Φύση φυσική ή ανθρώπινη;

Φύση φυσική ή ανθρώπινη;
(Ο ποιητής και χαλαστής άνθρωπος!)

μέρος 1ο από τα 2

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

«Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.
(…)
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε
γροικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!»

(«Ο γκρεμιστής», Κωστής Παλαμάς)

«Αν είμαι χάρος χαλαστής, είμαι και χάρος πλάστης…»

(«Επί τω θανάτω Ιουλίας Ράλλη Βαλαωρίτου», Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)

Ο άνθρωπος σήμερα έχει οικειοποιηθεί τη φύση μέσα από την κουλτούρα της ανάγκης γι’ αυτήν, κι όχι της αίσθησης και της νοιώσης της, έτσι που η βιομηχανική κοινωνία να δημιουργεί την τεχνητά οικειοποιημένη φύση κι όχι τη φυσικώς οικειοποιημένη. Ο τεχνικός πολιτισμός, ως κυριαρχικός πολιτισμός κι όχι ως αρωγός και ζωοποιητής πολιτισμός, επιβάλλει κουλτούρα και τρόπο αντίληψης του ζην. Η φύση σε σχέση με τον άνθρωπο είναι το έτερον, το έξω από αυτόν, που καθορίζεται από τον ίδιο, λόγω του κυριαρχικού του ρόλου στο σύστημα. Η φύση συνεπώς «παράγεται» από τον άνθρωπο, με την έννοια της διαμόρφωσής της κατά το ζην αυτού.

Η «παρθένα» φύση, με την έννοια της ανέγγιχτης φύσης και μη υποκείμενης στη, γενικής κλίμακας, δραστηριότητα του ανθρώπου, είναι κάτι που ιστορικά δύσκολα τεκμηριώνεται, θεωρούμενη γενικώς η φύση ως συναρτηθείσα με τον άνθρωπο και τη δραστηριότητά του στη γη. Μιλούμε έτσι για «εξημερωμένη» φύση ή για «φυσικοποίηση» της κοινωνίας. Αυτή η κοινωνία προκύπτει ως φυσικό γεγονός, που έχει τις καταβολές του στη βιολογία της ανθρώπινης κοινωνικοποίησης. Παράλληλα ικανοποιείται η τάση του ανθρώπου για μια δομημένη κοινωνική τάξη πραγμάτων, που διαμορφώνεται με την επέμβαση στη φύση και τη μεταλλαγή της σύμφωνα με τον ανθρώπινο σκοπό.

Η δυναμική στον κόσμο εκφράζεται διά της δυναμικής στη φύση, έτσι που συγκροτείται ένα σύστημα ζωής ζωογόνο και με παλμό, ταυτόχρονα όμως σύντονο σχέσεων, οι οποίες σχέσεις προκύπτουν από την ισόρροπη λειτουργία του ανθρώπου στο σύστημα, κι απαιτείται για την τέτοια αντιμετώπισή του η κατάλληλη κουλτούρα στον άνθρωπο λειτουργό ώστε να ενεργεί ως άνθρωπος δημιουργός, ως πονητής και νοός του τόπου. Η φθορά κι αφθαρσία του συστήματος, ως προκύπτουσες καταστάσεις κατά την εντροπία του, διαμορφώνει την πάλλουσα συνθήκη της ισορροπίας του, τη δυναμική του. Τούτη εκφράστηκε με τα εξής λόγια του Αριστοτέλη: «Γένεσις μεν γαρ και φθορά πάσαις ταις φύσει συνιστώσαις ουσίαις ουκ άνευ των αισθητών σωμάτων» («Η γένεση και η φθορά υπάρχει σε όλες τις ουσίες, στα αισθητά σώματα») – (“Περί Γενέσεως και Φθοράς”, Β1 – 328b, 33-34).

Επεμβαίνοντας ο άνθρωπος στο φυσικό σύστημα δημιουργεί εντροπία, η οποία το μεταλλάσσει σύμφωνα με τον επιβαλλόμενο από αυτόν τρόπο, επιδιώκοντας μέσα από την αναστάτωση την επαναφορά της τάξης που επιθυμείται, σύμφωνα με τις ανθρώπινες ανάγκες και με βάση τους κανόνες του συστήματος. Αναλόγως του τρόπου επιδίωξης του σκοπού και του αποτελέσματος της ενέργειας του ανθρώπου, η εντροπία λαμβάνεται ως θετική ή αρνητική, με αντίστοιχες επιπτώσεις στο φυσικό σύστημα. Η φύση με τον άνθρωπο ενεργό της αποκτά «ανθρώπινη προσωπικότητα», αλλά κείνο που πρέπει να επιδιωχθεί είναι, σύμφωνα με τον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, «το Θαύμα της Φύσης που θα επιτελέσει ο άνθρωπος να μην είναι απάνθρωπο, να μην είναι συντριβή του Θεού η θέωσή του» (Οδυσσέας Ελύτης, “Το χρονικό της δεκαετίας”, από τα “Ανοιχτά Χαρτιά”, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1987, σελ. 453).

Στην ιδέα τούτη, της διαμόρφωσης της φύσης από τον άνθρωπο στα πλαίσια της ιστορίας και της λειτουργίας του στη γη, μας εισάγει όμορφα ο Νορβηγός συγγραφέας Κνουτ Χαμσούν στην πρώτη κιόλας παράγραφο του έργου του «Η ευλογία της γης», με τ’ οποίο κέρδισε το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1920: «Τούτο το μακρύ μονοπάτι πάνω στο βάλτο, βαθιά μέσα στο δάσος −ποιος το ‘χει χαράξει; Ο άντρας, ο πρώτος άνθρωπος που ήτανε εδώ. Γι’ αυτόν δεν υπήρχε ακόμα κανένα μονοπάτι. Αργότερα, ύστερα από καιρό, το ένα ή το άλλο ζώο ακολουθούσε τ’ αδύνατα χνάρια, στα βαλτοτόπια ανάμεσα και στα έλη, και τα έκανε πιο φανερά κι αργότερα πάλι, τούτος ή κείνος ο Λάπωνας, το μυριζότανε σιγά σιγά το μονοπάτι και το έπαιρνε, όταν πήγαινε από βουνό σε βουνό, για να ρίξει καμιά ματιά στους ταράνδους του. Έτσι χαράχτηκε ο δρόμος μέσα από τη μεγάλη ερημιά, που δεν ήτανε κτήμα κανενός, σ’ αυτόν τον αδέσποτο τόπο» (Χαμσούν Κν., “Η ευλογία της γης”, μετάφραση: Άρης Δικαταίος, εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 2008, σελ. 7).

Ο άνθρωπος συμμετέχει στο φυσικό σύστημα ενεργά. Ας λάβουμε υπόψη μας ότι ο ίδιος είναι φύση, αφού η ανθρωπότητα έχει τις απαρχές της στη φυσική εξέλιξη. Θα ήταν συνεπώς αφύσικο να μη συμμετέχει στο φυσικό δρώμενο και νάναι αποστασιοποιημένος από αυτό! Η φύση συμπλέκεται με τη ζωή και κατά συνέπεια με την ιστορία του ανθρώπου. Αντίστοιχα, η ιστορία της φύσης είναι αποτέλεσμα του τρόπου που ο άνθρωπος λειτουργεί στο σύμπαν. Βεβαίως, μη φανταστούμε ότι ο άνθρωπος άλλαξε συλλήβδην τη φύση περιοχών της γης. Απλά «ανακάτεψε» τα φυτά και τα ζώα δημιουργώντας ανακατατάξεις της φυσικής ζωής −είδη χάθηκαν λόγω του ανθρώπου, άλλα όμως ήλθαν κι εγκλιματίστηκαν στα νέα περιβάλλοντα−, χωρίς βασικά να προκαλέσει θεμελιώδεις αλλαγές στα τοπία, χωρίς να μεταβάλλει θεμελιωδώς τη φύση −η τούνδρα παρέμεινε τούνδρα, η σαβάνα παρέμεινε σαβάνα, το τροπικό δάσος παρέμεινε τροπικό κ.λπ.

Όμως δεν πρέπει ν’ αγνοήσουμε και το γεγονός ότι, σε περιοχές της γης οπού το όριο της φύσης για τη μετάβασή της σε μιαν άλλη κατώτερη μορφή ήταν ευάλωτο, όπως π.χ. στις ξηροθερμικές περιοχές, ο άνθρωπος συνήργησε στο να ερημοποιηθούν αυτές −κάτι που συνιστά κεφαλαιώδη αλλαγή στη φύση της περιοχής! Και φυσικά, δεν πρέπει ν’ αγνοήσουμε τις περιπτώσεις που η δραστηριοποίηση του ανθρώπου σε περιοχές της γης ήταν τόσο έντονη, εγκαθιστώντας σε αυτές χρήσεις που μετέβαλλαν τη μορφή των περιβαλλόντων, ώστε η μεταλλαγή που επήλθε, με τη διατήρηση των ανθρώπινων χρήσεων, να συνιστά πλήρη κι ολοκληρωτική (για την περιοχή) φυσική μεταβολή −όπως στις περιπτώσεις εκχέρσωσης δασών για την εγκατάσταση γεωργικών εκμεταλλεύσεων, που είχαν μόνιμο χαρακτήρα (κι όχι προσωρινό, όπως συνέβαινε με την παραδοσιακή «μετακινούμενη» γεωργία, όταν εγκαταλείπονταν η καλλιέργεια της γης λόγω μη απόδοσης των εδαφών, δίνοντας τη δυνατότητα επαναφοράς της φύσης στις περιοχές της γεωργικής εγκατάλειψης, με την προϋπόθεση βεβαίως της διατήρησης ενός δυναμικού της φύσης ικανού για να συμβεί η φυσική επαναφορά).

Σ’ ότι αφορά στην Ελλάδα, τέτοια περίπτωση έντονης και συνεχούς δραστηριοποίησης του ανθρώπου σε ξηροθερμικά φτωχά περιβάλλοντα, με αντίστοιχη υποβάθμιση των εκεί φυσικών περιβαλλόντων, τα οποία απώλεσαν διά παντός την αρχική τους βλάστηση, αποτελεί αυτή των νησιών μας, του Αιγαίου πελάγους κατά βάσιν, καθώς και πολλών ξηροθερμικών περιοχών της χαμηλής κυρίως ζώνης της ηπειρωτικής χώρας. Η χρόνια ιστορική πορεία του ανθρώπου σε αυτές τις περιοχές, με την ανάπτυξη βεβαίως σημαντικών πολιτισμών στα εδάφη τους, όπως του Μυκηναϊκού, του Κυκλαδικού, του Μινωικού, του Αθηναϊκού κ.ά., οδήγησε στη φυσική υποβάθμισή τους, ως τίμημα θαρρείς για τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν!, αφού απωλέσθηκε η άλλοτε πλούσια φύση τους κι επικράτησαν δευτερογενή και τριτογενή οικοσυστήματα (μακία, φρύγανα ή και πευκοδάση), τα οποία χαρακτήρισαν τους τόπους στη μετέπειτα πορεία τους. Το τοπίο που προέκυψε κι ήταν ανθρωπογενές, συμβολοποιήθηκε ως μεσογειακό κι αναδείχθηκε ως έκφραση της απλότητας και της λιτότητας. Δεν πρέπει μολοντούτο να μας διαφεύγει η αρχική φυσική προέλευση των τόπων και το γεγονός της προΰπαρξης φύσης ανθηρής, σύμπυκνης κι ακμάζουσας, η οποία απωλέσθη από τη δραστηριότητα του ανθρώπου, έχοντας παράλληλα απωλεσθεί και από τη μνήμη μας, δικαιολογώντας τη σημερινή τοπιακή παρουσία ως προκύπτουσα στα πλαίσια μιας φυσικής, στα πλαίσια του δυναμικού των τόπων, και κοινωνικής προσαρμογής. Δεν παύει παρόλα ταύτα η σημερινή φυσική κατάσταση να συνιστά μετάπτωση πολύ προγενέστερης, μακραίωνης φυσικής μορφής, που θα τη λέγαμε υποβάθμιση λόγω της αρχικής φυσικής απώλειας, η οποία σήμερα, για λόγους απώλειας της αρχικής μνήμης και στα πλαίσια της διαμορφωθείσας νέας κατάστασης, δεν αξιολογείται.

Η παραπάνω κατάσταση στην Ελλάδα θα μπορούσε να ήταν ανάλογη με των Ανασάζι, των Μάγια, των νησιών του Πάσχα κ.ά., που με την κατάρρευση του περιβάλλοντος των τόπων κατέρρευσαν και οι σημαντικοί πολιτισμοί αυτών. Μόνο που στην περίπτωσή μας δεν υπήρξε ολοκληρωτική φυσική, κοινωνική και πολιτιστική κατάρρευση (πλην ίσως της περίπτωσης του Μυκηναϊκού πολιτισμού, που έσβησε πρώιμα) και οι τόποι δεν εγκαταλείφθηκαν, καθότι η συνέχειά τους στα νεότερα τουλάχιστον χρόνια διασφαλίστηκε με τη διατήρηση του εναπομείναντος φυσικού δυναμικού τους, χάρη στην ανάπτυξη μεθόδων φυσικής ανάταξης (π.χ. με τη δημιουργία βαθμίδων στα εδάφη), καθώς και με την αλλαγή του μοντέλου οργάνωσης των κοινωνιών (π.χ. με την οικονομία των περιοχών να προσανατολίζεται στη θάλασσα και στα οφέλη της).

Ο άνθρωπος ως ενεργός στο φυσικό σύστημα, ως έντρυφος και πονητής του τόπου, οφείλει να κινείται στο εν δυνάμει σύμμετρον της ενέργειάς του στο φυσικό γενόμενο, καθιστάμενος ο ίδιος θετικός διαμεσολαβητής στο σύστημα, κι όχι αρνητικός του. Ας δούμε αυτή τη θεώρηση στην περίπτωση ενός Ινδού, του Jadav «Molai» Payeng, ο οποίος το 1984 ξεκίνησε να φυτεύει σπόρους κατά μήκος μιας άγονης, ερημικής περιοχής κοντά στην γενέτειρά του Assam, στο βόρειο τμήμα της Ινδίας, με σκοπό ν’ αναπτύξει ένα φυσικό καταφύγιο για την άγρια ζωή. Μετά από λίγο καιρό, αποφάσισε ν’ αφιερώσει τη ζωή του σε αυτή την προσπάθεια κι έτσι μετακόμισε στην περιοχή όπου θα μπορούσε να εργάζεται αποκλειστικά για να δημιουργήσει ένα πλούσιο, νέο και καταπράσινο δασικό οικοσύστημα. Είναι εντυπωσιακό ότι σήμερα το σημείο αυτό φιλοξενεί 1.360 στρέμματα ζούγκλας, που ο Payeng φύτεψε με τα ίδια του τα χέρια! Έχοντας μάλιστα πλήρη κατανόηση της οικολογικής ισορροπίας, ο Payeng έφτασε μέχρι το σημείο να μετακινήσει μυρμήγκια από άλλο οικοσύστημα στο δικό του για να ενισχύσει τη φυσικά αρμονία. Σύντομα, η περιοχή που δεν είχε ούτε μία σκιά, μετατράπηκε σ’ ένα αυτόνομο περιβάλλον, όπου αρκετά πλάσματα μπορούσαν να κατοικήσουν. Το δάσος, που ονομάζεται «Molai woods», χρησιμεύει τώρα ως ένα ασφαλές καταφύγιο για πολλά πουλιά, ελάφια, ρινόκερους, τίγρεις και ελέφαντες, είδη που βρίσκονται ολοένα και πιο κοντά στον κίνδυνο εξαφάνισης. Ο Payeng ενήργησε εν προκειμένω ως σοφός, αν και μόνος…, διαχειριστής του φυσικού συστήματος, εν αντιθέσει με τους συμπολίτες του, την τοπική κοινωνία και το επίσημο κράτος, που οδήγησαν με τις πράξεις τους, τις πολιτικές και τις αποφάσεις τους, στην πλήρη υποβάθμισή του, ενώ στη συνέχεια απείχαν όντας αδιάφοροι, αν και υπόκειντο τις αρνητικές συνέπειες των πράξεών τους!

Μιαν άλλη τέτοια περίπτωση, με τον άνθρωπο νάναι ζωοποιητής, χορηγός φύσης και αναβιβαστής της γης, είναι αυτή του Βραζιλιάνου ακτιβιστή φωτογράφου Σεμπαστιάο Σαλγκάδο, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του Λέλια δημιούργησαν το Instituto Terra, με βασικό σκοπό (ο οποίος στη συνέχεια διευρύνθηκε) να επαναδημιουργηθεί το απωλεσθέν από την ενέργεια του ανθρώπου ατλαντικό δάσος στη Βραζιλία. Το ατλαντικό δάσος είναι μία από τις δύο κύριες μορφές δασών της Βραζιλίας (η άλλη είναι το σημαντικό τροπικό δάσος). Το συγκεκριμένο δάσος, που άλλοτε εξαπλωνόταν κατά μήκος του Ατλαντικού ωκεανού και καταλάμβανε μιαν έκταση έως και δύο φορές η Γαλλία, εχάθη σχεδόν σε μια πορεία περίπου πέντε αιώνων, από τον 16ο που αποίκησαν τη Βραζιλία οι Πορτογάλοι έως τον 20ο. Η γη, λόγω αυτής της απώλειας, κατέστη έρημος! Ο Σαλγκάδο, που η οικογένειά του είχε φάρμα στην εκεί περιοχή, διέθεσε αρχικώς τις εκτάσεις ιδιοκτησίας του για την επαναδημιουργία του δάσους, και κατόπιν προχώρησε επέκτείνοντας τη δραστηριότητά του στην ευρύτερη περιοχή του απωλεσθέντος δάσους, αναδασώνοντάς την. Για το λόγο αυτό, όπως προείπαμε, ίδρυσε το Instituto Terra και από το 1999 άρχισε να φυτεύει. Το πρόγραμμα όλο κι επεκτεινόταν κι έτσι έφτασε στο σημείο σήμερα, το έτος 2017, νάχει επαναδημιουργήσει ένα μεγάλο μέρος του αρχικού δάσους. Η βιοποικιλότητα επανήλθε στην περιοχή και η άγρια ζωή επανέκαμψε έχοντας αποκατασταθεί η τροφική αλυσίδα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, το σημαντικότερο άγριο θηλαστικό της περιοχής, ο ιαγουάρος, που είχε μετακινηθεί αλλού λόγω της απώλειας του δάσους, επανήλθε, και τούτο δηλώνει ότι ο βιότοπός του επανασυγκροτήθηκε χάρη στην ανθρώπινη πρωτοβουλία −το χέρι του ανθρώπου έχει τη δυνατότητα να φονεύει αλλά και να γιατρεύει!

Αντίστοιχα σ’ ένα άλλο παράδειγμα, αυτό της κοινότητας Λας Τεράτσας στην Κούβα, βλέπουμε την τοπική κοινωνία να στέκεται στυλοβάτης κι αρωγός της φύσης, επωφελούμενη η ίδια από την ποιότητά της, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της˙ μην αποτελώντας η αναβάθμιση της φύσης μιαν «άσκοπη» πολυτέλεια, όπως από την πλειονότητα της παγκόσμιας κοινότητας πιστεύεται σήμερα! Πώς ξεκίνησε η ιστορία της ποιότητας αυτού του τόπου; Τη δεκαετία του 1950, οι κάτοικοι υπέφεραν από μεγάλη φτώχεια και για να μπορέσουν να επιβιώσουν έκοβαν τα δέντρα ώστε να δημιουργήσουν φυτείες καφέ. Δέκα χρόνια όμως αργότερα ξεκίνησε ένα πρόγραμμα αυτοδιαχείρισης της περιοχής από τους κατοίκους, τ’ οποίο περιελάμβανε αναδάσωση, σχέδιο κοινωνικών κατοικιών και φροντίδα των λιμνών. Φυτεύτηκαν έξι εκατομμύρια δέντρα και η περιοχή μετατράπηκε σύμφωνα με την UNESCO σ’ έναν μοναδικό βιότοπο πανίδας και χλωρίδας. Σήμερα, στην κοινότητα της Λας Τεράτσας με τους 1.000 κατοίκους, υπάρχουν συνολικά 207 κατοικίες και οι κανονισμοί δόμησης είναι εξαιρετικά αυστηροί. Στόχος είναι να προστατευθεί ο βιότοπος με μια παράλληλη ήπια ανάπτυξη, που συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. Οι καρποί των δένδρων χρησιμοποιούνται για φαρμακευτικούς σκοπούς, ενώ τμήμα του δάσους επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για εμπορικούς σκοπούς. Στη θέση δε, κάθε δένδρου που κόβεται φυτεύεται αμέσως άλλο. Το ειδυλλιακό, αρμονικό και εν ισορροπία με τη φύση περιβάλλον στην κοινότητα της Λας Τεράτσας δείχνει τι ημπορεί να πετύχει η τοπική κοινωνία όταν έχει συνείδηση για τη γη, γενόμενη ένας ικανός και τίμιος δουλευτής της.

Σκεφτείτε τη γη χωρίς τον άνθρωπο, στην περίπτωση που αυτός αίφνης εξαφανιζόταν. Τότε θα «κατακλύζονταν» το πεδίο από φύση, καθώς η τελευταία θ’ αποίκιζε όλο το σύμπαν του ανθρώπου. Η σχέση ανταλλαγής ανθρώπου – φύσης, ως σχέση διαδοχής είναι αμφίσημη, αρκεί η εντροπία του φυσικού συστήματος να μην είναι αρνητική, ανατρέποντας τη βασική συνθήκη λειτουργίας αυτού. Η φύση είναι δυνατή κι επανέρχεται, αποικίζει τόπους, αρκεί να της έχουν μείνει αποθέματα ζωής για να το πράξει κι αρκεί να της δοθεί η δυνατότητα γι’ αυτό, μια ευκαιρία για να εκφραστεί −είτε μικροτοπικά (σε ρωγμές ή μικροεστίες), είτε μακροτοπικά (σε ευρύτερα πεδία, οπού ο άνθρωπος έπαψε να δραστηριοποιείται). Μάλιστα κάποια φυτά, όπως η αφροξυλιά, ή κάποια ζώα ή πουλιά, όπως αντίστοιχα οι αρουραίοι ή οι γλάροι, ακολουθούν τον άνθρωπο κι επιζητούν τ’ ανθρώπινα οικοσυστήματα, αφού τα τελευταία προσφέρουν σε αυτά τις θρεπτικές ουσίες (για τα φυτά), την τροφή και τα καταφύγια (για τα ζώα και τα πουλιά) που επιζητούν.

Ο άνθρωπος δημιουργεί έναν καινούργιο οικολογικό συντελεστή με τον τρόπο (τους ρυθμούς) που ακολουθεί, αλλάζοντας τα δεδομένα σ’ ότι αφορά στην κατοίκηση και την αποίκηση στον πλανήτη, έτσι που η φύση περιοχών να καθίσταται άμεσα εξαρτήσιμη από την παρουσία του. Και τούτο διότι ο άνθρωπος μεταφέρει φυτά και ζώα σε μακρινές περιοχές του κόσμου (ηθελημένα ή αθέλητα), περιοχές που σε διαφορετική περίπτωση, η γεωγραφική εξάπλωση των ειδών θα ήταν εξαιρετικά αργή (αιώνων), πολύ δύσκολη έως αδύνατη. Ο άνθρωπος συνεπώς, με τον τρόπο που λειτουργεί, με τη δραστηριοποίησή του στον πλανήτη, μετακινούμενος γρήγορα σε μεγάλες αποστάσεις κι αλλάζοντας άμεσα κι εύκολα γεωγραφικά πλάτη, διαμορφώνει τη φυσική ζωή στη γη και καθορίζει τη φύση περιοχών της, διαιωνίζοντας την εξέλιξη με την ανθρώπινη συμβολή. Λειτουργεί περίπου όπως ο άνεμος ή τα πουλιά στη μεταφορά και διασπορά του γενετικού υλικού. Εάν αυτή η μεταβολή είναι θετική ή αρνητική για τη ζωή στον πλανήτη, αυτό είναι κάτι που κρίνεται κατά περίπτωση −αλλού συνιστά υποβάθμιση η δραστηριοποίησή του, με τη δυναμική κι ανατρεπτική μεταλλαγή που επέρχεται, κι αλλού αναβάθμιση, με τον εμπλουτισμό με είδη κι αλλαγή της βιοποικιλότητας που πραγματοποιείται.

Η ανεξέλεγκτη ανθρώπινη δραστηριότητα στη γη και το άνοιγμα των πεδίων της ενέργειας του ανθρώπου σε αυτήν δημιούργησε, σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο, μιαν αρνητική κατάσταση στον πλανήτη, που σχετίζεται με την υπερθέρμανσή του και τις συνεπακόλουθες συνέπειες. Μία κύρια συνέπεια, που καθορίζει αποφασιστικά την πορεία της ζωής στη γη, κι αναφέρεται στη διαμορφωθείσα από τον άνθρωπο φύση, έστω και χωρίς να το επιδιώκει αυτός, είναι η εισαγωγή βιοεισβολέων με φυσικό τρόπο σε νέες περιοχές, κάτι που καθίσταται ιδιαίτερα ανησυχητικό σε σχέση με τη λειτουργία των εκεί υφιστάμενων οικοσυστημάτων. Τούτο συμβαίνει διότι η υπερθέρμανση άλλαξε τα κλιματικά χαρακτηριστικά περιοχών, μ’ αποτέλεσμα ο ζωικός ή φυτικός οργανισμός που λογίζεται ως βιοεισβολέας, ν’ αναγνωρίζει μια περιοχή στην οποία δεν προϋπήρχε, ως βιότοπό του. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που ο βιοεισβολέας εισήχθηκε σε μια περιοχή, αλλά δεν τον άφησαν οι κλιματικές συνθήκες της να εκδηλωθεί. Με την αλλαγή τώρα των κλιματικών συνθηκών, υπάρχει «ξύπνημά του» και δραστηριοποίησή του.

Το ζήτημα λοιπόν των βιοεισβολέων, των χωροκατακτητικών ειδών όπως λέγονται, δεν είναι κάτι απλό για να ξεπερνιέται μ’ επισημάνσεις, και θα πρέπει ιδιαίτερα να προσεχτεί καθότι η κυριαρχία αυτών των ξενικών ειδών στους τόπους εισαγωγής τους επιφέρει έως και την εξαφάνιση ειδών γηεγενών, της ενδημικής πανίδας και χλωρίδας. Και τούτο διότι τα εισαγόμενα βιοείδη δεν έχουν φυσικούς εχθρούς στους νέους τόπους, αναπαράγονται ταχύτατα και καταναλώνουν αδηφάγα τη διαθέσιμη τροφή. Βεβαίως, η εισαγωγή ενός βιοεισβολέα μπορεί να γίνεται και χωρίς να επιδιώκεται, όταν π.χ. αυτός μεταφέρεται με τον άνεμο (με τη μορφή σπόρων φυτών), στα ρούχα των ανθρώπων, με πλοία ή αεροπλάνα, με τα μεταναστευτικά πουλιά κ.ά. (κάπως έτσι μεταφέρθηκαν παθογόνοι μικροοργανισμοί και ζιζάνια από τον παλαιό στο νέο κόσμο, κατά την αποίκηση του δευτέρου από τους νεο-ευρωπαίους, μ’ αποτέλεσμα τη δημιουργία επιδημιών στους ιθαγενείς πληθυσμούς, που αποτέλεσε κι έναν από τους λόγους μείωσης των πληθυσμών τους ή και εξαφάνισής τους). Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, σημαντικό ρόλο παίζουν οι έλεγχοι που πρέπει να γίνονται στις πύλες εισόδου τους και οι απολυμάνσεις των μέσων εισαγωγής τους (πρέπει εν προκειμένω να διακριθεί η έννοια του ξένου είδους από το χωροκατακτητικό -ως ξένο είδος νοείτει ο οργανισμός που εισέρχεται εντός του φυσικού παρελθόντος ή παρόντος εύρους διανομής, μέσω της ανθρώπινης δραστηριότητας, είτε άμεσα είτε έμεσα, είτε εκούσια είτε ακούσια, ενώ τα χωροκατακτηρικά είδη είναι κείνα που έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, στην κοινωνικοοικονομική κατάσταση ή στην ανθρώπινη υγεία).

Για να κατανοηθούν τα μεγέθη που αφορούν στους βιοεισβολείς, αρκεί ν’ αναφερθεί ότι σύμφωνα με τον Αμερικανό καθηγητή E. O. Wilson, οι βιοεισβολείς που έως το έτος 2000 εισήχθησαν στις Η.Π.Α. υπολογίζονται στις 50.000, οι οποίοι προστέθηκαν στα 200.000 γνωστά ιθαγενή είδη˙ δηλαδή οι βιοεισβολείς ανήλθαν στο 1/4 των ιθαγενών ειδών! Η Ευρώπη φιλοξενεί περίπου 12.000 ξένα είδη, εκ των οποίων το 10-15 % θεωρούνται χωροκατακτητικά. Ο αριθμός τους μεγαλώνει, καθώς οι μετακινήσεις και το εμπόριο γύρω από τον πλανήτη αυξάνονται. Η κλιματική αλλαγή μπορεί να παράγει, επίσης, νέες ευκαιρίες για τον πολλαπλασιασμό και την εξάπλωση των ξένων ειδών, προκαλώντας επιβλαβείς επιπτώσεις στο περιβάλλον που μπορεί να διαρκέσουν για πολλές γενεές.

Θα πρέπει, παρόλα ταύτα, να επισημανθεί ότι οι εισβολείς δεν είναι κατ’ ανάγκη βλαπτικοί. Αρκεί ν’ αναφερθεί ότι το 90% των τροφίμων που καταναλώνουμε προέρχεται από φυτά και ζώα που μπορούν να θεωρηθούν εισβολείς (όπως το σιτάρι, το ρύζι, το καλαμπόκι κ.ά., σ’ ότι αφορά στους φυτικούς οργανισμούς, ή το πρόβατο, την κοινή κατσίκα, την αγελάδα κ.ά., σ’ ότι αφορά στους ζωικούς οργανισμούς). Όπως κι ότι, το 98% των κατοικίδιων ζώων κι ωδικών πτηνών μπορούν να θεωρηθούν είδη – εισβολείς. Στις περιπτώσεις αυτές όμως, ο άνθρωπος διά των ετών διαμόρφωσε ασφαλιστικές δικλείδες προστασίας του περιβάλλοντός του, ήλεγξε τους πληθυσμούς τους κι έτσι, με την εισαγωγή και προσαρμογή τους, δεν επήλθαν επώδυνες ανατροπές.

Ακόμα θα πρέπει να ειπωθεί, ότι τα ζιζάνια – βιοεισβολείς συνέβαλαν στην προστασία των εδαφών από τη διάβρωση, όταν αυτά απογυμνώθηκαν λόγω της έντονης χρήσης τους από τον άνθρωπο, κάτι εξαιρετικά σημαντικό για την προστασία τους. Σημειώνει σχετικά ο Αμερικανός ερευνητής Alfred W. Crosby: «Τα ζιζάνια, όπως η πλαστική τοποθέτηση επιδερμίδας πάνω σε τραυματισμένη ή καμένη σάρκα, βοήθησαν στην επούλωση των άσχημων πληγών τις οποίες προκάλεσαν οι εισβολείς (άνθρωποι) πάνω στη γη. Τα εισαχθέντα φυτά έσωσαν τα απογυμνωμένα εδάφη από τη διάβρωση των υδάτων και του ανέμου, αλλά και από τις καυτές ακτίνες του ήλιου. Αποτέλεσαν επίσης βασική τροφή για τα εισαχθέντα ζώα, όμως κι αυτά έγιναν στη συνέχεια τροφή για τα αφεντικά τους. Οι Ευρωπαίοι άποικοι, όταν καταριούνταν τα ζιζάνια τα οποία κουβάλησαν μαζί τους, ήταν φοβερά αχάριστοι» (Crosby A., W., «Οικολογικός ιμπεριαλισμός: η βιολογική επέκταση της Ευρώπης, 900-1900»,  μετάφραση: Γιώργος Κουσουνέλος, εκδόσεις Κωσταράκη, Αθήνα 1986, σελ. 154).

———-  ———-

→ 2  μέρος →

(από το βιβλίο του Αντώνιου Β. Καπετάνιου, “ΦΥΣΙΣ ΕΡΓΟΝ. Νοώντας για τη φύση”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2017, http://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=40885#).

fisis_ergon

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 14.05.2017

.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s