Προϋποθέσεις κήρυξης αναδάσωσης

 

Προϋποθέσεις κήρυξης αναδάσωσης

Διάκριση από τη διαδικασία χαρακτηρισμού
και εξαιρέσεις αγροτικών εκτάσεων

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

kalavrytaΔασικό τοπίο στα Καλάβρυτα
[φωτογραφία: Giorgos Marossis]

Κάθε αποψιλούμενη έκταση με δασικό χαρακτήρα, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικά αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 117 § 3 του Συντάγματος. Η απόφαση που κηρύσσει την αναδάσωση πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη ως προς τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δάσους ή δασικής, η δε σχετική αιτιολογία μπορεί να προκύπτει και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου. Η αιτιολογία αυτή γίνεται δεκτό ότι συμπληρώνεται νομίμως από τα στοιχεία του φακέλου, εφ΄ όσον σε αυτά περιλαμβάνεται η έκθεση αυτοψίας του αρμοδίου δασικού υπαλλήλου, η έκθεση φωτοερμηνείας και η πρόταση κήρυξης της εκτάσεως αναδασωτέας του οικείου Δασάρχη. Αντιθέτως, για τη νομιμότητα της σχετικής αιτιολογίας ουδόλως χρειάζεται να αναφέρεται από ποια στοιχεία προκύπτει ότι στο επίδικο τμήμα υπήρχε δασική βλάστηση, το είδος της βλάστησης αυτής και το ποσοστό εδαφοκάλυψης, ούτε ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα η παράνομη δραστηριότητα (π.χ. εκχέρσωση) και οι όροι και προϋποθέσεις που πληρούν τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δασικής. Η κήρυξη εκτάσεως αναδασωτέας χωρεί βάσει αντικειμενικών στοιχείων και για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας ακρόασης του θιγομένου.

Αν ο δασάρχης, ασκώντας την κατ΄ άρθρο 14 του ν. 998/1979 αρμοδιότητά του, διαπιστώσει ότι μια έκταση, η οποία είχε κατά το παρελθόν δασικό χαρακτήρα, τον έχει απωλέσει για κάποιον από τους λόγους των άρθρων 117 § 3 του Συντάγματος και 38 του ν. 998/1979, οφείλει να απόσχει του χαρακτηρισμού και να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο για την κήρυξή της αναδασωτέας όργανο, δηλαδή στον γενικό γραμματέα περιφέρειας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 998/1979, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Αντιστρόφως, αν έχει προηγηθεί η κήρυξη της εκτάσεως αναδασωτέας, δηλαδή ως καταστραφέντος δασικού οικοσυστήματος, το οποίο χρήζει αποκαταστάσεως, δεν χωρεί πλέον δυνατότητα χαρακτηρισμού της ως δασικής ή μη. Τα όργανα του άρθρου 14 του ν. 998/1979, δεσμευόμενα από τη μη ελεγχόμενη παρεμπιπτόντως πράξη αναδάσωσης, οφείλουν είτε να απόσχουν από την έκδοση πράξεως χαρακτηρισμού, είτε να περιορισθούν απλώς στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα και ως εκ του λόγου τούτου αποτελεί δασική έκταση. Αν ωστόσο έχει περαιωθεί η κατ΄ άρθρο 14 του ν. 998/1979 διαδικασία χαρακτηρισμού καταλήγοντας στη διαπίστωση ότι συγκεκριμένη έκταση δεν έχει χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως, δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα κηρύξεώς της αναδασωτέας κατ΄ άρθρο 38 του ν. 998/1979, εκτός αν υπάρξουν νεότερα στοιχεία, δηλαδή πραγματικά δεδομένα τα οποία δεν είχαν τεθεί υπ΄ όψιν της Διοικήσεως όταν προέβαινε στην κατ΄ άρθρο 14 του ν. 998/1979 διαδικασία ή η έκταση απέκτησε δασική μορφή επιγενομένως, μετά δηλαδή τον χαρακτηρισμό της ως μη δασικής.

Δεν υπάγονται, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 21 § 8 του ν. 3208/2003, στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας ιδιωτικές εκτάσεις, οι οποίες σωρευτικά: α) υπήρξαν αγροτικές πριν την έναρξη του πολέμου, ήτοι προ του 1940, επανακαλλιεργηθείσες δε το αργότερο προ του 1960, εμφαίνονται ως αγροτικές είτε στις αεροφωτογραφίες του 1945 είτε στις αεροφωτογραφίες του 1960 είτε σε αμφότερες, ανεξαρτήτως αν κατά τη διάρκεια του πολέμου ή μετά τη λήξη του δεν καλλιεργήθηκαν και απέκτησαν έτσι προσωρινά χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως για κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1940-1960, έως την επανακαλλιέργειά τους που έλαβε χώρα μετά τη λήξη των εκτάκτων συνθηκών και πάντως προ του 1960, β) δεν απέκτησαν με οποιονδήποτε τρόπο μετά το 1960, δασικό χαρακτήρα και συνεπώς δεν εμφανίζονται ως δασικού χαρακτήρα σε αεροφωτογραφίες μεταγενέστερες του έτους αυτού και γ) υπάρχουν γι΄ αυτές σχετικοί τίτλοι, που ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της 23.2.1946 και έχουν μεταγραφεί.

.

Α. Ιστορικό της υποθέσεως

Η απόφαση 432/2015[1] του Γ΄ Τμήματος του Διοικητικού Εφετείου Πατρών εκδόθηκε επί αιτήσεως ακυρώσεως, δυνάμει της οποίας ζητήθηκε η ακύρωση απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με την οποία είχε κηρυχθεί αναδασωτέα έκταση 1.195,48 τ.μ. στην περιοχή Καλαβρύτων Αχαΐας, αποτελούμενη από Τμήμα 1 εμβαδού 266,11 τ.μ. και από Τμήμα 2 εμβαδού 929,38 τ.μ.

Σύμφωνα με την ένδικη έκθεση αναφοράς του οικείου Δασαρχείου  διαπιστώθηκε, κατόπιν αυτοψίας στην επίμαχη θέση, παράνομη εκχέρσωση δασικής έκτασης και διάνοιξη δρόμου σε δύο τμήματα εμβαδού 5,962 στρ. και 5,517 στρ. Εν συνεχεία, συνετάγη έκθεση αυτοψίας, σύμφωνα με την οποία, κατά τον ένδικο χρόνο, διαπιστώθηκε παράνομη εκχέρσωση δασικής έκτασης, ήτοι διάνοιξη δρόμου και διαμόρφωση γηπέδου με χρήση χωματουργικού μηχανήματος, σε έκταση 5,517 στρ., σύμφωνα με το συνημμένο στην έκθεση τοπογραφικό διάγραμμα, η δε έκταση καλυπτόταν από αείφυλλα πλατύφυλλα και κωνοφόρα σε ποσοστό 30 έως 40%. Περαιτέρω, συνετάγη και σχετική έκθεση φωτοερμηνείας, σύμφωνα με την οποία η έκταση των 5.517 τ.μ. αποτελείτο από τρία τμήματα, ως εξής: τμήμα Ε1 επιφάνειας 1.256,73 τ.μ., Ε2 επιφάνειας 266,11 τ.μ. (χωριζόμενο περαιτέρω σε τμήμα Ε2α επιφάνειας 124,48 τ.μ. και Ε2β επιφάνειας 141,63 τ.μ.) και Ε3 επιφάνειας 3.994,16 τ.μ.

Εν προκειμένω, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση φωτοερμηνείας, από τη στεροσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών ετών 1945, 1960 και 1987 και του ορθοφωτοχάρτη της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων έτους 1996, προέκυψε ότι το τμήμα Ε1 επιφάνειας 1.256,73 τ.μ. κατά τα έτη 1945, 1960, 1987 και 1996 εμφανιζόταν ως χέρσος αγρός και δεν φαινόταν καλλιεργημένο ούτε να φέρει δασική βλάστηση. Η προς ανατολάς όμορη έκταση (η οποία αποτελεί το τμήμα 2 εμβαδού 929,38 τ.μ. της ένδικης αναδασωτέας έκτασης) κατά τα έτη 1945, 1960 και 1987 φαινόταν ν΄ αποτελεί δάσος, κατά το έτος όμως 1996 η έκταση αυτή εμφανίζεται ως μη δάσος, αφού η ξυλώδης βλάστηση είχε απομακρυνθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου.

Σύμφωνα περαιτέρω με την έκθεση, το τμήμα Ε2, το οποίο αποτελούσε κατά τον χρόνο σύνταξής της διανοιχθέντα δρόμο που ένωνε το τμήμα Ε1 με το τμήμα Ε3, στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 δεν εμφανίζεται ως δρόμος, αλλά το μεν τμήμα Ε2α αποτελεί μέρος του παρακείμενου δάσους με ποσοστό κάλυψης και συγκόμωσης άνω του 85%, το δε τμήμα Ε2β δεν φαίνεται να φέρει δασική βλάστηση και αποτελεί μέρος διάκενου, το οποίο διασχίζει το δάσος και οδηγεί στο τμήμα Ε3, ενώ οι όμορες εκτάσεις αποτελούν στο σύνολό τους δασικές εκτάσεις. Κατά τα έτη 1960 και 1987 το τμήμα Ε2 συνεχίζει να μην εμφανίζεται ως δρόμος, το ποσοστό δε κάλυψης του μεν τμήματος Ε2α είναι 30% και 65%, αντιστοίχως, ενώ το τμήμα Ε2β κατά το έτος 1987 καλύπτεται πλέον μερικώς από βλάστηση, το δε ποσοστό κάλυψης και συγκόμωσης ανέρχεται σε 35%.

Μεταξύ των ετών 1987 και 1996 απομακρύνθηκε η ξυλώδης βλάστηση από το τμήμα Ε2α και την όμορη προς ανατολάς έκταση, το δε τμήμα Ε2β δεν εμφανίζεται κατά το έτος 1996 ούτε ως δρόμος ούτε φαίνεται να φέρει βλάστηση. Τέλος, σύμφωνα με την ίδια έκθεση το τμήμα Ε3 τόσο κατά το έτος 1945 όσο και κατά τα έτη 1960 και 1987 εμφανίζεται ως χέρσος αγρός, δεν φαίνεται να είναι καλλιεργημένο ούτε να φέρει δασική βλάστηση, ενώ κατά το έτος 1996 δεν υπάρχει μεν μεταβολή στη μορφή του, όμως είναι αισθητά τα σημάδια διείσδυσης της δασικής βλάστησης στο βόρειο και βορειοανατολικό μέρος του.

Κατόπιν αυτών, ο αρμόδιος Δασάρχης υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Δασών Νομού Αχαΐας την από 26.7.2011 πρότασή του περί κηρύξεως εκτάσεως αναδασωτέας, ο δε Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με σχετική από 19.9.2011 απόφασή του, αφού έλαβε υπ΄ όψιν την ανωτέρω πρόταση του Δασάρχη, κήρυξε αναδασωτέα, με σκοπό την αποκατάσταση με φυσική αναγέννηση ή τεχνητή αναδάσωση της δασικής βλάστησης που καταστράφηκε από εκχέρσωση, έκταση του δημοσίου δάσους από άτομα πρίνου, ελάτης και κέδρου, σε ποσοστό κάλυψης 35% έως 85% εμβαδού 1.195,48 τ.μ., στην επίμαχη θέση στα Καλάβρυτα Ν. Αχαΐας, εντός της ζώνης Α2 του Εθνικού Πάρκου Χελμού Βουραϊκού, όπως ειδικότερα εμφαίνονται στο συνημμένο στην απόφαση τοπογραφικό διάγραμμα, αποτελούμενη από δύο τμήματα εμβαδού 266,11 τ.μ. (το τμήμα το οποίο αναφέρεται με στοιχεία Ε2 στην ανωτέρω έκθεση φωτοερμηνείας) και 929,38 τ.μ. (το τμήμα το όμορο προς ανατολικά του αναφερόμενου στην έκθεση φωτοερμηνείας με στοιχεία Ε1) και έχει όρια βόρεια, νότια, ανατολικά και δυτικά δημόσιο δάσος.

Β. Εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο και ερμηνεία διατάξεων

Όπως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, κατά την έννοια των εφαρμοστέων εν προκειμένω διατάξεων,[2] κάθε αποψιλούμενη έκταση με δασικό χαρακτήρα, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικά αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 117 § 3 του Συντάγματος. Η απόφαση για την αναδάσωση πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη ως προς τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δάσους ή δασικής, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου.[3]

Περαιτέρω, με την απόφαση 32/2013 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι είναι αντίθετες προς το άρθρο 24 του Συντάγματος και την υπ΄ αυτό ερμηνευτική δήλωση και συνεπώς ανίσχυρες, οι εξής ρυθμίσεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο):[4]

α) η της περ. Ι της § 3, κατά την οποία το δάσος ή η δασική έκταση αποτελείται μόνο από άγρια ξυλώδη φυτά που είναι δασοπονικά, δηλαδή δυνάμενα να παράγουν προϊόντα από τη δασοπονική του εκμετάλλευση,

β) η του πρώτου εδαφίου της περ. ΙΙ της παρ. 3, κατά την οποία η έκταση ενός δάσους ή μιας δασικής εκτάσεως πρέπει να έχει ένα αριθμητικώς καθοριζόμενο ελάχιστο εμβαδόν (τρία στρέμματα),

γ) η του πρώτου εδαφίου της περ. ΙΙΙ της παρ. 3, που ορίζει ότι η συγκόμωση, η κατακόρυφη δηλαδή προβολή της κόμης των επί της ανωτέρω εκτάσεως δασικών ειδών πρέπει να καλύπτουν το 25% αυτής και

δ) των στοιχ. α΄ και β΄ του δευτέρου εδαφίου της περ. ΙΙΙ της παρ. 3, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, και αναλόγως του ποσοστού της συγκομώσεως, πότε μία έκταση είναι δάσος και πότε δασική.

67901150

Έγινε επίσης δεκτό ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 § 3, 14 §§ 1-3, 37 §§ 1-2, 38 §§ 1 και 3 και 41 § 1 του ν. 998/1979 συνάγεται ότι οι δύο διαδικασίες, δηλαδή η διαδικασία προσωρινής επίλυσης αμφισβητήσεων για τον χαρακτήρα εκτάσεως ως δάσους ή ως δασικής ή μη, η οποία διεξάγεται από τον οικείο δασάρχη και η διαδικασία κηρύξεως εκτάσεως αναδασωτέας, η οποία διενεργείτο από τον νομάρχη (ήδη δε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας – ν. 2503/1997, Α΄ 107), είναι διαδικασίες, κατ΄ αρχήν, διακεκριμένες μεταξύ τους.

Ειδικότερα, η κήρυξη εκτάσεως αναδασωτέας, επιβάλλεται κατά το Σύνταγμα και τον νόμο υποχρεωτικά, με σκοπό να ανακτήσει η συγκεκριμένη έκταση τον χαρακτήρα της ως δάσους ή ως δασικής εκτάσεως, τον οποίο απώλεσε για έναν από τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 117 § 3 του Συντάγματος. Πρόκειται δηλαδή για διαδικασία αποκαταστάσεως ή ανακτήσεως φυσικού κεφαλαίου που καταστράφηκε, δηλαδή του δασικού οικοσυστήματος, η οποία διακρίνεται σαφώς από τη διαδικασία έγκυρης διαπίστωσης ότι ορισμένη έκταση αποτελεί ή όχι δασικό οικοσύστημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979, το αρμόδιο όργανο προβαίνει, και μάλιστα προσωρινά, μέχρι να καταρτισθεί δασολόγιο, στην έγκυρη διαπίστωση αν μία έκταση αποτελεί ή όχι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αρμοδιότητάς του, δασικό οικοσύστημα, προκειμένου να παρασχεθεί η κατά το Σύνταγμα οφειλομένη στην έκταση αυτή προστασία.

Επομένως, αν ο δασάρχης, ασκώντας την κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979 αρμοδιότητά του, διαπιστώσει ότι μία έκταση, η οποία είχε κατά το παρελθόν δασικό χαρακτήρα, τον έχει απωλέσει για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 117 § 3 του Συντάγματος και στο άρθρο 38 του ν. 998/1979, οφείλει να απόσχει του χαρακτηρισμού και να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο για την κήρυξή της ως αναδασωτέας όργανο, δηλαδή (κατά τον κρίσιμο χρόνο) στον γενικό γραμματέα περιφέρειας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 998/1979. Αντιστρόφως, εάν έχει προηγηθεί η κήρυξη εκτάσεως ως αναδασωτέας, δηλαδή ως καταστραφέντος δασικού οικοσυστήματος, το οποίο χρήζει αποκαταστάσεως, δεν υπάρχει πλέον έδαφος χαρακτηρισμού της εκτάσεως ως δασικής ή μη. Τα όργανα του άρθρου 14 του ν. 998/1979, δεσμευόμενα από τη μη ελεγχόμενη παρεμπιπτόντως πράξη αναδάσωσης, οφείλουν είτε να απόσχουν από την έκδοση πράξεως χαρακτηρισμού, είτε να περιορισθούν απλώς στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα και ως εκ του λόγου αυτού αποτελεί δασική έκταση. Αν εξ άλλου έχει περαιωθεί η κατά το άρθρο 14 επ. του ν. 998/1979 διαδικασία, καταλήγοντας στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση δεν έχει χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως, τότε δεν υπάρχει δυνατότητα κηρύξεως της εκτάσεως αυτής ως αναδασωτέας κατά το άρθρο 38 επ. του ν. 998/1979, εκτός αν είτε υπάρξουν νεότερα στοιχεία, δηλαδή πραγματικά δεδομένα, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπ΄ όψη της Διοικήσεως όταν προέβαινε στον κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979 ως άνω χαρακτηρισμό, είτε η έκταση αυτή αποκτήσει δασική μορφή επιγενομένως, δηλαδή μετά τον χαρακτηρισμό της ως μη δασικής.[5]

Δέχθηκε επίσης η εξεταζόμενη απόφαση ότι από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 21 § 8 του ν. 3208/2003 (Α΄ 303) συνάγεται ότι δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας ιδιωτικές εκτάσεις, για τις οποίες συντρέχουν, σωρευτικώς, οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 

α) ήσαν αγροτικές πριν από την έναρξη του πολέμου, ήτοι προ του 1940, επανακαλλιεργηθείσες δε το αργότερο προ του 1960, εμφαίνονται ως αγροτικές είτε στις αεροφωτογραφίες του 1945 είτε στις αεροφωτογραφίες του 1960 είτε σε αμφότερες, ανεξαρτήτως εάν οι εκτάσεις αυτές, είτε κατά τη διάρκεια του πολέμου είτε και μετά τη λήξη του, δεν καλλιεργήθηκαν και απέκτησαν έτσι, προσωρινά, τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως για κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1940-1960, έως την επανακαλλιέργειά τους που έλαβε χώρα μετά τη λήξη των έκτακτων συνθηκών και πάντως προ του 1960,

β) δεν απέκτησαν, με οποιονδήποτε τρόπο, μετά το 1960 δασικό χαρακτήρα και, συνεπώς, δεν εμφανίζονται ως δασικού χαρακτήρα σε αεροφωτογραφίες μεταγενέστερες του έτους αυτού και

γ) υπάρχουν για τις εκτάσεις αυτές σχετικοί τίτλοι, που ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της 23.2.1946 και έχουν μεταγραφεί.[6]

Γ. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί και η κρίση του Δικαστηρίου

Με την ένδικη αίτηση ακυρώσεως προβλήθηκε ότι η προσβαλλομένη πράξη ήταν ακυρωτέα, για τον λόγο ότι δεν τηρήθηκε ο τύπος της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου πριν την έκδοσή της. Ο λόγος αυτός έγινε δεκτό ότι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η κήρυξη της αναδάσωσης χωρεί βάσει αντικειμενικών στοιχείων και ως εκ τούτου δεν απαιτείται προηγούμενη ακρόαση του θιγομένου.[7]

voski_ktinotrofia_provata

Περαιτέρω, διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις των άρθρων 117 § 3 του Συντάγματος και 38 § 1 του ν. 998/1979, ώστε να εκδοθεί η απόφαση κήρυξης αναδάσωσης, δεδομένου ότι: α) η επίδικη έκταση δεν είναι ούτε δημόσιο δάσος ούτε δημόσια δασική έκταση και β) δεν υφίσταται επ΄ αυτής κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ αντιθέτως ανήκε, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, κατά ψιλή κυριότητα στον πρώτο εξ αυτών και κατά επικαρπία στον δεύτερο, ήδη δε στον δεύτερο κατά πλήρη κυριότητα. Ο λόγος αυτός κρίθηκε απορριπτέος ως προς το πρώτο μεν σκέλος του, διότι όπως προέκυψε από την προαναφερομένη έκθεση φωτοερμηνείας, η εν λόγω έκταση αποτελούσε δασική έκταση, το μεν αναφερόμενο ως τμήμα Ε2 επιφάνειας 266,11 τ.μ. από το έτος 1945 έως τον χρόνο της εκχέρσωσης εκ μέρους των αιτούντων (Μάρτιος του 2011), κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, χωρίς μάλιστα το τμήμα Ε2α να απωλέσει τη δασική του μορφή σε κανένα χρονικό σημείο, το δε τμήμα επιφάνειας 929,38 τ.μ. (όμορο προς ανατολικά του αναφερόμενου ως τμήματος Ε1) έως τουλάχιστον το έτος 1987, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από τη σύγκριση των αεροφωτογραφιών του έτους 1987, οπότε αυτό έφερε δασική μορφή και του ορθοφωτοχάρτη του έτους 1996, οπότε την είχε απωλέσει, κατά το διάστημα από 1987 έως 1996 απομακρύνθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου η ξυλώδης βλάστηση. Κατά δε το δεύτερο σκέλος του ο ως άνω ισχυρισμός των αιτούντων κρίθηκε ομοίως απορριπτέος, διότι αναδασωτέες κηρύσσονται τόσο δημόσιες όσο και ιδιωτικές δασικές εκτάσεις.[8] Τα δε αναφερόμενα από τον υπεύθυνο τοπογράφο αγρονόμο Μηχανικό, σε τεχνική έκθεση που προσκομίζει ο πρώτος των αιτούντων, δεν μπορούν να δημιουργήσουν αμφιβολία στο Δικαστήριο ως προς τον δασικό χαρακτήρα των δύο τμημάτων της επίδικης έκτασης, καθ΄ όσον μάλιστα στην τεχνική αυτή έκθεση γίνεται ερμηνεία των αεροφωτογραφιών έως το έτος 1987, χωρίς να αναφέρεται η μορφή του τμήματος επιφάνειας 266,11 τ.μ. κατά το έτος 1996, οπότε επίσης, σύμφωνα με την από 7.7.2011 έκθεση φωτοερμηνείας αυτό είχε δασική μορφή, ενώ δεν γίνεται καμιά ιδιαίτερη και συγκεκριμένη αναφορά στο τμήμα επιφάνειας 929,38 τ.μ., του οποίου δεν προσαρτάται ούτε τοπογραφικό διάγραμμα.

Ισχυρίστηκαν περαιτέρω οι αιτούντες ότι κατά παράβαση νόμου κηρύχθηκε αναδασωτέα η επίδικη έκταση επιφάνειας 266,11 τ.μ. και 929,38 τ.μ. και συνολικώς 1.195,48 τ.μ., καθ΄ όσον, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 998/1979, απαραίτητη προϋπόθεση για να χαρακτηρισθεί μια έκταση ως δασική είναι να έχει εμβαδόν τουλάχιστο 0,3 εκτάρια (ήτοι 3.000 τ.μ.). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η σχετική διάταξη, η οποία ήταν άλλωστε αντίθετη προς το άρθρο 24 του Συντάγματος και την υπό αυτό ερμηνευτική δήλωση,[9] είχε ήδη καταργηθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3818/2010 (Α΄ 17).

Ωσαύτως υποστήριξαν οι αιτούντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 67 § 1 και 5 του ν. 998/1979 και 12 §§ 1 και 5 και 21 § 8 του ν. 3208/2003, δεδομένου ότι η επίδικη έκταση απεικονίζεται με αγροτική μορφή σε αεροφωτογραφίες λήψεως 1945, αποτελούσε τμήμα ακινήτου που είχε νομίμως μεταβιβασθεί προ της 23.2.1946 και δεν μπορούσε να κηρυχθεί αναδασωτέα μέχρι περατώσεως της διαδικασίας εκδόσεως πράξεως χαρακτηρισμού της έκτασης αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε από το Δικαστήριο ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε, η επίδικη έκταση έφερε, σύμφωνα με την ένδικη έκθεση φωτοερμηνείας δασική μορφή, χωρίς επομένως να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 67 του ν. 998/1979, οι οποίες αφορούν εκτάσεις που καλλιεργούνταν μέχρι το έτος 1940 έχοντας έτσι αγροτικό χαρακτήρα, τον οποίο και απέβαλαν μεταγενέστερα.

Ειδικότερα, το μεν τμήμα 2 της αναδασωτέας έκτασης εμβαδού 929,38 τ.μ. (το οποίο αποτελεί την όμορη προς ανατολικά έκταση του τμήματος Ε1 της εκθέσεως φωτοερμηνείας) τόσο στην αεροφωτογραφία του έτους 1945, όσο και σε αυτή του έτους 1960 εμφανίζεται ως δάσος χωρίς επομένως να συντρέχει η πρώτη (υπό στοιχ. α΄) εκ των προϋποθέσεων που αναφέρονται ως άνω, όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 12 και 21 § 8 του ν. 3208/2003 (Α΄ 303). Εξ άλλου, το τμήμα 1 της αναδασωτέας έκτασης εμβαδού 266,11 τ.μ. (το οποίο αποτελεί το τμήμα Ε2 της εκθέσεως φωτοερμηνείας) μπορεί μεν, κατά το τμήμα Ε2β να μην έφερε δασική βλάστηση κατά τα έτη 1945 και 1960, όμως και πάλι δεν συντρέχουν οι αναφερόμενες ως άνω προϋποθέσεις, αφ΄ ενός μεν διότι η έλλειψη δασικής βλάστησης κατά τα ανωτέρω έτη δεν ταυτίζεται με την αγροτική μορφή κατά τα ίδια έτη 1945 και 1960 και αφ΄ ετέρου διότι μεταγενέστερα (έτος 1987), η επίμαχη έκταση εμφάνισε δασική βλάστηση αποκτώντας έτσι δασική μορφή.   

Προβλήθηκε τέλος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν φέρει πλήρη και επαρκή αιτιολογία, καθ΄ όσον σε αυτήν δεν αναφέρεται από ποια στοιχεία προκύπτει ότι στο επίδικο τμήμα υπήρχε δασική βλάστηση από άτομα πρίνου, ελάτης και κέδρου σε ποσοστό κάλυψης 100% ούτε ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα η ένδικη εκχέρσωση ούτε οι όροι και προϋποθέσεις που πληρούν τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως αυτής ως δασικής. Ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ΄ όσον στην προσβαλλόμενη απόφαση  αναφέρεται η βασική προϋπόθεση που πρέπει να έχει μια έκταση, προκειμένου να κηρυχθεί αναδασωτέα, ήτοι ότι πρόκειται για δημόσια δασική έκταση, κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα, η δασική βλάστηση της οποίας καταστράφηκε από παράνομη εκχέρσωση, η αιτιολογία δε αυτή νομίμως συμπληρώνεται σύμφωνα με τα προαναφερόμενα από τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνεται η ένδικη έκθεση αυτοψίας του Δασαρχείου Καλαβρύτων, σχετική έκθεση φωτοερμηνείας και η πρόταση του οικεείου Δασάρχη περί κηρύξεως της εκτάσεως αυτής αναδασωτέας.

Όσον αφορά ειδικότερα το εκ της αναδασωτέας εκτάσεως τμήμα 2, επιφάνειας 929,38 τ.μ., το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην έκταση των 5,517 στρ. (ή 5.517 τ.μ.) που εκχερσώθηκε σύμφωνα με την ένδικη έκθεση αυτοψίας, νομίμως επίσης και με επαρκή αιτιολογία το τμήμα αυτό περιελήφθη στην αναδασωτέα έκταση, τόσο στην πρόταση του Δασάρχη όσο και στην προσβαλλομένη απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, δεδομένου ότι και ως προς το τμήμα αυτό συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναδασώσεως, αφού όπως προέκυψε από την έκθεση φωτοερμηνείας, υπήρξε αποψίλωση του τμήματος αυτού κατά το χρονικό διάστημα από το 1987, οπότε παρουσίαζε τη μορφή δάσους, έως το 1996, οπότε απομακρύνθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου η ξυλώδης του βλάστηση.

Για τους λόγους αυτούς η εξετασθείσα αίτηση απερρίφθη στο σύνολό της ως αβάσιμη.

———  ———

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλ. ΔΕφΠατρών 432/2015 (Τμ. Γ΄) σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 4/2016 σ. 690, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2016. Η υπόθεση αφορά το νομοθετικό πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 24 (§ 1), 117 (§ 3) του Συντάγματος, 3, 10 (§ 3), 14 (§§ 1-3), 37 (§§ 1-2), 38 (§§ 1, 3), 41 (§ 1) του ν. 998/1979 (Α΄ 289, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 § 1 του ν. 3208/2003, Α΄ 303), 12, 21 (§ 8) του ν. 3208/2003 (Α΄ 303) και 9 (§ 1) του ν. 3818/2010 (Α΄ 17). Επισημαίνεται ότι κατά τις γενικές αρχές του δημοσίου δικαίου περί ασφαλείας δικαίου και προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, η νομιμότητα της προσβαλλομένης διοικητικής πράξεως κρίνεται με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεώς της και όχι κατά τον χρόνο εκδίκασης της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. σχετ. και ΣτΕ Ολ 1980-1/2005, 3388/2011 7μ., 4034, 3181, 930/2014, ΣτΕ 534/2016).

[2] Άρθρο 117 § 3 του Συντάγματος: «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για τον λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό».
Άρθρο 38 § 1 του ν. 998/1979 (Α΄ 289): «Κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας κατηγορίας αυτών ή της θέσεως εις ην ευρίσκονται, εφ΄ όσον ταύτα καταστρέφονται ή αποψιλούνται συνεπεία πυρκαϊάς ή παρανόμου υλοτομίας αυτών. Η αυτή υποχρέωσις υφίσταται και δια τα εκ των ως άνω αιτίων καταστραφέντα ή αποψιλωθέντα δάση και δασικάς εκτάσεις, ανεξαρτήτως του χρόνου της καταστροφής ή της αποψιλώσεως τούτων, εφ΄ όσον, μέχρι της 11ης Ιουνίου 1975, δεν είχον χρησιμοποιηθεί δι΄ έτερον σκοπόν, ώστε να καθίσταται αδύνατος η ανατροπή της εκ της χρησιμοποιήσεως ταύτης δημιουργηθείσης καταστάσεως».
Άρθρο 41 § 1 του ν. 998/1979 (Α΄ 289): «Η κήρυξις εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι΄ αποφάσεως του οικείου νομάρχου (ήδη δε εν προκειμένω Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, κατ΄ άρθρο 1 § 2 και 6 § 7 του ν. 2503/1997, Α΄ 107), καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

[3] ΣτΕ 4539/2011, ΣτΕ 4456/2010, ΣτΕ 2405/2009.

[4] Βλ. άρθρο 3 του ν. 998/1979 (Α΄ 289, όπως αντικαταστάθηκε από την § 1 του άρθρου 1 του ν. 3208/2003, Α΄ 303): «1. Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2. Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. 3. Η κατά τις παρ. 1 και 2 δασοβιοκοινότητα υφίσταται και το δασογενές περιβάλλον δημιουργείται σε μια έκταση όταν: Ι. Φύονται στην εν λόγω έκταση άγρια ξυλώδη φυτά, δυνάμενα με δασική εκμετάλλευση να παράγουν δασικά προϊόντα (δασοπονικά είδη). ΙΙ. Το εμβαδόν της εν λόγω έκτασης στην οποία φύονται εν όλω ή σποραδικά τα ως άνω δασικά είδη είναι κατ΄ ελάχιστον 0,3 εκτάρια … Η δασοβιοκοινότητα υφίσταται και το δασογενές περιβάλλον δημιουργείται και σε εκτάσεις με μικρότερο εμβαδόν από 0,3 εκτάρια, όταν λόγω της θέσης τους βρίσκονται σε σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης με άλλες γειτονικές εκτάσεις που συνιστούν δάσος ή δασική έκταση. ΙΙΙ. Οι κόμες των δασικών ειδών σε κατακόρυφη προβολή καλύπτουν τουλάχιστον το είκοσι πέντε τοις εκατό (συγκόμωση 0,25) της έκτασης του εδάφους. Τα δασικά οικοσυστήματα χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις κατά τις επόμενες διακρίσεις: α) Εάν στην ως άνω βιοκοινότητα τα δασικά είδη έχουν ευδιάκριτη κατακόρυφη δομή (ορόφους) και οι κόμες τους καλύπτουν ποσοστό μεγαλύτερο του τριάντα τοις εκατό του εδάφους (συγκόμωση μεγαλύτερη του 0,30), η εν λόγω έκταση χαρακτηρίζεται δάσος, με την προϋπόθεση ότι η συγκόμωση του ανορόφου υπερβαίνει τα δεκαπέντε εκατοστά (0,15) και σε περίπτωση έλλειψης υπόροφου η συγκόμωση του ανορόφου υπερβαίνει τα είκοσι πέντε εκατοστά (0,25). β) Εάν στην ως άνω βιοκοινότητα η ξυλώδης βλάστηση αποτελείται από δασοπονικά είδη αείφυλλων ή φυλλοβόλων πλατύφυλλων που εμφανίζονται σε θαμνώδη μορφή, η εν λόγω έκταση χαρακτηρίζεται δασική έκταση, εφόσον οι κόμες των ειδών αυτών καλύπτουν ποσοστό μεγαλύτερο του είκοσι πέντε τοις εκατό του εδάφους (συγκόμωση μεγαλύτερη του 0,25). γ) Στην έννοια των δασικών οικοσυστημάτων περιλαμβάνονται και οι εκτάσεις που απώλεσαν για οποιονδήποτε λόγο τη δασική βλάστηση και δεν αποδόθηκαν με πράξεις της διοίκησης, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε άλλες χρήσεις. Οι εν λόγω εκτάσεις διέπονται από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 117 του Συντάγματος, κηρύσσονται αναδασωτέες και διατηρούν τον χαρακτήρα που είχαν πριν από την καταστροφή τους. 4. … 5. … 6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου: α) Αι γεωργικώς καλλιεργούμεναι εκτάσεις, β) …».

[5] ΣτΕ 1599/2014 7μ., ΣτΕ 2861, 2934/2013. Βλ. σχετ. και Σ. Παυλάκη, «Χαρακτηρισμός επιγενομένως δασικής εκτάσεως», σε: https:// dasarxeio.com/2016/08/28/958-8/

[6] Βλ. ΣτΕ 4454/2010 7μ., ΣτΕ 1501/2013.

[7] ΣτΕ 1599/2014 7μ., ΣτΕ 3240/2014, ΣτΕ 4612/2011.

[8] Βλ. ΣτΕ Ολ 33/2013.

[9] Βλ. ΣτΕ 1599/2014 (7μ.).

———-  ———-


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 13.02.2017

.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s