθετικού καθεστώτος δημόσιας κυριότητας, στο πλαίσιο του οποίου θα μπορούσαν να καθορίζονται κατά τρόπο συγκεκριμένο οι όροι συνύπαρξης των παραπάνω -περιβαλλοντικής, κοινωνικής και πλουτοπαραγωγικής- λειτουργιών των δημοσίων δασικών οικοσυστημάτων, η ισορροπημένη αυτή συνύπαρξη αυτή πρέπει κατ΄ ανάγκη να επιτευχθεί στο πλαίσιο της κυριότητας του αστικού δικαίου και των οικείων διατάξεων του Αστικού κώδικα.[43]

Γ. Παλαιός αιγιαλός και παλαιά όχθη

Ειδικότερης προσέγγισης χρήζει η περίπτωση του παλαιού αιγιαλού και της παλαιάς όχθης. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2971/2001, αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της, ενώ στον αντίστοιχο ορισμό υπάγεται η όχθη ως προς τους πλεύσιμους ποταμούς και τις μεγάλες λίμνες. Παλαιός αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα και αντιστοίχως παλαιά όχθη είναι η ζώνη της ξηράς που προκύπτει από την υποχώρηση της όχθης (άρθρο 1). Το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2971/2001 ορίζει ρητώς ότι: «ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταγράφονται ως δημόσια κτήματα».

Τα συγκεκριμένα τμήματα της ξηράς, λόγω της παλαιότερης φύσης τους ως αιγιαλού και όχθης, η οποία τα καθιστούσε ανεπίδεκτα κτήσης ιδιωτικών δικαιωμάτων και, ως εκ τούτου, δημόσια πράγματα, μετά την υποχώρηση της οριογραμμής του αιγιαλού και της όχθης παραμένουν στη δημόσια κτήση.[44] Κατά συνέπεια, η κυριότητα του Δημοσίου επί του παλαιού αιγιαλού και της παλαιάς όχθης στηρίζεται στο γεγονός ότι η κυριότητα του Δημοσίου επί των δημοσίων κτημάτων διατηρείται ακόμη και αν αυτά παύσουν να υπηρετούν την κοινή χρήση, αποβάλλοντας την ιδιότητά τους ως πραγμάτων εκτός συναλλαγής, χωρίς να συντρέχει ανάγκη να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου.[45] Κατά τα ανωτέρω, η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων αυτών θεμελιώνεται στην παλαιότερη φύση τους ως δημοσίων πραγμάτων (αιγιαλός και όχθη), ενώ η ένταξή τους στην ιδιωτική περιουσία του Κράτους ερείδεται στην κατ΄ άρθρο 971 ΑΚ απώλεια του κοινόχρηστου και εκτός συναλλαγής χαρακτήρα τους, λόγω της υποχώρησης των υδάτων.[46]

Ωστόσο, αν και η απώλεια της λειτουργίας των εκτάσεων αυτών ως σημείων σύνδεσης του υγρού με το χερσαίο στοιχείο ασφαλώς αίρει την εκ της λειτουργίας αυτής κοινοχρησία τους κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 971 ΑΚ, παραμένει το ζήτημα της οικολογικής σύνθεσης και αξίας τους και της νόμιμης προστασίας αυτών. Εν όψει της σύγχρονης συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος, όπως αυτή αναδεικνύεται από τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2971/2001 έχει κατακριθεί ως αντισυνταγματική,[47] εφ΄ όσον, εντάσσοντας τον παλαιό αιγιαλό και την παλαιά όχθη στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, η παραπάνω διάταξη παραγνωρίζει την οικολογική σημασία των εκτάσεων αυτών. Παρά την παραπάνω κριτική, η σύγχρονη νομολογία του Αρείου Πάγου παγίως δέχεται ότι, εάν ο αιγιαλός αποβάλει τον κοινόχρηστο προορισμό του και την ιδιότητά του ως εκτός συναλλαγής, εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο, περιερχόμενος όμως εφ΄ εξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού.[48]

Το Συμβούλιο της Επικρατείας, αν και δέχεται το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί του παλαιού αιγιαλού, δεν χρησιμοποιεί τη διατύπωση της «ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου», υιοθετώντας την ευρύτερη διατύπωση της «δημόσιας κτήσης»,[49] ενώ παραλλήλως δέχεται ότι, υπό το σύγχρονο συνταγματικό καθεστώς διαφύλαξης του περιβάλλοντος, αντικείμενο προστασίας τυγχάνουν τα οικοσυστήματα των ακτών στο σύνολό τους, ανεξαρτήτως της επί μέρους διάκρισής τους.[50] Υπό την έννοια αυτή, ο παλαιός αιγιαλός, ο οποίος καταλαμβανόταν από τα θαλάσσια ύδατα, μετά την υποχώρηση των υδάτων αυτών αποτελεί χερσαίο οικοσύστημα με γεωομορφολογική ιδιαιτερότητα (άμμος, βότσαλα, όστρακα, παράκτια βλάστηση, άλατα),[51] το οποίο αποτελεί φυσική συνέχεια του θαλασσίου οικοσυστήματος και τυγχάνει προστασίας εν πολλοίς ασυμβίβαστης με την άσκηση εντός αυτού των εξουσιών που απορρέουν από το ιδιωτικής φύσης δικαίωμα κυριότητας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρο 20 παρ. 8 εδάφ. α΄ του ν. 3937/ 2011[52] για την προστασία της βιοποικιλότητας, η ζώνη εναπόθεσης υλικών από τη θαλάσσια δράση (άμμος, αμμοχάλικο, βότσαλα), τα αμμώδη βέλη, οι αμμοθίνες και οι βραχώδεις ή άλλες εκτάσεις, με ή χωρίς αποθέσεις άλλων υλικών, τουλάχιστον μέχρι το σημείο που είναι εμφανής η επίδραση της θάλασσας, ανήκουν στην «κρίσιμη παράκτια ζώνη», στην οποία, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 5 του νόμου, μετά την οριοθέτησή της, επιτρέπονται μόνον ήπιες και χαμηλής έντασης χρήσεις, οι οποίες δεν θίγουν το φυσικό ανάγλυφο και δεν προκαλούν οικολογική επιβάρυνση.

Εξ άλλου, στην περίπτωση που ο παλαιός αιγιαλός καλύπτεται από δασική βλάστηση, η προστασία του εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δασικής νομοθεσίας.[53] Ομοίως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 4280/2014,[54] με τις οποίες τροποποιήθηκε το άρθρο 3 του ν. 998/1979 περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας, τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, αλλά και το σύνολο των βραχωδών, πετρωδών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, υπάγονται στο καθεστώς της δασικής νομοθεσίας. Εξαίρεση αποτελούν οι βραχώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις που ευρίσκονται επί πεδινών εδαφών, οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, που δεν συγκροτούν οικοσύστημα αυτοφυούς βλάστησης και δεν περιέχουν καθόλου δασική βλάστηση καθώς και οι εκτάσεις που έχουν αναγνωριστεί ως ιδιωτικές σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3208/2003. Αντιθέτως, υπάγονται στο καθεστώς της δασικής νομοθεσίας οι αμμώδεις εκτάσεις δασικού, βραχώδους ή χορτολιβαδικού χαρακτήρα της παραλιακής ζώνης.[55]

Τα παραπάνω ισχύουν, κατά μείζονα λόγο, για την παλαιά όχθη, αλλά ακόμη και για τις παρόχθιες περιοχές μη πλεύσιμων (τμημάτων) ποταμών και μικρών λιμνών, παρά το γεγονός ότι αυτές δεν εμπίπτουν στις κοινόχρηστες εκτάσεις του Αστικού κώδικα και του ν. 2971/2001, εφ΄ όσον στις εύφορες αυτές περιοχές συνήθως φύεται πλούσια δασική βλάστηση, η οποία τις καθιστά κοινόχρηστες, εάν ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο και, σε κάθε περίπτωση, υπαγόμενες στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.[56]

Κατά συνέπεια, η άρση του κοινόχρηστου χαρακτήρα του παλαιού αιγιαλού και της παλαιάς όχθης δεν παρέχει αυτομάτως στο Δημόσιο τη δυνατότητα άσκησης όλων των εξουσιών που απορρέουν από το ιδιωτικό δικαίωμα κυριότητας, εφ΄ όσον, ως οικοσυστήματα, ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις περί προστασίας του περιβάλλοντος και δύναται να ανακτήσουν τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους, περιερχόμενες εκ νέου στη δημόσια περιουσία του Κράτους.

Προσθέτως, δέον να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τους ορισμούς που περιέχονται στο άρθρο 1 του ν. 2971/2001, ο παλαιός αιγιαλός καταλαμβάνει την έκταση που περιέχεται μεταξύ της νέας γραμμής αιγιαλού και του ορίου του παλαιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, έκταση η οποία εν μέρει συμπίπτει με την παραλία, δηλαδή τη ζώνη ξηράς που προστίθεται στον αιγιαλό προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα και αντίστροφα. Οίκοθεν νοείται ότι στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου δύναται να περιέλθει μόνο το τμήμα του παλαιού αιγιαλού που τυχόν εκτείνεται πέραν της παραλίας, η οποία είναι σε κάθε περίπτωση κοινόχρηστη και εκτός συναλλαγής, και εντάσσεται στη δημόσια περιουσία του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2971/2001.

Στην περίπτωση που θεμελιώνονται εμπράγματα δικαιώματα ιδιωτών σε έκταση παλαιού αιγιαλού ή παλαιάς όχθης κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2971/2001, η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών υφίσταται τους νόμιμους περιορισμούς που ήδη αναφέρθηκαν λόγω του οιονεί κοινόχρηστου χαρακτήρα των ιδιωτικών περιβαλλοντικών αγαθών και του ειδικού προστατευτικού καθεστώτος τους, υπό την προϋπόθεση ότι η έκταση διατηρεί προστατευτέα οικολογικά στοιχεία. Ειδικότερα, εφ΄ όσον τα οικοσυστήματα των παράκτιων και παρόχθιων περιοχών διαφυλάσσονται κατά τρόπο ενιαίο, σε σχέση με τα φυσικά χαρακτηριστικά τους, εν όψει της λειτουργικής αλληλεξάρτησης των επί μέρους ζωνών και του συνολικού αισθητικού κάλλους της γεωμορφολογίας των ακτών,[57] τα τυχόν ιδιωτικά εμπράγματα δικαιώματα σε παλαιό αιγιαλό ή παλαιά όχθη δύνανται νομίμως να περιορίζονται με σκοπό την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, η οποία αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος.[58]

ΙΙΙ. Έννομες συνέπειες της νομικής φύσεως της κυριότητας των περιβαλλοντικών αγαθών

Τα περιβαλλοντικά αγαθά που ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, λόγω του χαρακτήρα τους ως πραγμάτων κοινοχρήστων και εκτός συναλλαγής, υφίστανται τις έννομες συνέπειες που χαρακτηρίζουν τις ιδιαίτερες αυτές κατηγορίες πραγμάτων.

Α. Νομικό καθεστώς των κοινοχρήστων και εκτός συναλλαγής πραγμάτων 

Όπως όλα τα πράγματα που ανήκουν στη δημόσια περιουσία του Κράτους, τα κοινόχρηστα πράγματα είναι ανεπίδεκτα ιδιωτικής κυριότητας και εμπραγμάτων δικαιωμάτων, απαλλοτρίωσης και εν γένει ιδιωτικών συναλλαγών.[59] Το Δημόσιο ασκεί επί αυτών δικαίωμα κυριότητας ως επί πραγμάτων κοινοχρήστων και εκτός συναλλαγής,[60] έχει δηλαδή την εξουσία διαχείρισής τους σύμφωνα με την φύση τους ως κοινοχρήστων πραγμάτων και, ενώ δύναται να παραχωρεί επί αυτών ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα, δεν είναι δυνατόν να μεταβιβάζει ή παραχωρεί με οποιοδήποτε τρόπο εμπράγματα δικαιώματα, έστω και περιορισμένα, όπως το δικαίωμα δουλείας.[61] Το άρθρο 970 ΑΚ παρέχει στους φορείς της κρατικής εξουσίας τη δυνατότητα να παραχωρούν ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα επί των κοινοχρήστων πραγμάτων, όμως η διάταξη αυτή δεν αποτελεί περιορισμό της κοινοχρησίας, εφ΄ όσον το ιδιαίτερο ιδιωτικό δικαίωμα κατά τον νόμο εξυπηρετεί την κοινή χρήση ή, σε κάθε περίπτωση, δεν δύναται να αναιρεί την κατά προορισμό χρήση του κοινόχρηστου πράγματος.[62] Τα δημόσια περιβαλλοντικά αγαθά, ως κοινόχρηστα πράγματα που εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό, υπάγονται αναντιρρήτως στο παραπάνω νομικό καθεστώς, συνεπώς κάθε παραχώρηση ιδιωτικών δικαιωμάτων επί αυτών, ακόμη και αν προβλέπεται με ειδική διάταξη νόμου, αποτελεί κατ΄ αρχήν εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 970 ΑΚ και επομένως υπόκειται στους όρους και προϋποθέσεις του.[63]

Τα δημόσια πράγματα που υπάγονται στο καθεστώς αυτό, εφ΄ όσον είναι εκτός συναλλαγής και, κατ΄ ακολουθία, μη δεκτικά εμπραγμάτων δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσης, δεν έχουν «περιουσιακό» χαρακτήρα, δηλαδή στερούνται «αγοραίας» αξίας. Αντιθέτως, τα κατ΄ άρθρο 970 ΑΚ παραχωρούμενα ιδιωτικά δικαιώματα, τα οποία επιτρέπουν την οικονομική αξιοποίηση των κοινοχρήστων πραγμάτων, διαθέτουν περιουσιακό χαρακτήρα. Καθίσταται σε κάθε περίπτωση σαφές ότι περιουσιακό χαρακτήρα, δηλαδή αξία αποτιμητή σε χρήμα, διαθέτει αυτοτελώς το ιδιαίτερο ιδιωτικό (ενοχικό) παραχωρούμενο δικαίωμα και όχι εγγενώς το εκτός συναλλαγής κοινόχρηστο πράγμα επί του οποίου γίνεται η παραχώρηση. Έτσι, η οικονομική αξιολόγηση του περιβάλλοντος στηρίζεται σε μία αποτίμηση «οικονομική μεν, αλλά μη αγοραία», ελλείψει αγοραστικού χαρακτήρα των περιβαλλοντικών αγαθών, δηλαδή αντικείμενο της οικονομικής αποτίμησης δεν είναι η «αξία» της φύσης ή των περιβαλλοντικών αγαθών per se, αλλ΄ η χρησιμότητα του περιβάλλοντος για τον άνθρωπο (π.χ. απόληψη προϊόντων, προστασία από πλημμύρες).[64] Συνεπώς, η αξία των περιβαλλοντικών αγαθών έγκειται στην «αξία χρήσης» (ή «αξία άμεσης χρήσης»), δηλαδή στην αξία της χρήσης και κάρπωσής τους (αναψυχή, απόληψη προϊόντων, τουριστική ανάπτυξη κ.λπ.) και στην «αξία μη-χρήσης» (ή «αξία έμμεσης χρήσης»), δηλαδή στο κόστος προστασίας και διατήρησής τους προς όφελος του ανθρώπου.[65]

Συνεπεία της κατά τα ανωτέρω απουσίας «περιουσιακού» χαρακτήρα του περιβάλλοντος, το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 4061/2012 (Α΄ 66/22.3.2012) περί αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 37 παρ. 1 παρ. β΄ του ν. 4235/2014 (Α΄ 32/11.02.2014), εξαιρεί ρητώς από το πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, τους αιγιαλούς, τις παραλίες, τα δάση, τις δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις, καθώς και τις προστατευόμενες εκτάσεις του ν. 1650/1986. Ακόμη και προκειμένου περί ιδιωτικών ή διακατεχομένων δασών, τα οποία είναι εντός συναλλαγής και επί των οποίων υφίστανται ιδιωτικά εμπράγματα δικαιώματα, η αξία τους, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 998/1979, προσδιορίζεται εν όψει της θέσης τους, της φυσικής λειτουργίας τους (προστατευτική, παραγωγική κ.λπ.) και της αδυναμίας χρησιμοποίησής τους για οικιστικούς σκοπούς ή άλλη εκμετάλλευση ξένη προς τον προορισμό τους, δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές της αποτίμησης της άμεσης και έμμεσης χρήσης τους ως περιβαλλοντικών αγαθών.

topio

Τοπίο – Κώστας Παπανικολάου

Β. Δημόσια περιβαλλοντικά αγαθά και εγκλήματα κατά της περιουσίας

Από πλευράς ποινικού δικαίου, η έλλειψη περιουσιακού χαρακτήρα των δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών αποκλείει την εφαρμογή επί των πραγμάτων αυτών των διατάξεων του Ποινικού κώδικα για τα εγκλήματα κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων και ειδικότερα των διατάξεων περί απάτης. Σύμφωνα με το άρθρο 386 ΠΚ, το αδίκημα της απάτης προϋποθέτει βλάβη «ξένης περιουσίας» και, όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία και την επιστήμη, η απάτη αποτελεί αδίκημα περιουσιακής μετατόπισης, ήτοι έγκλημα που στηρίζεται στην υλική αντιστοιχία μεταξύ του περιουσιακού οφέλους του δράστη και της περιουσιακής ζημίας του θύματος, της οποίας το περιουσιακό όφελος αποτελεί την ανάστροφη όψη.[66] Ως εκ τούτου, δεν νοείται κατ΄ αρχήν απάτη σε βάρος του Δημοσίου, προκειμένου περί δημόσιων περιβαλλοντικών αγαθών, τα οποία είναι πράγματα εκτός συναλλαγής, ανεπίδεκτα ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων και στερούμενα περιουσιακής αξίας.

Για τον ίδιο λόγο, στερούνται εν προκειμένω πεδίου εφαρμογής και οι ρυθμίσεις του ν. 1608/1950. Ο νόμος αυτός θεσπίστηκε κατά τη μεταπολεμική περίοδο, με σκοπό να αντιμετωπιστεί η έλλειψη επαρκούς νομοθετικού ποινικού πλαισίου για την αντιμετώπιση των συχνών τότε φαινομένων «λεηλασίας του δημόσιου πλούτου»,[67] σκοπός ο οποίος διαφαίνεται άλλωστε και από τον τίτλο του νόμου, ο οποίος αναφέρεται στους «καταχραστάς του Δημοσίου». Περαιτέρω, ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο του ν. 1608/1950, παρατηρείται ότι οι διατάξεις του δεν θεσπίζουν νέο αδίκημα, αλλά καθιδρύουν διακεκριμένη μορφή τέλεσης των αδικημάτων που καθορίζονται περιοριστικά και τα οποία αποτελούν εγκλήματα ακραιφνώς (π.χ. κακουργηματική απάτη) ή προεχόντως (π.χ. κακουργηματική πλαστογραφία) περιουσιακού χαρακτήρα. Μάλιστα, καθοριστικά στοιχεία τόσο για την εφαρμογή του ν. 1608/ 1950 όσο και για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων των οποίων καθιδρύεται η διακεκριμένη μορφή τέλεσης είναι το ύψος της (απειλούμενης) περιουσιακής ζημίας, το ύψος του (επιδιωκόμενου) περιουσιακού οφέλους και η αξία σε χρήμα του αντικειμένου του εγκλήματος.[68]

Κατά συνέπεια, το προστατευόμενο από τον ν. 1608/1950 έννομο αγαθό είναι αδιαμφισβήτητα η «περιουσία» του Δημοσίου, υπό την έννοια της ιδιωτικής περιουσίας του, δηλαδή των υλικών αγαθών που ανήκουν στο Δημόσιο, είναι εντός συναλλαγής, δεκτικά ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων και αποτιμώνται σε χρήμα, εξαιρουμένων των εκτός συναλλαγής πραγμάτων που εντάσσονται στη δημόσια περιουσία του Δημοσίου, τα οποία δεν είναι αποτιμητά σε χρήμα. Επομένως, δεν νοείται η εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων σε δημόσια περιβαλλοντικά αγαθά, τα οποία στερούνται περιουσιακού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, ακόμη και τα αδικήματα που δεν έχουν ακραιφνώς περιουσιακό χαρακτήρα, αφού η τυχόν περιουσιακή τους διάσταση απλώς συνιστά διακεκριμένη μορφή τέλεσης του βασικού αδικήματος (π.χ. πλαστογραφία, ψευδής βεβαίωση), δύνανται να στοιχειοθετηθούν μόνο υπό τη βασική τους μορφή, αλλά όχι υπό την περιουσιακή διακεκριμένη μορφή τέλεσης σε βάρος του Δημοσίου, κατά τις διατάξεις του ν. 1608/1950.

Παρά ταύτα, όλες οι συνέπειες του ν. 1608/1950 καθώς και των διατάξεων για τα αδικήματα που στρέφονται κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων, έχουν πλήρη εφαρμογή σε περίπτωση που αναγνωρίζονται κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 970 ΑΚ και τυχόν ειδικών νομοθετικών διατάξεων (π.χ. οι διατάξεις του ν. 2971/2001 περί παραχώρησης απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας, περί τουριστικών ακινήτων του ΕΟΤ και περί λιμένων, οι διατάξεις του ν. 998/1979 περί αξιοποίησης των δασικών και αναδασωτέων οικοσυστημάτων) ιδιωτικά δικαιώματα επί των δημόσιων περιβαλλοντικών αγαθών, εφ΄ όσον τα δικαιώματα αυτά έχουν περιουσιακό χαρακτήρα. Στην περίπτωση αυτή, αντικείμενο αξιολόγησης και αποτίμησης σε χρήμα είναι η αξία του ιδιωτικού δικαιώματος που παραχωρήθηκε σε περιβαλλοντικό αγαθό και όχι το ίδιο το περιβαλλοντικό αγαθό.

Γ. Προσβολή των δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών και ζημία του Δημοσίου

Ομοίως, τίθεται το ζήτημα της ζημίας την οποία υφίσταται -και την αποκατάσταση της οποίας δύναται ν΄ αξιώσει- το Δημόσιο σε περίπτωση προσβολής των δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών. Η προσβολή δύναται να αφορά στη χρήση και την κάρπωση, την αμφισβήτηση της κυριότητας ή την οικολογική ακεραιότητα του δημοσίου περιβαλλοντικού αγαθού.

1. Για την περίπτωση της παράνομης χρήσης και κάρπωσης, λεκτέα τα εξής: σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 1 και παρ. 2 του από 11-12.11.1929 διατάγματος «περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων», όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 20 του α.ν. 1540/1938, το άρθρο 19 του α.ν. 1919/1939, το άρθρο 2 του α.ν. 1925/19551 και το άρθρο 5 παρ. 4 του α.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση με την έκδοση πρωτοκόλλου, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που παρανόμως καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Οι παραπάνω γενικές διατάξεις εφαρμόζονται και στην περίπτωση παράνομης κατάληψης και κάρπωσης δημόσιων οικοσυστημάτων.[69]

Από την αντιπαραβολή των διατάξεων του άρθρου 115 του από 11-12.11.1929 διατάγματος και του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968 προκύπτει ότι ο νομοθέτης κάνει διάκριση μεταξύ αφ΄ ενός της κατάληψης και κατοχής δημόσιου κτήματος προς τον σκοπό απόκτησης δικαιώματος επί αυτού και αφ΄ ετέρου της απλής, χωρίς προηγούμενη συμφωνία με το Δημόσιο, κάρπωσης δημόσιου κτήματος και της προς ίδιο όφελος χρήσης από τρίτον. Πρωτόκολλο αποζημίωσης συντάσσεται μόνο στη δεύτερη περίπτωση, προς απόδοση της ωφέλειας που χωρίς νόμιμη αιτία ο τρίτος αποκόμισε από την κάρπωση και χρήση του δημοσίου κτήματος, ενώ αντιθέτως, όταν η κατοχή του κτήματος περιορίζεται στην εξουσίασή του χωρίς να περιλαμβάνει και την κάρπωση ή χρήση του, εφ΄ όσον δεν υφίσταται αξίωση προς απόδοση πλουτισμού, μόνο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής μπορεί να συνταχθεί κατά του κατόχου.[70]

Ειδικότερα για τα δημόσια δασικά οικοσυστήματα, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 εδάφ. β΄ του Δασικού κώδικα, με το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής η αρμόδια δασική αρχή βεβαιώνει υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών την εις βάρος του Δημοσίου τυχόν επελθούσα ζημία, το ποσό αποκατάστασής της, καθώς και το ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης χρήσης. Στην περίπτωση αυτή, το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής αποτελεί ταυτόχρονα και πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης. Η αποζημίωση καλύπτει κάθε ζημία που υπέστη το Δημόσιο, μεταξύ άλλων τη ζημία από την παράνομη χρήση και κάρπωση.[71]

Περαιτέρω, σε περίπτωση παραχώρησης εκ μέρους του Δημοσίου ιδιωτικών δικαιωμάτων σε δημόσιο περιβαλλοντικό αγαθό και παραβίασης των όρων της παραχώρησης από τον δικαιούχο της, το Δημόσιο δύναται ν΄ αξιώσει σε βάρος του παραχωρησιούχου αποζημίωση και απόδοση της τυχόν ωφέλειας που ο ίδιος απεκόμισε και κατά την οποία κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της δημόσιας περιουσίας διά της παράνομης εκμετάλλευσης.[72]

2. Για την περίπτωση της απατηλής αξίωσης κυριότητας επί δημοσίου περιβαλλοντικού αγαθού, επισημαίνονται τα εξής: όταν οι πράξεις καταπάτησης ιδιόκτητης έκτασης δεν οδηγούν στην απώλεια της κυριότητάς της από τον θιγόμενο δικαιούχο, γίνεται δεκτό ότι η βλάβη του τελευταίου συνίσταται όχι στην αξία της έκτασης, η κυριότητα της οποίας διατηρήθηκε, αλλ΄ απλώς στη μείωση της αγοραίας αξίας της λόγω της αμφισβήτησης και στην εμπλοκή του δικαιούχου σε δικαστικούς αγώνες για την αναγνώριση της κυριότητάς του.[73] Προκειμένου περί δημόσιων περιβαλλοντικών αγαθών, δεδομένου του απαράγραπτου χαρακτήρα των δικαιωμάτων του Δημοσίου,[74] αλλά και του κοινοχρήστου και εκτός συναλλαγής χαρακτήρα των εν λόγω πραγμάτων, ο οποίος τα καθιστά ανεπίδεκτα ιδιωτικής κυριότητας ακόμη και διά χρησικτησίας,[75] το Δημόσιο διατηρεί σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα κυριότητάς του. Εξ άλλου, η κατά τα ανωτέρω μείωση της «αγοραίας αξίας» των δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών είναι κατά τα ανωτέρω αδύνατη, προκειμένου περί πραγμάτων εκτός συναλλαγής. Συνεπώς, η ζημία του Δημοσίου από την αμφισβήτηση της κυριότητάς του επί των δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών έγκειται αποκλειστικώς στο κόστος της τυχόν εμπλοκής του σε δικαστικούς αγώνες για την αναγνώριση της κυριότητάς του.[76]

3. Στην περίπτωση οικολογικής βλάβης σε δημόσιο περιβαλλοντικό αγαθό, τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 29 του ν. 1650/1986, κατά την οποία: «Οποιοσδήποτε, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, προκαλεί ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος ευθύνεται σε αποζημίωση, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημιά οφείλεται σε ανώτερη βία ή ότι προήλθε από υπαίτια ενέργεια τρίτου που ενήργησε δολίως». Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται αντικειμενική αστική ευθύνη από διακινδύνευση κάθε προσώπου, φυσικού ή νομικού, το οποίο προκαλεί υποβάθμιση του περιβάλλοντος.[77]

Η αστική ευθύνη αίρεται αν ο αντικειμενικώς υπεύθυνος αποδείξει ότι η ζημία προήλθε όχι από δικές του ενέργειες, αλλ΄ από ανώτερη βία ή από δόλια ενέργεια τρίτου. Στην πρώτη περίπτωση η απαλλαγή από την ευθύνη οφείλεται στο γεγονός ότι η περιβαλλοντική προσβολή πηγάζει από γεγονότα ξένα προς την επιρροή του ατόμου, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει περίπτωση αστικής ευθύνης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση η απαλλαγή από την ευθύνη θεμελιώνεται στην αρχή, κατά την οποία η υποκειμενική ευθύνη προηγείται της αντικειμενικής,[78] με αποτέλεσμα η αντικειμενική ευθύνη να υποκαθίσταται από την υποκειμενική ευθύνη του τρίτου, που αποδεδειγμένα ενήργησε δολίως σε βάρος του περιβάλλοντος. Δικαιούχος αποζημίωσης είναι κάθε πρόσωπο, το οποίο υπέστη αιτιωδώς περιουσιακή ζημία, προκειμένου δε περί δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών δικαιούχος είναι το Δημόσιο, το οποίο βαρύνεται με τη δαπάνη αποκατάστασης της καταστροφής ή υποβάθμισης του κοινόχρηστου πράγματος.[79]

Δ. Προσβολή των περιβαλλοντικών αγαθών και δικαίωμα στην προσωπικότητα

Η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινόχρηστου παρέχει στο άτομο εξουσία προς χρήση του πράγματος δυνάμει του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, στο πλαίσιο προστασίας της αξίας του ανθρώπου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 57 ΑΚ.[80] Παράλληλα, η αυτή εξουσία του ατόμου επί των περιβαλλοντικών αγαθών παρέχεται όχι μόνο λόγω του κοινόχρηστου χαρακτήρα τους, αλλά και από το συνταγματικό δικαίωμα του καθενός στην προστασία και απόλαυση του περιβάλλοντος, που αναδεικνύεται ως αυτοτελής έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας.[81] Η αυτοτέλεια αυτή στηρίζεται στο sui generis δικαίωμα όλων για την απόλαυση του συνόλου των περιβαλλοντικών αγαθών ως κοινωνικών αγαθών, περιλαμβανομένων των ιδιωτικών περιβαλλοντικών αγαθών, στο πλαίσιο της οιονεί κοινοχρησίας τους. Συνεπώς, το δικαίωμα του καθενός απέναντι στις προσβολές των περιβαλλοντικών αγαθών δυνάμει του δικαιώματος της προσωπικότητας κατ΄ άρθρο 57 ΑΚ υφίσταται ακόμη και προκειμένου περί ιδιωτικών περιβαλλοντικών αγαθών, όπως τα ιδιωτικά δάση, διότι, παρά την έλλειψη κοινής χρήσης τους, όλοι έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν τα εξ αυτών κοινά οφέλη.[82]

IV. Η νομολογία για τη νομική φύση της κυριότητας των περιβαλλοντικών αγαθών

Η σύγχρονη νομολογία εξάγει και αναγνωρίζει ολοένα και περισσότερο τις έννομες συνέπειες που συναρτώνται με την ιδιαίτερη νομική φύση των περιβαλλοντικών αγαθών και ειδικότερα με το δικαίωμα κυριότητας επ΄ αυτών, κατοχυρώνοντας την έννομη προστασία των κοινών σε όλους ωφελημάτων από την απόλαυση του φυσικού περιβάλλοντος. Παρά ταύτα, παρατηρείται ότι η ενσωμάτωση των παραπάνω αρχών δεν είναι ενιαία και πλήρης στο σύνολο των δικαστικών αποφάσεων.

Α. Κοινοχρησία των περιβαλλοντικών αγαθών

Η νομολογία αναγνωρίζει ότι τα ιδιωτικά περιβαλλοντικά αγαθά δεν είναι κοινόχρηστα, ωστόσο δέχεται, στο πλαίσιο της έννοιας της οιονεί κοινοχρησίας, το κοινωνικό δικαίωμα απόλαυσης των ωφελημάτων ακόμη και των ιδιωτικών περιβαλλοντικών αγαθών, ως έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας.[83]

Ως προς τα δημόσια περιβαλλοντικά αγαθά, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των πραγμάτων, που απαριθμούνται ρητώς στο άρθρο 967 ΑΚ, αναγνωρίζεται παγίως και διαχρονικώς από το σύνολο της νομολογίας. Πέραν όμως των πραγμάτων αυτών, που σε κάθε περίπτωση ανήκουν από τη φύση και τη λειτουργία τους στη δημόσια κτήση, τίθεται το ζήτημα των περιβαλλοντικών αγαθών που δεν αναφέρονται ρητώς στην παραπάνω διάταξη και ειδικότερα των δημοσίων δασών, εν όψει του γεγονότος ότι τα δάση είναι δεκτικά ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων και δεν ανήκουν κατ΄ ανάγκη στο Κράτος.

Η νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων, σε πλήρη εναρμόνιση με την απολύτως κρατούσα στην επιστήμη άποψη, δέχεται ότι στην έννοια του κοινόχρηστου πράγματος υπάγεται και το δημόσιο δάσος, το οποίο αναγνωρίζεται από το δίκαιο ως περιβαλλοντικό αγαθό που εντάσσεται στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος), με συνέπεια ο αυθαίρετος αποκλεισμός της πρόσβασης σε δημόσιο δάσος να συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι, εκτός από τα πράγματα που απαριθμούνται στο άρθρο 967 ΑΚ, κοινόχρηστα είναι και τα δημόσια δάση και άλση, εφ΄ όσον δεν είναι πράγματα ειδικής χρήσης. Ένα δάσος, εν όψει της ειδικής συνταγματικής προστασίας των δασών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου. Ανήκει στη δημόσια περιουσία του Δημοσίου και είναι είτε ιδιόχρηστο, όταν εξυπηρετεί, κυρίως, τη δασολογική έρευνα και διδασκαλία, είτε κοινόχρηστο, όταν είναι ελεύθερη η χρήση του από το κοινό.[84] Η παραπάνω θέση εναρμονίζει τη νομική αντιμετώπιση των δημοσίων δασικών οικοσυστημάτων με εκείνη των λοιπών περιβαλλοντικών αγαθών και κατοχυρώνει την ελευθερία χρήσης τους από τον άνθρωπο ως σημαντικού συστατικού στοιχείου του ζωτικού του χώρου.

Σε ευθεία αντίθεση με τα παραπάνω, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι τα δάση, που ανήκουν στο Δημόσιο, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή σε δημόσιες επιχειρήσεις, δεν αποτελούν κοινόχρηστα πράγματα, αλλ΄ ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή της δημοσίας επιχείρησης αντιστοίχως και, συνεπώς, είναι δυνατόν να μεταβιβάζονται.[85] Η αμφισβητούμενης νομικής θεμελίωσης παραπάνω δικαστική κρίση,[86] απηχεί τη βούληση των δικαστικών λειτουργών να επιτρέψουν εν προκειμένω τη μεταβίβαση δημόσιας δασικής έκτασης προς το ΤΑΙΠΕΔ, εν όψει της οικονομικής της αξιοποίησης.

Στην προκειμένη περίπτωση, καθίσταται σαφές ότι προτάσσεται ο πλουτοπαραγωγικός χαρακτήρας του δασικού οικοσυστήματος και η εθνική ανάγκη οικονομικής αξιοποίησής του, μέσω της υπαγωγής του στην ιδιωτική περιουσία του Κράτους. Αν και η βούληση αξιοποίησης από το Κράτος των στοιχείων της περιουσίας του, που δύνανται να του αποφέρουν προσόδους, είναι απολύτως θεμιτή, η ένταξη προς τούτο ενός δημοσίου περιβαλλοντικού αγαθού στην ιδιωτική περιουσία του Κράτους αφ΄ ενός παράγει ανεπιθύμητα αποτελέσματα και αφ΄ ετέρου δεν είναι απαραίτητη, αφού η σκοπούμενη οικονομική αξιοποίηση δύναται να εξυπηρετηθεί και στο πλαίσιο λειτουργίας της δημόσιας περιουσίας του Κράτους.

Εν πρώτοις, η ένταξη των δημοσίων δασών στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, σε συνδυασμό με την αναγνώριση από το ελληνικό δίκαιο μόνο της κυριότητας του αστικού δικαίου, οδηγεί αναπόφευκτα σε ανεπιθύμητες έννομες συνέπειες, αντίθετες προς τη φύση και τη λειτουργία των εν λόγω περιβαλλοντικών αγαθών. Ειδικότερα, η ένταξη των δημοσίων δασικών οικοσυστημάτων στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου ισοδυναμεί με αναγωγή των οικοσυστημάτων αυτών σε περιουσιακό αγαθό του Κράτους, που εκπληρώνει ταμιευτικό σκοπό και όχι σε αγαθό που εκπληρώνει εκ φύσεως δημόσια λειτουργία. Συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, το Δημόσιο δύναται, υπό τον όρο διαφύλαξης της δασικής βλάστησης, να συνιστά ελευθέρως εμπράγματα δικαιώματα ή και να εκποιεί χωρίς περιορισμούς την κυριότητα των δασικών οικοσυστημάτων, κατά τρόπον εντελώς ασυμβίβαστο με τη δημοσίου σκοπού λειτουργία τους, απεκδυόμενο κάθε φυσικής εξουσίας επί του μεταβιβαζομένου πράγματος ως ιδιοκτήτου, όπως κάθε ιδιώτης που μεταβιβάζει κατά κυριότητα ένα περιουσιακό του στοιχείο.

Ομοίως, η αντιμετώπιση του δημοσίου δάσους ως ιδιόκτητου περιουσιακού στοιχείου του Κράτους ισοδυναμεί κατ΄ ανάγκη με άρνηση του κοινόχρηστου χαρακτήρα του, γεγονός που αποκλείει κατ΄ αρχήν το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στο σύνολο των δημοσίων δασικών οικοσυστημάτων, όπως ακριβώς το δικαίωμα αυτό αποκλείεται προκειμένου περί των ιδιωτικών δασών και εν γένει περιβαλλοντικών αγαθών, για τα οποία υφίσταται μόνο το δικαίωμα απόλαυσης των ωφελημάτων τους λόγω της οιονεί κοινοχρησίας τους. Έτσι, αντίθετα με την παγία νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων,[87] κατ΄ εφαρμογή της παραπάνω κρίσης του Συμβουλίου της Επικρατείας, όχι μόνο η παρεμπόδιση πρόσβασης – χρήσης των δημοσίων δασικών οικοσυστημάτων δεν δύναται ν΄ αποτελέσει προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, αλλ΄ αντιθέτως, η επίσκεψη του πολίτη στα δημόσια δάση και η χρήση αυτών εμπίπτει κατ΄ αρχήν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί προσβολής της νομής του Δημοσίου, προκειμένου περί ιδιοκτήτων μη κοινοχρήστων δημοσίων πραγμάτων, επί των οποίων το Κράτος απολαύει αποκλειστικού δικαιώματος χρήσεως.

Εξ άλλου, η επίμαχη δικαστική κρίση είναι αντίθετη στις θέσεις της σύγχρονης επιστήμης, αλλά και στη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων, που είναι τα αρμόδια δικαιοδοτικά δικαστήρια για τη διάγνωση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων,[88] δημιουργώντας ανασφάλεια δικαίου ως προς τη νομική φύση και το καθεστώς των δημοσίων δασικών οικοσυστημάτων.[89] Η ανασφάλεια αυτή εντείνεται ακόμη και εντός της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που φαίνεται ν΄ αποκτά δισυπόστατο περιεχόμενο. Έτσι, το Συμβούλιο της Επικρατείας, κατά τρόπο εντελώς αντιφατικό, προστατεύει τους εντός ρυμοτομικού σχεδίου εν τοις πράγμασι κοινόχρηστους χώρους πρασίνου, ακόμη και αν αυτοί δεν έχουν χαρακτηριστεί ως τέτοιοι στο σχέδιο πόλεως, επειδή αυτοί λειτουργούν ως υποκατάστατο του φυσικού περιβάλλοντος εντός της πόλεως,[90] ενώ ταυτόχρονα αποκλείει το φυσικό δασικό περιβάλλον από την κοινή χρήση, κατά τρόπον απολύτως ασυμβίβαστο με τη λειτουργία του ως υψίστης σημασίας και ειδικής συνταγματικής προστασίας περιβαλλοντικού – κοινωνικού αγαθού. Περαιτέρω, ενώ το δασικό οικοσύστημα έχει αποσυνδεθεί, κατά το σύγχρονο δίκαιο, ως προς τον εννοιολογικό προσδιορισμό του από την πλουτοπαραγωγική ή μη λειτουργία του, το εμπράγματο καθεστώς του προσδιορίζεται εν προκειμένω από αυτήν ακριβώς τη λειτουργία.[91]

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η υπαγωγή των δημοσίων δασικών οικοσυστημάτων στην ιδιωτική περιουσία του Κράτους, αν και εξυπηρετεί την οικονομική αξιοποίηση τους, αγνοεί τον φυσικό προορισμό τους ως σημαντικότατου παράγοντα του ζωτικού του χώρου του ανθρώπου, που εξυπηρετείται από την κοινή χρήση, αλλά και ως δημόσιου αγαθού, το οποίο πρέπει να τελεί σε κάθε περίπτωση υπό την άμεση εξουσία του Κράτους. Εν τούτοις, το αυτό αποτέλεσμα της αξιοποίησης εξασφαλίζεται με την ένταξη των δασικών οικοσυστημάτων στη δημόσια περιουσία του Κράτους, μέσω της παραχώρησης ιδιωτικών δικαιωμάτων επί των κοινοχρήστων πραγμάτων κατ΄ άρθρο 970 ΑΚ.

Πράγματι, η προσαρμογή του κοινοχρήστου και εκτός συναλλαγής χαρακτήρα των δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών στην ανάγκη αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας είναι απολύτως εφικτή (π.χ. άρθρο 13 του ν. 2971/2001 για την παραχώρηση της απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας), ακόμη και με την παραχώρηση κατά διαχείριση ή κυριότητα τέτοιων αγαθών ακόμη και σε ιδιώτες (π.χ. άρθρο 6 του ν. 3498/2006 για την κυριότητα του ΕΟΤ επί των ιαματικών φυσικών πόρων, άρθρο 9 του νδ 4109/1960 σε συνδυασμό με το άρθρο 39 παρ. 10 του ν. 3105/2003, για τα δικαιώματα κυριότητας – διαχείρισης κτημάτων της δημόσιας περιουσίας του Κράτους στον παράκτιο χώρο από τον ΕΟΤ και την ΕΤΑ ΑΕ), υπό τον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφ΄ όσον η άσκηση των παραπάνω ιδιωτικών δικαιωμάτων μεταφράζεται πάντοτε ως άσκηση δημόσιας εξουσίας.[92] Η κατά τα ανωτέρω αντιμετώπιση της δημόσιας περιβαλλοντικής περιουσίας επιτρέπει την αξιοποίησή της, ακόμη και με την παραχώρησή της κατά διαχείριση ή κυριότητα σε ΝΠΙΔ, χωρίς όμως να εξουδετερώνεται η κοινή χρήση ούτε η κυριαρχική εξουσία του Κράτους επί των εν λόγω αγαθών. Κατ΄ ακολουθία, η αξιοποίηση των δημοσίων δασικών οικοσυστημάτων σύμφωνα με τα παραπάνω, ήτοι διά της εντάξεώς τους στη δημόσια περιουσία του Κράτους, εξυπηρετεί την ισορροπία μεταξύ των αντικρουόμενων φυσικών λειτουργιών τους, εξασφαλίζοντας και τη θεωρητική συνοχή στην νομική αντιμετώπιση της φύσης και του καθεστώτος των δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών στο σύνολό τους.

Β. Περιουσιακός χαρακτήρας – αξία των περιβαλλοντικών αγαθών

Τα κοινόχρηστα περιβαλλοντικά αγαθά, όπως ήδη αναφέρθηκε, ως πράγματα εκτός συναλλαγής στερούνται περιουσιακού χαρακτήρα και αγοραίας αξίας.[93] Για τον λόγο αυτό, η υπαγωγή τους -αλλ΄ όχι και η υπαγωγή των επί αυτών παραχωρούμενων ιδιωτικών δικαιωμάτων- στις ποινικές διατάξεις περί εγκλημάτων κατά της περιουσίας είναι ασυμβίβαστη με τη νομική φύση τους. Έτσι, ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι από την τελολογική ερμηνεία του Ποινικού κώδικα προκύπτει ότι ο νομοθέτης ήθελε σε κάθε περίπτωση τον προσδιορισμό από τα δικαστήρια της αξίας του αντικειμένου του εγκλήματος κατά της ιδιοκτησίας και κατά της περιουσίας γενικά με γνώμονα την αγοραία αξία, ήτοι την αντικειμενική αξία του πράγματος στις συναλλαγές κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, χωρίς να λαμβάνεται υπ΄ όψιν η από διαθέσεως αξία που έχει υποκειμενικό χαρακτήρα.[94] Κατά συνέπεια, ελλείψει αγοραίας – αντικειμενικής στις συναλλαγές αξίας των κοινοχρήστων και εκτός συναλλαγής περιβαλλοντικών αγαθών, οι σχετικές ποινικές διατάξεις στερούνται εν προκειμένω πεδίου εφαρμογής.

Παρά ταύτα, ο Άρειος Πάγος φαίνεται να δέχεται εξ ετέρου τη στοιχειοθέτηση ζημίας σε βάρος του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αντίστοιχης της χρηματικής αξίας κοινοχρήστων εκτάσεων που ανήκουν στη δημόσια περιουσία του Δημοσίου και, συνακολούθως, την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 1608/1950.[95] Ειδικότερα ως προς τα δημόσια δασικά οικοσυστήματα, ενώ το άρθρο 280 παρ. 1 του Δασικού κώδικα προβλέπει την ποινική τιμωρία όσων επιχειρούν πράξεις καταπάτησης ή αμφισβήτησης των δικαιωμάτων του Δημοσίου εν όψει της εξαιρετικής σημασίας του δασικού οικοσυστήματος λόγω της θέσης, της σύστασης ή της έκτασής του, ορισμένες δικαστικές αποφάσεις αξιολογούν την έννοια της «εξαιρετικής σημασίας» εν όψει της «οικοπεδικής αξίας» της δασικής ή αναδασωτέας έκτασης.[96] Επίσης έχει γίνει δεκτή η εφαρμογή του άρθρου 280 παρ. 3 του Δασικού Κώδικα σε συρροή με τις διατάξεις του άρθρου 386 ΠΚ περί απάτης και με εκείνες του ν. 1608/1950, προκειμένου περί δημοσίου δασικού οικοσυστήματος.[97] Τέλος, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η (απειλούμενη) ζημία του Δημοσίου συναρτάται από τα δικαστήρια με την αξία της έκτασης.

Οι παραπάνω θέσεις μέρους της ποινικής νομολογίας δημιουργεί σημαντικά ζητήματα σύγκρουσης τόσο με ρητές νομοθετικές διατάξεις όσο και με την υπόλοιπη νομολογία, κυρίως των πολιτικών δικαστηρίων. Τα ζητήματα αυτά έχουν ως εξής:

– Ο υπολογισμός της «περιουσιακής αξίας» κοινοχρήστων πραγμάτων που ανήκουν αναμφισβήτητα στη δημόσια περιουσία του Κράτους, όπως η ζώνη παραλίας, καθώς και η εφαρμογή επί αυτών των ποινικών διατάξεων για τα εγκλήματα κατά της περιουσίας είναι απολύτως ασυμβίβαστα με τη νομική φύση των πραγμάτων αυτών ως δημοσίων αγαθών εκτός συναλλαγής.

– Η αναγνώριση «οικοπεδικής αξίας» σε (δημόσια) δασικά οικοσυστήματα και η ποινική αξιολόγησή της είναι ευθέως αντίθετη όχι μόνο στη διάταξη του άρθρου 280 παρ. 1 του Δασικού Κώδικα, αλλά και πρωτίστως στη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 998/1979, η οποία εφαρμόζεται ως ειδική για τον προσδιορισμό της αξίας των δασικών οικοσυστημάτων εν γένει[98] και αποκλείει ρητώς τον υπολογισμό της αξίας δυνάμει οικοπεδικών στοιχείων καθώς και στα άρθρα 24 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος, που αποκλείουν τη μεταβολή προορισμού των δασικών και αναδασωτέων οικοσυστημάτων και εν προκειμένω την οικιστική τους αξιοποίηση.[99]

– Η σύνδεση της (απειλούμενης) ζημίας του Δημοσίου με την «αξία» της δημόσιας έκτασης είναι αντίθετη με τη νομολογία σύμφωνα με την οποία, στην περίπτωση που από την παράνομη πράξη δεν επέρχεται απώλεια της κυριότητάς, η βλάβη του θιγόμενου δικαιούχου δεν δύναται να ανάγεται στην αξία της έκτασης, η κυριότητα της οποίας διατηρήθηκε,[100] αλλά και σύμφωνα με την οποία η ζημία του Δημοσίου από την αμφισβήτηση της κυριότητάς του επί κοινοχρήστων εκτάσεων, εφ΄ όσον το Δημόσιο δεν απώλεσε την κυριότητά του και απουσία «αγοραίας αξίας», η οποία θα μπορούσε να μειωθεί, έγκειται αποκλειστικώς στο κόστος της τυχόν εμπλοκής του Δημοσίου σε δικαστικούς αγώνες λόγω της αμφισβήτησης των δικαιωμάτων του.[101]

Γ. Περιβαλλοντικά αγαθά και δικαίωμα στην προσωπικότητα

Τα δικαστήρια κατά πάγια νομολογία συνδέουν άμεσα την προστασία του περιβάλλοντος με την προστασία της προσωπικότητας, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 57 ΑΚ. Συγκεκριμένα, γίνεται δεκτό ότι στην έννοια της προσωπικότητας περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία τα οποία συνδέονται με το πρόσωπο και εξασφαλίζουν την ακώλυτη σωματική, ψυχική και κοινωνική ανάπτυξή του και μεταξύ αυτών η διατήρηση και προστασία του περιβάλλοντος και γενικότερα των κοινών σε όλους και κοινοχρήστων πραγμάτων, τα οποία ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με τα οικολογικά αγαθά.

Συνεπώς η παρεμπόδιση χρήσης (π.χ. αποκλεισμός πρόσβασης σε κοινόχρηστη οδό ή σε αιγιαλό) ή απόλαυσης (π.χ. ρύπανση θάλασσας, καταστροφή δάσους), η κάθε είδους βλάβη ή υποβάθμιση κοινόχρηστου αγαθού, αλλ΄ ακόμη και ο κίνδυνος ή η απλή διακινδύνευση για την υγεία και το περιβάλλον συνιστούν προσβολή της ακώλυτης χρήσης των εκτός συναλλαγής κοινών σε όλους και κοινοχρήστων πραγμάτων, η οποία αποτελεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον, και συνεπώς αποτελούν περιπτώσεις προσβολής της προσωπικότητας.[102]

Η κατά ανωτέρω προσβολή του δικαιώματος στην προσωπικότητα διαπιστώνεται συνήθως μέσω της προσβολής του κοινόχρηστου χαρακτήρα των περιβαλλοντικών αγαθών,[103] όμως η νομολογία αναγνωρίζει την απόλαυση των περιβαλλοντικών αγαθών και ως αυτοτελή έκφανση του δικαιώματος στην προσωπικότητα.[104] Η αναγνώριση της απόλαυσης των ωφελημάτων των περιβαλλοντικών αγαθών ως κοινού σε όλους αγαθού, ανεξαρτήτως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και του παρεπόμενου κοινόχρηστου ή μη χαρακτήρα αυτού συμπίπτει με την έννοια της οιονεί κοινοχρησίας και επιτρέπει την προστασία της απόλαυσης ακόμη και των ιδιωτικών περιβαλλοντικών αγαθών που δεν ανήκουν στην κοινή χρήση, όπως τα ιδιωτικά δάση, η υποβάθμιση ή η αλλοίωση της φυσιογνωμίας των οποίων συνιστά προσβολή της προσωπικότητας εκείνων που βρίσκονται σε διαρκή ή πρόσκαιρη τοπική σχέση με αυτά.[105] Ωστόσο, η προσβολή της απόλαυσης των ιδιωτικών περιβαλλοντικών αγαθών δεν συγχέεται με τον αποκλεισμό της κοινής χρήσης τους, ως αποτέλεσμα της ιδιωτικής κυριότητας επί αυτών, εφ΄ όσον η τυχόν ιδιωτική κτήση επί των περιβαλλοντικών αγαθών δεν είναι ασυμβίβαστη με το κοινωνικό δικαίωμα απόλαυσης του περιβάλλοντος.[106] Δηλαδή στα δημόσια περιβαλλοντικά αγαθά το δικαίωμα όλων εκτείνεται στην ακώλυτη πρόσβαση και χρήση τους, ενώ ως προς τα ιδιωτικά περιβαλλοντικά αγαθά το δικαίωμα όλων περιορίζεται στην (έμμεση) απόλαυση των ωφελημάτων τους.

Επίλογος

Οι διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και παρ. 4, 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3), οι διατάξεις του Αστικού κώδικα (άρθρα 57 και 966 επ.) και η σχετική νομολογία των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων διασφαλίζουν την εξουσία διαχείρισης του Κράτους επί του συνόλου των περιβαλλοντικών αγαθών, αλλά και το δικαίωμα όλων στη χρήση -ή τουλάχιστον στην απόλαυση- του περιβάλλοντος ως κοινωνικού αγαθού. Έτσι, ακόμη και προκειμένου περί ιδιωτικών περιβαλλοντικών αγαθών, οι εξουσίες που απορρέουν από το δικαίωμα της κυριότητας περιορίζονται από ειδικές νομοθετικές διατάξεις και από τα δικαστήρια, που διασφαλίζουν την προστασία του περιβάλλοντος προς όφελος όλων, ώστε ν΄ ασκείται απρόσκοπτα και αποτελεσματικά το δικαίωμα όλων για απόλαυση των ωφελημάτων του περιβάλλοντος. Η περιγραφείσα «οιονεί κοινοχρησία» σηματοδοτεί τη διάχυση της έννοιας της κοινοχρησίας στον χώρο των ιδιωτικών περιβαλλοντικών αγαθών. Εν τούτοις, μέρος την νομολογίας, με σκοπό τη διευκόλυνση της οικονομικής αξιοποίησης των περιβαλλοντικών αγαθών και την αυστηρή ποινική τιμωρία όσων προσβάλλουν δημόσια αγαθά, αφ΄ ενός αποκλείει την κοινοχρησία δημόσιων περιβαλλοντικών αγαθών και αφ΄ ετέρου αρνείται να εξαγάγει τις έννομες συνέπειες από την ιδιαίτερη νομική φύση των περιβαλλοντικών αγαθών, ειδικά εκείνων που αποτελούν δημόσια κοινόχρηστα πράγματα εκτός συναλλαγής.

Οι παραπάνω νομολογιακές αντιφάσεις, οι οποίες οδηγούν ταυτόχρονα στη διεύρυνση και στον περιορισμό της ελεύθερης χρήσης και απόλαυσης του περιβάλλοντος, διασπούν την ενότητα του νομικού καθεστώτος των δημοσίων περιβαλλοντικών αγαθών και δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου και έλλειψη συνοχής, κυρίως ως προς τη νομική αντιμετώπιση των δασών από την πλευρά του αστικού και του ποινικού δικαίου. Οι αβεβαιότητες αυτές είναι αναγκαίο να εκλείψουν, ώστε να επιτευχθεί η ενιαία εφαρμογή των γενικών και ειδικών κανόνων δικαίου που διέπουν τα περιβαλλοντικά αγαθά, έτσι ώστε να παύσει κάθε αμφισβήτηση ως προς το καθεστώς προστασίας τους, αλλά και να εξαλειφθεί ο κίνδυνος καταπάτησης των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των πολιτών. Τούτο δύναται να συμβεί είτε με τη διαμόρφωση μίας ώριμης, ομοιογενούς νομολογίας είτε με την αποφασιστική παρέμβαση του νομοθέτη στην κατεύθυνση του προσδιορισμού της νομικής φύσης και του καθεστώτος των περιβαλλοντικών αγαθών στο σύνολό τους, αλλά και κατά τις επί μέρους διακρίσεις τους, ενδεχομένως και μέσω της αναγνώρισης στο ελληνικό δίκαιο μίας έννοιας κυριότητας δημοσίου δικαίου -η οποία ούτως ή άλλως ουδέποτε έπαυσε να υποβόσκει- διακριτής από εκείνη του Αστικού κώδικα.

———-  ———-

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Α΄ 160/16.10.1986.

[2] Άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2971/2001 (Α΄ 285/19.12.2001). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 116/1975 (Α΄ 172), στο Δημόσιο ανήκουν πάντοτε η αναφανείσα νήσος και η αποκαλυφθείσα ή εγκαταλειφθείσα κοίτη ποταμού, συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων σε μη πλεύσιμο ποταμό. Αντιθέτως, η αναφανείσα λόγω φυσικών αιτίων νήσος σε μη πλεύσιμο ποταμό ανήκει στους παραποτάμιους ιδιοκτήτες, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 1071 ΑΚ.

[3] ΑΠ 104/2013 περιοδικό Νομικό Βήμα (ΝοΒ) 2013, σ. 1276, ΕφΛαρίσης 437/2013, ΑΠ 546/1978 ΝοΒ 27, σ. 389. Το αυτό ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2971/2001, για τις όχθες των μεγάλων λιμνών και των πλεύσιμων ποταμών, που κατά το άρθρο 967 ΑΚ είναι κοινόχρηστα πράγματα, αλλά και για τη ζώνη παραλίας και την παρόχθια ζώνη, μετά τον διοικητικό καθορισμό τους, λόγω της λειτουργίας τους που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ του χερσαίου και του υδάτινου στοιχείου.

[4] Κ. Βαβούσκος, Εμπράγματο δίκαιο, 1979, σ. 15 επ.

[5] Οι ποταμοί, ακόμη και οι μη πλεύσιμοι, ως νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, είναι πράγματα κοινής χρήσης, εκτός συναλλαγής και ανήκουν στο Δημόσιο: ΑΠ 867/2007 ΝοΒ 2007, σ. 2072. Το ίδιο ισχύει για τις μεγάλες λίμνες, οι οποίες περιλαμβάνονται ρητώς στα κοινόχρηστα πράγματα του άρθρου 967 ΑΚ και κατ΄ αρχήν ανήκουν στο Δημόσιο: ΑΠ 1870/2007 ΝοΒ 2008, σελ. 331. Για τις λιμνοθάλασσες ιδ. ΑΠ 1380/2014 ΝοΒ 2015, σ. 70. Κατά το Βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο οι λίμνες διακρίνονται σε δημόσιες, δηλαδή κοινόχρηστες, και σε ιδιωτικές. Δημόσιες λίμνες θεωρούνται εκείνες στις οποίες εκβάλλουν ελεύθερες και αέναες ροές υδάτων και που, όπως και τα ύδατα αυτά, αποτελούν κοινόχρηστα πράγματα ως προέκτασή τους. Υπό το καθεστώς του Αστικού κώδικα διατηρείται η παραπάνω διάκριση και ως μεγάλη λίμνη θεωρείται εκείνη που σχηματίζεται ως προέκταση υδάτων με ελεύθερη και αέναη ροή,σε συνδυασμό και με την περίμετρο, το βάθος της και την ποσότητα του περιεχομένου σ΄ αυτή νερού: ΑΠ 1806/2006 ΝοΒ 2007, σ. 354.

[6] ΑΠ 1870/2007 ΝοΒ 2008, σ. 331: Έκτακτη χρησικτησία επί μεγάλης λίμνης χωρεί με τις προϋποθέσεις που χωρεί επί δημοσίων κτημάτων, δηλαδή με τη συμπλήρωση 30ετούς νομής μέχρι την 11.9.1915, όμως το τμήμα της χρησιδεσποζομένης εκτάσεως που αποτελούσε τη φυσική κοίτη των υδάτων που έρρεαν ελεύθερα και διαρκώς, δημιουργώντας μικρές και μεγαλύτερες λίμνες και φυσική κοίτη, από την οποία διέρχονταν τα ύδατα αδιάκοπα και ελεύθερα και ενώνονταν με τη θάλασσα, είναι ανέκαθεν κοινόχρηστο και δεν μπορούσε να καταστεί αντικείμενο αποκλειστικού εμπραγμάτου δικαιώματος.

[7] ΣτΕ Ολ 891/2008, ΣτΕ 2685/2010 ΝοΒ 2010, σ. 2099, ιδ. κατωτ. υπό στοιχ. ΙΙΒ2β΄ υποσ. 41.

[8] Για τη διαχρονική αντίληψη του δάσους ως πλουτοπαραγωγικού αγαθού και την αντιμετώπισή του από τη σύγχρονη έννομη τάξη ως περιβαλλοντικού αγαθού, ιδ. Αθ. Παπαθανασόπουλος, Δίκαιο των δασικών οικοσυστημάτων, 2014, σ. 7 επ.

[9] ΑΠ 522/1973 ΝοΒ 1973, σ. 1423, ΑΠ 646/1969 ΝοΒ 1969, σ. 531, άρθρο 1074 ΑΚ.

[10] ΑΠ 646/1969 ΝοΒ 1969, σ. 531

[11] ΑΠ 768/1980 ΝοΒ 1980, σ. 44.

[12] Πρ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 2015, σ. 656.

[13] Ε.-Α. Μαριά, η νομική προστασία των δασών, 1998, σ. 258 επ., Ι. Χατζοπούλου, Σύνοψη της προστασίας του περιβάλλοντος εν γένει και των δασών και δασικών εκτάσεων ειδικότερον κατά το ιδιωτικό δίκαιο, Νόμος και Φύση (ηλ. έκδ.), Οκτώβριος 2010, Ι. Καράκωστας, Περιβάλλον και Δίκαιο, 2011, σ. 278, Ι. Καράκωστας, Αστικός Κώδικας, 2015, άρθρο 967. ΜΠρΒόλου 1531/2002 ΕλΔικ 2002, σ. 1497.

[14] Ι. Παπαγιάννης, Η δασική ιδιοκτησία, 2011, σ. 149-150.

[15] ιδ.Πρ. Δαγτόγλου, όπ. π., σ. 657 και 666 επ.

[16] ιδ.Μ. Βελεγράκης, Η έννοια της Δημόσιας Κτήσης στο Ελληνικό Δίκαιο, 2012.

[17] Α. Γεωργιάδης, Μ. Σταθόπουλος, ΕρμΑΚ, άρθρο 968, 21.

[18] Η έννοια του “domainepublic” -δηλαδή «δημόσια κτήση»- η οποία αναδείχθηκε στη Γαλλία στις αρχές του 19ου αιώνα, διακρίνεται σαφώς από αυτήν της κυριότητας. Η γαλλική «δημόσια κτήση» κατά την αρχική εννοιολογική της προσέγγιση χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της κυριαρχικής εξουσίας του Κράτους επί των πραγμάτων τα οποία τελούν υπό τη διαχείρισή του στο πλαίσιο διασφάλισης της δημόσιας λειτουργίας τους, αποκλείοντας την άσκηση επί των πραγμάτων αυτών οποιασδήποτε εξουσίας που απορρέει από το δικαίωμα κυριότητας και κυρίως αυτής της διάθεσης (abusus). Ο μονοδιάστατος και απόλυτος χαρακτήρας της αρχικής αυτής προσέγγισης οδήγησε σταδιακά, λόγω της ανάγκης οικονομικής αξιοποίησης του δημόσιου πλούτου, στη διεύρυνση της έννοιας της «δημόσιας κτήσης», ώστε αυτή να συμπεριλάβει τις εξουσίες που απορρέουν από το δικαίωμα της κυριότητας, οι οποίες όμως εν προκειμένω ασκούνται σε συνδυασμό και υπό τους περιορισμούς των κυριαρχικών δικαιωμάτων του Κράτους, με αποτέλεσμα την αναγνώριση μίας ιδιότυπης «διοικητικής κυριότητας» (propriété administrative). ιδ.Μ. Βελεγράκης, όπ.π., σ. 28 επ. και 228 επ.

[19] ΣτΕ 41/1929, 778/1947.

[20] ΜΠρΘεσ 3635/2011, ΠΠρΚέρκυρας 67/2004 περιοδικό Ιόνιος Επιθεώρησις (ΙονΕπιθ) 2004, σ. 147.

[21] ΑΠ 168/1967 ΝοΒ 1967, σ. 884, ΓνωμΕισΑΠ 15/1963 περιοδικό Εφημερίς Ελλήνων Νομικών (ΕΕΝ) 31, σ. 314.

[22] ιδ.Μ. Στασινόπουλος, Βιβλιοκρισία σε J.-F. Denoyet, L’ exploitation du domaine public, περιοδικό Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου (ΕΔΔΔ) 1970, σ. 78.

[23] ΑΠ 590/1981 ΝοΒ 1981, σ. 221, ΕφΚρήτης 65/1963 ΝοΒ 1963, σ. 211.

[24] ΑΠ 368/2015, ΑΠ 45/2014 ΝοΒ 2014, σ. 1422, ΑΠ 566/2012 ΝοΒ 2012, σ. 1734, ΑΠ 1870/2007 περιοδικό Δίκη (Δ) 2008, σ. 962, ΑΠ 1398/2004 περιοδικό Ελληνική Δικαιοσύνη (ΕλλΔικ) 2005, σ. 741, ΑΠ 14/1994 ΕΕΝ 1995, σ. 17.

[25] Η διάκριση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου αποτελεί παλαιά νομολογιακή πρακτική. Έτσι, η ΑΠ 229/1912 (Θέμις ΚΔ΄, σελ 55), προκειμένου περί της περιουσίας δήμου, διακρίνει την ιδιωτική από τη «δημόκοινον» περιουσία αυτού. Αν και η αναφορά στη δημόσια και την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου απαντάται σε πολλά νομοθετήματα (π.χ. το άρθρο 2 του ν. 2971/2001, που υπάγει τον παλαιό αιγιαλό στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, η πρόσφατη νομοθεσία που αναφέρεται στο «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου – ΤΑΙΠΕΔ ΑΕ», το άρθρο 4 του α.ν. 263/1968 για την προστασία των δημοσίων κτημάτων, το άρθρο 105 του πδ/τος 111/2014 για τις Περιφερειακές Διευθύνσεις Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών), η έννοια της δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου ουδέποτε προσδιορίστηκε νομοθετικώς.

[26] Κατ΄ αυτό τον τρόπο, η διάκριση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου επιτρέπει μία (αναγκαία) διαφοροποίηση των εξουσιών του Κράτους ανάλογη με εκείνη της κατά τη γαλλική θεωρία «δημόσιας κτήσης» (domaine public). Ωστόσο, η γαλλική «διοικητική κυριότητα» ούσα νομοθετικώς καθιερωμένη, επιτρέπει την εγκαθίδρυση ειδικού κατά περίπτωση νομοθετικού καθεστώτος, ενώ αντίθετα, η διάκριση στο ελληνικό δίκαιο μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, δέσμια -τουλάχιστον μέχρι σήμερα- της ενιαίας εφαρμογής έννοιας της κυριότητας του Αστικού κώδικα, στερείται ειδικού νομοθετικού πλαισίου.

[27] ιδ.Πρ. Δαγτόγλου, όπ.π., σ. 650 επ., Ι. Καράκωστας, Αστικός Κώδικας, 2015, άρθρο 966, Ε. Δωρής, Τα Δημόσια κτήματα, 1980, σ. 401, Τ. Αθανασόπουλος, Εμπράγματο Δίκαιο, Τ.1, 2010, σ. 66.

[28] ΑΠ 1363/2001 ΕΕΝ 2003, σ. 22, ΜΠρΘεσ 22060/2001 περιοδικό Αρμενόπουλος (Αρμ) 2002, σ. 88.

[29] Η απόλυτη αυτή θέση αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της υπαγωγής των δημοσίων πραγμάτων στην έννοια της κυριότητας κατά το αστικό δίκαιο.

[30] Παρόμοια ζητήματα εμφανίζονται και αναφορικά με την κυριότητα του παλαιού αιγιαλού και της παλαιάς όχθης, που όμως εξετάζονται ξεχωριστά στη συνέχεια, διότι, σε αντίθεση με τα δασικά οικοσυστήματα περί των οποίων δεν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη, ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη υπάγονται ρητώς από τον νόμο, λόγω της ιδιαίτερης εξέλιξης μέσα στον χρόνο των φυσικών τους χαρακτηριστικών, στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου.

[31] Τα δημόσια άλση και πάρκα θεωρούνται κατά παράδοση ως κοινόχρηστα κατ΄ αναλογία των πλατειών, που προβλέπονται ρητώς από το άρθρο 967 ΑΚ. ιδ.Κ. Βαβούσκος, όπ.π., Ε. Δωρής, όπ.π., σ. 387.

[32] ΑΠ 1380/2014 ΝοΒ 2015, σ. 70, ΑΠ 444/2011 ΝοΒ 2011, σ. 2176, ΑΠ 1120/1995 Αρμ 1996, σ. 218.

[33] Πρ. Δαγτόγλου, όπ.π., σ. 657, Ε. Δωρής, Τα Δημόσια κτήματα, 1980, σ. 404, Ι. Καράκωστας, Περιβάλλον και Δίκαιο, 2011, σ. 276, Ε.-Α. Μαριά, Η νομική προστασία των δασών, 1998, σ. 254, Α. Γεωργιάδης, Μ. Σταθόπουλος, ΕρμΑΚ, άρθρο 967, 55, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, 2007, άρθρο 967, Ι. Καράκωστας, Αστικός Κώδικας, 2015, άρθρο 967.

[34] Ι. Παπαγιάννης, Η δασική ιδιοκτησία, 2011, σ. 149-150.

[35] ΣτΕ 1279/1948 Θέμις 1949, σ. 275, ΑΠ 522/1973 ΝοΒ 1973, σ. 1473. Χαρακτηριστική είναι η θεωρητική προσέγγιση, κατά την οποία τα δάση, ακόμη και υπό την παλαιότερη πλουτοπαραγωγική νομοθετική τους προσέγγιση (υπό το καθεστώς του νδ 86/1969), υπάγονται στην ιδιωτική περιουσία του Κράτους, ως σπουδαιότατα περιουσιακά στοιχεία του, όμως ταυτόχρονα «ως εκ των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων, του κυρίου προορισμού αυτών και της κατ΄ αρχήν ελευθέρας τούτων χρησιμοποιήσεως υπό των πολιτών» συγκαταλέγονται στα κοινόχρηστα πράγματα: Ε. Δωρής, όπ.π., σ. 404.

[36] Η ίδια η διάταξη του άρθρου 1000 ΑΚ προβλέπει ότι οι εξουσίες του κυρίου περιορίζονται είτε από τον νόμο είτε εφ΄ όσον προσκρούουν σε δικαιώματα τρίτων. Εν προκειμένω, τα άρθρα 966 και 967 ΑΚ εισάγουν τέτοιους περιορισμούς ως προς τα κοινόχρηστα και εκτός συναλλαγής πράγματα, ενώ αντίστοιχοι περιορισμοί εισάγονται και από τις ειδικές διατάξεις που προστατεύουν τα περιβαλλοντικά αγαθά (π.χ. ν. 998/1979, ν. 2971/2001, ν. 1650/1986). Εξ άλλου, κατά την αυτή έννοια νόμιμοι είναι και οι περιορισμοί που εισάγονται λόγω της προστασίας του δικαιώματος όλων προς χρήση και απόλαυση των κοινοχρήστων πραγμάτων και ιδιαιτέρως των περιβαλλοντικών αγαθών.

[37] ΑΠ 298/1969 ΝοΒ 17, σ. 1098.

[38] ΑΠ 1454/1990 ΕΕΝ 1991, σ. 617: «Χαρακτηριστικό στοιχείο της κοινής χρήσεως είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Το περιεχόμενο και η έκταση της κοινής χρήσεως εξαρτάται από τον προορισμό που δόθηκε στο πράγμα, την επάρκειά του και τον αριθμό των προσώπων που μετέχουν στην κοινή χρήση, αφού, όσο ευρύτερος είναι ο κύκλος των προσώπων που μετέχουν σε αυτή, τόσο περισσότερο εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον».

[39] Ι. Καράκωστας, Περιβάλλον και Δίκαιο, 2011, σ. 283 και 286.

[40] Η σημαντικότερη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι η ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας επί των κοινοχρήστων πραγμάτων επιτρέπει στο Δημόσιο, σε περίπτωση προσβολής, να ασκήσει τις αγωγές κυριότητας και νομής: ΑΠ 461/1968 ΝοΒ 1968, σ. 1148, ΑΠ 625/1956 ΝοΒ 1956, σ. 316.

[41] Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3498/2006 (Α΄ 230/24.10.2006), οι ιαματικοί φυσικοί πόροι, κατ΄ αρχήν ανήκουν κατά κυριότητα, χρήση και εκμετάλλευση στον ΕΟΤ, ανεξαρτήτως της κυριότητας του εδάφους επί του οποίου εμφανίζονται, ενώ σε περίπτωση λύσης του ΕΟΤ ή κατάργησης του δημόσιου χαρακτήρα του, η κυριότητα των ιαματικών φυσικών πόρων περιέρχεται στο Δημόσιο. Το ιδιαίτερο καθεστώς του συγκεκριμένου περιβαλλοντικού αγαθού αιτιολογείται από το γεγονός ότι η αξιοποίησή του στο πλαίσιο της ιαματικής θεραπείας ή του ιαματικού τουρισμού προϋποθέτει ειδικά τεχνικά έργα και εν γένει διαχείριση των ιαματικών πόρων, αρμοδιότητα που έχει ανατεθεί από το Δημόσιο στον ΕΟΤ.

[42] Κατά μία άποψη, το αναπαλλοτρίωτο των κοινοχρήστων πραγμάτων, εφ΄ όσον διακηρύσσεται από τις διατάξεις νομοθετικής ισχύος του Αστικού κώδικα, δύναται να αρθεί με νεότερη νομοθετική διάταξη, που να επιτρέπει την απαλλοτρίωση: Πρ. Δαγτόγλου, όπ.π., σ. 653, Ι. Καράκωστας, όπ.π., σ. 285. Εν τούτοις, το δικαίωμα ελεύθερης χρήσης των κοινοχρήστων πραγμάτων κατοχυρώνεται απ΄ ευθείας από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος περί του δικαιώματος της προσωπικότητας: ΣτΕ Ολ 891/2008, ΣτΕ 1036/2004, αλλά και από το άρθρο 5 παρ. 4 του Συντάγματος, στο πλαίσιο της ελευθερίας κίνησης: Πρ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, 2012, αρ. 466. Εξ άλλου, το δικαίωμα χρήσης των κοινοχρήστων πραγμάτων αποτελεί έκφανση του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, στο πλαίσιο προστασίας της αξίας του ανθρώπου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος: Α. Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 2008, σ. 1049, ΑΠ 872/2001 ΝοΒ 2002, σ. 972. Κατά συνέπεια, η διαχείριση των κοινοχρήστων πραγμάτων, ακόμη και αν παραχωρήθηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, αποτελεί άσκηση δημόσιας εξουσίας, αφού η παραχώρηση αυτή έχει ως άμεση και αναγκαία συνέπεια την ευθεία επέμβαση στο δικαίωμα των τρίτων προς ακώλυτη χρήση του κοινοχρήστου πράγματος, σύμφωνα με τον προορισμό του. Ως εκ τούτου, οι σχετικές πράξεις διαχείρισης του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες παραδεκτώς προσβάλλονται με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας: ΣτΕ Ολ 891/2008, ΣτΕ 2685/2010 ΝοΒ 2010, σ. 2099. Επίσης, εφ΄ όσον το δικαίωμα χρήσης των κοινοχρήστων πραγμάτων προστατεύεται απ΄ ευθείας από τα άρθρα 2 και 5 του Συντάγματος, η με οποιοδήποτε τρόπο επέμβαση στο δικαίωμα αυτό δεν αρκεί να προβλέπεται νομοθετικώς, αλλ΄ επιβάλλεται προσθέτως να εξασφαλίζει τη διατήρηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου προορισμού του δημοσίου πράγματος ως κοινοχρήστου, άλλως ο περιορισμός ή η άρση της κοινόχρηστης λειτουργίας του επιτρέπεται μόνο για συνταγματικώς ανεκτούς λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος (π.χ. το άρθρο 17 του παρ. 1 του ν. 2971/2001 περί αναστολής του κοινοχρήστου χαρακτήρα των παρακτίων περιοχών που εξυπηρετούν σκοπό εθνικής άμυνας ή ασφάλειας).

[43] ιδ. προηγούμενη υποσ. και κατωτέρω, υπό στοιχ. ΙΙΙΑ.

[44] ΣτΕ 3912/2012, ΣτΕ 465/2009 περιοδικό Περιβάλλον και Δίκαιο (ΠερΔικ) 2010, σ. 171, ΣτΕ 1508/2003 ΠερΔικ 2004, σ. 54.

[45] ΑΠ 566/2012 ΝοΒ 2012, σ. 1734, ΑΠ Ολ 24/2000 ΕλΔικ 2001, σ. 62.

[46] Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση των αποξηραμένων μεγάλων λιμνών: ΑΠ 1806/2006 ΝοΒ 2007, σ. 354.

[47] Ι. Χατζοπούλου, Νομοθετική προστασία των ακτών. Από την κοινοχρησία του αιγιαλού και της παραλίας στην ολοκληρωμένη παράκτια διαχείριση, Νόμος και Φύση (ηλ. έκδ.), Οκτ. 2010. Μ. Δεκλερής, το Δίκαιο της Βιωσίμου Αναπτύξεως, 2000, σ. 193 επ.

[48] ΑΠ Ολ 24/2000 ΕλΔικ 2001, σ. 62, ΑΠ 104/2013 ΝοΒ 2013, σ. 1276, ΑΠ 566/2012 ΝοΒ 2012, σ. 1734, ΑΠ 332/2010 ΝοΒ 2010, σ. 1753, ΑΠ 897/2009 ΝοΒ 2009, σ. 2175, ΑΠ 255/2007 ΝοΒ 2007, σ. 1812.

[49] ΣτΕ 465/2009 ΠερΔικ 2010, σ. 171, ΣτΕ 1508/2003 ΠερΔικ 2004, σ. 54.

[50] ΣτΕ 3356/1999, ΣτΕ 1129/1999. ιδ. και την ΣτΕ 3944/1998 ΕλΔικ 42, σ. 1053, σύμφωνα με την οποία ο καθορισμός του παλαιού αιγιαλού εξαρτάται «από τη δυναμική αλληλεπίδραση των οικείων παρακτίων, θαλασσίου και χερσαίου, οικοσυστημάτων» μέσα στον χρόνο. ιδ.Ι Καράκωστας, Περιβάλλον και Δίκαιο, 2011, σ. 315, για την ενιαία προστασία της θάλασσας και της παράκτιας ζώνης.

[51] ΣτΕ 1185/1996. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, αιτιολογείται πλήρως η διοικητική πράξη καθορισμού παλαιού αιγιαλού σε έκταση αμιγώς αμμώδη, με χαρακτηριστικά στοιχεία τους αμμόλοφους, τις συστάδες βούρλων, καλαμιών και εν γένει τη βλάστηση που αναπτύσσεται σε τέτοιου είδους εδάφη, που, κατά την κοινή και την επιστημονική πείρα, συνιστούν οικοσύστημα της ακτής. ιδ. ΣτΕ 706/2014, για τη διαπίστωση του παλαιού αιγιαλού λόγω της ύπαρξης εκτεταμένων αμμωδών εκτάσεων με σχηματισμό αμμοθινών.

[52] Α΄ 60/31.03.2011.

[53] Ο δασικός χαρακτήρας είναι δυνατόν να συνδυάζεται με τη φυσική διαμόρφωση του παράκτιου οικοσυστήματος (π.χ. αμμοθίνες): ΣτΕ 681/2011 ΠερΔικ 2011, σ. 292, ΣτΕ 2346/2009 Νόμος και Φύση (ηλ. έκδ.) ΙΙΙ/2009, ΣτΕ 292/2009 ΠερΔικ 2009, σ. 678. Ακόμη και αν η αμμώδης παραλιακή έκταση καλύπτεται από αραιή – χορτολιβαδική βλάστηση, χαρακτηρίζεται ως δασική, εφ΄ όσον αποτελεί οργανικό τμήμα παρακείμενων δασικών εκτάσεων: ΣτΕ 681/2011 ΠερΔικ 2011, σ. 292. Στην περίπτωση που η έκταση του παλαιού αιγιαλού καλύπτεται από δασικό οικοσύστημα, η έκταση αυτή, λόγω της συνταγματικής προστασίας των δασών, καθίσταται κοινόχρηστη και ανήκει στη δημόσια και όχι στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου: ιδ.Αθ. Παπαθανασόπουλος, Δίκαιο των δασικών οικοσυστημάτων, 2014, σελ. 125. Κατ΄ αναλογία, σε κάθε περίπτωση που ο παλαιός αιγιαλός καλύπτεται από οικοσύστημα, του οποίου η διατήρηση επιβάλλεται από τη συνταγματική επιταγή περί προστασίας του περιβάλλοντος, πρέπει να θεωρείται ότι η προστατευόμενη έκταση είναι κοινόχρηστη και εντάσσεται στη δημόσια και όχι στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου. Υπό την έννοια αυτή, η ισχύς της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2971/2001, με την οποία ο παλαιός αιγιαλός εντάσσεται στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, εξαρτάται από την ύπαρξη εντός του παλαιού αιγιαλού φυσικών οικοσυστημάτων ή άλλων προστατευόμενων στοιχείων, όπως αρχαιοτήτων.

[54] Α΄ 159/08.08.2014.

[55] Άρθρο 3 παρ. 5 περ. α΄ και περ. β΄ και άρθρο 6 περ. ε΄ του ν. 998/1979.

[56] Το άρθρο 4 παρ. 2 εδάφ. β΄ του ν. 998/1979 (Α΄ 289/29.12.1979) προβλέπει ως ιδιαίτερη κατηγορία δασικών οικοσυστημάτων εκείνα που βρίσκονται σε ζώνη πλάτους 1.000 μ. από τη θάλασσα (παραλιακά δάση), 500 μ. γύρωθεν τηςόχθης των λιμνών (παραλίμνια δάση) και 200 μ. εκατέρωθεν της όχθης των ποταμών (παραποτάμια δάση).

[57] ΣτΕ 3818/1995: «Οι ακτές, ήτοι η οριακή γραμμή στην οποία συναντώνται ξηρά και θάλασσα αποτελούν ευπαθή οικοσυστήματα, των οποίων η χερσαία και θαλασσία ζώνη μετά της αντιστοίχου χλωρίδος και πανίδος, ευρίσκονται σε στενή λειτουργική αλληλεξάρτηση. Ως εκ τούτου, τεχνικά έργα εκτελούμενα εις εκατέραν ζώνην συνιστούν πράγματι διατάραξιν του οικείου οικοσυστήματος, επί πλέον δε η επίδρασίς των επί της θαλασσίας υδροδυναμικής έχει επιπτώσεις και εις τα παρακείμενα οικοσυστήματα … Εξ άλλου, το αισθητικό κάλλος της γεωμορφολογίας των ακτών αποτελεί πολύτιμον οπτικόν πόρον. Με τα χαρακτηριστικά αυτά οι ακτές συνιστούν ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος και τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας ευθέως εκ του άρθρου 24, κατά την ορθήν έννοιαν του οποίου δέον να τελούν υπό καθεστώς ειδικής διαχειρίσεως».

[58] ΣτΕ Ολ 3135/2002 ΠερΔικ 2003, σ. 754, ΣτΕ 3067/2001.

[59] Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, άρθρα 966 και 968.

[60] ΣτΕ Ολ 453/2008: η διαχείριση των κοινοχρήστων πραγμάτων, τα οποία ανήκουν στη δημόσια περιουσία του Δημοσίου, νοείται ως άσκηση δημόσιας εξουσίας και αντιδιαστέλλεται προς τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου.

[61] ΑΠ 1453/2010 ΝοΒ 2011, σ. 583, ΑΠ 30/2008 ΝοΒ 2009, σ. 2126. Ωστόσο, υφίσταται η δυνατότητα νομοθετικής διαφοροποίησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους κατ΄ άρθρο 968 ΑΚ.

[62] ΑΠ 1033/2000 ΕλΔικ 2001, σ. 437.

[63] Έτσι, οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2971/2001, όπως και οι προϊσχύουσες αντίστοιχες διατάξεις του α.ν. 2344/1940, για την παραχώρηση του δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας, κρίνεται ότι αποτελούν εφαρμογή του γενικού κανόνα του άρθρου 970 ΑΚ περί παραχώρησης ιδιωτικών δικαιωμάτων σε κοινόχρηστα πράγματα: ΣτΕ 2685/2010 ΝοΒ 2010, σ. 2099, ΣτΕ 2696/1980 ΕΔΔΔ 25, σ. 228.

[64] Μ.Σ. Σκούρτος, Α. Κοντογιάννη, Μέθοδοι οικονομικής αξιολόγησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων: Διεθνής εμπειρία, πρακτικές δυνατότητες και θεσμικοί περιορισμοί στην Ελλάδα, Τόπος 11/1996, σ. 40.

[65] Η. Ζάχου, Σ. Πολύζος, Τ. Πνευματικός, Συγκριτική ανάλυση μεθόδων αποτίμησης αξίας του περιβάλλοντος: εφαρμογή στη Λίμνη Ν. Πλαστήρα, 1ο Περιβαλλοντικό Συνέδριο Θεσσαλίας, Σκιάθος, 8-10.09.2012, σ. 2. Μ. Κουραντίδου, Β. Μπλιούμης, Επισκόπηση της CVM (ContingentValuationMethod) και εφαρμογή της σε μελέτες αξιολόγησης δασικών οικοσυστημάτων, 2011, σ. 1.

[66] ιδ.Μ. Ρηγοπούλου, Καταχραστές του Δημοσίου, 2013, σε Σ. Παύλου, Θ. Σάμιος, Ειδικοί ποινικοί νόμοι, παρ. 48 και την εκεί αναλυτική θεωρία και νομολογία.

[67] ιδ. Αιτιολογική Έκθεση ν. 1608/1950, Κώδιξ Θέμιδος 1950, σ. 770.

[68] ιδ.Α. Ζαχαριάδης, Ο Νόμος 1608/1950 «περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων διά τους καταχραστάς του Δημοσίου», 1995, σ. 81-82, Λ. Μαργαρίτης, Ο Νόμος 1608/1950 και οι καταχραστές δημοσίου και (παρα)τραπεζικού χρήματος, 2000, σ. 14-15, Μ. Ρηγοπούλου, Καταχραστές του Δημοσίου, 2013, σ. 18-19, σε: Σ. Παύλου, Θ. Σάμιος, Ειδικοί ποινικοί νόμοι.

[69] ΑΠ 894/2013, ΑΠ 591/2013.

[70] Για την κατάληψη και κάρπωση αιγιαλού και παραλίας: ΑΠ 541/2006 ΝοΒ 2007, σ. 82, ΕφΛαρίσης 392/2012.

[71] ΑΠ 541/2006, ΕιρΚρωπίας 32/2012, για την παράνομη εξόρυξη αδρανών υλικών.

[72] ΑΠ 1223/2010 ΝοΒ 2011, σ. 378.

[73] ΑΠ 80/2011 ΝοΒ 2011, σ. 1653.

[74] ν. ΔΣΗ/1912 και νδ της 22.04-16.05.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων Αεροπορικής Αμύνης». Με τα νομοθετήματα αυτά απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων του.

[75] ΑΠ 1206/1981 ΝοΒ 1982, σ. 34, ΑΠ 227/1972 ΝοΒ 1972, σ. 910.

[76] ΑΠ (Συμβ.) 1003/1988 περιοδικό Ποινικά Χρονικά (ΠοινΧρον) ΛΗ΄, σ. 975.

[77] ΑΠ 207/2010 ΝοΒ 2010, σ. 1743.

[78] Ι. Καράκωστας, Αδικοπρακτική ευθύνη για περιβαλλοντική ζημία, ΠερΔικ 2000, σ. 168.Π. Φίλιος, Ενοχικό δίκαιο, Ειδικό μέρος, 2009, σ. 533.

[79] Π. Φίλιος, Ενοχικό δίκαιο, Ειδικό μέρος, 2009, σ. 534.

[80] Α. Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 2008, σ. 1049. ΑΠ 872/2001 ΝοΒ 2002, σ. 972.

[81] ιδ.Δ. Κλαβανίδου, Αστικές αξιώσεις από περιβαλλοντικές προσβολές, σε Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος, Ζητήματα νομικής προστασίας του περιβάλλοντος, 2011, σ. 20.

[82] ΜΠρΒόλου 1531/2002 ΕλΔικ 2002, σ. 1497.

[83] ιδ. κατωτέρω, υπό στοιχ. IV-Γ.

[84] ΑΠ 1453/2010 ΝοΒ 2011, σ. 583, ΑΠ 207/2010 ΝοΒ 2010, σ. 1743, ΑΠ 1363/2001 ΕΕΝ 2003, σ. 22, ΕφΛαρίσης 473/2006, ΕιρΠολυγύρου 75/1994 περιοδικό Αρχείο Νομολογίας (ΑρχΝ) 49, σ. 390, ΔΠρΧαλκίδας 169/1986.

[85] ΣτΕ 4883/2014.

[86] Το Συμβούλιο της Επικρατείας στηρίζει την κρίση του περί ένταξης των δημοσίων δασών στη δημόσια περιουσία του Κράτους επικαλούμενο απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, η οποία όμως επ΄ ουδενί περιέχει παρόμοια κρίση [ΑΕΔ 85/1991 περιοδικό Διοικητική Δίκη (ΔιΔικ) 1992, σ. 523]. Η απόφαση αυτή του ΑΕΔ εξετάζει το θέμα της αρμοδιότητας των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων για την εκδίκαση ανακοπής κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής εκδοθέντος κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 61 του Δασικού κώδικα και κρίνει ότι, εφ΄ όσον η έκδοση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής έχει ως αντικείμενο την προστασία του εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου επί των δημοσίων δασών, η διαφορά που προκαλείται από την ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου είναι ιδιωτικής φύσεως, της αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων. Η απόφαση αυτή, η οποία κρίνει ότι η προστασία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, συνάδει πλήρως και με την παγία νομολογία του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία το Δημόσιο διαθέτει για την προστασία ακόμη και των δημοσίων κοινοχρήστων πραγμάτων τις αγωγές της κυριότητας και της νομής (ΑΠ 590/1981 ΝοΒ 1981, σ. 221, ΑΠ 625/1956 ΝοΒ 1956, σ. 316), επ΄ ουδενί όμως αξιολογεί τη νομική φύση του δημοσίου δάσους ως κοινοχρήστου ή μη πράγματος, εντασσομένου στη δημόσια ή την ιδιωτική περιουσία του Κράτους.

[87] ΑΠ 207/2010 ΝοΒ 2010, σ. 1743: «Η παράνομη προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας μπορεί να συνίσταται είτε σε αυθαίρετο αποκλεισμό της προσβάσεως σε δημόσιο δάσος, είτε σε αλλοίωση της φυσιογνωμίας ή καταστροφή του, με συνέπεια να υποβαθμίζεται (για λόγους αισθητικής, αναψυχής και υγιεινής) η ποιότητα ζωής των ευρισκομένων διαρκώς ή προσκαίρως σε τοπική σχέση με το δημόσιο δάσος».

[88] Η αναγνώριση του κοινόχρηστου χαρακτήρα πράγματος και η συνεπεία αυτής ακυρότητα της μεταβίβασής του είναι θέμα που υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων: ΑΠ 1346/1979 ΝοΒ 1980, σ. 755, ΑΠ 1084/1981.

[89] Η ασάφεια αυτή δύναται να επιλυθεί από το ΑΕΔ, εφ΄ όσον παρατηρείται διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 967 ΑΚ από τον Άρειο Πάγο και το Συμβούλιο της Επικρατείας.

[90] ΣτΕ 1118/1993 Νόμος και Φύση 1994, σ. 245, ΣτΕ 974/2005 ΝοΒ 2005, σ. 1926, ΣτΕ 1562/2011 ΝοΒ 2011, σ. 1329. ιδ. και το οικ. 105355/3448/24.7.2009 έγγραφο της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, στο οποίο αναφέρεται ότι: «Ως πάρκα ή άλση αντιμετωπίζονται και οι εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης μπορεί να μη χαρακτηρίζονται ως κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου, έχουν όμως αποκτήσει εν τοις πράγμασι τέτοιον χαρακτήρα».

[91] Υπ΄ αυτή τη έννοια ερωτάται, αν όλα τα δασικά οικοσυστήματα, ακόμη και αυτά που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας (π.χ. εθνικοί δρυμοί, προστατευτικά δάση), στα οποίο ακόμη και οι κατ΄ εξαίρεση επεμβάσεις προς αξιοποίηση είναι δυσχερώς επιτρεπτές και συνεπώς δεν είναι οικονομικά ευχερώς αξιοποιήσιμα ή ακόμη δάση, των οποίων η διαχείριση αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ελεύθερης χρήσης τους (π.χ. δάση αναψυχής) εντάσσονται, κατά τρόπο ενιαίο, στην ιδιωτική περιουσία του Κράτους.

[92] Για τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ιδ. ανωτ. υπό στοιχ. ΙΙΒ2β.

[93] ιδ. ανωτέρω υπό στοιχ. ΙΙΙΑ και ΙΙΙΒ.

[94] ΑΠ 340/2010 ΝοΒ 2010, σ. 2077.

[95] ΣυμβΑΠ 1056/2009 ΝοΒ 2010, σ. 187. Εν προκειμένω, με το 75/2008 βούλευμα του Εφετείου Δωδεκανήσου εκρίθη ότι ιδιωτική εταιρεία εμφανιζόταν ψευδώς ως κυρία έκτασης, η οποία στην πραγματικότητα ήταν κοινόχρηστη και ανήκε στη δημόσια περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, κείμενη εντός κοινόχρηστης ζώνης παραλίας και ότι εξ αυτού απειλήθηκε να προξενηθεί στο Δημόσιο ζημία που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ και ειδικότερα απειλήθηκε ζημία ύψους 336.541 ευρώ, αντίστοιχη της αξίας της έκτασης. Το βούλευμα αυτό αναιρέθηκε από τον Άρειο Πάγο, όχι όμως για παραβίαση των διατάξεων περί του κοινόχρηστου και εκτός συναλλαγής χαρακτήρα της παραλίας.

[96] ΑΠ 1495/2005.

[97] ΣυμβΕφΑθ 1495/1994 περιοδικό Υπεράσπιση 1994, σ. 1354.

[98] ΝΣΚ 487/2001.

[99] ΣτΕ Ολ 3754/1981, ΣτΕ Ολ 1675/1999.

[100] ΑΠ 80/2011 ΝοΒ 2011, σ. 1653.

[101] ΣυμβΑΠ 1003/1988 ΠοινΧρον ΛΗ΄, σ. 975.

[102] Για την αναλυτική παράθεση της σχετικής νομολογίας των πολιτικών δικαστηρίων της ουσίας, ιδ.Γλ. Σιούτη, όπ.π., σ. 44 επ., Ι. Καρακάκωστας, όπ.π., σ. 440 επ. και Δ. Κλαβανίδου, όπ.π., σ. 19-20.

[103] ΑΠ 1731/2006 ΝοΒ 2007, σ. 353.

[104] ΑΠ 1574/2014.

[105] ΣτΕ 4279/2013 ΕΔΔΔ 2014, σ. 251, ΜΠρΒόλου 1531/2002 ΕλΔικ 2002, σ. 1497.

[106] ΑΠ 1731/2006 ΝοΒ 2007, σ. 353.


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 18.12.2016

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s