ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΑΣΩΣΕΙΣ: Το άγνωστο έργο της δασικής υπηρεσίας για το αστικό πράσινο (1ο μέρος)

.

ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΑΣΩΣΕΙΣ
Το άγνωστο έργο της δασικής υπηρεσίας για το αστικό πράσινο

(1ο από τα 4α)

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

«…Πάντα στην πόλη αυτή θα φθάνεις.
Για τα αλλού −μη ελπίζεις−
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες»

(«Η πόλις», Κ. Π. Καβάφης)

«Εφτάσαμε στο τέρμα των τερμάτων!
Μπροστά βουνό γρανίτινο και μόλις
μακριά πολύ, σαν όγκος αθυρμάτων,
η πόλις»

(«Λύτρωση», Γ.Μ. Μυλωνογιάννης)

Έχει η Αθήνα δάση; (δεκ. ’50).

Εν όνειρο γεννήθη κάποτε στους ανησυχούντες για την πρωτεύουσα, στους έχοντες ενδιαφέρον για τις ποιότητές της, στους υπεύθυνους για την τύχη της: να χαρακτηρίσει την πόλη το πράσινό της (αστικό και περιαστικό), να δηλωθεί και να λειτουργήσει δι’ αυτού. Ήταν μιαν ιδέα εμπνευσμένη και ο αγώνας γι’ αυτό ευγενής κι οπωσδήποτε υψηλός. Κι επίσης μεγάλος και δύσκολος διότι έπρεπε να κάμεις μια μακρυνή του πρασίνου πόλη, στην οποία επικρατούσε το ερημικό παρά το μεσογειακό της στοιχείο, λόγω της χρόνιας εγκατάλειψής της και της φθοράς της εξαιτίας της τουρκικής κατάκτησης, νάναι προσιτή του, καθώς επίσης και μιαν ενάντια του πρασίνου πόλη νάναι οικεία της. Τούτο θα γινόταν δυνατό αλλάζοντας τη βαθιά ριζωμένη νοοτροπία των ανθρώπων της, που έβλεπαν την πόλη τους με την ξηρότητά της κι όχι με τη λιτότητά της, συνδυάζοντάς την με την απουσία πρασίνου˙ και δεν τους ενοχλούσε αυτό, ενώ δε εννοούσαν να σπαταλιστεί κι έδαφός της τ’ οποίο θα αφιερωνόταν στο πράσινο! Ήταν ένας αγώνας που δυστυχώς (για την πόλη και τους ανθρώπους της, για την ίδια τη χώρα, που την εκπροσωπεί η πρωτεύουσά της) δεν έμελλε να ευοδωθεί, παρά τη μεγάλη (ηρωική θα λέγαμε σε κάποιες στιγμές της) προσπάθεια που κατεβλήθη για την πραγματοποίησή της, που ήταν επίπονη, συνεχής και βασανιστική!

Το πράσινο κοσμοπολίτικο προάστιο της Αθήνας, τα Πατήσια, το 1904. Ήταν μιαν εξαίρεση στην ξηρότητα της Αθήνας τότε. Πόσο οι καιροί άλλαξαν σε σχέση με σήμερα!

Το πράσινο ορίζει την πόλη!

Πώς η ιδέα θα υλοποιείτο; Πώς το εγχείρημα θα επιτύχαινε; Πώς η ξηρή κι άφυλλη Αθήνα θα γινόταν ανθηρή και πράσινη; Πώς η «έρημος» με τους σκόρπιους φοίνικες −ως η χαρακτηρίζουσα τότε μορφή βλάστησης της πόλης−, πώς η σκελετωμένη και απορφανισμένη στείρα γη, θα γινόταν τόπος κηπαίος, τόπος της βλάστησης, της ικμάδας και της ευφροσύνης; Με τον απλό και μόνο δυνατό τρόπο που υπήρχε: φυτεύοντάς τον όπου ήταν κατάλληλα μπορετό κι όπου το επέτρεπε η ρυμοτομία της πόλης, ώστε αρμονικά διασυνδεόμενο το πράσινο με την κατοίκηση ν’ αποτελέσει το δομικά λειτουργικό στοιχείο της. Έτσι η πρωτεύουσα θα μπορούσε ν’ αναπνέει και να ζει διά της φύσης της −της αττικής φύσης. Το πράσινο της πρωτεύουσας θα δηλωνόταν με τη δημιουργία ενός μεγάλου άλσους, ενός άλσους αναφοράς, ενός βασικού πνεύμονα πρασίνου που θα τροφοδοτούσε με ζωτική ύλη την πόλη και θ’ αποτελούσε τον κύριο πάροχο του συστήματος ζωής της. Ο κάθε χώρος πρασίνου, σε διάφορη μορφή και με διαφορετικό μέγεθος, θα είχε συνεισφορά στο όλον σύμφωνα με τον προσδιορισμό του τοπικά, αλλά με αναφορά στην υπερτοπικότητα της αστικής και περιαστικής φύσης.

Η δημιουργία ενός μεγάλου άλσους στην πρωτεύουσα ήταν η επιδίωξη… (αναδάσωση στις υπώρειες του Υμηττού, στην Αγία Παρασκευή, για τη δημιουργία του Μέγα Άλσους των Αθηνών).

Το μεγάλο άλσος των Αθηνών δε θάταν κήπος (όπως ο Εθνικός), δε θάταν πάρκο (όπως του Πεδίου του Άρεως), δε θάταν πλατεία φυτεμένη (όπως του Συντάγματος ή της Ομονοίας). Θάταν ένα φυσικό (δασικό) οικοσύστημα ενταγμένο σε αυτό της πόλης, κατά τη λειτουργία της ως σύνολο οικοσύστημα. Θάταν μια προσομοίωση ενός μεσογειακού περιβάλλοντος, ενός αττικού δάσους στον αστικό ιστό, στην πρωτεύουσα της Αττικής και της Ελλάδας. Θάταν, ως τέτοιο εν άλσος, μια μορφή πρασίνου νοημένη κατά την επιστήμη της οικολογίας. Βεβαίως η έννοια του άλσους τότε ήταν κάπως ξένη με την πολεοδομία και μη θεωρημένη στο τεχνητό περιβάλλον της πόλης, που όμως υιοθετήθηκε στο σχεδιασμό της για να ενσωματώσει το φυσικό στοιχείο σε αυτήν κατά τη λειτουργία της, για να φέρει τη φύση στην πόλη˙ αυτήν που αποδιώχθηκε με το αιτιολογικό της κατοίκησης, καταλαμβάνοντας τα πεδία της κι έκτοτε δεν επαναπροσδιορίστηκε στο σχεδιασμό της πόλης. Τι ποιο αρμοστό για τον τόπο και τις αξίες του, από την αττική φύση στη φύσει μεσογειακή πόλη, την Αθήνα, την ιστορική πρωτεύουσα θα λέγαμε της Μεσογείου; Τι πράμα πιο εναρμονισμένο με το τοπίο, την ιστορία και τη φυσιογνωμία της πόλης από αυτό;

Πρέπει να υποσημειώσουμε ότι οι αναφορές στις έννοιες «Αθήναι» και «Αθήνα» προκύπτουν από τη διαφορετική θεώρηση της πόλης ως οικιστικό σύνολο, καθότι στην έννοια της τοτινής πόλης λαμβάνονταν το οικιστικό σύνολο που καταλάμβανε την αστική περιοχή με τους συνοικισμούς της, εξ’ ου και η έννοια «Αθήναι», ενώ κατοπινά που δημιουργήθηκαν αυτοτελείς δήμοι και ως σύνολο αποτέλεσαν το πολεοδομικό συγκρότημα των Αθηνών, η έννοια της «Αθήνας» περιορίστηκε στον οικείο δήμο.

Δάση εντός της πόλης; Κι όμως η Αθήνα έχει αυτό το προνόμιο! Έχει, ακόμα, δάση, φυσικά οικοσυστήματα εντός του αστικού ιστού. Είναι τα δάση που δημιουργήθηκαν στους λόφους της και που σήμερα αποτελούν μοναδικές οάσεις πρασίνου επί της «ερήμου» του τσιμέντου και της ασφάλτου, αποτελώντας τοπόσημα της πόλης οπού απολαμβάνεις τη χαρακτηριστική διαμορφωμένη εκεί μεσογειακή φύση! (στη φωτογραφία: το μεσογειακό δάσος του λόφου του Φιλοππάπου).

Οι αντιλήψεις για τον όλο σχεδιασμό του πρασίνου στο λεκανοπέδιο της Αττικής και τη δημιουργία ενός βασικού πόλου πρασίνου, ενός υπερτοπικού πόλου φύσης της πόλης, του Άλσους των Αθηνών, ήταν βασικά δύο κι είχαν ως σημείο αναφοράς τους το έτος 1922, τότε που με την μικρασιατική καταστροφή ήλθε αίφνης ένας σημαντικά μεγάλος αριθμός προσφύγων στο λεκανοπέδιο της Αττικής −μεγάλος για τα δεδομένα του και για τον αντέξει (τουλάχιστον με την αιφνίδια είσοδό του) το σύστημα οργάνωσης του λεκανοπεδίου−, κι άλλαξε καθοριστικά την πορεία του. Με την εγκατάσταση των προσφύγων στο λεκανοπέδιο μεταβλήθηκε η λειτουργία της πρωτεύουσας, αφού απαιτήθηκε ν’ αποδοθούν στους νεοεισερχόμενους εδάφη γι’ αποκατάσταση, αρχικώς για εγκατάσταση κι έπειτα για κατοίκηση, εδάφη που κατά βάσιν ήταν προορισμένα για το πράσινο της πόλης (εδάφη αναδασωτέα, απαλλοτριωμένα για τη δημιουργία πρασίνου ή προσδιορισμένα για το σκοπό αυτό από το σχέδιο της πόλης).

Η οροσημαντική ημερομηνία της μικρασιατικής καταστροφής καθορίζει και τον τρόπο θεώρησης του πρασίνου στο λεκανοπέδιο, ακολουθώντας τη γενικότερη αντίληψη του σχεδιασμού της κατοίκησης σε αυτό, καθότι, από αυτή τη χρονολογία και στο εξής, πέραν της αλλαγής πολιτικής σχεδιασμού της πόλης και των περιχώρων της (που στη συνέχεια έγιναν δήμοι), η οποία πραγματοποιήθηκε υποχρεωτικά λόγω του μεγάλου αριθμού προσφύγων που κατοίκησαν την πρωτεύουσα, υπήρξε και αλλαγή πολιτικής στη διαχείριση του αστικού δημόσιου χώρου, που πλέον αντιμετωπίζεται ως παράρτημα της κατοίκησης ενώ νωρίτερα είχε κεντρική αναφορά [αναφερόμασταν τότε, π.χ., στην πλατεία Ομονοίας, στην πλατεία Συντάγματος, στον Εθνικό Κήπο κ.λπ., προσδιορίζοντας τον εκεί αστικό χώρο σε σχέση με το πράσινό του, ενώ κατόπιν ο αστικός χώρος προσδιορίζεται σύμφωνα με την περιοχή αναφοράς (π.χ. λέμε: Κολωνάκι, Χαυτεία, Μοναστηράκι κ.λπ.) ή αποδίδοντάς τον περιγραφικά (π.χ. λέμε: κέντρο)].

Το πράσινο δήλωνε την πόλη! (η Πλατεία Ομονοίας ως κήπος το 1903 και ο Βασιλικός Κήπος κατά τις αρχές του 20ου αιώνα)

Στην πρώτη παραπάνω προσδιορισθείσα περίοδο (πριν το 1922) ενεργοποιήθηκαν για το πράσινο της πρωτεύουσας υπηρεσίες που δεν εμπλέκονταν άμεσα στο σχεδιασμό της πόλης, όπως η δασική υπηρεσία (η υπαγόμενη αρχικώς στο Υπουργείο Οικονομικών και μετέπειτα στο Υπουργείο Γεωργίας), καθώς και η δημοτική αρχή [σε κάθε περίπτωση διαχωρίζουμε την, σε κεντρικό επίπεδο, πολεοδομική αρχή (την Πολιτική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Εσωτερικών αρχικώς, και του Υπουργείου Συγκοινωνίας μετέπειτα) από την πολεοδομική υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων (το Τμήμα Πολεοδομίας, τότε), η οποία ακολουθεί την έννοια της δημοτικής αρχής]. Τούτο το αποδίδουμε μάλλον στην «απουσία» της πολεοδομικής αρχής στο πράσινο του λεκανοπεδίου της Αττικής, με την έννοια της μη συμμετοχής της μ’ ενεργό ρόλο στη διοργάνωσή του. Η δασική υπηρεσία, βάσει του θεσμικού της πλαισίου, κήρυσσε εκτάσεις ως δασωτέες και αναδασωτέες στο λεκανοπέδιο της Αττικής (εκτός και εντός του σχεδίου της πόλης) και τις φύτευε, η δε δημοτική αρχή υποστήριζε θεσμικά και τεχνικά την προσπάθεια, εκτελώντας παράλληλα και η ίδια έργο δημιουργίας χώρων πρασίνου, εκείνων που προέβλεπε το σχέδιο πόλης, ενώ αναλάμβανε και πρωτοβουλίες δημιουργίας νέων τέτοιων χώρων. Στη δεύτερη προαναφερθείσα περίοδο (μετά το 1922) ενεργοποιήθηκε πλέον για το πράσινο της πρωτεύουσας η πολεοδομική αρχή, η οποία λειτούργησε μαζί με τη δημοτική αρχή, με την πρώτη να έχει πια ενεργό κι αποφασιστικό ρόλο στον τομέα αυτόν, χρησιμοποιώντας για το έργο της την πολεοδομική νομοθεσία, επικουρικά δε τη δασική (όπου οι εκτάσεις ήταν ή κηρύσσονταν ως δασωτέες ή αναδασωτέες, και κατά τις φυτεύσεις), καθώς και την αρχαιολογική (όπου οι εκτάσεις που φυτεύονταν αποτελούσαν αρχαιολογικούς χώρους).

Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στη Σουηδίας 61 στο Κολωνάκι το 1926, με το έμπροσθέν του «βοσκοτόπι» και τις αναδασώσεις του Λυκαβηττού να είναι εμφανείς στο βάθος (φωτογράφος Πέτρος Πουλίδης, φωτογραφικό αρχείο ΕΡΤ).

Η πολεοδομική αρχή είναι αυτή που ανέκαθεν είχε την αρμοδιότητα του σχεδιασμού στην πόλη, κάτι που είναι απολύτως ορθό και θεμιτό, πλην όμως, ως προς το έργο της αυτό, αρχικώς περιορίστηκε στην πολεοδομική οργάνωση των περιοχών, χωρίς περαιτέρω ενεργή εμπλοκή, γι’ αυτό και είδαμε ν’ αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την υλοποίηση του σχεδιασμού σ’ ότι αφορά στο αστικό και περιαστικό πράσινο ή ακόμα και για τις ελλείψεις ή παραλείψεις του σχεδίου σε σχέση με αυτό, υπηρεσίες όπως η δασική, αφού πρώτα εισήγαγαν στο θεσμικό τους πλαίσιο σχετικές διατάξεις, με τις οποίες νομιμοποιούνταν να ενεργούν ως προς το εν λόγω αντικείμενο. Όμως στην πορεία, μετά το 1922, η πολεοδομική αρχή ελέγχει πλήρως τον όλο αστικό σχεδιασμό και την εφαρμογή του, μην ανεχόμενη παρεμβάσεις στο έργο της από άλλες υπηρεσίες, που θα ανέτρεπαν ή θα έθιγαν το σχεδιασμό. Μάλιστα, μέσα στο κλίμα τούτο, της μεγάλης ενδυνάμωσης του πολεοδομικού μηχανισμού, που τον απαίτησαν βεβαίως οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής, λόγω της αιφνίδιας συσσώρευσης του προσφυγικού πληθυσμού στο λεκανοπέδιο, που έπρεπε ν’ αποκατασταθεί, καθώς και της αστικοποίησης που ήδη πριν τον πόλεμο άρχισε να αυξάνεται σημαντικά, δεν υπολογίστηκαν οι αρμοδιότητες και η λειτουργία άλλων υπηρεσιών που θα εξυπηρετούσαν το αστικό πράσινο, όπως της δασικής. Μάλιστα, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός της δασικής υπηρεσίας ανατράπηκε με την απόδοση δασικών κι αναδασωτέων εδαφών για πολεοδόμηση, παρά το γεγονός ότι αποτελούσαν φυσικό και δημόσιο αγαθό! Και τούτο διότι απαιτήθηκε όλες οι δημόσιες υπηρεσίες να εξυπηρετήσουν την κατάσταση που είχε το χαρακτήρα του άμεσου και κατεπείγοντος, προσαρμοζόμενες στο υποδειχθέν πλάνο σχεδιασμού και πολεοδομικής οργάνωσης, που καθορίστηκε κεντρικά.

Βεβαίως η παραπάνω προσαρμογή δικαιολογείτο για λόγους ανωτέρας βίας, σ’ ότι αφορούσε στους πρόσφυγες, όμως στην εν λόγω λογική ενετάχθη κάθε μορφή κατοίκησης και δημιούργησε νοοτροπία και τρόπο του πολεοδομείν, με αποτέλεσμα ν’ αποδίδονται αναδασωτέα εδάφη και φυσικά οικοσυστήματα για να πραγματοποιηθεί η εν λόγω κατοίκηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο (για τη δημιουργία κηπουπόλεων, για τη δραστηριοποίηση οικοδομικών συνεταιρισμών, για τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων κ.ά.) Τούτο έγινε ιδιαίτερα έντονο μετά το 1936, που δημιουργήθηκε η Διοίκηση Πρωτευούσης και ο προϊστάμενος αυτής είχε βαθμό υπουργού, καθώς και με την ίδρυση τον επόμενο χρόνο του πανίσχυρου Ανώτατου Πολεοδομικού Οργανισμού Πρωτευούσης, που είχε κεντρικό πυρήνα λειτουργίας του το Ανώτατον Πολεοδομικόν Συμβούλιον, στ’ οποίο προήδρευε ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας (ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς)!

Έφτιαχναν δρόμους με το δένδρο εντός! Δε διανοούνταν να το σπαταλήσουν για χρηστικούς λόγους… (φωτογραφία των Αδελφών Ρωμαΐδη στις αρχές του 20ου αιώνα – άποψη Ακρόπολης με δέντρο καταμεσής της λεωφόρου βασιλίσσης Όλγας).

Είχε, στις αρχές του 20ου αιώνα, ο κοινόχρηστος χώρος της πόλης τη χρηστική έννοια της κοινοχρησίας, την έννοια της πρόσληψης όχι μόνο αγαθών αλλά και προϊόντων. Βλέπουμε έτσι, στη συγκεκριμένη φωτογραφία του 1917 του Pierre Machard, να καλλιεργούνται στα παρτέρια των δενδροστοιχιών πατάτες! Τούτο ως ιδέα μεταφέρθηκε αργότερα στη συγκρότηση της πόλης, με τη φύτευση καρποφόρων δένδρων στις δενδροστοιχίες της πόλης, όπως λεμονιές, προκειμένου οι πολίτες να λαμβάνουν προϊόντα από τον κοινόχρηστο χώρο, ο οποίος έτσι, πέραν της περιβαλλοντικής, είχε και χρηστική αξία.

Από τον δασολόγο Αναστάσιο Στεφάνου αναφέρεται το εξής περιστατικό, που είναι δηλωτικό της νοοτροπίας που είχε επικρατήσει σ’ ότι αφορούσε στην κατοίκηση στο λεκανοπέδιο μετά το 1922 και του τρόπου που αντιμετωπιζόταν η κατάσταση από την πολιτεία: «Το 1932 εις οικοδομικός συνεταιρισμός, αποτελούμενος από συνταξιούχους ανωτέρους αξιωματικούς, ναυάρχους, δημοσίους υπαλλήλους και πρώην υπουργούς, ηγόρασεν παρά του ΟΔΕΠ έκτασιν εις θέσιν Άγιος Ιωάννης Καρέας μεγέθους 422 στρεμμάτων… (…) Την έκτασιν αυτήν κατέλαβε αμέσως δυναμικά, περιέφραξε και διένειμε ανά 10 στρέμματα εις έκαστον συνέταιρον. (…) Η εν λόγω έκτασις είχε κηρυχθεί αναδασωτέα, διά του β. Διατάγματος της 22ας Ιουλίου 1917 και είχεν αναδασωθεί διά φυτών πεύκης και κυπαρίσσου. Τα φυτά επί της εκτάσεως είχον μέσην ηλικίαν 10 ετών και μέσον ύψος 3-5 μέτρων. (…) Η δασική υπηρεσία εις την ανωτέρω περίπτωσιν του Καρέως, προέβη εις το ένδικον μέσον της διοικητικής αποβολής του συνεταιρισμού, πλην όμως τα επακολουθήσαντα προσωρινά μέτρα εις α τα δικαιώματα του δημοσίου υπεστήριξεν το νομικόν παρά του Υπουργείου Γεωργίας  Συμβούλιον και αι επακολουθήσασαι δικαστικαί αποφάσεις απέβησαν κατά του δημοσίου» (Στεφάνου Αν., «Το πράσινον του λεκανοπεδίου Αθηνών», έκδοση Υπουργείου Γεωργίας, Αθήναι 1968, σελ. 14).

Οι αναδασώσεις στου Φιλοπάππου στις αρχές της δεκαετίας του 1950 (τα έργα στο χώρο πέριξ της Ακροπόλεως από τον Δημήτριο Πικιώνη δεν είχαν ακόμα πραγματοποιηθεί).

Η δασική υπηρεσία δέχτηκε ισχυρό «πλήγμα» στο έργο της για τη δημιουργία πρασίνου στην Αττική μετά το 1922, με την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των εδαφών που δέσμευσε με τη διαδικασία της κήρυξής τους ως δασωτέων ή αναδασωτέων στο λεκανοπέδιο της Αττικής, για τις κάμει πράσινο (πολλά μάλιστα από αυτά τα εδάφη είχαν ήδη αναδασωθεί), λόγω της απόδοσής τους για την εγκατάσταση των προσφύγων, καθώς και για την εξυπηρέτηση χρήσεων δημοσίας ωφελείας, που δημιουργήθηκαν λόγω της ξαφνικής κι έντονης εποίκησης της αττικής γης ή δικαιολογήθηκαν στα πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητας (καθόσον δόθηκε τέτοια κεντρική κατεύθυνση για την ανάπτυξη της χώρας). Μολοντούτο η δασική υπηρεσία δεν απέβαλλε το ενδιαφέρον της για το αστικό πράσινο και συνεχίζει και μετά το 1922 ν’ ασκεί την αρμοδιότητά της επί των πάρκων και των αλσών των πόλεων και των οικιστικών περιοχών, προστατεύοντάς τα σύμφωνα με τη δασική νομοθεσία, κάτι που το κάνει μέχρι και σήμερα (σχετικά τα άρθρα 3 και 5 του νόμου 998/1979 ως ισχύει)˙ ενώ οι κοινόχρηστοι χώροι (πλατείες κ.ά.) προστατεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας.

Πριν το 1922 λοιπόν, η δασική υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών αρχικώς και του Υπουργείου Γεωργίας στη συνέχεια, δημιουργεί πράσινο στο λεκανοπέδιο της Αττικής (αστικό και περιαστικό), με τη δημοτική αρχή να συμμετέχει ή και να πρωτοστατεί σε αυτή την προσπάθεια. Ακολουθούνταν βεβαίως οι κανόνες του υφιστάμενου πολεοδομικού σχεδιασμού, αλλά παραλλήλως, εφαρμοζομένης της δασικής νομοθεσίας, πραγματοποιείτο ένας σχεδιασμός πρασίνου που αφορούσε στο πράσινο του λεκανοπεδίου συνολικά, έχοντας ολιστικό χαρακτήρα ως προς τη θεώρησή του. Δεν υπήρχε ομολογουμένως κεντρικός χωροταξικός σχεδιασμός, στον οποίο να υπακούει για τις ενέργειές της, όμως η όλη προσπάθεια διενεργείτο με πρόγραμμα και σύστημα ακολουθώντας το οικολογικό μοντέλο διαχείρισης της γης, χωρίς −κατά το μάλλον ή ήττον− ν’ ανατρέπεται το πολεοδομικό.

Σύμφωνα με αυτό, κηρύσσονταν ως δασωτέες ή αναδασωτέες εκτάσεις του λεκανοπεδίου της Αττικής και φυτεύονταν με σύστημα ώστε ν’ αποτελέσουν χώρους πρασίνου της πόλης και της περιαστικής περιοχής της (του λεκανοπεδίου της Αττικής ως σύνολο), κατά την, καινοφανή τότε (τη νεοτεριστική θα λέγαμε, για τα δεδομένα της Ελλάδας), αντίληψη ότι η πόλη είναι ένα (ανθρωπογενές και ανθρωποκεντρικό) σύστημα, τ’ οποίο το αναβαθμίζεται και εμπλουτίζεται με το διαμορφωθέν πράσινο αποκτώντας το χαρακτήρα του αστικού οικοσυστήματος. Στο σχεδιασμό τούτον εντάσσονταν και η δημιουργία του αποκαλούμενου Μέγα Άλσους των Αθηνών, που θα το δούμε παρακάτω. Ήταν μιαν πρωτοποριακή και φιλόδοξη ιδέα για τη δημιουργία πράσινης οικιστικής και περιαστικής περιοχής, που θα χαρακτηρίζονταν από υγιεινή κατοίκηση συγκροτώντας το πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας, βασιζόμενη στην υψηλή σύλληψη της διά του πρασίνου κατοίκησης. Σε αυτήν θ’ απολαμβάνονταν η κατοίκηση με ποιοτικά standarts, με την αττική φύση νάχει βασικό (ουσιαστικό) ρόλο στο γίγνεσθαι του τόπου, αφού θα συμμετείχε πληθωρικά και, ως ένα βαθμό, θάταν διακανονιστής καταστάσεων και διαμεσολαβητής ποιοτήτων (με την έννοια ότι το πράσινο θα χαρακτήριζε την κατοίκηση).

Τα όρια επέκτασης του Δήμου Αθηναίων το 1930. Η με πράσινο χρώμα αποτύπωση του πρασίνου δηλώνει την έντονη παρουσία του στο σύστημα της πόλης.

Ο σχεδιασμός του πρασίνου πριν το 1922 στο λεκανοπέδιο της Αττικής αποσκοπούσε στην αναβάθμιση του περιβάλλοντος της μητρόπολης που δημιουργείτο, και στη διασφάλιση υγιεινών συνθηκών κατοίκησής της στο μέλλον. Το «σχέδιο» ήταν να δεσμευτούν με την κήρυξή τους ως δασωτέες ή αναδασωτέες οι εκτάσεις που κρίνονταν περιβαλλοντικά σημαντικές ή όσες (το δυνατόν περισσότερες!) θα συνεισέφεραν στην περιβαλλοντική αναβάθμιση του λεκανοπεδίου της Αττικής, ώστε να προστατευτούν με αυτό το απόλυτο καθεστώς προστασίας και να μη θιγούν ή να μην οικοπεδοποιηθούν στην περίπτωση που εντάσσονταν στο σχέδιο πόλης. Στην περίπτωση δε που είχαν περιληφθεί στο σχέδιο πόλης, ν’ αποτελέσουν χώρους πρασίνου κι όχι οικόπεδα προς οικοδόμηση. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείτο μια δεσμευτική αναφορά χρήσης γης στο λεκανοπέδιο της Αττικής μ’ επίκεντρο τους χώρους πρασίνου, που αποτελούσε μία τρόπον τινά υποδομή χωρικού σχεδιασμού˙ και τούτο ήταν σημαντικό για την περιβαλλοντική αναβάθμιση του λεκανοπεδίου, η οποία προέκυπτε στη βάση μιας άτυπης χωροταξίας που οφείλετο να γίνει σεβαστή από την κεντρική διοίκηση.

Επίσης, καθιερώθηκε (με κείνη την προσπάθεια) μια νέα ορολογία για το αστικό και περιαστικό πράσινο, που είχε αναφορά στη γενικότερη θεώρησή του και προήλθε από την οικολογία, με την πρόσληψη όρων από αυτήν, όπως του άλσους (grove), προσδίδοντας στους αστικούς χώρους πρασίνου μιαν αντιμετώπιση απορρέουσα από την επιστήμη της οικολογίας. Ενώ η έννοια του πάρκου (park), που επίσης καθιερώθηκε ως όρος χαρακτηρίζοντας μια συγκεκριμένη μορφή αστικού πρασίνου, δεδομένου ότι η παλαιότερη ορολογία αναφερόταν κυρίως σε πλατείες και κήπους, προήλθε ως όρος από τη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, οπού αναπτύχθηκε η παρκοτεχνία και η αρχιτεκτονική τοπίου, κι εκεί είχε τη σημασία του φυσικού συστήματος στον αστικό ιστό, με τη δημιουργία των μεγάλων περιβαλλοντικών πάρκων πόλεων των περιοχών αυτών. Για το λόγο τούτο, της περιβαλλοντικής θεώρησης του πάρκου στο αστικό σύστημα, αυτό εντάχθηκε στο αντικείμενο προστασίας της δασικής νομοθεσίας κι αποδόθηκε η σχετική αρμοδιότητα στη δασική υπηρεσία, την οποία ασκεί έως σήμερα. Μάλιστα, η δασική υπηρεσία είχε την αρμοδιότητα και επί των δενδροστοιχιών (αστικών και εξωαστικών) μέχρι το έτος 2003, όταν με το νόμο 3208/2003 η αρμοδιότητα αυτή της αφαιρέθηκε αφήνοντας την πολεοδομική υπηρεσία να την ασκεί.

Βεβαίως, στους ορισμούς των δύο δασικών κωδίκων (του νόμου 4173/1929 και του νομοθετικού διατάγματος 86/1969) δεν περιλαμβάνονταν ρητώς τα πάρκα και τα άλση, τούτο όμως δε σήμαινε ότι αυτά δεν αποτελούσαν αντικείμενο της δασοπροστασίας, καθώς τεκμαίρονταν εκ της όλης δασικής αρμοδιότητας η τοιαύτη προστασία (είναι χαρακτηριστική η αναφορά διατάξεων των κωδίκων στις έννοιες του πάρκου και του άλσους, όπως της παραγράφου 2 του άρθρου 62 του νομοθετικού διατάγματος 86/1969). Η μη συμπερίληψη των πάρκων και των αλσών στο άρθρο των ορισμών εκλήφθηκε ότι σήμαινε τη μη προστασία τους από τη συγκεκριμένη νομοθεσία, όμως σαφώς δεν ήταν έτσι… Οι συγκεκριμένες μορφές πρασίνου περιελήφθησαν ρητώς στο άρθρο των ορισμών της δασικής νομοθεσίας στο νόμο 998/1979 (στο άρθρο 3), ενώ με το άρθρο 5 (παράγραφος 2) του νόμου αυτού δίδεται η διαχείριση αυτών των χώρων στους ΟΤΑ, κρατώντας η δασική υπηρεσία την εποπτεία και επίβλεψή τους ως διοικητική αρχή, προστατεύοντάς τους με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Η διά του νόμου τούτου προστασία αποκτά μιαν άλλη διάσταση καθότι ο συγκεκριμένος νόμος εκδόθηκε κατ’ επιταγή του άρθρου 24 του συντάγματος, κάτι που ανάγει την τοιαύτη προστασία υπό τη συνταγματική σκέπη.

Ήταν η Αθήνα των αρχών του 20ου αιώνα μια πόλη στ’ ανθρώπινα μέτρα, μια πόλη με φυσιογνωμία νεοκλασική, η οποία επιζητούσε το λιτό αττικό πράσινο για ν’ αναδειχθεί διαθέτοντας τους πολλούς ακόμα ελεύθερους χώρους της γι’ αυτό.

(2ο από τα 4α

.

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 09.04.2017

.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s