ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΑΣΩΣΕΙΣ: Το άγνωστο έργο της δασικής υπηρεσίας για το αστικό πράσινο (2ο μέρος)

.

ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΑΣΩΣΕΙΣ
Το άγνωστο έργο της δασικής υπηρεσίας για το αστικό πράσινο

(2ο από τα 4α)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Αστικά δάση

Η επαύξηση του πρασίνου της χώρας ή η αποκατάστασή του με την αναδάσωση εδαφών, εισήχθη ως έννοια στο ελληνικό δασικό δίκαιο και τέθηκε ως περιβαλλοντικό μέτρο στα πλαίσια μιας νέας οπτικής/διάστασης της δασικής πολιτικής, το 1900 με το νόμο ΒΨΜ της 8ης Απριλίου 1900 (ΦΕΚ 93/Α΄). Αυτός ήταν ο πρώτος νόμος περί αναδασώσεων, ο οποίος μάλιστα αιφνιδίασε με τις καινοτόμες για τα ελληνικά δεδομένα κι αυστηρές διατάξεις του. Μολοντούτο η ιδέα των αναδασώσεων στην Ελλάδα δεν ήταν κάτι νέο, καθώς είχε διατυπωθεί εξήντα επτά χρόνια πριν από την ψήφιση του παρόντος νόμου, από τον Βαυαρό καθηγητή και σύμβουλο του Όθωνα, Φρειδερίκο Τίρς. Αυτός τότε πρότεινε ως μέτρο περιβαλλοντικής αναβάθμισης της χώρας τις αναδασώσεις, μετά τους αιώνες υποβάθμισής της από τον τουρκικό ζυγό, που όμως, αλί, ουδείς τον άκουσε, ούτε οι θεριεμένοι από την πλούσια βόρεια φύση Βαυαροί αξιωματούχοι, που τόσο επιθυμούσαν τη σκιά και δεν την έβρισκαν στην ηλιοκαή χώρα μας! Αρκετά αργότερα λοιπόν, και με μεγάλη υστέρηση επιδιώκεται με τον παρόντα νόμο κείνο που έπρεπε νάχει ξεκινήσει πολλά – πολλά χρόνια πριν!

Ο εν λόγω νόμος εστίαζε στη δάσωση εδαφών πέριξ και εντός των πόλεων, κωμοπόλεων και κωμών, με την κήρυξη μερών τους ως δασωτέων, για λόγους αισθητικής και υγιεινής, καθώς και στην κήρυξη ως αναδασωτέων εδαφών ανά τη χώρα, όπου απαιτείτο η επαναφορά της καταστραφείσας δασικής βλάστησης (άρθρο 1). Επέβαλλε όπως στο εξής τα δασωτέα και αναδασωτέα εδάφη να χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για τον κηρυχθέντα σκοπό, και μόνο με νόμο να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλον (άρθρο 4), κάτι που μεταγενεστέρως περιελήφθη ως διάταξη στο ελληνικό σύνταγμα (στο άρθρο 117). Υποχρέωνε δε στο εξής, η διαχείριση των εν λόγω χώρων να πραγματοποιείται μόνο με διαχειριστικό σχέδιο, που συντάσσονταν από ειδικό δασολόγο, για τη διασφάλιση της προστασίας και της ορθής διαχείρισης του πρασίνου, βάσει επιστημονικών μεθόδων (άρθρο 4). Η τοιαύτη απαίτηση τελευταίως επανήλθε ως υποχρέωση για τη διαχείριση των αστικών χώρων πρασίνου (πάρκων και αλσών) με τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 42 του νόμου 4280/2014 (ΦΕΚ 159/Α΄), σε σχέση με την υποχρέωση σύνταξης μελετών διαχείρισης των πάρκων και αλσών της χώρας βάσει προδιαγραφών των μελετών [αυτές καθορίστηκαν με την αριθ. 133384/6587/10-12-2015 απόφαση υπουργού Περιβάλλοντος & Ενέργειας (ΦΕΚ 2828/Β΄)].

Εικόνα εξοχής στην Αθήνα του 1930 στην παριλίσια περιοχή. Η Αθήνα τότε διατηρούσε ακόμα στοιχεία μιας πρωτογενούς φυσικότητας (φωτογραφία: Emmanuel Boudot-Lamotte).

Βλέπουμε μετά τούτων ότι, η σοφία του παλιού νομοθέτη επανέρχεται, παρά τη μεταβολή των καιρών και την εξέλιξη που υπήρξε, καθόσον έχει αναφορά σε αξίες (περιβαλλοντικές και κατ’ επέκτασιν κοινωνικές), οι οποίες είναι διαιώνιες, και δεν παύουν ν’ αποζητούνται και να προσλαμβάνονται από την κοινωνία, στα πλαίσια της αναζήτησης ποιοτήτων για τη συνέχειά της. Μάλιστα, σε επίπεδο κεντρικής διοίκησης προσδιορίστηκε σαφώς το αντικείμενο της δασικής προστασίας των αστικών χώρων πρασίνου ως αρμοδιότητα της δασικής υπηρεσίας ασκούμενη από το Τμήμα Επιτρεπτών Επεμβάσεων στα Δασικά Εδάφη και Προστασίας Αστικών Χώρων Πρασίνου της Γενικής Δ/νσης Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών & Αγροπεριβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος & Ενέργειας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Προεδρικό Διάταγμα 100/2014, και της διαχείρισής τους σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής που καθορίζεται αρμοδίως από τη συγκεκριμένη υπηρεσία −ως προς το να γενεί πράξη τούτη η προσπάθεια μπορεί να υπερηφανευτεί ο υπογράφων ότι συνέβαλλε καθοριστικά! Τέθηκε, υπό αυτή την έννοια, λαμβάνουσα και τη θεσμική κατοχύρωση, η προστασία και διαχείριση των αστικών χώρων πρασίνου ως γεωτεχνικό αντικείμενο που ακολουθεί την πολεοδομία, κι όχι ως πολεοδομικό που το εξυπηρετεί η γεωτεχνική επιστήμη (κάτι που θεωρούνταν ότι ίσχυε και ως ένα βαθμό όντως ίσχυε κατά το παρελθόν). Τούτο αποτελεί μια σημαντική κατοχύρωση σ’ ότι αφορά στη θεώρηση των αστικών χώρων πρασίνου, σε σχέση με τον περιβαλλοντικό τους ρόλο στο σύστημα της πόλης.

Η σημαντικότητα του νόμου περί αναδασώσεων, πέραν του ουσιαστικού του περιεχομένου, της δημιουργίας δηλαδή πρασίνου σε περιοχές που έλειπε και το στερούνταν ή το είχαν απωλέσει, έγκειται στο γεγονός ότι προσέδωσε νόημα στην έννοια του κοινόχρηστου χώρου πρασίνου, αναβιβάζοντάς τον ως αξιακό δεδομένο στη θεώρησή του για τη λειτουργία της πόλης, διαμορφώνοντας με τη δέσμευση εδαφών για το σκοπό του και με τη δημιουργία του, περιβαλλοντικό κεκτημένο για τον πολίτη και την κοινωνία, τ’ οποίο αναφέρεται σε φυσικό και δημόσιο αγαθό (στο πράσινο των πάρκων και των αλσών). Τούτο ως επιδίωξη του νομοθέτη γίνεται ολοκάθαρο με τη δυνατότητα που δίνεται στα άρθρα 6 και 9 του εν λόγω νόμου, της (αναγκαστικής με τον τρόπο που καθιερώνονταν) απαλλοτρίωσης των προσδιορισθεισών εκτάσεων για τη δημιουργία του πρασίνου, η οποία καθίστατο υποχρεωτική ως προς την εφαρμογή της σύμφωνα με το σκοπό της. Η δε εξέλιξη των καιρών δικαίωσε κείνες τις πρώτες, ηρωικές ομολογουμένως, λόγω της σφοδρής αντίδρασης που υπήρξε από το κατεστημένο της εποχής, προσπάθειες δημιουργίας αστικού και περιαστικού πρασίνου, αφού πλέον αυτές οι μορφές πρασίνου, όπως φυσικά και τα δάση και οι δασικές εκτάσεις ανά τη χώρα, τελούν υπό το αυστηρό καθεστώς της συνταγματικής προστασίας (σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 117 του Συντάγματος), κάτι που δείχνει το μεγάλο βαθμό σημασίας που τις προσέδωσε ο συντακτικός νομοθέτης, θέτοντας αυστηρούς και απαράβατους κανόνες ισχυρής προστασίας τους. Την αρχή μολοντούτο για να φτάσουμε στη συνταγματική προστασία πρέπει να την αναζητήσουμε στα πρώτα κείνα νομοθετήματα της ελληνικής πολιτείας για την προστασία του πρασίνου της χώρας, των οποίων τις διατάξεις εμπνεύστηκαν και συνέταξαν άξιοι κρατικοί λειτουργοί, με κορυφαίο κι εμβληματικό θα λέγαμε το νόμο ΒΨΜ της 8ης Απριλίου 1900.

Οι αναδασώσεις στην πρωτεύουσα βάσει του νόμου ΒΨΜ της 8ης Απριλίου 1900 και των επόμενών του, μας έδωσαν το βασικό πράσινο που σήμερα υφίσταται στο κλεινόν άστυ (ο Λυκαβηττός το 1934 και ο Αρδηττός το 1955).

Με το νόμο ΒΨΜ της 8ης Απριλίου 1900 θεσμοθετήθηκε η αρμοδιότητα της δασικής υπηρεσίας επί των αναδασώσεων και επί της δημιουργίας, προστασίας και εποπτείας των αστικών χώρων πρασίνου, που έως τότε αμφισβητούνταν! Αναγόμενοι στις αντιδράσεις της εποχής, βλέπουμε να κατηγορείται το 1877 από την κοινή γνώμη, από θιγόμενα από το μέτρο της αναδάσωσης φυσικά πρόσωπα, από πολιτικούς και φορείς, ο προϊστάμενος του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Οικονομικών δασολόγος Παναγής Βαλσαμάκης, ότι αυθαιρέτως αναδασώνει τους λόφους της πρωτεύουσας, μην έχοντας σχετική τέτοια αρμοδιότητα, αποστερώντας τα εδάφη που δεσμεύει από χρήσεις που θα οφελούσαν την κοινωνία, όπως τη βόσκηση ή την οικοπεδοποίηση! Απαιτήθηκε τότε, με διάταξη νόμου (του νόμου ΦΩΖ/22-1-1875) ν’ απαγορευτεί η βόσκηση των ποιμνίων στο λεκανοπέδιο της Αττικής, για να προχωρήσει η αναδάσωση που επιδίωκε ο Βαλσαμάκης. Η διάταξη αυτή ψηφίστηκε μετά από πρόταση που κατάθεσε στην ελληνική Βουλή ο βουλευτής Αττικής Στυλιανός Κολιάτσος, η οποία πέρασε από συμπληγάδες μέχρι να ψηφιστεί και θεωρήθηκε άθλος η ψήφισή της. Και τούτο διότι υπήρξαν μεγάλες διαμαρτυρίες από τους εργολάβους που δραστηριοποιούνταν στο λεκανοπέδιο, καθώς και από τους κτηνοτρόφους της Αττικής, κυρίως όμως από τους μεγαλοτσελιγκάδες που παραχείμαζαν στα αττικά εδάφη, οι οποίοι συνέπραξαν στον «αγώνα τους» με τους εκμισθωτές βοσκοτόπων, που ήταν οι μονές, οι κοινότητες και οι μεγαλοτσιφλικάδες. Επιδίωξη όλων αυτών, σ’ ένα κοινό μέτωπο!, ήταν να μην υλοποιηθούν οι αναδασώσεις. Καταλαβαίνουμε λοιπόν το μέγεθος της αντίδρασης˙ όλη η ηγούσα κοινωνία στο πόδι, όλοι που επηρέαζαν το θυμικό του λαού διαμόρφωναν το αρνητικό (εχθρικό καλλίτερα) κλίμα για τις αναδασώσεις!..

Είναι χαρακτηριστική σε σχέση με τα παραπάνω η αντίδραση του πάντα επίκαιρου και καυστικού Εμμανουήλ Ροΐδη, ενός αντικομφορμιστή συγγραφέα του τότε καιρού, ο οποίος αναφερόμενος στη σκαιά αντιμετώπιση της ελληνικής (και δη της αττικής) φύσης από τον Έλληνα πολίτη, σημείωνε τα εξής: «…Πολύ τεχνοκρίται κατηγόρησαν τους αρχαίους ως ανίκανους να αισθανθώσι και να υμνήσωσι τα θέλγητρα της φύσεως, όπως οι σήμερον ρωμαντικοί. Την μομφήν ταύτην δύναται να εύρη άδικον ο αναγιγνώσκων τον Οιδίποδα επί Κολωνώ ή τον Ιππόλυτον Στεφανηφόρον, όχι όμως και ο αποβλέπων εις την παρά των απογόνων αυτών ανοχήν της καταστροφής των δασών και της μεταποιήσεως εις άσβεστον των γραφικοτάτων λόφων των Αθηνών» (Ροίδη Δ. Εμ., «Αι εξοχαί των Αθηνών», Αθήνα 1896).

Μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι στο λεκανοπέδιο της Αττικής το 1935.

Πρόβλημα μεγάλο, μεγαλύτερο του Βαλσαμάκη, με τις αναδασώσεις αντιμετώπισε και ο επόμενος τμηματάρχης του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Οικονομικών, δασολόγος Κωνσταντίνος Σάμιος, που ήταν ο συντάκτης του νόμου ΒΨΜ της 8ης Απριλίου 1900, περί αναδασώσεων, ο οποίος κατηγορήθηκε σφόδρα από το πολιτικό και πανεπιστημιακό κατεστημένο της εποχής διότι φύτευε στην πόλη της Αθήνας και δημιουργούσε χώρους πρασίνου σε αυτήν, μην έχοντας, όπως υποστηρίζονταν, τέτοια αρμοδιότητα! Επιπλέον, κατηγορήθηκε από το κοινωνικό κατεστημένο και τον Τύπο ότι σπαταλούσε χρήματα του ελληνικού λαού σε ανώφελες φυτεύσεις! (βλέπε, τα σχετικά δημοσιεύματα της εποχής). Μάλιστα, η πολεμική αυτή ασκείτο εκ των ένδον, από τους ίδιους τους δασολόγους που άγονταν ως προς τις αντιδράσεις τους από την παραδοσιακή διαχειριστική λογική που είχαν για τα δασικά οικοσυστήματα, κι ήταν αποστασιοποιημένοι από αντιλήψεις διαχείρισης του χώρου και ολιστικής διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος, τις οποίες προσπαθούσαν να εισαγάγουν στην ελληνική περιβαλλοντική πρακτική νεοτεριστές δασολόγοι.

Συγκεκριμένα, ο Πέτρος Κοντός, καθηγητής της δημιουργηθείσης το 1917 Δασολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (η οποία μετέπειτα μεταφέρθηκε στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), ο οποίος τότε, την εποχή της αντιπαλότητάς του με τον Σάμιο, είχε διοικητική θέση στο Υπουργείο Οικονομίας και μετέπειτα, επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά, εισηγήθηκε την αυστηρή μεταξική δασική πολιτική στη χώρα, κατηγόρησε τον Σάμιο ότι ασκούσε αρμοδιότητες πέραν της δασολογικής επιστήμης, καθώς ο ρόλος αυτής είναι στο δάσος κι όχι στην πόλη. Ο Κοντός μάλιστα, εισηγήθηκε αργότερα στον Ιωάννη Μεταξά την αποστασιοποίηση της δασικής υπηρεσίας από τους αστικούς χώρους πρασίνου, κάτι που ο Μεταξάς το αποδέχτηκε συστήνοντας το Ανώτατο Πολεοδομικό Συμβούλιο για το λεκανοπέδιο της Αττικής, που προαναφέραμε, τ’ οποίο ανέλαβε την αρμοδιότητα της συνολικής διαχείρισης του αστικού εκεί χώρου. Ένας δε έτερος συνάδελφος του Κοντού και μετέπειτα τμηματάρχης στο Τμήμα Δασών στ’ οποίο προηγήθηκε ο Σάμιος, ο Νικόλαος Σπηλιόπουλος, δήλωνε στην εφημερίδα «Αθήναι» το 1903 σε σχέση με τις νεοτεριστικές και μη αποδεκτές από αυτόν αντιλήψεις του Τμήματος Δασών επί Σάμιου, συμφωνώντας με την αντίδραση που διαμορφώθηκε και προβάλλονταν ως κοινή γνώμη: «Η νεωτέρα ελληνική δασολογία, αντιποιείται καθήκοντα, δι΄ α ούτε εκκλήθη, ούτε είναι κατάλληλος, ούτε αρμοδία». 

Αναδασώσεις στην Αθήνα το 1935.

Κάπως έτσι άρχισε κι επεκτάθηκε ο πόλεμος εναντίον του Σάμιου και κατά του Τμήματος Δασών, με διεκδικήσεις αποζημιώσεων για τις εκτάσεις που φυτεύονταν από τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, με συνεχή απαξιωτικά κι απειλητικά δημοσιεύματα στον Τύπο, με αγωγές κατά του ελληνικού δημοσίου και προσωπικά κατά του Σάμιου κ.ά. Δείγμα γραφής του παθολογικού κλίματος του επικρατούσε τότε −ένα κλίμα καταστροφολογίας κι αυθαιρεσίας−, που αφορούσε σε μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού και δημιουργούσε νοοτροπία απαξίωσης των στοιχείων που εξαρτούν τη ζωή και τα οποία πρέπει να διαφυλλάττει η κοινωνία, ήταν η σάτυρα του Νέου Αριστοφάνη, που ανέφερε: «Κι εκεί που πας στην εξοχή μονάχος σου σαν άσσος / ας, κάψω, λες καθ’ εαυτόν, για γούστο κι ένα δάσος…» Η δε ασυδοσία των λατόμων ήταν τέτοια στην Αττική, που έκαμε τον πνευματικό κόσμο να εξεγερθεί, καταθέτοντας, διά του αρχαιολόγου Κωνσταντίνου Κοντόπουλου, υπόμνημα προς τον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη το 1887 (το 1885, παρόμοιο υπόμνημα είχε αποστείλει και στον πρωθυπουργό Δεληγιάννη) με τίτλο «Περί διασώσεως των κατεστραμμένων ιστορικών, μυθολογικών και καλαισθητικών υψωμάτων των Αθηνών», στ’ οποίο μεταξύ άλλων αναφέρονταν τα εξής: «…Πού της Ευρώπης τοιούτος περικαλλής λόφος εν μέσω της πόλεως κείμενος καταπίπτει εις συντρίμματα; Πού του κόσμου έδαφος ιστορικόν και καλαισθητικόν, ως το των Αθηνών, μετετράπη εις επαχθή την όψιν λατομεία και ασβεστοποιεία; Πού άνθρωποι διεκδικούντες φήμην πεπολιτισμένων, μεγαλαυχούντες επί ενδόξω ιστορίαν προγόνων, εξεμάνησαν τόσον ώστε να ασεβώσι μεθ’ οίας ημείς λύσσης κατά των μνημείων της ιστορίας και της τέχνης…»

Ελεύθερα πεδία πέραν της Αθήνας του 1900, προορισμένα γι’ αναδάσωση (πέραν των Ολυμπίων Στυλών και της Μονής Πετράκη, αντίστοιχα)

Ο Σάμιος, παρά τον πόλεμο που του γινόταν από τους διεκδικητές της αττικής γης και τους εποφθαλμιούντες την εκμετάλλευσή της, δεν κάμφθηκε και συνέχισε απτόητος την προσπάθειά του. Στα πλαίσια αυτής κατόρθωσε να «περάσει» διατάξεις νόμων για τις αναδασωτέες εκτάσεις και τους αστικούς χώρους πρασίνου σε σχέση με την προστασία τους από τη δασική υπηρεσία, αυτές του νόμου ΒΨΜ της 8ης Απριλίου 1900, που ήταν οι πρώτες που συντάχθηκαν για τις κοινόχρηστες αστικές εκτάσεις, με τις οποίες διαμορφώθηκε ένα βασικό νομικό πλαίσιο προστασίας τους. Και τούτο το κατόρθωσε με τη βοήθεια της Αυλής −παρότι ο ίδιος δεν ήταν βασιλικός (ο Κοντός, αντίθετα, ήταν!)−, την οποία προσέγγισε για να εξυπηρετήσει τον υψηλό σκοπό του, πείθοντας την τότε πριγκίπισσα Σοφία, στην οποία διέκρινε φιλοπεριβαλλοντικά αισθήματα, για τη σημασία του έργου του. Και η συμβολή της Αυλής ήταν καθοριστική στο να γίνει αποδεκτό το αναδασωτικό έργο που σχεδιάζονταν και υλοποιούνταν, και να δημιουργηθεί, μέσω αυτής της αποδοχής, μια κουλτούρα υπέρ του πρασίνου από την κοινωνία, που χαρακτήρισε κείνη την εποχή. Βεβαίως, στην προσπάθεια αυτή συνετέλεσαν και οι πολιτικές υπέρ του πρασίνου που εφαρμόστηκαν από τη δασική υπηρεσία στην πορεία, καθώς και η δραστηριοποίηση φορέων και προσώπων για τον εν λόγω σκοπό, όμως οι βάσεις τέθηκαν με την αρχική κείνη, τη δύσκολη κι επίπονη προσπάθεια.

Πέραν του δασολόγων Βαλσαμάκη και Σάμιου, που εκπροσωπούσαν τη δασική υπηρεσία διά του έργου τους στο Τμήμα Δασών, η προσπάθεια υπέρ του πρασίνου στην πρωτεύουσα πραγματοποιήθηκε κι έφερε απτά αποτελέσματα, παρά τις αντίξοοες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που υπήρχαν και τον πόλεμο που διεξάγονταν προς το πράσινο, και χάρη σε πεφωτισμένους ανθρώπους που την αγκάλιασαν, χάρη στους οραματιστές της «πράσινης» Αθήνας, όπως τον μηχανικό Ανδρέα Κορδέλλα, τα στελέχη του διοικητικού συμβουλίου και τα μέλη της Φιλοδασικής Ένωσης Αθηνών, τους τοτινούς δημάρχους Αθηνών (τον Τιμολέοντα Φιλήμονα, τον Σπύρο Μερκούρη κ.ά.) Δεν πρέπει επίσης να παραλείψουμε και μιαν ειδική αναφορά στην πριγκίπισσα Σοφία, που αποτέλεσε ουσιαστικά τον καταλύτη των εξελίξεων, με τη θετική στάση της προς το πράσινο. Αυτοί ήταν οι πρωτοπόροι του πρασίνου της πρωτεύουσας, που δεν τους γνωρίζουμε για το έργο τους, μα τούτο είναι που σήμερα σε μεγάλο βαθμό απολαμβάνουμε. Οι ίδιοι και οι άξιοι συνεχιστές επίγονοι δημιούργησαν το πράσινο των άνω των 4.000 στρεμμάτων της πρωτεύουσας κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, που είναι το μεγαλύτερο τέτοιο έργο που πραγματοποιήθηκε στην πόλη της Αθήνας, λαμβάνοντας υπόψη τις εξαιρετικά δύσκολες κι αντίξοες συνθήκες της εποχής, καθώς και τα λιγοστά μέσα που υπήρχαν! Και υποστηρίζω ότι, τιμής ένεκεν σε αυτούς για το μέγιστο έργο τους, όμως μολαταύτα άγνωστο, να τους στηθεί ένα μνημείο ευγνωμοσύνης ως τοπόσημο τιμής, να υπάρχει μία πλάκα αναφοράς τους σε κάθε χώρο πρασίνου που δημιούργησαν

Εκτάσεις στην Καστέλα, χρησιμοποιούμενες ως βοσκότοπος, δεσμευμένες ως αναδασωτέες

Σημείωνε ο έγκριτος δασολόγος και βουλευτής για ένα φεγγάρι Αναστάσιος Στεφάνου, για κείνα τα δύσκολα –αλλά, μολαταύτα, δημιουργικά– χρόνια: «Τον Νοέμβριον του 1916 ο υποφαινόμενος –νεοδιορισμένος τότε δασολόγος εις το Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας- επέβλεπεν εις την τοποθέτησιν ακιδωτού συρματοπλέγματος ανάντι της δεξιάς όχθης του χειμάρρου Ιλισού και εν συνεχεία επί της δεξιάς πλευράς της οδού Μεσογείων μέχρι των παρυφών του μικρού τότε συνοικισμού Αγίας Παρασκευής και της θέσεως Σταυρός. Ολόκληρος ο πρανής τότε χώρος μέχρι των προπόδων του Υμηττού, όπου σήμερον οι οικισμοί Παγκράτι, Βύρων, Καισαριανή, Ζωγράφου, Παπάγου κ.λπ. είχεν κηρυχθεί αναδασωτέος, διότι επ’ αυτού επρόκειτο να δημιουργηθεί το Μέγα Άλσος των Αθηνών. Η αναδάσωσις μάλιστα είχεν αρχίσει από του έτους 1900 και μέγα μέρος του χώρου είχεν αναδασωθεί. Ο πληθυσμός τότε των Αθηνών μόλις ήγγιζε τας 260.000 κατοίκων» (Στεφάνου Αν., «Το πράσινον του λεκανοπεδίου Αθηνών», έκδοση Υπουργείου Γεωργίας, Αθήναι 1968, σελ. 3-4).

Ο σκοπός εν προκειμένω –σύμφωνα και με τα λόγια του Στεφάνου–, ήταν να συγκροτηθεί στις υπώρειες του Υμηττού ένα τεράστιο άλσος – πάρκο, που θα ξεκινούσε από τον Βύρωνα και θα έφτανε έως την Αγία Παρασκευή! Το πράσινο των Αθηνών όμως, δεν ήταν ζήτημα απλό, και τούτο το γνώριζαν καλά οι δημιουργοί του. Γι’ αυτό και ο «πράσινος» σχεδιασμός είχε γενικότερη θεώρηση. Τι επιδιώκονταν λοιπόν; Να «φυλακιστεί» η πρωτεύουσα στο πράσινό της! Να χαρακτηρίζεται η πόλη από αυτό! Να λειτουργεί δι’ αυτού!Και τούτο γνώριζαν ότι ήταν κάτι εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένου ότι αφενός είχαν ν’ αντιμετωπίσουν μια διαμορφωμένη και παγιωμένη από γενιές νοοτροπία ξηρότητας του κατοικείν, με αποβλημένο το πράσινο από την πόλη και τη λογική των πολιτών της, αφετέρου η εγκατάσταση και προαγωγή του πρασίνου αυτού σε μια γη λεπτόγεω, που υπέστη τη φθορά και την υποβάθμιση αιώνων, με τις μεσογειακές συνθήκες νάναι οριακές και το τοπίο να χαρακτηρίζεται ως ερημικό, θα ήταν για τον κάθε δημιουργό ένας άθλος! Φαίνεται όμως ότι οι δημιουργοί κείνοι του αστικού πρασίνου είχαν τη συγκρότηση για κάτι τέτοιο, είχαν υψηλή την αίσθηση της ευθύνης, καθώς και της τόλμης για το κατόρθωμά τους… Ως προς το πρώτο ζήτημα λετούργησαν στην κατεύθυνση της καλλιέργειας κουλτούρας υπέρ του πρασίνου, αναδεικνύοντας τις προσφορές και τις ωφέλειές του, ως προς το δεύτερο η λύση ήταν η εγκατάσταση στην αττική της μεσογειακής φύσης, της μόνης αρμόζουσας να τη δεχτεί οικολογικά και πολιτιστικά, την οποία εφάρμοσαν.

Θα δημιουργούνταν έτσι το Μέγα Άλσος των Αθηνών στ’ ανατολικά του λεκανοπεδίου της Αττικής, του οποίου η έκταση θα έφτανε περί τα 20.000 στρέμματα (μαζί με τα φυσικά δάση του Μαρουσιού και της Αγίας Παρασκευής), στ΄ οποίο δινόταν ιδιαίτερη σημασία παρά την άκρα θέση του στο λεκανοπέδιο, αφού θάχε βασικό ρόλο στην περιβαλλοντική λειτουργία του. Θάταν το «κλιματιστικό» της πρωτεύουσας, αναγκάζοντας τα ρεύματα αέρα του Υμηττού να διέρχονται από αυτό και φιλτραρισμένα, οξυγονωμένα και δροσερά να φτάνουν στον αστικό ιστό, στο εσωτερικό της πόλης. Ο Ελαιώνας στα δυτικά, που εκτείνονταν σ’ έκταση 9.000 στρεμμάτων περίπου, θα είχε αποστολή περιβαλλοντική, παρά το «ήμερο» πράσινό του, ενώ στην αποστολή του αυτή συνυπολογίζονταν και η λειτουργική, με την απόσβεση εκεί των ρεμάτων του Αιγάλεω και του Ποικίλου όρους, που θα εκτόνωναν έτσι τη δράση τους –η διατήρηση ως ακέραιου του Ελαιώνα, ήταν κάτι το αυτονόητο στον επιχειρούμενο σχεδιασμό. Στα βόρεια, η περιβαλλοντική «εξασφάλιση» των Αθηνών θα επιτυγχάνονταν με τη δημιουργία μιας άλλης μεγάλης έκτασης πρασίνου, του Βορείου Άλσους των Αθηνών. Για τη δημιουργία του, είχε κηρυχθεί ως αναδασωτέα μια μεγάλη έκταση, η οποία υπολογίζονταν να φτάσει τα 3.000 στρέμματα με τις επεκτάσεις της, από τη Νέα Φιλαδέλφεια έως τον Πύργο της Βασιλίσσης, η οποία είχε αρχίσει ήδη να φυτεύεται. Το Άλσος της Νέας Φιλαδελφείας, που δενδροφυτεύτηκε για πρώτη φορά το έτος 1914, είναι ότι σήμερα έχει απομείνει από κείνη την προσπάθεια. Η δε Πειραϊκή χερσόνησος και μεγάλο μέρος της παραλιακής ζώνης της Αττικής (από το ύψος του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας έως τη Βουλιαγμένη), εμβαδού 15.000 στρεμμάτων περίπου, είχε κηρυχθεί σε μεγάλο βαθμό ως αναδασωτέα, για τη δημιουργία πράσινου μετώπου προς τη θάλασσα.

Ο Ελαιώνας της Αθήνας ήταν «δάσος ελαιών», και ως τέτοιο συμμετείχε αποφασιστικά στο σχεδιασμό του πρασίνου της πρωτεύουσας (φωτογραφία των αρχών του 20ου αιώνα).

Εντός του αστικού ιστού, πέρα από τη δενδροφύτευση των λόφων της πόλης (του Λυκαβηττού, του Στρέφη, της Καστέλας, του Φιλοπάππου, της Πνύκας, του Κολωνού κ.ά.), που είχαν κηρυχθεί ως αναδασωτέοι και ήδη πραγματοποιείτο επί αυτών η αναδάσωση, προγραμματίστηκε και η φύτευση επιλεγμένων εκτάσεων, οι οποίες, επίσης κηρύχθηκαν ως αναδασωτέες, για τη δημιουργία πράσινων εστιών στην πόλη που θα εξυπηρετήσουν τη σύνολη λειτουργία της (αναφέρεται, π.χ., έκταση εμβαδού 46 στρεμμάτων στα Πετράλωνα, έκταση εμβαδού 20 στρεμμάτων στο Παλαιό Φάληρο, έκταση εμβαδού 15 στρεμμάτων στο Θησείο κ.ά.) Σε αυτά συνυπολογίζονταν και οι δημόσιοι κήποι της πόλης (της Ομόνοιας, της Ελευθερίας, του Θησείου κ.ά. –σημειώνεται ότι τότε οι πλατείες είχαν τη μορφή κήπων!), καθώς και ο μέγας Βασιλικός (ακόμα) κήπος. Κήποι τότες ήταν και οι αυλές των σπιτιών (ιδιωτικοί κήποι), που αποτελούσαν μια άλλην −ιδιαίτερη− μορφή πρασίνου, η οποία, συνυπολογίζονταν στο πράσινο της πόλης.

Οι κήποι των νεοκλασικών οικιών της παλιάς Αθήνας είχαν μεγάλη συμμετοχή στο πράσινο της πρωτεύουσας και συνυπολογίζονταν στη σύνολη παρουσία του (στη φωτογραφία: το οικόπεδο στην Πανεπιστημίου οπού χτίστηκε το θέατρο Ρεξ –σκεφτείτε: δίναμε κήπους για τσιμέντο!–, από το αρχείο του Situasionist Kati).

Οι, κάποτε, εξοχές των Αθηνών, οι Αμπελόκηποι, που μεταπολεμικά τις εξαφάνισε το παγερό τσιμέντο και η καυτή άσφαλτος! Η αγροτική φύση τους συμμετείχε στο πράσινο της πρωτεύουσας (από επιστολικό δελτάριο του 1900).

Το δε πράσινο των ρεμάτων του λεκανοπεδίου (του Κηφισού, του Ιλισού, του Ηριδανού, του Ποδονίφτη κ.ά.), θα συμπλήρωνε το υπάρχον ή το προγραμματισμένο να δημιουργηθεί (η διατήρηση των ρεμάτων ήταν προϋπόθεση στο σχεδιασμό που γινόταν, καθώς αυτά είχαν ρόλο σημαντικό/λειτουργικό στο οικοσύστημα της πόλης). Σημειώνουμε ότι το πράσινο των ρεμάτων ήταν αξιόλογο και σημαντικό, ενώ κι αυτά τα ίδια τα ρέματα ως φυσικές παρουσίες, ως κανάλια λειτουργίας της πόλης και ως φυσικές διαδρομές, αποτελούσαν βασικά στοιχεία του αστικού οικοσυστήματος. Η μαρτυρία του δασκάλου Αντωνίου Αντωνάκου, που αναφέρεται σε μια εκδρομή της τάξης του το έτος 1927 στο ρέμα της Χελιδονούς, είναι χαρακτηριστική για την αντίληψη που υπήρχε γι’ αυτούς τους χώρους: «…μιλήσαμε (με τους μαθητές) για το δάσος κάτω από τα πυκνά πεύκα και τα ψηλά πλατάνια του δάσους στο ρέμα της Χελιδονούς…» (Αντωνάκος Αντ., «Δυόμισι χρόνια δάσκαλος στο Μαρούσι», εκδοτικός οίκος «Αθήνα» Α. Ι. Ράλλη, Αθήνα 1929, σελ. 15).

Τα ρέματα της πόλης συγκροτούσαν φύση που συμμετείχε ενεργά και καθοριστικά στη λειτουργία του αστικού οικοσυστήματος («Le cours de l’Ilissos, vers l’est» σε φωτογραφία Pierre Machard το 1918 και η κατάφυτη Παριλίσσια περιοχή με το Ολυμπιείο και την Ακρόπολη στο βάθος σε φωτογραφία Frédéric Boissonnas το 1910).

Προγραμματίστηκε επίσης η δημιουργία πυκνών και σκιερών δενδροστοιχιών σε όλους τους αθηναϊκούς δρόμους –η επιδίωξη ήταν στις λεωφόρους να είναι διπλές (σε δύο παράλληλες σειρές) ή και τριπλές (βλέπε τις δενδροστοιχίες της τότε οδού Κηφισίας, της σημερινής Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας). Πρέπει εν προκειμένω να υπογραμμιστεί ότι πρωταγωνιστικό ρόλο στο πράσινο εντός σχεδίου πόλης είχε η δημοτική αρχή, η οποία δραστηριοποιούνταν ιδιαίτερα έντονα για τη δημιουργία του. Τέλος, η προστασία του πρασίνου των ορεινών όγκων του λεκανοπεδίου, είχε τεθεί σε πρώτη προτεραιότητα από τη δασική υπηρεσία, ενώ υπήρχε και προγραμματισμός αναδάσωσης των γυμνότερων από αυτούς (του Υμηττού και του Ποικίλου όρους), καθόσον ήταν απαραίτητο να καταλαμβάνονται από βλάστηση, για την υγιεινή της πόλης, αλλά και για την προστασία της, καθόσον από εκεί ξεκινούσαν επικίνδυνα χειμαρρικά ρέματα.

Η οδός Κηφισίας στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν δρόμος κατάφυτος, που χαρακτηρίζονταν από τις πλούσιες δενδροστοιχίες της (λιθογραφία του Σωτήρη Χρηστίδη που δημοσιεύτηκε το 1896 στην εφημερίδα «Αθηναϊκός Αστήρ»).

Οι τότε αντιλήψεις αναφέρονταν στην υγιεινή των τόπων και στην υγεία των κατοίκων τους, με το πράσινο ν’ αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντά της, με τις προσφορές του. Βεβαίως η επιστήμη σήμερα αναφέρεται στην αποτροπή της θερμικής νησίδας εντός του αστικού ιστού και στη βελτίωση του αστικού κλίματος με την κατάλληλη παρουσία και χωροθέτηση της βλάστησης, όμως ουσιαστικά η αντίληψη περί της προσφοράς του πρασίνου έχει το ίδιο νόημα με τότε. Και τούτο διότι, με όλα τα παραπάνω που αφορούσαν στο αστικό και περιαστικό πράσινο βελτιωνόταν/διαμορφωνόταν το αστικό μικροκλίμα, που είχε αναφορά στο μεσοκλίμα της πόλης. Ο αέρας των βουνών που περιέβαλλαν το λεκανοπέδιο, καθώς και η αύρα του Σαρωνικού, θα διέρχονταν από διαδρόμους (διόδους) καθαρού, δροσερού αέρα προς το εσωτερικό της πρωτεύουσας. Ο αέρας αυτός θα διαπερνούσε το περιαστικό πράσινό της και στη συνέχεια, καθαρός και φιλτραρισμένος, θα διοχετεύονταν προς τη δομημένη περιοχή διά των ρεμάτων της και των διόδων πρασίνου που θα συγκροτούνταν (των κατάφυτων δρόμων, των αλσών και των πάρκων – κήπων του αστικού ιστού), αναζωογονώντας την και ανανεώνοντάς την. Η πόλη θα «καθάριζε» χάρη στα φυσικά της στοιχεία στα πλαίσια της οικοσυστηματικής της λειτουργίας.

Η επιδίωξη ήταν, έστω κι αν μελετητικά, ως εργασία γραφείου, τούτο δεν αποδόθηκε, οργανικά όμως συντελούνταν, στα πλαίσια ενός άτυπου σχεδιασμού περιβαλλοντικής και φυτοτεχνικής διευθέτησης, να υπάρχει διασύνδεση των μορφών πρασίνου της πόλης. Υπήρχε επίσης η πρόθεση να γίνει αισθητικά ομορφότερη η πρωτεύουσα, ν’ αποκτήσει φυσιογνωμία κηπούπολης. Ο χαρακτήρας του νεοκλασικού που της προσδόθηκε, απαιτούσε τη παρουσία του λιτού αττικού πρασίνου, που της έλειπε. Για να συνειδητοποιηθεί πόσο μεγάλη ήταν η προσπάθεια που ξεκίνησε τότε και πραγματοποιήθηκε ως ένα βαθμό (θα δούμε παρακάτω γιατί δε συνεχίστηκε και φυσικά γιατί δεν ολοκληρώθηκε), αρκεί ν’ αναλογιστούμε ότι καμία άλλη ευρωπαϊκή πόλη, ακόμη και της Μεσευρώπης και της Βόρειας Ευρώπης, δε θα είχε τα πάρκα και άλση που προγραμματίζονταν, ούτε τη χωροταξική οργάνωση του σχεδιαζόμενου αθηναϊκού πρασίνου. Μπορεί τούτο σήμερα να φαίνεται υπερβολικό ή και ουτοπικό, πάντως τότε αποτελούσε μιαν επιδίωξη και, το σημαντικότερο, είχε αρχίσει να υλοποιείται! Υπήρχε, στο βαθμό που η πολιτική δεν ανέτρεπε τις προθέσεις και ο λαός, καλλιεργημένος κατάλληλα, δε λειτουργούσε αποτρεπτικά, όραμα για τον τόπο, συνείδηση γι’ αυτόν και σεβασμός για τα κοινά, κάτι που σήμερα δεν υπάρχει…

Το Μαρούσι κατά το Μεσοπόλεμο ήταν ένα πράσινο προάστιο στο λεκανοπέδιο της Αττικής, δηλοποιητικό του χαρακτήρα της υπαίθρου χώρας των Αθηνών.

Ο βαθμός που πραγματοποιείτο ο σχεδιασμός του πρασίνου στο λεκανοπέδιο της Αττικής από τη δασική υπηρεσία, με τη δέσμευση εκτάσεων ως δασωτέων ή αναδασωτέων και τη φύτευσή τους, ήταν τέτοιος που έκαμε ως και ανθρώπους που αρχικώς ήταν θετικοί σε αυτή την προσπάθεια, στη συνέχεια να δυσφορήσουν και ν’ αντιδράσουν ή να δηλώσουν την αντίθεσή τους στο μέτρο που υλοποιούνταν! Βλέπουμε έτσι, στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, τον ελληνολάτρη διανοητή Περικλή Γιαννόπουλο, τον «τρελό» του ελληνικού τοπίου, ο οποίος στην αρχή ήταν θετικός στο έργο της δασικής υπηρεσίας, στη συνέχεια ν’ αντιδρά με την κλίμακα των αναδασώσεων που πραγματοποιούνταν στο λεκανοπέδιο, τις οποίες χαρακτήριζε υπερβολικές, σαρωτικές για την πόλη και καταστροφικές για το αττικό τοπίο. Κατηγορεί γι’ αυτό τους δασολόγους, ότι παραφρόνησαν και φυτεύουν δένδρα παντού, μη σεβόμενοι την αττική πέτρα, το ελληνικό χόρτο και τον ελληνικό θάμνο. Εξανίστατο λέγοντας: «Ως και οι δασονόμοι ακόμα παρεφρόνησαν και διέγραψαν από την φύτευσιν των γυμνών τόπων, από τη διακόσμησιν των δρόμων και των δημόσιων κήπων και πλατειών, την εληά και τη συκιά, κάθε φυτόν ιδικόν μας, και φέρουν σπόρους και φυτά από τα βάθη των δασών της Ευρώπης, και δεν πηγαίνουν να πάρουν τα θαυμασιώτερα και διακοσμητικότερα φυτά των δασών της Ελλάδος!» Υπήρχε βεβαίως υπερβολή στα λόγια του συμπαθή Γιαννόπουλου, που συνιστούσε διαστρέβλωση της σημαντικής προσπάθειας που πραγματοποιούνταν, καθώς οι φυτεύσεις γινόταν με φυτά της ελληνικής χλωρίδας, μεσογειακά, της αττικής φύσης −μόνη και κύρια εξαίρεση αποτελούσε ο Εθνικός (τότε Βασιλικός) Κήπος, στον οποίο η Αμαλία είχε συγκεντρώσει πληθώρα ξενικών φυτών κάνοντάς τον βοτανικό κήπο! Μάλιστα, το πάθος του Γιαννόπουλου για το τοπίο (και δη το αττικό τοπίο) τον οδηγεί σε ακραίες πράξεις, όπως το να καταστρέφει τα βράδια τη βλάστηση των φυτεμένων αρχαιολογικών χώρων, διότι, όπως ισχυρίζονταν, στο μνημείο αρμόζει το γυμνό και ότι η πέτρα πρέπει να φαίνεται, να λάμπει στο ελληνικό φως.

Το Χαλάνδρι το 1940. Μια ακόμα από τις εξοχές των Αθηνών που μεταπολεμικά δομήθηκε (φωτογραφία: Φωτογραφία Walther Wrede / German Archaeological Institute).

Στο ίδιο πνεύμα κινούμενος αλλά σαφώς με άλλη συγκρότηση, αρκετά αργότερα, ο αρχιτέκτονας του Δήμου Αθηναίων και σημαντικός συγγραφέας της πόλης των Αθηνών Κωνσταντίνος Μπίρης, κατηγορεί το 1940 τους δασολόγους κατά κύριο λόγο, γιατί φυτεύουν τους αρχαιολογικούς χώρους, καθώς και τους αρχαιολόγους που συναινούν σε μια τέτοια ενέργεια, καθότι προσβάλλουν το αττικό τοπίο και τους αρχαίους χώρους. Λέγει συγκεκριμένα: «Ας νοιώσουν οι αρχαιολόγοι και οι συμπαραστάτες τους πολιτικοί μηχανικοί και δασολόγοι, πόσο πολύτιμο κεφάλαιο είναι οι αρχαιολογικοί χώροι για την ελληνική πρωτεύουσα και για την ανθρωπότητα ολόκληρη, πόσο λεπτός είναι ο αισθητικός τους χαρακτήρας και πόση προσοχή χρειάζεται στην μεταχείρισή τους και πόση συναίσθησις ευθύνης. (…) Ούτε ως δημόσιους κήπους, ούτε ως κοινούς αναδασωτέους χώρους, ούτε ως τόπους κοινής δημοτικής χρησιμότητος δικαιούται να τους χρησμοποιήσει η σύγχρονη πόλις» (Μπίρης Κ., «Αρχαιολογία και αρχαιολόγοι στας Αθήνας», Αθηναϊκαί μελέται, τόμος 3ος, Αθήναι 1940, σελ. 12-17). Μάλιστα ο ίδιος ο Μπίρης εξέφρασε υστερότερα την επιφύλαξή του και για τις φυτεύσεις στην Ακρόπολη, και κυρίως για τη δημιουργία των αλσυλλίων πεύκης εκεί, που συνδυάστηκαν με τα έργα διαμόρφωσης του αρχαιολογικού χώρου από τον Δημήτριο Πικιώνη.

Επί των παραπάνω αιτιάσεων, που λάμβαναν χαρακτήρα ευρύτερης αποδοχής στους κύκλους κυρίως της διανόησης, οι δασολόγοι και γενικώς η δασική υπηρεσία αντέτειναν ότι με τις φυτεύσεις που πραγματοποιούνταν δεν προσβάλλονταν το αττικό τοπίο, αφού η βλάστηση που χρησιμοποιούνταν ήταν η αττική, όπως του πεύκου, του θάμνου και του κυπαρισσιού, καθώς και ότι δεν επέρχονταν με τον τρόπο αυτό αλλοίωση του αττικού τοπίου, αφού η βλάστηση το υποστήριζε και το αναδείκνυε. Η επιδίωξη με την εν λόγω προσπάθεια ήταν η αναβάθμιση του αττικού τοπίου, η οποία θα επέρχονταν σε συνδυασμό με την περιβαλλοντική του αναβάθμιση. Τούτο καθίστατο επιτακτικό, δεδομένης της, διά της χρόνιας υποβάθμισης, μετατροπής του πάλε ποτέ πάγκαλου αττικού τοπίου σε ερημικό, κάτι που είχε αρνητικές συνέπειες και για τη ζωή των κατοίκων του λεκανοπεδίου. Έτεροι δε πνευματικοί άνθρωποι του καιρού, όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, συνηγορούσαν υπέρ των αναδασώσεων στο λεκανοπέδιο, και γενικότερα υπέρ του πρασίνου και όχι υπέρ της γυμνότητας της χώρας, παίρνοντας το μέρος της δασικής υπηρεσίας και λέγοντας χαρακτηριστικά: «Υπάρχουν τώρα και μερικοί που νομίζουν ότι η Ελλάς πρέπει να διατηρήσει τη γυμνότητά της, το φαιόν εκείνο ή υποκίτρινον χρώμα της, που το ευρίσκουν ωραίον και χαρακτηριστικόν. Μην τους ακούτε! Οι άλλοι που έχουν την ιδέαν, ότι πρέπει να πρασινίσει, έχουν και το μεγαλύτερο δίκιο…» (από δημοσίευμα στην «Ακρόπολη» το 1914).

Αισθητικό δάσος Καισαριανής. Η “σπαθίζουσα” φύση του κυπαρισσιού δημιουργεί μοναδικής ομορφιάς φυσικό τοπίο!

Σήμερα βεβαίως, οι μορφές κείνες του πρασίνου, οι συγκροτημένες με πολύ προσπάθεια και με «αίμα», με σοφία και με τάξη, από τον τοτινό Έλληνα (από τη δασική υπηρεσία, από το δήμο Αθηναίων, από φορείς και συνειδητοποιημένα φυσικά πρόσωπα), αγνοούνται, στεκάμενες ανείδωτες στα πλαίσια της σύγχρονης σιδηράς πραγματικότητας. Κατηγορούνται μάλιστα οι χώροι αυτοί χαρακτηριζόμενοι απαξιωτικά ως «πευκιάδες», ως φτωχά κι περιβαλλοντικά ανάξια φυσικά συστήματα εντός της πόλης, με μικρή προσφορά σε αυτήν. Φευ, πόσο ασεβείς στον δημιουργό πρόγονο γινόμαστε και πόσο μικροί στο περιβαλλοντικό μας πρόβλημα˙ πόσο ανάρμοστοι στο περιβαλλοντικό μας γίγνεσθαι˙ πόσο ανάξιοι εντέλει για το περιβαλλοντικό μας κεκτημένο! Ας δούμε αυτούς τος χώρους με τον πρέποντα σεβασμό, ως αξίες και αποστάγματα πράξης ικανής, και ας αναθεωρηθούμε στην εννόησή μας για το δημόσιο και φυσικό χώρο. Ας αναλογιστούμε για το μέλλον μας κοιτάμενοι στο παρελθόν μας. Κι ας πάψουμε επιτέλους να είμαστε αχάριστοι κι αγνώμονες! Διότι, ενώ στεκόμαστε επικριτικοί προς αυτούς τους χώρους, ταυτόχρονα τους απολαμβάνουμε!.. Ενώ τους αγνοούμε ή τους απαξιώνουμε, σε αυτούς καταφεύγουμε για την περιβαλλοντική μας ανάσαση, καθότι αποτελούν τη λύση στο αστικό περιβαλλοντικό μας ζήτημα, τη μόνη εντέλει σταθερή αξία στην περιβαλλοντική λειτουργία της πόλης! Ναι, να δούμε την οικολογική τους αναβάθμιση στη μεσογειακή τους βάση, εφόσον συντρέχει μια τέτοια ανάγκη, φτάνει όμως η απαξίωσή τους, φτάνει η ανέξοδη κατηγόρια τους…

Η λιτή αττική βλάστηση «γλείφει» απαλά το βράχο του Λυκαβηττού και τον καλύπτει σα χάδι –η μόνη αρμόζουσα σε αυτόν.

Για να επιτευχθεί η μεγαλόπνοη κείνη προσπάθεια των αναδασώσεων ανά την Ελλάδα, συνήφθη εσωτερικό δάνειο βάσει του άρθρου 12 του νόμου 1396/1918 «Περί αναδασώσεων», (ΦΕΚ 102/Α΄) ο οποίος ψηφίστηκε επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου και με αρμόδιο Υπουργό Γεωργίας τον Εμμανουήλ Ρέπουλη. Δι’ αυτού του δανείου επιδιωκόταν ν’ ανευρεθούν πόροι για τις αναδασώσεις, οι οποίοι, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του προαναφερόμενου νόμου, θ’ ανέρχονταν μέχρι του ύψους των 3 εκατ. δραχμών, εξοφλητέου χρεολυτικώς με τόκο 6% αναγραφόμενου στον κρατικό προϋπολογισμό του σχετικού χρεολύτου. Σύμφωνα δε με την αριθ. 2370/7-1-1920 εφαρμοστική υπουργική απόφαση, εγκρίθηκε η έκδοση 30.000 οριστικών ομολογιών των 100 δραχμών, με τόκο 6%, και με την απόσβεση του δανείου να έχει καθοριστεί να πραγματοποιηθεί σε μια τριακονταετία. Διαπιστώνουμε μετά τούτων την έντονη επιθυμία τότε, της πολιτικής ηγεσίας της χώρας και της δασικής διοίκησης για την πραγματοποίηση αυτού του τεράστιου έργου, των αναδασώσεων στην Ελλάδα, που ανήχθη σε έργο εθνικής σημασίας και τ’ οποίο, προκειμένου να υλοποιηθεί, απαιτείτο να υποστηριχθεί οικονομικά με τη σύναψη δανείου!

Φυσικά, οι αστικές και περιαστικές αναδασώσεις της δασικής υπηρεσίας και η δημιουργία αστικών δασών, που ονομάστηκαν άλση, καθώς και φυσικών συγκροτήσεων στον αστικό ιστό με κηποτεχνική διευθέτηση, που ονομάστηκαν πάρκα, δεν αποτελούσε προνόμιο της πρωτεύουσας −η αναφορά μας σε αυτήν έχει χαρακτήρα αφενός συμβολικό, λόγω του κεντρικού της ρόλου, καθώς κι ότι από την πρωτεύουσα εκκινήθη η προσπάθεια, αφετέρου εμβληματικό λόγω της κλίμακας της προσπάθειας που πραγματοποιήθηκε κεντρικά και της κατεύθυνσης που εξ αυτής εδόθη. Αντίστοιχες προσπάθειες πραγματοποιήθηκαν και σε πολλές άλλες πόλεις της χώρας, καθώς και σε κωμοπόλεις και χωριά, με χαρακτηριστικότερη τη δημιουργία των περιαστικών δασών σε κάθε σχεδόν ελληνική πόλη που τη συνόδευε λόφος ή την ακολουθούσε πλαγιά. Είναι τα αποκαλούμενα «κεφαλάρια», τα δασύλλια που ως πίλοι πρασίνου συνόδευαν την ελληνική πόλη ή γενικότερα τις οικιστικές περιοχές ανά τη χώρα, χαρακτηρίζοντας το ελληνικό αστικό και περιαστικό τοπίο.

Έτσι βλέπουμε ότι τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα υπήρξε μια πλυμμυρίδα αστικών και περιαστικών αναδασώσεων ανά τη χώρα −μια προσπάθεια που συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες−, με κηρύξεις εκτάσεων ως αναδασωτέων για το σκοπό αυτό. Αντλούμε από το πλούσιο υλικό της Εφημερίδας της Κυβέρνησης κάποιες περιπτώσεις από τις πρώτες κείνης περιόδου (των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα), που αφορούν σε περιοχές πέραν του λεκανοπεδίου της Αττικής κι αποτελούν μικρό και οπωσδήποτε μη αντιπροσωπευτικό δείγμα της όλης, μεγαλειώδους, προσπάθειας που ξεκίνησε και υλοποιείτο. Αναφέρουμε τις κηρύξεις εκτάσεων ως δασωτέων στην Ακρόπολη Πατρών και στο λόφο Εσχατοβουνίου στην Πάτρα, του «Λόφου» της Σπάρτης, του Φρουρίου του Μυστρά, περιοχών (λόφων κατά το πλείστον) στα χωριά Βτενέϊκα και Ρώμεσι στην Ηλεία, περιοχών (λόφων κατά το πλείστον) στο Δήμο Άμφισσας, του πεδίου ασκήσεων του στρατού στα Τρίκαλα, του λόφου της πόλης της Άρτας (θέση «Κάτω Παναγιά»), λόφων στις κωμοπόλεις Φιλιατρά και Γαργαλιάνοι, το Αχίλλειο της Κέρκυρας, το φρούριο της Ναυπάκτου, των περιφερειακών λόφων της πόλης της Καστοριάς, την περιοχή «Καραμπαμπά» των Θηβών κ.ά.

Η αναδασωμένη έκταση του Φρουρίου της Λαμίας, καθώς και του κάστρου της Ναυπάκτου.

(1ο από τα 4α) ←

→ (3ο από τα 4α) →

.

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 15.04.2017

.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s