ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΑΣΩΣΕΙΣ: Το άγνωστο έργο της δασικής υπηρεσίας για το αστικό πράσινο (4ο μέρος)

.

ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΑΣΩΣΕΙΣ
Το άγνωστο έργο της δασικής υπηρεσίας για το αστικό πράσινο

(4ο από τα 4α)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Το εγχείρημα που δεν εννοήθη…

Για να κατανοηθεί  το μέγεθος του εγχειρήματος που προσπαθήθηκε τότε για το πράσινο του λεκανοπεδίου της Αττικής, σε συνάρτηση με την κατοίκηση σε αυτό, αρκεί ν’ αναλογιστούμε την προσφορά που υπήρξε –έστω κι αν το αναδασωτικό κείνο έργο, κατά μέρος μόνο υλοποιήθηκε–, ότι με τις φυτεύσεις που πραγματοποιήθηκαν άλλαξε η αστική φυσιογνωμία του λεκανοπεδίου, κάθως –και το σημαντικότερο!– η περιβαλλοντική του παρουσία. Έτσι, ενώ με την ανακήρυξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κράτους το 1834, η πόλη είχε μηδενικό αστικό πράσινο, το 1940 αντιστοιχούσαν 12 τ.μ. πρασίνου σε κάθε κάτοικό της, που ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά σε ευρωπαϊκό επίπεδο και σίγουρα ικανοποιούσε τις σημερινές διεθνείς νόρμες που μιλούν για 12-18 τ.μ./κατ. άριστο αστικό πράσινο για περιβαλλοντικά ορθή κατοίκηση στο άστυ. Τότε δηλαδή, σ’ εκείνο το πρώιμο ακόμα στάδιο, η ελληνική πρωτεύουσα έφτασε να έχει πράσινο που προσέγγιζε το άριστο, τ’ οποίο ως κανόνας διαμορφώθηκε πολύ αργότερα, στα πλαίσια των νεοτεριστικών αντιλήψεων περί πόλης και της θεώρησής τους και με περιβαλλοντικά κριτήρια. Τούτο ήταν επίτευγμα, μιαν κατάκτηση που επιτεύχθηκε για την πρωτεύουσα, σε σχέση με τα κρατούντα και τις συνθήκες κείνης της εποχής!

Μπορεί το πράσινο της πρωτεύουσας να μην είχε την κατανομή που επιβάλλετο, ώστε να ικανοποιεί τις περιβαλλοντικές ανάγκες του λεκανοπεδίου σε όλη του την κλίμακα, και εξ αυτού του λόγου να μην καταμερίζονταν σωστά/δημοκρατικά στους κατοικούντες σε αυτό, αφού περιορίστηκε σ’ ένα βασικό πυρήνα που ορίζονταν από τους λόφους της Αθήνας, τους ιστορικούς κι αρχαιολογικούς της χώρους, καθώς και από τα πάρκα του κέντρου, όμως το εν λόγω πράσινο ήταν ικανό για να χαρακτηρίσει την πόλη. Βεβαίως, η τοιαύτη κατανομή του πρασίνου –ο περιορισμός του καλλίτερα–, δεν αποτελούσε επιλογή των σχεδιαστών του –των πονητών του καλλίτερα–, αλλά προέκυψε από τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν σε σχέση με την κατοίκηση λόγω της εγκατάστασης των προσφύγων από τη Μικρασία στο λεκανοπέδιο της Αττικής, καθώς και από τις λανθασμένες πολιτικές στη διαχείριση του δημόσιου χώρου που προέκριναν τη σκόρπια κι άναρχη ανάπτυξη της πόλης χάριν εξυπηρέτησης εργολαβικών και επιχειρηματικών/οικονομικών συμφερόντων, κάτι που διαμόρφωσε κουλτούρα αυθαιρεσίας και κακής αισθητικής στην αντίληψη περί χώρου και κατοίκησης. Όλα τούτα σταμάτησαν το πράσινο στη βασική του διαμόρφωση, όπως αρχικώς δημιουργήθηκε, αφού πλέον δόθηκε προτεραιότητα στη δόμηση και την εξυπηρέτησή της, με το πράσινο να μη συμμετέχει ενεργά στην ανάπτυξη της πόλης (τούτο διαμορφώθηκε ως κατάσταση μετά τον πόλεμο).

Οι Κήποι του Ζαππείου Μεγάρου αποτέλεσαν υποδειγματική περίπτωση διαμόρφωσης αστικού χώρου πρασίνου (πάρκου) που πλαισίωνε πολιτιστικού χαρακτήρα κτήριο. Διασυνδεόμενος δε ο χώρος αυτός με τον Εθνικό Κήπο και με το πράσινο του Αρδηττού, διεμορφώθη ένα σύνολο πρασίνου που είχε σημαίνουσα αξία για την πόλη, τόσο περιβαλλοντικά όσο και λειτουργικά (επιστολικό δελτάριο του Ζαππείου το 1916).

Διαχρονικά αναλογιζόμενοι κι ανατρέχοντας στις τοτινές πράξεις σε σχέση με τις σημερινές, αναφορικά με το πράσινο του λεκανοπεδίου της Αττικής, δεν ημπορούμε να μη συγκρίνουμε την ιδέα (την προσπάθεια) για το Μέγα Άλσος των Αθηνών με αυτή του μεγάλου πάρκου στο Ελληνικό, έστω κι αν δεν είχαν, ως μορφές πρασίνου, την ίδια λειτουργική σημασία˙ αλλά είχαν και τα δυο σαφώς σημαντική περιβαλλοντική αξία. Το πάρκο στο Ελληνικό, εμβαδού 5.300 στρεμμάτων περίπου, εξαγγέλθηκε το 2003 και πολύ προσπαθήθηκε να πραγματοποιηθεί, αλλά στο τέλος ατύχησε, αφού η έκταση όπου προορίζετο η δημιουργία του αποδόθηκε κατά μεγάλο μέρος της στη δόμηση, ως συνέβη και με το Μέγα Άλσος των Αθηνών (για το Ελληνικό είχα προβλέψει την «τύχη του», ήδη από το 2010 σε κείμενό μου στο ηλεκτρονικό περιοδικό www.greekarchitects.gr, στη στήλη «Γαίας Ανάγνωσμα»: http://www.greekarchitects.gr/gr/αρχιτεκτονικες-ματιες/το-«ελληνικό»-πρόβλημα-β-μέρος-id3544). Βεβαίως για το Ελληνικό προορίζεται ένα σημαντικό μέρος του για πάρκο, και τούτο είναι το θετικό της υπόθεσης, αφού στη λαίλαπα της σύγχρονης απαξίωσης κατορθώθηκε να περισωθεί έστω αυτός ο χώρος ως πράσινο, κάτι που δε συνέβη με το Μέγα Άλσος των Αθηνών, που εσβήσθη από τη λαίλαπα της μεταπολεμικής οικοδόμησης, η οποία προτάχθηκε ως κυρίαρχη οικονομική δραστηριότητα με το πρόσχημα της ανοικοδόμησης της χώρας ώστε να δικαιολογηθεί η παράδοση της αττικής γης στο μπετόν –ας μην ξεχνούμε το τοτινό σύνθημα της ανάπτυξης (τη δεκαετία του 1950), με πανελλήνιο χαρακτήρα, διά στόματος του αρμοδίου υπουργού Δημοσίων Έργων: Κτίστε, Κτίστε, Κτίστε…

Πάντως δείχνεται έτσι ότι η επανάληψη προσπαθειών του παρελθόντος στις μέρες μας για τη δημιουργία ποιοτήτων εν σχέσει με το φυσικό και δημόσιο αγαθό του πρασίνου, έστω κι αν δεν ευοδώνονται, αποτελεί ενέργεια απαιτητή κι επιζητήσιμη από την κοινωνία˙ κάτι που αντιστρόφως δείχνει πόσο πρωτοποριακές ήταν οι πρώτες κείνες προσπάθειες, αφού οι εμπνευστές και εφαρμοστές τους είχαν αντιληφθεί το διαχρονικό νόημα των καιρών σε σχέση με την κατοίκηση και τις ποιότητές της. Επιπροσθέτως αναφέρουμε ότι η τοτινή προσπάθεια δημιουργίας πρασίνου σε τέτοια μορφή (ως άλση) και κλίμακα, παραπέμπει στη σύγχρονη ιδέα του urban forestry, η οποία προάγεται ως βασική θεώρηση στις μέρες μας περιβαλλοντικής αναβάθμισης κατοικημένων τόπων με τη δημιουργία περιαστικού πρασίνου, όμως τότε, με τον μικρό έστω βαθμό πραγματοποίησης που υπήρξε, αλλά με τον μεγαλόπνοο χαρακτήρα της ως ιδέα, ήδη υλοποιείτο στο λεκανοπέδιο της Αττικής!  (τα μεγάλα άλση που τότε σχεδιάζονταν να δημιουργηθούν, πριν των λόφων της πρωτεύουσας, βρισκόντουσαν έξω από το σχέδιο πόλης, έχοντα το χαρακτήρα του περιαστικού πρασίνου). Όχι λόγια λοιπόν, όχι μόνο σχεδιασμοί, αλλά έργα!..

Τα δάση του Δαφνίου, υπαγόμενα στο προστατευτικό καθεστώς της αναδασωτέας έκτασης ήδη από το 1932, θα λέγαμε ότι αποτελούσαν μιαν αρκετά πρώιμη εφαρμογή της ιδέας το urban forestry, που σήμερα αποτελεί έννοια συνυφασμένη με την περιβαλλοντική αναβάθμιση οικιστικών περιοχών (στις φωτογραφίες τα δάση του Δαφνίου στις δεκαετίες του 1930 και 1950 αντίστοιχα).

Μετά το 1922 υπήρξε ριζική μεταβολή στο πνεύμα και στον τρόπο διοργάνωσης του πρασίνου στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Κατά πρώτον έχουμε ανατροπή του βασικού σχεδιασμού που αφορούσε στην οργάνωση και λειτουργία του πρασίνου από τη δασική υπηρεσία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Κατά δεύτερον η πρωτοβουλία του αστικού και σε μεγάλο βαθμό του περιαστικού πρασίνου στο λεκανοπέδιο της Αττικής αναλήφθηκε από την πολεοδομική αρχή σε κεντρικό επίπεδο, σε συνεργασία με την πολεοδομική υπηρεσία του κεντρικού δήμου, του Δήμου Αθηναίων. Η διοργάνωση του πρασίνου δεν ακολουθεί πια παράλληλη πορεία με αυτή του πολεοδομικού σχεδιασμού, όπως προηγουμένως, αλλά αποτελεί μέρος του γενικότερου σχεδιασμού (χωροταξικού και πολεοδομικού) που πραγματοποιείται στο λεκανοπεδίο της Αττικής από το αρμόδιο υπουργείο, εντασσόμενο στην πολεοδομική οργάνωση της πόλης, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι υπεραυξημένες ανάγκες κατοίκησης, καθώς και για να ρυθμιστεί το ζήτημα της οργάνωσης του χώρου και της κατανομής των χρήσεων σε αυτόν. Η δημιουργία του πολεοδομικού συγκροτήματος των Αθηνών είναι απότοκο του σχεδιασμού τούτου, προσδίδοντας στην Αθήνα την έννοια της μητρόπολης.

Μάλιστα η οργάνωση του λεκανοπεδίου της Αττικής, μετά από την ομολογουμένως δύσκολη περίοδο προσαρμογής στα νέα δεδομένα που ακολούθησε την εγκατάσταση των προσφύγων στο λεκανοπέδιο, ανήχθη σε μείζονος σημασίας ζήτημα για την πολιτεία ωθώντας τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά να δημιουργήσει το 1936 ειδικό υπουργείο, με υπουργό Προϊστάμενο Διοικήσεως Πρωτεύουσης τον Κωνσταντίνο Κοτζιά, τ’ οποίο αποδείχθηκε πανίσχυρο! Αυτό ανέλαβε την ευθύνη της εξέλιξης της πρωτεύουσας μέσα από το σχεδιασμό που πραγματοποιούσε και τις κατευθύνσεις που έδινε ως προς την υλοποίησή του. Το πράσινο της πρωτεύουσας και γενικότερα του λεκανοπεδίου της Αττικής αποτελούσε μέρος του εν λόγω σχεδιασμού, λογιζόμενο στα πλαίσια της κατοίκησης, έχοντα πλέον ρόλο συμπληρωματικό της κι όχι καθοριστικό της (όπως συνέβαινε παλαιότερα), ρόλο λειτουργικό της πόλης κι όχι συστατικό της κατοίκησης.

Ναυτοπρόσκοποι συμμετέχουν στη φύτευση του
χώρου της Αρχαίας Αγοράς της Αθήνας
στις 20 Φεβρουαρίου του 1955.

Η δημιουργία ενός μεγάλου άλσους της Αθήνας, ενός πόλου πρασίνου στ΄ανατολικά της πρωτεύουσας, που θα καθορίζει τη λειτουργία της πόλης και θα συντελεί στην ποιότητα ζωής των πολιτών της, επανήλθε το 1937 με τα έργα διαμόρφωσης της παριλίσιας περιοχής και τη βούληση που εκφράστηκε (τη συναίνεση δηλαδή του Μεταξά) να δοθούν οι εκτάσεις των στρατώνων κατά μήκος της σημερινής Βασιλίσσης Σοφίας σε κοινόχρηστες χρήσεις. Η βούληση αυτή αποτυπώθηκε δύο χρόνια αργότερα σε νόμο, λαμβάνοντας τη μορφή υποχρέωσης για την πολιτεία. Έτσι, με τον αναγκαστικό νόμο 1706/1939 (ΦΕΚ 158/Α΄) «Περί κυρώσεως συμβάσεως διά τον διακανονισμόν της διαθέσεως του χώρου των εν Αθήναις Στρατώνων Πεζικού», το Ταμείον Μονίμων Οδοστρωμάτων παραλαμβάνει την έκταση των κείμενων στρατώνων από το Υπουργείο των Στρατιωτικών, και οφείλει να κατασκευάσει άλσος, το αποκαλούμενο Άλσος των Αθηνών, που θα παραδώσει στη συνέχεια στην Επιτροπή Κήπων και Δενδροστοιχιών. Μάλιστα, επειδή η έκταση των στρατώνων του πεζικού, του νοσοκομείου και των στρατιωτικών κτηρίων και εγκαταστάσεων ανήκε στην κυριότητα της Ιεράς Μονής Πετράκη, καθορίστηκε ότι το Ταμείον Μονίμων Οδοστρωμάτων, που γίνεται πλέον κύριος της έκτασης, υποχρεούται να καταβάλει στον Οργανισμό Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας, που διαχειρίζεται την περιουσία της Ιεράς Μονής Πετράκη, το ποσό των 63 εκατ. δραχμών σε δόσεις.

Μολοντούτο, η βούληση των κρατούντων τότε και οι προθέσεις για τη δημιουργία ενός μεγάλου άλσους στην Αθήνα, δεν μετουσιώθηκαν (και πάλι) σε πράξη, όπως εξάλλου συνέβη και κατά το παρελθόν με το Μέγα Άλσος των Αθηνών, που προβλέφθηκε από τη δασική υπηρεσία ως εκτός σχεδίου πόλης μεγάλης κλίμακας αναδάσωση που θα εξυπηρετήσει την πόλη –βεβαίως, το παρόν άλσος θα ήταν σαφώς πολύ μικρότερο κείνου που η δασική υπηρεσία σχεδίαζε. Και τούτο διότι από τον αρχικό σχεδιασμό του άλσους, μικρό μόνο τμήμα του εγίνη πράσινο, συγκροτούμενο ως πάρκο κι όχι ως άλσος (έχει κι αυτό τη σημασία του…), συνιστώντας το Πάρκο της Ελευθερίας. Το μεγαλύτερο μέρος του αποδόθηκε μεταπολεμικώς στις ποικίλες χρήσεις που σήμερα συναντούμε εκεί και που φυσικά δεν έχουν καμιά σχέση με τον αρχικό προορισμό του χώρου ως άλσος! Είναι δε εξαιρετικά αρνητικό το γεγονός της κατοπινής (μετά τον πόλεμο) αποδόμησης του χώρου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο προορισμός του καθορίστηκε με διάταξη νόμου, που έθετε υποχρέωση για την πολιτεία τη δημιουργία του. Την αντιμετώπιση αυτή την αντιστοιχίζουμε με τις πράξεις αναδάσωσης της δασικής υπηρεσίας, οι οποίες δέσμευαν μεν εκτάσεις για τη δημιουργία πρασίνου, ανακαλούνταν όμως στη συνέχεια ή μεταρρυθμίζονταν στα πλαίσια της εκφραζόμενης κάθε φορά βούλησης για την προστασία και διαχείριση του χώρου, απομειώνοντας έτσι την αρχική βούληση που χαρακτηρίζονταν από το ιδανικό της δημιουργίας στα πλαίσια της ευθύνης για την ορθή διαχείριση του δημόσιου χώρου και την περιβαλλοντική του αναγωγή! Οι υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις αποφάσεις αναδάσωσης φαίνεται να μην αποτελούσαν εμπόδιο, με τη δικαιολόγηση της μη εφαρμογής τους ή και την εξαφάνισή τους στη συνέχεια, για λόγους δημοσίου συμφέροντος σύμφωνα με τη διαμορφούμενη για το δημόσιο χώρο κάθε φορά πολιτική (η επίκληση του δημοσίου συμφέροντος αποτελεί τον υπέρτερο λόγο υποχώρησης της προστασίας του δημόσιου χώρου, υποχωρώντας εν προκειμένω η δημόσια προσφορά για τη δημόσια ανάγκη!)

Το Πάρκο της Ελευθερίας είναι η κατάληξη του «ονείρου» για το Άλσος των Αθηνών… (από την ασεβή «γραφιστική» στο άγαλμα του Βενιζέλου διαπιστώνουμε την οικτρή σχέση του Νεοέλληνα με το δημόσιο χώρο).

Την περίοδο αυτή ξεκινά και η δημιουργία ενός μεγάλου πάρκου στην πρωτεύουσα, του πάρκου στο Πεδίον του Άρεως, που θ’ αποτελούσε τον έτερο πόλο του αστικού της πρασίνου, ως πάρκο κι όχι ως άλσος, μετά τον Βασιλικό Κήπο (μετέπειτα Εθνικό) και τους Κήπους του Ζαππείου Μεγάρου (που συνδέθηκαν μεταξύ τους), ανάγοντας την ελληνική πρωτεύουσα σε μιαν από τις «προνομιούχες» πόλεις (πρωτεύουσες) κείνου του καιρού σε σχέση με το πράσινό της. Και τούτο διότι με το δημιουργούμενο πάρκο θα διέθετε η Αθήνα τρία μεγάλα πάρκα, ενώ το συνολικό πράσινό της με τις αναδάσωσεις που συντελέστηκαν θ’ ανέρχονταν σ’ έκταση εμβαδού περίπου 4.000 στρεμμάτων, αντιστοιχίζοντας στον κάτοικο του λεκανοπεδίου έκταση πρασίνου περί τα 12 τ.μ., εμβαδό αρκετά υψηλό ακόμα και για τα δυτικοευρωπαϊκά δεδομένα!

Το Άλσος του Πεδίου Άρεως συγκροτήθηκε κι αυτό (όπως και το Πάρκο Ελευθερίας) σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, σε πεδίο που χρησιμοποιούνταν επί εποχής Όθωνα για στρατιωτικές ασκήσεις, εμβαδού 277 στρεμμάτων. Αυτό χαρακτηρίστηκε με το νόμο 6171/1934 (214/Α΄) ως «κοινόχρηστον άλσος», τ’ οποίο σχεδιάστηκε και φυτεύτηκε κατά το πρότυπο της προπολεμικής γαλλικής κηποτεχνίας ως δημόσιο πάρκο –ήταν δηλαδή πάρκο κι ας ονομάζονταν άλσος. Μάλιστα η έκταση είχε κηρυχθεί δασωτέα με το Βασιλικό Διάταγμα της 20ης Νοεμβρίου 1902 (ΦΕΚ 229/Α΄), καθώς και με το Βασιλικό Διάταγμα της 13ης Μαρτίου 1915 (ΦΕΚ 105/Α΄). Από τη συνολική όμως έκταση των στρατιωτικών εγκαταστάσεων, απωλέσθη ένα μέρος της που αποδόθηκε σ’ έτερες χρήσεις, ξένες με τον προορισμό του χώρου ως κοινόχρηστο πράσινο, με αποτέλεσμα σήμερα να συγκροτείται καθαρώς πάρκο (χωρίς τις έτερες αυτές χρήσεις, ήτοι τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου, το χώρο του αναψυκτηρίου green park, το θέατρο Park κ.λπ.) σ’ έκταση εμβαδού 170 στρεμμάτων!

Το Πεδίον του Άρεως είναι το πάρκο που επιζητούσε η πόλη, η οποία οργανωνόταν με ασφυκτική κατοίκηση στο κέντρο της και της έλειπε δραματικά το πράσινο (αεροφωτογραφία του Πεδίου του Άρεως το 1960).

Πραγματοποιείται παράλληλα η δημιουργία διάρπαρτων μικρών αλσών μέσα στο άστυ, καθώς και μικρών πάρκων, που σήμερα τέτοιες εκτάσεις έχουν το χαρακτήρα του pocket park. Λόγω όμως της σκόρπιας κι ανεξάρτητης μεταξύ τους παρουσίας, της μη διασύνδεσής τους, δεν είχαν την προσδοκώμενη περιβαλλοντική προσφορά στην πόλη. Οι χώροι αυτοί δημιουργούντο χωρίς κεντρικό περιβαλλοντικό σχεδιασμό, διεπόμενοι ως προς την επιλογή τους από τη δυνατότητα της διάθεσής τους για τη δημιουργία πρασίνου, καθώς και από τη δυνατότητα ν’ αποκτηθούν από το δημόσιο ως κοινόχρηστοι (με την απαλλοτρίωσή τους). Προέκυπταν δε ως πολεοδομική υποχρέωση, ως δέσμευση σύμφωνα με το σχέδιο πόλης, παρά ως περιβαλλοντική ανάγκη για την υγιεινή και ποιοτική λειτουργία της πόλης, σύμφωνα μ’ ένα σχεδιασμό που θα τους χωροθετούσε και θα τους κατένειμε στο άστυ ώστε νάχει η παρουσία τους περιβαλλοντική ανταπόκριση στο αστικό σύστημα. Τούτο δηλαδή που ως αρχική επιδίωξη υπήρχε, στα πλαίσια ενός σχεδιασμού πρασίνου προσαρμοσμένου στο σύστημα της πόλης, δεν ακολουθήθηκε στη συνέχεια, όταν με την πολεοδομική διοργάνωση της πόλης δόθηκε βαρύτητα στη δόμηση αποτελώντας το πράσινο παρελκόμενό της, μη αξιολογημένο στο βαθμό και με τη σημασία που έπρεπε. Δεν υπήρχαν περιβαλλοντικά κριτήρια χωροταξίας και κατανομής του χώρου, αλλά μόνο πολεοδομικά.

Ενδεικτική τέτοια περίπτωση, ήταν η περίπτωση του αποκαλούμενου Άλσους της Μιας Νυκτός, στη συμβολή της Λεωφόρου Αλεξάνδρας με τη Βασιλίσσης Σοφίας και της οδού Βασίλη Ζαχάρωφ στους Αμπελόκηπους (σήμερα: Άλσος της Ευαγγελικής Σχολής). Ονομάστηκε έτσι διότι τη νύχτα της 2ας προς 3η Δεκεμβρίου του 1939, ο υπουργός Διοικήσεως Πρωτεύουσης Κώστας Κοτζιάς, βλέποντας το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων με τον ΟΔΔΕΠ, στον οποίο ανήκε η έκταση, προχώρησε αιφνιδίως στην κατάληψή και στη φύτευσή της εν μια νυκτεί (!), συγκροτώντας εκεί άλσος –εξ ου και η ονομασία του ως Άλσος της Μιας Νυκτός. Ήταν δηλαδή ζήτημα απόφασης η δημιουργία των εν λόγω χώρων, πρωτοβουλίας κάποιων βάσει της διαθεσιμότητάς τους ή τυχαιότητας, κι όχι σχεδιασμού και οργάνωσης, ώστε αυτοί να υπάγονται σ’ ένα σύστημα συγκρότησής τους που θα έκανε απαιτητή, οριστική και μη αμφισβητήσημη τη δημιουργία τους. Αλλά ακόμα και τούτο το «καταδρομικής δημιουργίας» άλσος των 7 στρεμμάτων με τον καιρό «φαγώθηκε» από τις λεωφόρους που το προσέβαλαν, για ν’ απομείνει σήμερα να μας το θυμίζει μιαν μυχή πρασίνου!

Έκταση εμβαδού 1.086 στρεμμάτων αναδάσωσε συνολικώς η δασική υπηρεσία στην Αθήνα το 1928! (αναδασώσεις Αθηνών, περιοδικό «Δασική Αναγέννησις», τ. 42, Οκτ. 1928).

Η δασική υπηρεσία μπρος στην κατάσταση αυτή, της διαρρύθμισης του λεκανοπεδίου της Αττικής στη βάση πολεοδομικών απαιτήσεων σύμφωνα με τις ανάγκες της κατοίκησης, δε στάθηκε απαθής: συμμετείχε με τους δικούς της κανόνες. Με «όπλο» και πάλι το θεσμό των αναδασωτέων εκτάσεων και χρησιμοποιώντας το νομικό της οπλοστάσιο κηρύσσει εκτάσεις εκτός σχεδίου πόλης ως δασωτέες ή αναδασωτέες και τις δεσμεύει ως προς τον προορισμό τους. Προχωρεί έτσι το 1934 σε μια ριζοσπαστική κίνηση σ’ ότι αφορά στη διαχείριση του χώρου στο λεκανοπέδιο, δηλώνοντας δυναμικά την παρουσία της στ’ αντικείμενο αυτό, κηρύσσοντας όσες εκτάσεις του λεκανοπεδίου της Αττικής δεν χαρακτηρίστηκαν ως οικιστικές και δεν ήταν αγροί ή δεν είχαν ειδικές χρήσεις, ως αναδασωτέες! Τις δέσμευσε με τον τρόπο αυτό για περιβαλλοντικό σκοπό, αφού τις προόρισε για τη δημιουργία δασών (για τη δημιουργία περιαστικού πρασίνου κατά βάσιν, αλλά και αστικού). Πρέπει εν προκειμένω να επισημάνουμε ότι υφίστατο η αρμοδιότητα της δασικής υπηρεσίας μέσα σε σχέδια πόλης έως την ισχύ του νομοθετικού διατάγματος 86/1969, ενώ η αρμόδιότητά της επί οριοθετημένων οικισμών ίσχυε έως το έτος 2014. Της αφαιρέθηκε η εν λόγω αρμοδιότητα επί των σχεδίων πόλης με το νόμο 998/1979, ενώ επί οριοθετημένων οικισμών μετά την ισχύ του νόμου 4280/2014. Τούτο σήμαινε ότι η δασική υπηρεσία είχε τη δυνατότητα να κηρύσσει εκτάσεις ως αναδασωτέες επί των περιοχών αυτών, εφόσον βεβαίως πληρούσαν τις προϋποθέσεις για το σκοπό της αναδάσωσης (της συγκρότησης δηλαδή πρασίνου), κάτι που με το σημερινό καθεστώς δεν το μπορεί.

Πολυκατοικίες αναρριχώνται στα Τουρκοβούνια –ένας ακόμα χώρος της πόλης που προορίζονταν για πράσινο, οικοδομείται…

Εκτάσεις περιβαλλοντικά, ιστορικά και τοπιακά σημαντικές για την πόλη, συνυφασμένες με το αττικό ιδεώδες, δασικά οικοσυστήματα πολύτιμα, αποδόθηκαν προς εκμετάλλευση, όπως την τουριστική, και απωλέσθηκαν! Όπως εν προκειμένω ο Λαιμός Βουλιαγμένης, οπού υπάρχει και ο ναός του Απόλλωνος Ζωστήρος, που αποδόθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 σε τουριστική χρήση και συγκροτήθηκε εκεί ο Αστέρας (φωτογραφία του 1957 του Δημήτριου Χαρισιάδη, που αποτυπώνει την περιοχή να διατηρεί στοιχεία της αρχικής φυσικότητάς της και πριν η εκεί συγκροτούμενη αττική φύση θιγεί τουριστικά).

Σ’ ότι λοιπόν αφορά στο λεκανοπέδιο της Αττικής, ίσχυσε και –προσέξτε– ισχύει ακόμα, η αριθ. 108424/13-9-1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία κηρύχθηκαν οι εκτάσεις του λεκανοπεδίου που δεν υπήγοντο σε ειδικό καθεστώς και σε συγκεκριμένες χρήσεις, ως αναδασωτέες, «λόγω της εξαιρετικής σημασίας τους από άποψη αισθητική, υγιεινή, τουριστική και προστατευτική, για την πρωτεύουσα του κράτους και την περιοχή αυτής». Προβάλλονται εν προκειμένω για τη δέσμευση των εδαφών για το σκοπό της αναδάσωσης, λόγοι πώχουν να κάμουν με την κοινωνία και το περιβάλλον, χρησιμοποιώντας κριτήρια που αναφέρονται στις αξίες και στις ποιότητες της ζωής. Ο κανόνας στη χρήση των εξωαστικών εδαφών είναι η δέσμευσή τους για δάση, μέσω της κήρυξής τους ως αναδασωτέων, κι εξαίρεση αποτελεί η ειδικότερη χρήση τους (οικοπεδική, αγροτική, βιομηχανική κ.ά.)

Μεγάλη απόφαση αλήθεια, που επαναφέρει την προ του 1922 φιλοσοφία θεώρησης του εκτός σχεδίου πόλης χώρου στο λεκανοπέδιο της Αττικής υπό καθεστώς προστασίας, κάτω δε από μια σύνολη εποπτεία. Τούτο, που έγινε αποδεκτό ως θέση αρχής από την πολιτεία σε σχέση με την κατοίκηση στο λεκανοπέδιο της Αττικής, είχε ως σκοπό να διαφυλάξει τις αξίες της κατοίκησης, τις αξίες της ζωής, μέσω της διαφύλαξης των ποιοτήτων του τόπου, ο οποίος δεσμεύονταν κατά μεγάλο μέρος του ως φύση ώστε να υποστηριχτεί η κατοίκηση, η ίδια η ζωή. Η απόφαση περιλαμβάνει ολόκληρο το λεκανοπέδιο, μεγάλα τμήματα της Πάρνηθας και της Πεντέλης, το μεγαλύτερο μέρος του Ποικίλου όρους και του Υμηττού. Υπολογίστηκε τότε από τη Δασική υπηρεσία ότι περίπου 154.000 στρέμματα δασικών εδαφών αντιμετωπιζόταν ως αναδασωτέα (εντός του λεκανοπεδίου και στις παρυφές του, δηλαδή στις υπώρειες των βουνών που το περιβάλλουν), βάσει της παραπάνω απόφασης! Από αυτήν εξαιρούνται της αναδάσωσης οι περιοχές όπου υπάρχουν εγκεκριμένα σχέδια πόλης (πλην των εντός αυτών εκτάσεων για τις οποίες, με ειδικές υπουργικές αποφάσεις, έχει επιβληθεί η αναδάσωση), οι καλλιεργούμενες γεωργικώς εκτάσεις, οι αγροικίες, οι βιομηχανικές και λοιπές εγκαταστάσεις, καθώς και οι ιδιωτικές γυμνές ή φρυγανικές εκτάσεις μέχρι κλίσεως 40%.

Ο χάρτης κήρυξης του λεκανοπεδίου της Αττικής ως αναδασωτέα έκταση το 1934.

Με βάση την απόφαση αυτή, καμία επέμβαση επί των εκτάσεων του λεκανοπεδίου που δεσμεύονται δε δύναται να πραγματοποιηθεί, αφού υπάρχει αυστηρή κι απόλυτη προστασία τους λόγω του αναδασωτέου χαρακτήρα τους. Να συμπεράνουμε κατά τ’ ανωτέρω το αντίνομο των επεμβάσεων στις παραπάνω αναδασωτέες εκτάσεις, οι οποίες μολοντούτο διέφυγαν της τοιαύτης αντιμετώπισης, θεωρούμενες ότι ορθώς πραγματοποιήθηκαν, παρά το απόλυτο καθεστώς προστασίας των εδαφών ως αναδασωτέων; Ή, ακόμα, ότι συνέβη μιαν άμετρη χρήση (σπατάλη μάλλον) εδαφών που προορίζονταν για υπέρτερο της κοινής χρήσης σκοπό, για τη δημιουργία δηλαδή πρασίνου, αφού αυτά χρησιμοποιήθηκαν («αξιοποιήθηκαν», κατά τη σύγχρονη ορολογία!) για σκοπούς διάφορους του προοριζόμενου; Πάντως την απόφαση αυτή, που ισχύει καθόσον δεν έχει ανακληθεί, την έχει απομειώσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τ’ οποίο με αποφάσεις του (αριθ. ΕΔΔΑ της 10ης-4-2003, αριθ. 4637/1999, της 8-7-2004, αριθ. 66742/2001) έκανε δεκτό ότι η εν λόγω αναδάσωση, ενόψει του εξαιρετικά παρωχημένου χρόνου κήρυξής της και του γεγονότος ότι αφορά γενικώς στην περιοχή όλου του λεκανοπεδίου της Αττικής, που ορίζεται ευρύτερα και χωρίς διάγραμμα, δε συνεπάγεται την αυτόματη υπαγωγή των εκτάσεων που εμπίπτουν στο κατ’ αρχήν πεδίο εφαρμογής της απόφασης αναδάσωσης και στους περιορισμούς της δασικής νομοθεσίας. Κατ’ ακολουθία αυτής της παραδοχής έγινε δεκτό από το Δικαστήριο ότι η συμπερίληψη έκτασης στην περιοχή που εντός των ορίων της απόφασης αναδάσωσης, δεν κωλύει το αρμόδιο δασικό όργανο, μεταξύ άλλων, να προβεί σε χαρακτηρισμό της έκτασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 14 του νόμου 998/1979 όπως ισχύει.

Ως κατακλείδα σε σχέση με την αντιμετώπιση του πρασίνου στο λεκανοπέδιο της Αττικής, θέτουμε την εξής ερώτηση – διαπίστωση: υπήρξε σωστή και υγιής κατοίκηση στο λεκανοπέδιο της Αττικής καταστρατηγώντας τους κανόνες της ορθής κατοίκησης, που ένας από τους βασικούς είναι να υπάρχει πράσινο, τ’ οποίο με τη λειτουργία του ανάγεται σε παράγοντα ποιότητας, ευζωίας και υγείας; Η απάντηση είναι, πιστεύουμε, αυτονόητη! Ένας τόπος που αφιερώνεται στην κατοίκηση, απαιτείται νάχει φύση ικανή που να υποστηρίζει τη ζωή, κάτι που εν προκειμένω, με την εξέλιξη που υπήρξε στον τόπο, δε συνέβη. Η αβίωτη στις μέρες μας κατοίκηση στο λεκανοπέδιο της Αττικής καταδεικνύει το ατόπημα που διεπράχθη σε σχέση με τη ζωή σε αυτό και τη θεώρησή της χωρίς τις ποιότητες και τις αξίες της!

Τα ήδη υποβαθμισμένα πευκοδάση της Βουλιαγμένης άρχισαν από τη δεκαετία του 1960 να δομούνται, ενώ σήμερα είναι οικισμός! (στις φωτογραφίες: η σύγκριση των δύο περιόδων, της δεκαετίας του 1960 και σήμερα)

Μετά τον πόλεμο του 1940, την Κατοχή που ακολούθησε, και τον Εμφύλιο ακόμα, η πρωτεύουσα άλλαξε τρόπο του κατοικείν και νοοτροπία του ζην. Η Ελλάδα γενικώς άλλαξε, μετεβλήθη ριζικώς, προτάσσοντας την ανάπτυξή της διά της ανοικοδόμησης, κάτι που σήμαινε σάρωση του παλιού, τ’ οποίο έφθειρε ο πόλεμος και η μετέπειτα κατάσταση, και διαμόρφωση νέας ζωής στα πλαίσια μιας νέας μορφής κατοίκησης. Η ύπαιθρος πια δε «συγκινούσε», δε θεωρούνταν ικανή να συντηρήσει τη ζωή, όπως το πνεύμα των νέων καιρών επίτασσε. Θεωρούνταν απομονωμένη και υπανάπτυκτη, μη δυνάμενη να υποστηρίξει τη ζωή και δώσει ευκαιρίες. Σε αυτό βεβαίως «βοήθησε» και η πολιτεία, με την πολιτική της κεντρογενούς ανάπτυξης που προήγαγε και την αγνόηση της επαρχίας, η οποία ερήμωσε. Η πολιτεία κατηύθηνε την κατοίκηση κεντρικά, δίνοντας προνόμια στο άστυ, ενώ η ύπαιθρος χώρα αποτέλεσε τον πληβείο της πόλης, τον εξόριστο της ζωής –ξεχάστηκε η θρέπτειρα ελληνική γη κι εγκαταλείφθηκε η ελπιδοφόρα (και προσοδοφόρα) πρωτογενής παραγωγή.

Μοιραίο ήταν Έλληνας ν’ ακολουθήσει τα κελεύσματα της «ανάπτυξης» και να παρασυρθεί από τις «Σειρήνες» της πόλης. Η αστικοποίηση έφερε πλήθος Ελλήνων στην πρωτεύουσα, που ήλπιζαν νάβρουν σε αυτήν την τύχη τους, νάχουν παρόν και μέλλον καλλίτερο. Δημιουργήθηκαν έτσι στρατιές νεοαστών, που έπρεπε ν’ αποκατασταθούν στα πλαίσια της νέας μορφής κατοίκησης, που νοούνταν ως στέγαση χωρίς κοινωνικότητα κι επικοινωνία, σε σπίτια «κουτιά» και σε πόλεις ασφυκτικές. Η κατοίκηση αυτή, σ’ ότι αφορούσε στη στέγαση, δεν βασίζονταν στην ύπαρξη αξιών και ποιοτήτων, καθόσον συνδέθηκε με την εργολαβική επιχειρηματικότητα και την κερδοσκοπία της γης, επιτρέποντας ανατροπές στη φυσιογνωμία και στο σχεδιασμό της πόλης, καθώς και μοιραίες αλλαγές στο περιβάλλον της (το αστικό και περιαστικό).

Η ισοπέδωση της παλιάς πόλης, η εξαφάνιση του νεοκλασικού προκειμένου να εξυπηρετηθεί το εργολαβικό όφελος και η κερδοσκοπία της γης είχε, πέραν της πολιτιστικής επίπτωσης, και περιβαλλοντική, αφού το πράσινο που αναφέρονταν στην παλιά πόλη δεν αποτέλεσε παράγοντα δημιουργίας της νέας (φωτογραφία: Nick Dewolf, Μάιος 1959, γκρέμισμα νεοκλασικών οικιών για να χτιστούν πολυκατοικίες).

Ιδού το αποτέλεσμα της άμετρης δόμησης, της σπατάλης εδαφών και της χωρίς σχεδιασμό οικιστικής ανάπτυξης: μια χαώδης, τσιμέντινη, ψυχρή, ανούσια και ουτιδανή πόλη, μια πόλη εχθρική προς τον κάτοικό της, μια σιδηρά πόλις…

Σ’ ένα τέτοιο κλίμα γενικευμένης σάρωσης δεν ήταν δυνατό ν’ αντέξουν σχεδιασμοί που βασίζονταν σε δεσμεύσεις γης για τη δημιουργία ενός ποιοτικού και υγιεινού περιβάλλοντος κατοίκησης, όπως ήταν για παράδειγμα οι δεσμεύσεις που τίθονταν κατ’ αυστηρό κι απόλυτο τρόπο με τις αναδασωτέες εκτάσεις. Μεγάλο μέρος τους, έτσι, αποδόθηκε στην επελάσουσα οικοδόμηση, η οποία δεν ανεχόταν τήρηση αξιακών κανόνων μπρος στο «επιτακτικό» δεδομένο της στέγασης, τ’ οποίο προωθούνταν ως τέτοιο από τους εργολάβους και τα επιχειρηματικά συμφέροντα με την αμέριστη βοήθεια της πολιτείας, καθόσον γι’ αυτήν, η οικοδόμηση θεωρείτο ανάπτυξη (οικιστική ανάπτυξη ήταν το μεταπολεμικό αφήγημα). Δεν ήταν δυνατό το αστικό και περιαστικό πράσινο ν’ αντέξει στην πίεση της οικοδόμησης, ούτε και να θεωρηθεί παράγοντας σχεδιασμού της πόλης (στις επεκτάσεις και στις αναθεωρήσεις/τροποποιήσεις του σχεδίου της πόλης, καθώς και στη δημιουργία των σχεδίων πόλεων των νέων δήμων του λεκανοπεδίου της Αττικής). Μετά τούτων τα «δάση» της πρωτεύουσας παρέμειναν για κάποιους ουτοπία, εν απατηλό όνειρο, κατ’ άλλους δε, τους μοιραίους οικτρούς τεχνοκράτες που καθόρισαν την πορεία της πρωτεύουσας, μιαν ανούσια πολυτέλεια άσκοπης δέσμευσης εδαφών που δεν αξιοποιούντο κατάλληλα, δηλαδή οικονομικά (για τον τέτοιο σκοπό τους προέβαλαν ως επιχείρημα τον κοινωνικό παράγοντα της στέγασης). Ήταν συνεπώς μια προσπάθεια καταδικασμένη από τις ανάγκες της ζωής, χωρίς τύχη, που μόνο αιθεροβάμονες μπορούσαν να τη θεωρήσουν δυνατή!

Οικοπεδοφαγία, αντιπαροχή και οικοδόμηση: το μεταπολεμικό αφήγημα της ανάπτυξης!

Επιβραβεύτηκαν μετά τούτων κείνοι που είχαν την ιδέα της τσιμεντοποίησης, ως προς την εξέλιξη της πρωτεύουσας, αλλά όχι ως προς την αγαθή τύχη της. Κι αντιστρόφως διαψεύτηκαν δραματικά οι έχοντες την ιδέα του πρασίνου, ως ευγενική και σωτήρια τύχη για τον τόπο. Τ’ αποτέλεσματα όμως των πράξεων και πολιτικών κείνων βιώνουμε σήμερα δραματικά εμείς οι μοιραίοι επίγονοι, σ’ ότι αφορά στην κατοίκηση στο άστυ, καθώς και οι γενιές των επιγόνων μας. Η απώλεια της φύσης της πρωτεύουσας και η άμμετρη χύδην ανάπτυξή της, που πολύ μας πονά!, έχει ως υπαιτίους κείνους που εκμεταλλεύτηκαν ανελέητα την αττική γη και τη βίασαν μέχρις εσχάτων καταδικάζοντας την πόλη στο δράμα της και τους πολίτες της σε βίο άστοργο κι απατηλό.

Η πρωτεύουσα έδωσε το στίγμα της οικοδομικής ανάπτυξης σε κάθε ελληνική πόλη, κατά τον κανόνα του «κτίζειν αττικώς», αποτελώντας το κακό πρότυπο στην οργάνωση της πόλης και στην πρόταξη αξιών γι’ αυτήν. Η ελληνική πόλη στο μεγάλο της σύνολο δεν ιδώθηκε μέσα από τη φύση της αποβάλλοντας την πλούσια χορηγία του ελληνικού περιβάλλοντος. Η ελληνική πόλη κατέστη έτσι ξένη του πρασίνου ακριβώς διότι απόδιωξε τη ζωή κι απέβαλλε από τη δομή της το βίο τον ελληνικό…

«Γλώσσες» πρασίνου στην πόλη (στο βάθος της φωτογραφίας). Πράσινο που ξεκινά όλο ορμή κι ελπίδα από τον Υμηττό, και το σταματά απότομα η πόλη, αφήνοντάς το να εκπνεύσει θανατικά εντός της!

(3ο από τα 4α) ←

.

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 1.05.2017

.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s