Φύση φυσική ή ανθρώπινη; (2ο μέρος)

Φύση φυσική ή ανθρώπινη;
(Ο ποιητής και χαλαστής άνθρωπος!)

μέρος 2ο από τα 2

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

«Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.
(…)
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε
γροικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!»

(«Ο γκρεμιστής», Κωστής Παλαμάς)

«Αν είμαι χάρος χαλαστής, είμαι και χάρος πλάστης…»

(«Επί τω θανάτω Ιουλίας Ράλλη Βαλαωρίτου», Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)

Είναι μετά τούτων ο άνθρωπος φύσει εξαρτημένος από τη φύση, η οποία διαμορφώνεται κατά το πράττειν αυτού, ενώ ουσιώνεται ταυτόχρονα, διαμορφούμενη σύμφωνα με την ενέργειά του και φορτισμένη με τα στοιχεία που συγκροτούν και προάγουν την ανθρώπινη οντότητα. Σύνθετη επομένως κι έντονα φορτισμένη η σχέση του ανθρώπου με τη φύση!..

Μολοντούτο πρέπει να θεωρήσουμε την εκ της αρχής του ευπρέπεια του φυσικού συστήματος, την πρωτογενή και βασική για την εννόηση και λειτουργία του, με την έννοια ότι πρέπει να είναι ευ˙ με το ευ να προσδιορίζεται ως γενόμενο σύμφωνα με τις φυσικές δυνατότητες του συστήματος. Με τον άνθρωπο όμως να συμμετέχει σε αυτό, αποτελώντας (βασικό και καθοριστικό) στοιχείο του φυσικού όλου, η έννοια της φυσικής ευπρέπειας αναθεωρείται για το σύστημα, σύμφωνα με την ανθρώπινη δραστηριότητα. Και τούτο διότι ο άνθρωπος επηρεάζει τις φυσικές λειτουργίες, με αποτέλεσμα η δυνατότητα του φυσικού συστήματος επαναξιολογείται κάθε φορά κι αντίστοιχα η ευπρέπειά του επαναδιατυπώνεται. Γένεται συνεπώς ο άνθρωπος ποιητής του όλου ή χαλαστής του, ανάλογα με τον τρόπο της ενέργειάς του, διαμορφώνοντας αντιστοίχως τη φύση και αποδίδοντάς την με διαφορετικό επίπεδο ευπρέπειας. Εάν τη βελτιώνει −την εξελίσσει− ή την χειροτερεύει −την οπισθοδρομεί−, αυτό είναι ζήτημα του τρόπου λειτουργίας του κι αποτέλεσμα της ενέργειάς του, που είναι βασικά ζήτημα παιδείας, αντίληψης και νοοτροπίας σε σχέση με το ζην −εξ ου και η διαφορετική συμπεριφορά του καθενός ως προς το περιβάλλον του, όπου ζει και δραστηριοποιείται, παρά τους κανόνες που τίθενται σε σχέση με την αντιμετώπισή του.

Πρέπει εν προκειμένω να επισημανθεί ότι η εξ ορισμού ευπρέπεια του φυσικού συστήματος επιβάλλει κανόνες από τον (και στον) διαχειριστή του προκειμένου να μην αίρεται το επίπεδο της ευπρέπειας, κανόνες που έχουν σχέση με την ίδια την έννοια της ευπρέπειας κι όχι με την αντίληψη του θεωρού˙ που μπορεί να είναι διάφορη και πολύγνωμη. Συνεπώς η φύση δεν αποτελεί πεδίο πειραματισμών σε σχέση με το φυσικό αντικείμενο, αλλά προσαρμογών και ορθών πρακτικών για να μην αναιρείται η αξία και σημασία του. Αυτά απορρέουν από την αρχή θεώρησής του, αποδίδοντάς του την αξιακή βάση οπού θεμελιώνεται το Είναι.

Δραστηριοποιούμενος λοιπόν ο άνθρωπος στο χώρο, μοιραία τον αλλάζει. Τούτο νοείται στα πλαίσια της φυσικής εξέλιξης, αφού ο άνθρωπος έχει την καταστατική ιδιότητα να παρεμβαίνει στη βιόσφαιρα δραστηριοποιούμενος, χρησιμοποιώντας τη βιολογική του «δύναμη» της νόησης, τη διάνοιά του για να ενεργεί. Με αυτήν κανονικά θα έπρεπε να πράττει ως συνετός διαχειριστής κι όχι ως κυρίαρχος. Η ιστορία όμως του ανθρώπου καταδείχνει αυτόν με παραβατική συμπεριφορά σε σχέση με τον φυσικό κανόνα της ενέργειάς του στη φύση, αποδίδοντάς τον ως χαλαστή της. Γένεται όμως επόμενα, ως πονητής και πνοός της, γεννήτορας και κτίστης της. Είχε και έχει το λοιπόν το φυσικό γενόμενο μιαν εσωτερική διαπάλη φθοράς και δημιουργίας, στα πλαίσια μιας εντέλει φυσικής εξέλιξης, διατηρουμένου ενός standrard ανοχής και ισορροπίας ώστε το φυσικό σύστημα να εξελίσσεται.

Σε αυτή την εξελικτική πορεία διαμορφωνόταν για αιώνες η φύση από τον άνθρωπο, μέχρις που επικράτησε η αρνητική συμπεριφορά του κυρίαρχου ανθρώπου προς τη φύση, σε σχέση με τη θετική του σύντονου με αυτήν. Έκτοτε, από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και μετά, η φύση βαρύνεται εκθετικά από τον άνθρωπο, εμφανιζόμενη ως το θύμα της δραστηριότητάς του −όχι βεβαίως ότι κι ενωρίτερα ο άνθρωπος δεν υποβάθμιζε τη φύση, πλην όμως δεν είχε ρόλο κυρίαρχου σε αυτήν, αλλά κακού διαχειριστή, ασυνείδητου ως προς το καλώς πράττειν και το υγιώς γίγνεσθαι. Εξάλλου, ο άνθρωπος λειτουργούσε εμπειρικά τότε κι όχι με τη γνώση, την οποία απέκτησε στην πορεία του μετά από αιώνες κατατριβής και σπουδής στο φυσικό αντικείμενο, και ως κάτοχός της σήμερα δε δικαιολογείται να υποβαθμίζει και να καταστρέφει.

Κείνο όμως που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η χρόνια αρνητική δράση του ανθρώπου στην φύση, καθιστά το φυσικό σύστημα καταρρέον και με συνεχώς λιγότερη ανοχή στις επιτπώσεις της ανθρώπινης ενέργειας, αφού οι άμυνές του γίνονται μικρότερες. Αποτέλεσμα τούτου είναι η βίαιη αντίδρασή του, με αιφνίδια κι ακραία φαινόμενα, που γίνονται συγχνότερα και μεγαλύτερα όσο περνούν τα χρόνια, λόγω της συσσώρευσης της επιδείνωσης και της μεγαλύτερης αδυναμίας του ν’ ανταποκριθεί στη μεταβολή, λόγω της εξάντλησης της οικολογικής του ανοχής. Επιπροσθέτως υπάρχει όλο και μικρότερη αντιληπτικότητα από τον άνθρωπο του βαθμού απώλειας της φύσης, αφού ισχύει η αρχή της διήθησης κατά τη βιολογία της διατήρησης, σύμφωνα με την οποία, οι απώλειες εξαιτίας των ανθρώπινων ενεργειών εμφανίζονται σήμερα με χαμηλότερο ρυθμό εξαφανίσεων λόγω του μακρού χρόνου που διαχρονικά συνέβησαν. Ο άνθρωπος συνεπώς αντιλαμβάνεται την απώλειά της φύσης με το μικρότερο βαθμό σήμερα, ενώ υπόκειται στις επιπτώσεις της απώλειας στο μεγαλύτερο βαθμό. Τούτο, νομίζουμε, δεικνύει το βαθμό ανωμαλίας που υπάρχει στη γη σε σχέση τη λειτουργία του ανθρώπου σε αυτήν!

Τ’ ότι η φύση καταφέρνει και βρίσκει την ισορροπία της, η οποία χάνεται λόγω της δραστηριοποίησης του ανθρώπου, είναι μια λανθασμένη αντίληψη. Επειδή η βιολογία έχει να κάμει με την αλλαγή, δε μπορεί να υπάρξει ποτέ συνεχής ισορροπία στη φύση. Το σύστημα βρίσκεται σε μια συνεχή δυναμική. Πάντως, έρχονται φορές που το σύστημα εμφανίζει μεγάλες περιόδους επιφανειακής σταθερότητας, και τότε φαίνεται πως λειτουργεί κάποιου είδους φυσικής ισορροπίας, η οποία προσδιορίζεται με την έννοια κοινωνία climax. Αυτή η ισορροπία έχει σχέση με τον τρόπο που συνδέονται μεταξύ τους τα διάφορα συστήματα. Σε κάθε ανόμοιο πληθυσμό παρθένας ζωής, η συνεργασία των διαφόρων ειδών γίνεται σε πραγματική μεγάλη κλίμακα και πλέκεται γύρω από βασικές βιολογικές ανάγκες, όπως η τροφή, το νερό και η επιβίωση με την αναπαραγωγή. Ο άνθρωπος επεμβαίνει στο φυσικό σύστημα δραστηριοποιούμενος και προκαλώντας εντροπία. Το ζήτημα είναι η εντροπία να έχει διαχειριστικό προσανατολισμό προκύπτουσα από κανόνες, αρχές, αξίες κι έχουσα επιστημονική βάση, έτσι που ν’ αποτελεί θετική εντροπία, συμβάλλουσα στο σύστημα κι όχι υποβαθμίζοντάς το. Το ζήτημα είναι η αλληλεξάρτηση των ειδών να βρίσκει τις ισορροπίες της, ακόμα κι όταν διασπάται, μέσα από μια διαδικασία φυσικής εξέλιξης κι οπωσδήποτε όχι απώλειας (ή, εφόσον δε μπορεί ν’ αποφευχθεί, αυτή νάναι η μικρότερη δυνατή). Μιας φυσικής εξέλιξης που, χάρη στον ορθό και συνειδητό άνθρωπο, μπορεί νάναι αναβαθμιστική, όταν το φυσικό σύστημα, σε μια θεώρηση συνέχειάς του, εμπλουτίζεται και αποκτά πιο σύνθετο βαθμό οργάνωσης.

Βεβαίως, κι αυτή η έννοια είναι σχετική, αφού από τη φύση της η ανθρώπινη ενέργεια προκαλεί μιαν αναστάτωση στη λειτουργία του φυσικού συστήματος. Λογιζόμενος μολοντούτο ο άνθρωπος ως μέλος του κι έχοντας τη λογική του διαχειριστή, μπορεί στην αναστάτωση να προσδώσει χαρακτήρα εξέλιξης κι όχι ανωμαλίας. Το επιχείρημα της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος πρέπει να το δούμε σε αντιδιαστολή με το συνεχιζόμενο αγώνα για την ανθρώπινη επιβίωση, καθώς και την εξέλιξη. Ζούμε σ’ έναν κόσμο που μοιραία προκύπτει ως φτιαγμένος από τον άνθρωπο και συνεπώς φέρει τη σφραγίδα του τεχνητού. Η έννοια όμως τού εν προκειμένω τεχνητού παραπέμπει στη λειτουργία του ανθρώπου ως μέλους του φυσικού συστήματος, και συνεπώς γίνεται αποδεκτή κι αφομοιώσιμη από το ίδιο αυτό σύστημα, εφόσον μπορεί να ενταχθεί στην ενέργειά του και ν’ αποτελέσει μέρος της δυναμικής του. Υπό αυτή την έννοια, ο άνθρωπος έχει βασικό και υπεύθυνο ρόλο στο φυσικό σύστημα ως λειτουργός κι όχι ως κυρίαρχός του κι εκμεταλλευτής του.

Δε δύναται, μετά τούτων, να θεωρούμε παρθένα τη φύση με τον άνθρωπο εν αυτής, αλλά τούτο δε σημαίνει ότι δεν είναι φύση. Ο άνθρωπος αποτελεί τον κρίσιμο παράγοντα του συστήματος˙ είναι κείνος που το στηρίζει, που το προάγει, …αλλά και το καταστρέφει! Το κλειδί συνεπώς βρίσκεται στη φύση της ανθρώπινης ενέργειας, που είναι απόρροια μιας φιλοσοφίας και ενός τρόπου ζωής, που καθορίζει το αποτέλεσμα, δηλαδή το δημιούργημα.

Ο άνθρωπος που λειτουργεί θετικά μέσα στο φυσικό χώρο, που ενισχύει την ποικιλότητά του και του προσδίδει ενδιαφέρον και δημιουργεί προοπτική, ανάγει το σύστημα και διαμορφώνει ποιότητες, ακριβώς γιατί δημιουργεί, γιατί επικοδομεί κι αποικοδομεί, και δεν αποδομεί. Είναι, υπό αυτή την έννοια, ο «εξανθρωπισμός» της φύσης θετική ενέργεια, καθώς προκύπτει ως προϊόν διεργασίας δημιουργικής. Είναι η τέτοια φύση ανθρωπογενής, ως προερχόμενη από τον άνθρωπο, κατά το φυσικό μέτρο. Ο άνθρωπος ως καλλιεργούμενος και γενόμενος φορέας αξιών και μιας ηθικής για τα γύρα, λειτουργεί ως ελεύθερος πολίτης ενταγμένος στην κοινή διαβίωση, στην κοινότητα του ζην, που διασφαλίζει την προσωπικότητά του και τη δημιουργική του συμβολή στο γίγνεσθαι. Έτσι κερδίζει την υπόστασή του κι επιδίδεται στην τελείωσή της μέσα από τη συνεχή πράξη. Το έργο του γένεται σύμβολο και ο πόθος του μετουσιώνεται σ’ ευφορία.

Η ελληνική ύπαιθρος, το ελληνικό (παραδοσιακό το λέγουν…) τοπίο, με τον άνθρωπο δημιουργό και πλάστη του, πονητή του τόπου, αποτελεί ένα όμορφο παράδειγμα καθιέρωσης του ανθρώπινου έργου ως συμβόλου στο όλον και δικαίωσης της προσπάθειας του Έλληνα, μέσα από την ανάγκη του να ποιεί. Η ανθρώπινη πράξη καταξιώνεται έτσι, αποκτά ουσία και δικαιώνεται με τον εν αρμονία και ισορροπία εξανθρωπισμό της φύσης. Δε θάταν μετά τούτων άστοχο να πούμε ότι το φυσικό περιβάλλον δηλοί τον άνθρωπο, καθώς αποτελεί έκφραση των ατομικών και συλλογικών εκδηλώσεών του.

Ο άνθρωπος ανάγεται σε δημιουργό στο ζην μεταβάλλοντας τη φύση και διαμορφώνοντας αξίες σύμφωνα με τον τρόπο λειτουργίας του. Μετά τούτων, γενόμενος ο άνθρωπος δημιουργός, κατά την ιδεατή (ή την ιδανική, αν θέλετε) θεώρηση του ζην, ανάγεται σε θεό – δημιουργό, με την έννοια ότι μπορεί και διαμορφώνει τον κόσμο του κατά το μέτρο της σοφής δημιουργίας του πλάστη, χωρίς να αυθαιρετεί και να παρεκτρέπεται από τα νοητά όρια της ισόρροπης ζωής, που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του κατά την άσκηση της θεώρησής του, ώστε να λειτουργεί αρμονικά κι εύρυθμα ο κόσμος του. Η ισόρροπη λειτουργία του ανθρώπου στο φυσικό σύστημα τον κάμνει ποιητή εν αυτώ˙ ποιητή – δημιουργό του πνεύματος και ποιητή – δημιουργό της πράξης. Η συγκρότηση ως τέτοιου του ανθρώπου δίνει τη δυνατότητα σε αυτόν να νοεί κι αναλόγως (ορθώς) να ενεργεί.

Δεν είναι επομένως περίεργο το γεγονός ότι οι ευαίσθητοι για τη φύση άνθρωποι και ενεργοί γι’ αυτήν, είναι οι ευαίσθητοι ως προσωπικότητες άνθρωποι και οι πληρούμενοι με την τέχνη. Η ευαισθησία για τα γύρα περνά μέσα από την τέχνη, από τον τρόπο να σκέφτεται και να λειτουργεί ο άνθρωπος καλλιτεχνικά ή να αντλεί Ιχώρ του βίου του, έμπνευση και πνοή για δημιουργία από την τέχνη. Ας φέρουμε στο νου μας τον τρόπο που επηρέασαν οι τοπιογράφοι ζωγράφοι της Αναγέννησης τους κηποτέχνες και τους πολεοδόμους κείνης της εποχής στη διαμόρφωση των τόπων. Η έμπνευση, για παράδειγμα, των αρχιτεκτόνων τοπίου των φυσικών, ελεύθερων, αγεωμέτρητων αγγλικών κήπων (σε αντίθεση με τους γεωμετρικούς γαλλικούς), ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού τους από τους Ολλανδούς τοπιογράφους ζωγράφους της Αναγέννησης.

Το ζήτημα είναι, και τούτο αποτελεί το μεγάλο εγχείρημα (και στοίχημα αν θέλετε…) για το ορθώς ζην, ο άνθρωπος επί της αναγωγής του τρόπον τινά σε «πλάστη» ν’ αυτοελέγχεται, ούτως ώστε να μην εκφεύγει του μέτρου της δημιουργίας, καταχρώμενος τη δύναμή του, γενόμενος έτσι κυρίαρχος στο σύμπαν κι επόμενα καταστροφέας του! Ο Οδυσσέας Ελύτης αποδίδει το θεϊκό πράξιμο του ανθρώπου, με τη δημιουργία φύσης, ως θάμα της ζωής, που επιτελείται με τη λογική του ανθρώπου κατά την άσκηση του ζην. Λέγει: «Η ελληνική φύση, από ένα τέτοιο δρόμο, πάντα θα μπορεί να συμβάλλει. Σαν αόρατος Ζυγός, που δεν είναι ακριβώς το “μέτρον”, όπως συνηθίζουμε να λέμε, ούτε, πολύ περισσότερο, ένας “μέσος όρος”, αλλά μια βοήθεια, ένα στήριγμα, μια κρίση, ώστε, σε έσχατη ανάλυση, το θαύμα που θα επιτελέσει ο άνθρωπος να μην είναι απάνθρωπο. Να μην είναι η συντριβή του Θεού η θέωσή του» (Ελύτης Οδ., “Το χρονικό της δεκαετίας”, από τα “Ανοιχτά Χαρτιά”, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1987, σελ. 453).

Αλλού, ο ίδιος ο ποιητής – στοχαστής, αποδίδει τον φύσει και παρά φύσιν ρόλο του ανθρώπου ως εξής:

«Που να δώσω να το καταλάβουν οι πλειοψηφίες
πως η δύναμη μόνο σκοτώνει και πως
το σπουδαιότερο:
Η άνοιξη και αυτή προϊόν του ανθρώπου είναι».

(“Η Οδύσσεια”, από το “Φωτόδεντρο”, Οδυσσέας Ελύτης)

Ο φυσικός κόσμος είναι άμεσα κι αλληλένδετα εξαρτημένος από τη δραστηριότητα του ανθρώπου˙ δυστυχώς όμως σήμερα, όχι του πονητή ανθρώπου, αλλά του κυρίαρχου. Τούτο προσδιορίζεται στη μεταλλαγή των τόπων, που συμβαίνει με την αλλαγή της φύσης τους λόγω της ενέργειας του ανθρώπου, και καταγράφεται χρονικά και τοπικά ως το διαρκές εξελίξιμο των τόπων, στα πλαίσια της δυναμικής φύσης των οικοσυστημάτων. Βεβαίως, την επιβολή του ανθρώπου στη φύση και την προσαρμογή της στ’ ανθρώπινα δεδομένα, δεν πρέπει να την ιδούμε αυστηρά σε σχέση με την υποβάθμιση ή ακόμη και την καταστροφή της από τον άνθρωπο για την εξυπηρέτησή του, αλλά και σε σχέση με τον εξευγενισμό της για την απόλαυση του ανθρώπου, που εντέλει αποτελεί αισθητική επιλογή κι όχι φυσικό παράγωγο. Ο άνθρωπος μεταβάλλει τη φύση δραστηριοποιούμενος σε αυτήν κι αποκομίζοντας οφέλη˙ υλικά κι άϋλα. Τούτο αποτελεί μιαν αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια… −η αρμονία του ανθρώπου με τη φύση, υπό την έννοια της απείραχτης, αμετάβλητης «φυσικής» φύσης, αποτελεί μιαν ουτοπία, έναν μύθο, κι εντέλει ένα αδιανόητο διακύβευμα.

Λέγει ο καθηγητής Απόστολος Τρομπούκης για πώς επηρέασε η αλλαγή του τρόπου ζωής και λειτουργίας των αρχαίων Αθηναίων στην αντιμετώπιση της αττικής φύσης κι οδήγησε στην υποβάθμισή της: «Έχουμε την πεποίθηση ότι όσο ο Έλληνας καλλιεργούσε τη γη με σύνεση, η επάρκεια των αγαθών έδωσε σε αυτόν τις γνωστές αρετές του: να είναι εργατικός, καρτερικός, εφευρετικός, καλός γεωργός, εξαίρετος περιβολάρης και δαιμόνιος ναυτικός. Όταν όμως μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο που παρουσιάστηκαν τα φαλακρά βουνά, τα ισχνά χωράφια, τα κατάξερα ακρωτήρια, ένεκα των πυρκαγιών και της δενδροτομίας, τότε καταδύθηκε και ο ακμαίος αυτών πολιτισμός των αρχαίων Αθηναίων. Άρα το οικολογικό στοιχείο έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ανάδυση αλλά και κατάδυση της ελληνικής πόλης και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού» (Τρομπούκης Απ., “Η φιλοσοφία της φύσης στην περιβαλλοντική εκπαίδευση”, πανεπιστημιακές σημειώσεις, Ιωάννιανα 2000).

Ας σκεφτούμε ότι ιστορικά η φύση ποτέ δεν ήταν σταθερή, ακίνητη, αμέτοχη στο ζην, αλλά διαρκώς μεταβαλλόταν ακολουθώντας τον κανόνα της δυναμικής, σύμφωνα όμως με το πώς ο άνθρωπος την καθόριζε. Ήταν ενεργή και ζωντανή˙ όχι πλαίσιο˙ όχι σκηνικό. Η αισθητική στο φυσικό γενόμενο προέκυπτε ως αξία σύμφωνα με τη φυσική εξέλιξη. Ο άνθρωπος στο φυσικό σύστημα ήταν ο κύριος παράγοντας της μεταλλαγής του, αφού αυτός με τη δραστηριότητά του το διαμόρφωνε. Υπό την έννοια τούτη θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος ποτέ δεν έζησε πλήρως εναρμόνιος της φύσης, συνταφτιστός με το φυσικό γίγνεσθαι, αφού πάντα απαιτούνταν να παίρνει από αυτήν, αλλά και να δίνει. Μόνο που το ισοζύγιο της εν λόγω σχέσης κατά την εξέλιξη του ανθρώπου, κατέστη αρνητικό για τη φύση! Στην αρχή ο άνθρωπος δούλευε με και για τη φύση. Στη συνέχεια η φύση δούλευε για τους ανθρώπους. Και τέλος η φύση έγινε εργαλείο των ανθρώπων.

Ο άνθρωπος ξεκινώντας από την κτηνοτροφία κι επεκτεινόμενος στη γεωργία, με τη χρήση του αρότρου, εξανθρώπιζε τη φύση μεταβάλλοντάς την σύμφωνα με τις ανάγκες του, χωρίς ωστόσο να καθίσταται δυνάστης και κυρίαρχός της. Όσο η δραστηριότητά του στη φύση επεκτεινόταν, τόσο η μεταβολή των φυσικών συστημάτων γινόταν μεγαλύτερη. Ο άνθρωπος αρχικώς αποτελούσε τον γεωμέτρη και χωροτάκτη στη φύση. Η νόησή του περιελάμβανε ηθικά κι αισθητικά ενδιαφέροντα, κι όχι μόνον πρακτικά˙ ούτε φυσικά εκμεταλλευτικά, όπως συμβαίνει σήμερα. Έτσι, η διαλεκτική ανθρώπου – φύσης ήταν συνεχής, καθώς υπήρχε εξάρτηση κι άμεση σχέση του ανθρώπου από αυτήν. Μολοντούτο, μοιραία είναι η διαπίστωση, κατά την εποτπική θεώρηση της ιστορίας, ότι ο πολιτισμός του ανθρώπου μετά τη βιομηχανική επανάσταση, σταδιακά όλο και πιο πολύ επιβαρύνει, φορτώνει κι αποσυνθέτει τη φύση, καθιστώντας την μη δυνάμενη να επανέλθει όπου μεταβλήθηκε ή μεταστοιχειώθηκε, λόγω της αναπότρεπτης κατάστασης που έχει δημιουργηθεί ή του ύστατου σταδίου υποβάθμισης στ’ οποίο αυτή έχει μετέλθει. Εν προκειμένω έχουμε φύση απωλεσθείσα κι όχι μεταρρυθμισθείσα, και τούτο αποτελεί το μεγαλύτερο κρίμα/δράμα του ανθρώπου ως προς την αντιμετώπιση της φύσης.

Το ζήτημα εν προκειμένω είναι ότι ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται, ή δε θέλει ν’ αντιληφθεί, τις δυσμενείς, χρόνιες επιπτώσεις της ενέργειάς του στο περιβάλλον οπού διαβιεί κι εξαρτάται από αυτό, σε μικρο-μεσο-κλίμακα κατά βάσιν, με αναφορά στη μεγακλίμακα, ακριβώς επειδή οι επιτπώσεις αυτές δεν προκύπτουν άμεσα και γίνονται εμφανείς σταδιακά και σε βάθος χρόνου ή καλύπτονται από τη σύγχυση των διακυμάνσεών τους, με αποτέλεσμα να μην αξιολογούνται και κατ’ ουσίαν ν’ αγνοούνται. Δέστε τι συμβαίνει με την κλιματική αλλαγή: επειδή υπάρχει ελαφρά διά των ετών κλιματική επιδείνωση (αύξηση της θερμοκρασίας), αυτή λαμβάνεται ως κανονικότητα από τον άνθρωπο, με τ’ όριο να μετατοπίζεται βαθμιαία κι ανεπαίσθητα. Όμως σε σύνολο ετών και όχι τόσο άμεσα, το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής είναι ορατό˙ μολοντούτο στο επίπεδο της παρούσας χρονικής στιγμής δεν αξιολογείται. Τούτο μοιραία οδηγεί σε μια διολίσθηση της αντιλαμβανόμενης κανονικότητας, η οποία δε γίνεται αντιληπτή στο κανονικό της μέγεθος και οδηγεί στην αυταπάτη του παρόντος κι εντέλει στην κατάρρευση του πλανήτη!

Στην κατάσταση αυτή οι περιβαλλοντολόγοι έδωσαν τον όρο «έρπουσα κανονικότητα», σ’ ότι αφορά στην αντίληψη της πορείας της από τον άνθρωπο, καθώς και τον όρο «αμνησία τοπίου», σ’ ότι αφορά στην πρόσληψη της κατάστασης από τον άνθρωπο στα πλαίσια της βιωματικής του πορείας. Στη δεύτερη περίπτωση, ο άνθρωπος, ζώντας ενεργά τη μεταβολή του περιβάλλοντός του διά των ετών, αποσβένει από τη μνήμη του τις μακρυνές του εικόνες, που φαίνονται αδύναμες, αδύνατες και ανοίκειες σε σχέση με το παρόν, καθώς η μεταλλαγή του τοπίου είναι τόσο μεγάλη, που η αρχική του εικόνα τού φαίνεται απατηλή. Έτσι, η «αμνησία» σε σχέση με τη χρόνια μεταλλαγή είναι που επικρατεί!

Η ιδέα του ανθρώπου να ποιεί στο φυσικό σύστημα, πράττοντας ισορροπημένα εν αυτώ, μεταβλήθηκε, μετά τη μεγιστοποίηση της χρήσης των φυσικών πόρων, σε μεγαλύτερη κατανάλωση φύσης για την ανθρώπινη παραγωγή και πλέον ο άνθρωπος λειτουργεί ως τεχνοκράτης στο χώρο, βλέποντας τη φύση ως τεχνικό αντικείμενο στα πλαίσια της μαθηματικοποίησης του χώρου. Η φύση ανάχθηκε σε ανάγκη διότι η θετική επιστήμη διέγνωσε την αδυναμία της να δημιουργήσει υποκατάστατό της, ενώ η οικολογική επιστήμη την έχει αναδείξει σε φυσικό αγαθό, πολύτιμο για τη ζωή του ανθρώπου στη γη. Μετά τούτων, η φύση χρησιμοποιείται εργαλειακά, όπως εξάλλου από την αρχή της βιομηχανικής επανάστασης συνέβαινε, πλην όμως σήμερα αξιολογείται ως ανάγκη για το ζην −στο επίπεδο τουλάχιστον της διάγνωσης και της θεωρητικοποιημένης γνώσης−, κι έτσι εγείρεται ζήτημα προστασίας της. Σήμερα η φύση εμφανίζεται ως το φυσικό συνιστάμενο της ανάγκης του ανθρώπου για να υπάρξει, χωρίς όμως τούτος να συμμετέχει στο δρώμενό της, καθόσον είναι έξω της, είναι απένταντί της. Στην εποχή της κρίσης, ο άνθρωπος της κρίσης διατηρεί τη φύση σε κρίση και τη ζωή σε συνεχή κρίση˙ εν κινδύνω.

Η φύση προβάλλεται ως αγαθό, ως αξία, κι επιζητείται η προστασία της. Τούτο όμως είναι ψευδεπίγραφο, μην εννοούμενο πραγματικά, αφού το «απροσδιόριστο» δημόσιο συμφέρον, πίσω από τ’ οποίο λειτουργεί το ιδιωτικό (!), την καταστέλλουν˙ χώρια που η προστασία της δεν προκύπτει από συνειδητοποίηση της αξίας της, αλλά από συνειδητοποίηση της ανάγκης της!.. Η οικειοποίηση συνεπώς της φύσης είναι παράγωγο σκοπού και τούτο ακολουθεί τη λογική: διά της οικειοποιήσεως να εξυπηρετείται ο σκοπός. Στην πραγματικότητα κείνο που συμβαίνει είναι ότι ο άνθρωπος να μη «ζει» τη φύση, να μη βιώνει φυσικώς νοούμενος ως μέρος του φυσικού συστήματος, αλλά στεκάμενος μακριά από τη φύση (πραγματικά ή νοητικά) ή κι απέναντί της, να θεωρεί γι’ αυτήν και να θεωρητικολογεί για την αναγκαιότητά της και για την αόριστη προστασία της. Συντάσσει περιβαλλοντικές μελέτες για τα έργα του, στα πλαίσια της κανονιστικής λογικής αποκατάστασης του περιβάλλοντος, ενώ με αυτά επιδεινώνει κατ’ ουσίαν την κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος στη γη –το μικροτοπικό φτιάχνει την κρίση του μακροτοπικού. «Σπέρνει» φύση (όπου τη δημιουργεί ή θεσμικά την προστατεύει), για να τη «θερίσει» κατόπιν για την ωφέλειά του (με τα έργα που πραγματοποιεί ή με τις δραστηριότητες που αναπτύσσει στα πεδία της), όπως τούτα προσδιορίζονται και δικαιολογούνται από το δημόσιο συμφέρον, που κατά κανόνα επικαλείται, τ’ οποίο δημόσιο συμφέρον όμως, υπό τη σκέπη της αγοράς γίνεται ιδιωτικό συμφέρον. Εκμεταλλεύεται τους φυσικούς πόρους κατά τρόπο ληστρικό, θεωρώντας ως δυνατή την υποκατάσταση ή αποκατάστασή τους με τη βοήθεια της επιστήμης και της τεχνολογίας. Όλα τούτα οδηγούν σε απώλεια της γης και σε κατάπτωση τον πλανήτη.

Η μεταλλαγή που επιφέρει ο άνθρωπος δεν είναι φυσική/φυσιολογική, όπως τη δεχόμασταν σε προηγούμενες εποχές, που ο πλανήτης δεν είχε κατασταλεί από την τεχνοκρατία και την αγορά, και η αλλαγή λαμβάνονταν στα πλαίσια της συνέχειας και της εξέλιξης, εκκινούμενη από μιαν Ιδέα υπαρκτική για τη γη –ο άνθρωπος πάλευε τότε για την επιβίωσή του ή δραστηριοποιούνταν εν τη φύσει για την καλλιτέρευση της ζωής του–, αλλά τεχνητή, που δημιουργεί μια φύση του σκοπού, που μοιραίως ακολουθεί την τύχη του σκοπού!

Το φυσικό αγαθό γίνεται φετίχ στην κοινωνία της απόδοσης, ως κάτι που επιθυμείται κατά την έννοια της ανάγκης, όπως την προσδιορίσαμε προηγουμένως, πλην όμως χρησιμοποιείται εργαλειακά για την ανάγκη του ανθρώπου, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται ή να καταστρέφεται. Οι αξιακές του συνεπώς ιδιότητες μένουν στο ιδεατό επίπεδο κι όχι της πράξης, αφού εκεί η φύση δύσκολα προσλαμβάνεται. Η οικειοποίησή της περιορίζεται στη θεώρησή της ως κάτι πολύτιμο, που όμως δεν προσλαμβάνεται, ακριβώς διότι υπάρχει ουσιαστικά αποστασιοποίηση του ανθρώπου από αυτήν και μη νοιώσιμό της.

Ο άνθρωπος σήμερα τείνει προς τη φύση καταλαμβάνοντάς την για την ικανοποίησή του ή για το όφελός του, ταυτόχρονα όμως απάγεται από αυτήν με την εκμετάλλευσή της, τον περιορισμό ή και την απώλειά της, που απορρέει από την κατάληψή της. Γίνεται έτσι η φύση, όταν χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση ή για την ανάγκη του ανθρώπου, ύλη γι’ αυτόν˙ φυσική μεν ύλη, αλλά με τα χαρακτηριστικά της τεχνητής ύλης, αφού λαμβάνεται εργαλειακά κι αξιοποιητικά. Νοείται ως αγαθό της ανάγκης, εντέλει ένα χρηστικό ή και οικονομικό αγαθό, και στην τέτοια της θεώρηση δημιουργούνται συγχύσεις και αποπροσανατολισμοί, που οδηγούν στην απώλειά της.

———-  ———-

← 1º μέρος ←

(από το βιβλίο του Αντώνιου Β. Καπετάνιου, “ΦΥΣΙΣ ΕΡΓΟΝ. Νοώντας για τη φύση”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2017, http://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=40885#).

fisis_ergon

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 29.05.2017

.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s