ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΑΣΩΣΕΙΣ: Το άγνωστο έργο της δασικής υπηρεσίας για το αστικό πράσινο (3ο μέρος)

.

ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΑΣΩΣΕΙΣ
Το άγνωστο έργο της δασικής υπηρεσίας για το αστικό πράσινο

(3ο από τα 4α)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Δεν έστερξε το πράσινο στην ελληνική πόλη!

Όλα όμως κείνα τα μεγάλα κι ωραία, και ειδικά για την πρωτεύουσα, στην οποία συμβολικώς αναφερόμαστε, έμειναν δυστυχώς όνειρο, αφού στην πράξη, μόνο κατά μέρος υλοποιήθηκαν, σε σχέση με το βαθμό που επιδιώκονταν˙ μα μολοντούτο αρκετό για να μεταμορφώσουν την πόλη και να της δώσουν νόημα χαρακτηριζοντάς την κατά το διαμορφωθέν, μικρό αλλά αρκετό, πράσινό της (φανταστείτε, λέει, να υλοποιείτο ο σχεδιασμός στο σύνολό του!) Η οικτρή πραγματικότητα απόδιωξε τις όμορφες σκέψεις, τις μεγάλες προσδοκίες, και δεν τις έκαμε πράξεις, προσγειώνοντας τους δημιουργούς που επιδίωκαν, όπως αποδείχθηκε, τ’ (άπιαστο) όνειρο!

Το συμβατό με τις διεθνείς νόρμες ποσοστό πρασίνου των 12 τ.μ./κατ. περίπου, που προπολεμικά είχε η Αθήνα, κατήλθε στα σημερινά ποσοστά της «ανέχειας», των 2,55 τ.μ./κατ. (νεότερα στοιχεία αναφέρονται σε 2 τ.μ./κατ.) Κι ενώ οι μεγαλουπόλεις της Δύσης δημιουργούσαν πράσινο και γινόταν λειτουργικότερες με αυτό, η πρωτεύουσα της Ελλάδας αποπρασινιζόταν, ακολουθώντας ένα τριτοκοσμικό μοντέλο ανάπτυξης. Αναφέρεται, ως συγκριτικό παράδειγμα, ότι κατά τη χρονική περίοδο που η Αθήνα παρουσίαζε το ποσοστό πρασίνου των 12 τ.μ./κατ., το Λονδίνο εμφάνιζε ποσοστό μικρότερο των Αθηνών (περίπου 10 τ.μ./κατ.), το οποίο, όμως, κατά το μάλλον ή ήττον διατήρησε. Είναι δε χαρακτηριστικό, και τούτο αναφέρεται ως μέτρο σύγκρισης, ότι ενώ κατά τη δεκαετία του 1930, οι πέντε δήμοι της Νέας Υόρκης καλυπτόταν από πράσινο (αστικό και περιαστικό) εμβαδού 60.000 στρεμμάτων, κατά τη δεκαετία του 1970 το εμβαδόν αυτού του πρασίνου αυξήθηκε στα 162.000 στρέμματα περίπου (βλπ σχετικά: Burton A. J., «Nature in the city», The living Earth, London 1976, σελ. 29). Ομοίως, το Σακραμέντο της Καλιφόρνιας αύξησε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 το πράσινο γύρω από την αστική του περιοχή με τη φύτευση 200.000 δένδρων, και εξαιτίας τούτου άλλαξαν προς το θετικό οι κλιματικές συνθήκες της ευρύτερης περιοχής.

Ο Λόφος του Στρέφη ήταν παλιό λατομείο. Κηρύχθηκε ως αναδασωτέα έκταση και φυτεύτηκε με αττική βλάστηση, αποκαθιστάμενης έτσι της λατομικής πληγής, συγκροτώντας σήμερα ένα όμορφο άλσος.

Σ’ ότι αφορά στο περιαστικό πράσινο, εκεί η κατάσταση θα λέγαμε ότι είναι σαφώς καλλίτερη σ’ ό,τι αφορά στην πρωτεύουσα˙ όχι όμως αυτή που θα έπρεπε σύμφωνα με τις φυσικές δυνατότητες, με τα πλεονεκτήματα του λεκανοπεδίου της Αττικής. Αυτό συνέβη όχι διότι επιδιώχθηκε, αλλά γιατί η Αθήνα είχε την τύχη να περιβάλλεται από ορεινούς όγκους. Το πράσινο αυτών των όγκων, όσο απέμεινε (!), είναι κείνο που αξιολογεί θετικά την πρωτεύουσα στο συγκεκριμένο τομέα. Σύμφωνα λοιπόν με τις διεθνείς προδιαγραφές, η άριστη επιφάνεια περιαστικού πρασίνου για τον κάτοικο της πόλης θα πρέπει να είναι της τάξης των 12-18 τ.μ. Στον Αθηναίο πολίτη αντιστοιχούσαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο 15 τ.μ., έκταση όμως η οποία τις τελευταίες δεκαετίες έχει μειωθεί δραματικά εξαιτίας των καταπατήσεων ορεινών όγκων που έχουν συμβεί, των επεκτάσεων των σχεδίων της πόλης προς τις πλαγιές των βουνών, των ολυμπιακών έργων και των έργων υποδομής που έχουν κατασκευαστεί σε χώρους περιαστικού πρασίνου (π.χ. η περιφερειακή του Υμηττού «κατέφαγε» σημαντική έκταση της βλάστησης του συγκεκριμένου βουνού), κ.λπ. Εκτιμάται ότι σήμερα η επιφάνεια του περιαστικού πρασίνου που αντιστοιχεί στον Αθηναίο πολίτη, κατήλθε στα 10-12 τ.μ. Επισημαίνουμε ότι ως περιαστικό πράσινο, δε θεωρούνται μόνον τα περί της πόλης δάση, αλλά, κατά τη διεθνή πρακτική, κάθε μορφή άγριας βλάστησης, καθώς και οι αγροί που γειτνιάζουν με το αστικό κέντρο.

Πηγαίνοντας παλαιότερα, κι εάν αποδεχθούμε ως ορθή την εκτίμηση του καθηγητή Β. Αιγινίτη, ο οποίος το έτος 1910, μελετώντας το κλίμα των Αθηνών, υπολόγισε ότι τα δάση των βουνών πέριξ της πρωτεύουσας καταλάμβαναν έκταση 600.000 στρεμμάτων, τότε το περιαστικό πράσινο που αντιστοιχούσε κείνη την εποχή σε κάθε κάτοικο του λεκανοπεδίου, λαμβάνοντας υπόψη τον τοτινό, μικρό βεβαίως, πληθυσμό του, ήταν της τάξης των 130 τ.μ.!!! Αυτό, για να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους…

Είναι χαρακτηριστικά τα όσα σημείωνε τον Οκτώβρη του 1913 ο αμερικανός διπλωμάτης George Higgins Moses για την εικόνα της Αθήνας σε σχέση με το επίπεδο της κατοίκησής της: «Σήμερα είναι μια πόλη (η Αθήνα), με φαρδείς και όμορφους δρόμους, γεμάτη μικρά πάρκα και υπέροχα δημόσια κτίρια –τα περισσότερα από τα οποία είναι δωρεές ευπόρων Ελλήνων…» Ομοίως το 1930 ο Γάλλος ελληνιστής Οκτάβ Μερλιέ έγραφε: «Η Αθήνα έχει μεγάλες δενδροφυτεμένες λεωφόρους, κήπους και άλση, πολλές γραμμές τραμ και λεωφορείων, επιβλητικά δημόσια κτίρια, νοσοκομεία, τράπεζες, μουσεία, θέατρα, κινηματογράφους, νυχτερινά κέντρα…»

Όταν ο κόσμος παραθέριζε στα πάλε ποτέ σύμπυκνα δάση της Γλυφάδας… (Γλυφάδα 1920).

Σύμφωνα με την κατανομή των δασών της Ελλάδας, που πραγματοποιήθηκε από το υπουργείο Γεωργίας το έτος 1964, καταγράφηκε για την περιοχή της περιφέρειας πρωτευούσης έκταση δασών και δασοσκεπών εκτάσεων 107.900 στρέμματα (από αυτά, τα 33.250 στρέμματα ήταν υψηλά δάση). Αντίστοιχη εργασία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος το έτος 1981 (βλέπε: Ε.Σ.Υ.Ε., «Κατανομή της εκτάσεως της χώρας κατά βασικές κατηγορίες χρήσεως – προαπογραφικά στοιχεία της απογραφής Γεωργίας και Κτηνοτροφίας του έτους 1981», Αθήνα 1986), κατέγραψε τις εκτάσεις των δασών και των βοσκοτόπων της περιφέρειας πρωτευούσης στο ύψος των 84.600 στρεμμάτων. Συγκρίνοντας τ’ αποτελέσματα των δύο παραπάνω εργασιών, που ενδεχομένως να μην χρησιμοποιούν ίδια κριτήρια αναφοράς, όμως μας δίνουν μια τάξη μεγέθους της διαμορφωθείσης καταστάσεως σε σχέση τη διαχρονική εμφάνιση της βλάστησης του λεκανοπεδίου της Αττικής, διαπιστώνουμε ότι σε διάστημα μόλις 17 ετών χάθηκαν 23.300 στρέμματα εκτάσεων δασικού χαρακτήρα από την περιοχή της περιφέρειας πρωτευούσης, δηλαδή το 21,59% της αρχικής έκτασης πρασίνου! Αυτό, έστω και με το όποιο σφάλμα να έχει χωρήσει επί του αποτελέσματος, είναι εξωφρενικό! Είναι αυτοκτονία!..

Οι δε παραπάνω εκτάσεις δασικού χαρακτήρα που απωλέσθηκαν, αποτελούσαν προστατεύομενες εκτάσεις, δεσμευμένες για το σκοπό του πρασίνου σε αυτές, καθόσον υπάγονταν στην αριθ. 108424/13-9-1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, περί κηρύξεως ως αναδασωτέων όλων των εδαφών του λεκανοπεδίου της Αττικής που δεν αποτελούσαν οικιστική περιοχή, αγροτικές εκτάσεις και μη δημόσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις. Συνέβη συνεπώς μιαν άμετρη απώλεια προστατευόμενων εδαφών που προορίζονταν για τη δημιουργία δασών ή συγκροτούνταν επί αυτών φυσικά οικοσυστήματα, των οποίων η ύπαρξη εξυπηρετούσε την υγιή περιβαλλοντική παρουσία της πόλης, αλλά και γενικότερα την περιβαλλοντική διασφάλιση του λεκανοπεδίου της Αττικής. Αυτά, αλί, χάθηκαν προκειμένου να εξυπηρετηθεί η σκόρπια, ασυλόγιστη κι άναρχη δόμηση της πρωτεύουσας, η οποία αποτέλεσε το κακό πρότυπο για τις ελληνικές πόλεις, συνιστώντας την αστική κατοίκηση με τον εύγλωτο τίτλο «κτίζω αττικώς», που επικράτησε ως αρνητικός χαρακτηρισμός που δηλοί τη, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στρεβλή ανάπτυξη πόλης και τη νοοτροπία που εξ αυτής επάγεται!

Δόμηση, αυθαίρετη σε μεγάλο βαθμό, στην αναδασωτέα έκταση του Σχιστού τη δεκαετία του 1960.

Πέρα λοιπόν από τη δάσωση των λόφων της πρωτεύουσας, ο υπόλοιπος σχεδιασμός κατά το μάλλον ή ήττον αναιρέθηκε/ανατράπηκε. Το Μέγα Άλσος των Αθηνών είναι σήμερα τσιμέντο και άσφαλτος –μόνον το Άλσος Συγγρού στα Ιλίσια (Άλσος Ιλισίων αλλιώς) και το Άλσος Παγκρατίου, απέμειναν για να μας το θυμίζουν, ενώ οι αρχικά αναδασωθείσες εκτάσεις του Μέγα Άλσους στις παρυφές του Υμηττού, διατέθηκαν για τη δημιουργία της Πανεπιστημιούπολης, καθώς και για οικιστική αξιοποίηση.

Διαβάζουμε σχετικό σχόλιο – καταγγελία στα «Δασικά Χρονικά», που ήταν έντυπο (περιοδικό) των δασικών υπαλλήλων, το 1964 (τεύχος 63/64, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1964): «Προ πενήντα ετών είχε σχεδιασθεί και αποφασισθεί από τας τότε Κυβερνήσεις να γίνει το μεγάλο Άλσος των Αθηνών στο χώρο που έχουν καταλάβει σήμερα οι συνοικισμοί Παπάγου – Ζωγράφου – Άνω Ιλίσσια (τέως Κουπόνια) – Καισαριανή. Η έκτασις είχε περιορισθεί μέχρι την οδό Μεσογείων και το ρεύμα του Ιλισσού και είχε μάλιστα αναδασωθεί και το μεγαλύτερό της μέρος. Σήμερα όλος αυτός ο χώρος με διαφόρους μεθόδους και συστήματα και διαρκείς υποχωρήσεις της πολιτείας έγινε οικοδομικά τετράγωνα και συνοικισμοί. Από το μεγάλο αυτό άλσος απέμεινε μια σφήνα πρασίνου που περισφίγγεται μεταξύ των συνοικισμών Άνω Ιλίσσια και Καισαριανής, πίσω από το νοσοκομείο Συγγρού, στο κέντρο της οποίας είχε εγκατασταθεί και το δασικό φυτώριο. Από το χώρο αυτό της σφήνας του πολύτιμου για την Αθήνα πρασίνου που οδηγεί προς την Καισαριανή, το 1961 η τότε κυβέρνησις παρεχώρησε στην αρχή 150 στρέμματα, έπειτα δε άλλα 100, για να γίνει η Πανεπιστημιούπολις. Τώρα ζητούν κατ’ επέκτασιν προς Αγιάννη τον Πρόδρομο και την Καισαριανή κι άλλα στρέμματα, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων με πολλούς κόπους και έξοδα έχει αναδασώσει η Φιλοδασική Ένωσις των Αθηνών σε συνεργασία με τη δασική υπηρεσία. Ασχέτως ότι ο χώρος αυτός με απόκρημνα εδάφη και πολλάς χαραδρώσεις ημπορεί να θεωρηθεί ακατάλληλος δι’ ον προορίζεται σκοπόν, η παραχώρησις των 800 στρεμμάτων, αν ήθελεν συντελεσθεί θα σημάνει την χαριστικήν βολήν του πρασίνου της πρωτευούσης του ελληνικού κράτους».

Αναδασώσεις στο Βέϊκου, στο Γαλάτσι, για τη συγκρότηση στην αναδασωτέα εκεί περιοχή άλσους.

Από το Βόρειο Άλσος των Αθηνών, σήμερα απέμεινε ως έκταση πρασίνου μόνον το Άλσος της Νέας Φιλαδελφείας, ενώ ο Ελαιώνας δεν υπάρχει πια ως πράσινο (μόνον κατ’ όνομα υφίσταται!) Η Πειραïκή χερσόνησος διατέθηκε για διάφορες χρήσεις κι έπαψε ν’ αποτελεί αναδασωτέα περιοχή, όπως και η παραλιακή ζώνη της Αττικής –οι χρήσεις που αναπτύχθηκαν εκεί, είναι δηλωτικές του προορισμού τους. Οι αναδασωτέες εκτάσεις εντός του αστικού ιστού «φυτεύτηκαν» με πολυκατοικίες (sic), οι δε πλατείες της πόλης (όσες δεν άλλαξαν χρήση…), που παλαιά είχαν τη μορφή κήπων, έγιναν πλατείες με την κυριολεκτική τους σημασία! –δηλαδή πλακοστρωμένες γυμνές κι ανοίκειες εκτάσεις, κάτι σαν «έρημοι» στην τσιμέντινη πόλη [δέστε την πλατεία Ομονοίας, δέστε την πλατεία Εθνικής Αντίστασης (Κοτζιά τη λέγουν, από το όνομα του καταστροφέα της!), την πλατεία Αβησσυνίας, την πλατεία Κουμουνδούρου, την πλατεία Βικτωρίας κ.ά.]

Μα και οι χώροι πρασίνου που δημιουργήθηκαν στον αστικό ιστό, γνωρίζουν την απαξίωση, την υποβάθμιση ή ακόμα και την καταστροφή (το Πάρκο Ελευθερίας «φαγώθηκε» κατά μέρος του από το Μέγαρο Μουσικής, μέρος από το πάρκο Ριζάρη έγινε σταθμός του Μετρό, μέρος του Άλσους Βέϊκου διατέθηκε για ολυμπιακές εγκαταστάσεις κ.ά.) Ενώ ακόμα και εκτάσεις που στα σύγχρονα χρόνια προορίζονταν για τη δημιουργία πρασίνου, δεν αποδόθηκαν γι’ αυτό, ή κατά μέρος τους αποδόθηκαν, διατιθέμενες κυρίως για ξένες με το πράσινο χρήσεις! –πέραν της χαρακτηριστικότερης όλων περίπτωσης του πάρκου στο Ελληνικό, αναφέρεται ως άλλη χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση αυτή του πάρκου στα Σεπόλια, εκεί όπου σήμερα έχει εγκατασταθεί το κέντρο συρμών του ΜΕΤΡΟ, για τη δημιουργία του οποίου αποδόθηκε ο χώρος που προορίζετο για πάρκο, όπως κι αυτή στο Σελεπίτσαρι της Νίκαιας, που σχεδιάστηκε ως πάρκο το 1992-1994 σε έκταση 450 στρεμμάτων, με τη δημιουργία εκεί του «Πολιτιστικού Πάρκου Τέχνης και Άθλησης», μα μολοντούτο ο χώρος αποδόθηκε για την κατασκευή του ολυμπιακού συγκροτήματος της Άρσης Βαρών, που κατέλαβε μεγάλο μέρος του χώρου πρασίνου, ενώ στη συνέχεια η έκταση διατέθηκε και για να εγκατασταθεί το Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Τα ποτάμια δε (τα ρέματα κατ’ άλλους), της πρωτεύουσας, που αποτελούσαν τους «αεραγωγούς» της πόλης κι είχαν, πέραν της περιβαλλοντικής, ιστορική σημασία αποτελώντας αποθέματα πολιτισμού και τόπους ιστορικής αναφοράς, τα εξαφάνισε ο Νεοέλληνας, καλύπτοντάς τα με τα έργα του ψυχρού και σιδηρού πολιτισμού του (είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κηφισός και ο Ιλισός, θεωρούνται επίσημα πια υπόνομοι!)

Απαιτήθηκε οι προσφυγικοί οικισμοί να καταλάβουν αττικά εδάφη, ανατρέποντας τον υφιστάμενο σχεδιασμό χρήσεων γης –στο βαθμό βεβαίως που είχε ως τέτοιος εννοηθεί! [οι φωτογραφίες είναι κατά σειρά: α) προσφυγικός συνοικισμός Κουντουριώτη (Κουντουριώτικα) πίσω από το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, β) προσφυγικός συνοικισμός της Καισαριανής, γ) προσφυγικός συνοικισμός στο Πέραμα, δ) προσφυγικός συνοικισμός στο Δουργούτι (περιοχή Νέος Κόσμος) ε) προσφυγικός συνοικισμός Καλλίπολης στην Πειραϊκή στ) προσφυγικός συνοικισμός Περιστερίου].

Αλλά, ας δούμε περισσότερο βαθιά κείνη την προσπάθεια της δασικής υπηρεσίας, του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, κι ας την προσεγγίσουμε προσπαθώντας να την κατανόησουμε˙ διότι από πολλούς, ανθρώπους μάλιστα με κουλτούρα κι άποψη για τα κοινά, θεωρήθηκε κείνος ο «αναδασωτικός οίστρος» ως υπερβάλλων ζήλος μιας υπηρεσίας, η οποία δέσμευε ακαταπαύστως και παντού εδάφη γι’ αναδάσωση, αποστερώντας τα από χρήσεις που εξυπηρετούσαν τη δημόσια ωφέλεια (και μέσα σε αυτές εντάσσονταν και η κατοίκηση, αφού ήταν μιαν απαίτηση των καιρών, το να στεγαστεί δηλαδή ο Έλληνας, και ως προς τούτο έπρεπε η πολιτεία να τον συνδράμει αποδίδοντας εδάφη για τον σκοπό αυτόν). Έχει το λοιπόν σημασία ν’ αποσαφινιστεί ο σκοπός της προσπάθειας κείνης και να καταδειχθεί ότι δεν αποτελούσε «βίτσιο» μιας υπηρεσίας ή «μόδα» των καιρών, αλλά ότι αυτή εντάσσονταν στα πλαίσια μιας θεώρησης για το χώρο που υλοποιείτο με την εφαρμογή του αναδασωτικού σχεδιασμού. Η θεώρηση που υπήρξε, συναρτούσε το πράσινο της πρωτεύουσας (του λεκανοπεδίου της Αττικής) με την κατοίκηση στο χώρο, που έτσι αποκτούσε τη σημασία του τόπου, επιδιώκοντας να συντελεστεί αυτή διά του πρασίνου κι όχι το πράσινο διά της κατοίκησης (τούτο θα συνέβαινε μόνο εντός της υφιστάμενης πόλης ή εντός του ήδη εκπονημένου σχεδίου της). Η πόλη δηλαδή θα εξαπλωνόταν στα πεδία που δε θα ήταν αφιερώμενα στο πράσινο, έχοντας αυτό χωροθετηθεί με την εξαρχής δέσμευση των εδαφών για το σκοπό αυτό.

Τούτο ως σύλληψη, ως ιδέα, ήταν κάτι πρωτοποριακό, περαιτέρω δε ως αντίληψη ζωής και ως θεώρηση του δημοσίου χώρου ήταν εξαιρετικό, βαθιά περιβαλλοντικό και συνάμα κοινωνικά δίκαιο (αφού το πράσινο θα είχε διασπορά και θα καταλάμβανε όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής, χωρίς αποκλεισμούς ή εύνοια στην απόλαυσή του). Θα υπήρχε έτσι μια δημοκρατία του χώρου, με περιβαλλοντικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Κι ήταν για κείνη την εποχή όντως προχωρημένο ως σύλληψη, ως επιδίωξη και ως επίτευγμα (εφόσον θα υλοποιείτο) δεδομένου ότι αντιστοίχως στην Ευρώπη, και στην Αμερική ακόμα, τέτοιας κλίμακας εγχειρήματα θεωρούνταν ως κάτι εξαιρετικό. Υπήρχαν βεβαίως στην Εσπερία μεγάλα πάρκα και περιαστικά δάση, όμως το να δημιουργηθούν πρωτογενώς τέτοια, σε κλίμακα, έκταση κι ένταση όπως προγραμματίζονταν στο λεκανοπέδιο της Αττικής, ήταν πράξη σημαντική.

Ειδυλλιακές εκτάσεις πρασίνου στην Αρχαία Αγορά. Έβλαψε το πράσινο στους αρχαιολογικούς χώρους;

Μάλιστα το εγχείρημα έχαιρε ακόμα μεγαλύτερης εκτίμησης λόγω της εξαιρετικής δυσκολίας του, λαμβάνοντας υπόψη ότι το πράσινο προοριζόταν να συγκροτηθεί σε μέρη υποβαθμισμένα και σ’ εδάφη φτωχά, επί των οποίων μάλιστα υπήρχαν διεκδικήσεις, αφού το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς δεν είχε αποσαφινιστεί (προστίθετο, επομένως, και ο οικονομικός παράγοντας των απαλλοτριώσεων για το φτωχό νεαρό ελληνικό κράτος, σ’ ότι αφορά στις εκτάσεις που προβάλλονταν ως ιδιωτικές). Ενώ και οι ξηροθερμικές συνθήκες του αττικού περιβάλλοντος ήταν ιδιαίτερα αντίξοες για τα φυτά, κάτι που έκαμε τις φυτεύσεις πολύ δύσκολες. Σε τούτα θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η επιχειρησιακή δυσκολία που υπήρχε, δεδομένης της έλλειψης σχετικής εμπειρίας σε τέτοιας μορφής και κλίμακας έργα (ας μην ξεχνούμε ότι ο σχετικός νόμος για τις αναδασώσεις ίσχυσε μόλις από το 1900, και τύχαινε άμεσης εφαρμογής, χωρίς να υπάρχει σχετική εμπειρία για τα έργα που θα εκτελούντο και χωρίς να δίνεται πίστωση χρόνου για την υλοποίησή τους).

Το θετικό μόνο στοιχείο στο εγχείρημα κείνο ήταν ότι η προσπάθεια θα λάμβανε χώρα σε παρθένους ακόμα τόπους ως προς την κατοίκηση, δίνοντας τη δυνατότητα να προηγηθεί αυτής, να την καθορίσει ή να συγχρονισθεί μαζί της. Ας μην ξεχνούμε επίσης ότι η Αθήνα ήταν μια νέα πρωτεύουσα, στην ουσία ήταν μια νέα πόλη (εξαιρουμένου του πυρήνα της παλαιάς πόλης πέριξ της Ακροπόλεως), χωρίς μεγεθυμένη κατοίκηση, στην οποία (πόλη) μπορούσαν να ρυθμισθούν οι χρήσεις γης χωρίς ουσιαστικές ανατροπές και να υπάρξει ελεγχόμενος και με τάξη τρόπος συγκρότησής της (κάτι που δε συνέβαινε στις μεγάλες παλαιές πόλεις της Δυτικής Ευρώπης, οπού εκεί υπήρχαν ήδη χωροθετημένες χρήσεις βάσει της υφιστάμενης κατοίκησης στον αστικό και περιαστικό τους χώρο, η οποία μάλιστα ενισχύθηκε σε σημαντικό βαθμό με τη βιομηχανοποίησή τους από τα μέσα του 19ου αιώνα). Γι’ αυτό κι ήταν μιαν ευκαιρία για το πράσινο της πρωτεύουσας τότε, ώστε να υπάρξει και να συγκροτηθεί σωστά –κάτι που, αλί, όπως και η συνέχεια της πόλης έδειξε, δεν έγινε!..

Φυτεύσεις χαμηλής βλάστησης στο λόφο της Πνύκας το 1910.

Ας προχωρήσουμε όμως περισσότερο. Τα μεγάλα άλση που σχεδιάζονταν στο λεκανόπεδιο της Αττικής, παρέπεμπαν σαφώς στα μεγάλα ευρωπαϊκά και αμερικάνικα πάρκα κείνου του καιρού (το Bois de Boulogne στο Παρίσι, το Hyde Park στο Λονδίνο, το Central Park στη Νέα Υάρκη κ.ά.) Ήταν εφεύρημα, συνεπώς, της δασικής υπηρεσίας –μια εμμονή της!– η δημιουργία τους ή καθολική (των αξιών και ποιοτήτων της κοινωνίας) απαίτηση των νέων (τότε) καιρών, ακολουθώντας τη διεθνή τάση περί κατοίκησης; Η προσπάθεια ξεκίνησε στα πλαίσια του γενικού πνεύματος της αναβάθμισης των κοινωνιών (στη Δύση κατά το πλείστον), που θα επέρχονταν διά της αναβάθμισης των τόπων τους˙ δηλαδή του περιβάλλοντός τους. Τούτο στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, που βίωναν ήδη τις αρνητικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις της βιαίως επεκτεινόμενης βιομηχανικής επανάστασης, ήταν απαιτητό, ενώ στην Ελλάδα, που οι αιώνες Τουρκοκρατίας επέφεραν μια σύνολη υποβάθμιση στη χώρα, η οποία, σε όλους τους τομείς που τη συγκροτούσαν ως οργανωμένο σύνολο, μεταξύ των οποίων και του περιβάλλοντός της, υπολείπονταν σημαντικά σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, καθίστατο απαραίτητο.

Τολμούμε και συγκρίνουμε! Τα μεγάλα πάρκα και άλση της πρωτεύουσας παρέπεμπαν στ’ αντίστοιχα μεγάλα πάρκα της Δύσης –συγκρίνουμε, για παράδειγμα, και παρά τη διαφορετική τάξη μεγέθους, το σύνολο πρασίνου του Εθνικού Κήπου μαζί με τους Κήπους του Ζαππείου και το άλσος του Αρδηττού, με το Central Park στη New York.

Στην Αθήνα τότε υπήρχε ως μεγάλο πάρκο μόνο ο Βασιλικός Κήπος, που ήταν αφενός βασιλικό προνόμιο, με την απόλαυσή του αποκλειστικά στην αρχή από τους βασιλείς και περιοριστικά στη συνέχεια από το λαό, κι αφετέρου εξυπηρετούσε κεντρικά τη μικρή ακόμα πρωτεύουσα κι όχι το λεκανοπέδιο της Αττικής, αφού δεν υπήρχε χωρική διασπορά του πρασίνου στο σύνολό του (το λεκανοπέδιο της Αττικής ως εικόνα ήταν γυμνό, κι είχε χαρακτηριστική έλλειψη πρασίνου). Ήταν λοιπόν η δημιουργία μεγάλων αλσών στο λεκανοπέδιο εκδήλωση της ανάγκης για πράσινο στο ξηρό κι άνυδρο αττικό περιβάλλον, μιας ανάγκης για πράσινο αττικό˙ το λιτοδίαιτο κι ολιγαρκές της Μεσογείου, που έλειπε για να συμπληρώσει όμορφα τη μη αρμόζουσα διά της υποβάθμισης ετών (λόγω της Τουρκοκρατίας) κατάπτωσης του αττικού φυσικού περιβάλλοντος, με τη δημιουργία αντίστοιχα ερημικού τοπίου. Ήταν το πράσινο μιαν αναβάθμιση του αττικού περιβάλλοντος κατά τα περιβαλλοντικά πρότυπα πόλεων της Δύσης, που επιχείρησαν κι επέτυχαν την ανασύστασή τους χρησιμοποιώντας ως εργαλείο, μεταξύ άλλων, το αστικό και περιαστικό πράσινο. Ακολουθήθηκε το λοιπόν η σχετική τέτοια φιλοσοφία ως προς τη θεώρηση των τόπων και ως προς τη διαχείριση του δημόσιου χώρου, που μετουσιώθηκε σε πράξη σε πόλεις της Δύσης κι αποκτήθηκε έτσι η ανάλογη εμπειρία (με τη δημιουργία μεγάλων πάρκων εκεί). Σύμφωνα με αυτήν, η περιβαλλοντική αναβάθμιση περιοχών συναρτάται με την κοινωνική και πολιτιστική αναγωγή τους, στα πλαίσια ενός μοντέλου ολιστικής διαχείρισης της κατοίκησης.

Το λιτό αττικό πράσινο συμπλήρωνε όμορφα τους αρχαιολογικούς χώρους ενισχύοντας το χαρακτήρα τους, χωρίς ν’ αλλοιώνει αυτούς και να προσβάλλει το αρχαίο τοπίο. Μολαταύτα, η σεμνή βλάστηση του αρχαίου θεάτρου του Διονύσου στην Ακρόπολη, που το πλαισίωνε το έτος 1930, σήμερα έχει αφαιρεθεί σε μεγάλο βαθμό, καθόσον κρίθηκε ότι δεν αρμόζει στο αρχαίο μνημείο!

→ (4ο από τα 4α)  →

(2ο από τα 4α) ←

.

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 24.04.2017

.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s