Καταστροφέας αλλά και σωτήρας της βιοποικιλότητας ο άνθρωπος

Καταστροφέας αλλά και …σωτήρας της βιοποικιλότητας των οικοσυστημάτων μπορεί να γίνει ο άνθρωπος, οι δραστηριότητες και οι πολιτικές του οποίου μπορούν να επηρεάσουν πλέον σημαντικά -με θετικό ή αρνητικό τρόπο- τη διατήρηση της ποικιλότητας της ζωής, σε όλες τις μορφές της και τα επίπεδα οργάνωσής της.

Την επισήμανση κάνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Βιοποικιλότητας, ο επίκουρος καθηγητής του Τομέα Βοτανικής του Τμήματος Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Ιωάννης Τσιριπίδης.

«Στον Κόκκινο Κατάλογο των Ενδιαιτημάτων της Ευρώπης που δημοσιεύτηκε πρόσφατα (τέλος του 2016), καταγράφηκε ότι η εγκατάλειψη της υπαίθρου από τον άνθρωπο και η παύση των παραδοσιακών μορφών χρήσης γης αποτελούν μία από τις εντονότερες απειλές για τη βιοποικιλότητα στην Ευρώπη. Η επιστήμη της οικολογίας έχει επίσης αποδείξει ότι η απόλυτη προστασία περιοχών και ο αποκλεισμός όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, οδηγεί σε απώλεια ειδών και ενδιαιτημάτων» εξηγεί ο κ. Τσιριπίδης, θέτοντας ως παράδειγμα το Παρθένο Δάσους Φρακτού, στο βορειοανατολικό άκρο του νομού Δράμας, που αποτελεί μια περιοχή, όπου προστατεύεται αυστηρά η βιοποικιλότητα και απαγορεύονται οι ανθρώπινες δραστηριότητες.

«Η περιοχή αυτή, λόγω της τραχύτατης μορφολογίας του εδάφους, δεν είχε εκμεταλλευτεί και επηρεαστεί από τον άνθρωπο στο παρελθόν. Το 1980, όταν άρχισε η εκμετάλλευσή της με την υλοτομία δένδρων, Έλληνες και ξένοι επιστήμονες αναγνώρισαν τη μοναδικότητά της και συνέβαλαν στην προστασία της και στο χαρακτηρισμό της ως διατηρητέο μνημείο της φύσης. Από το 1996, η περιοχή εντάχθηκε και στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura2000».

«Παρόλα αυτά», διευκρινίζει, «στην εκτίμηση της κατάστασης διατήρησης των ενδιαιτημάτων της περιοχής, βρέθηκε ότι ορισμένα δασικά ενδιαιτήματα και κυρίως τα λιβαδικά, απειλούνται με εξαφάνιση στην περιοχή. Τι λάθος έχει γίνει επομένως στην προστασία της βιοποικιλότητας; Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για λάθος αλλά για μια φυσική διαδικασία, που ονομάζεται οικολογική διαδοχή, η οποία οδηγεί μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, στην επικράτηση λίγων ανταγωνιστικών ειδών σε μια περιοχή, όπου αποκλείονται όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες».

Μπορούμε να πούμε επομένως ότι η απόλυτη προστασία της βιοποικιλότητας είναι μη επιθυμητή; Η απάντηση, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι αρνητική γιατί η απόλυτη προστασία είναι μία από τις πολλές μορφές διατήρησης της βιοποικιλότητας.

«Αυτό που απαιτείται», συμπληρώνει, «είναι η εφαρμογή μέτρων διατήρησης που θα είναι προσαρμοσμένα σε κάθε περίπτωση (είδη, ενδιαιτήματα ή περιοχές), έτσι ώστε να πετυχαίνουμε κάθε φορά το βέλτιστο αποτέλεσμα». Σε κάποιες περιοχές, τα μέτρα αυτά μπορεί να είναι η απόλυτη προστασία, ενώ σε άλλες μπορεί να απαιτούνται δραστικά διαχειριστικά μέτρα (π.χ. η υλοτόμηση τμήματος του δάσους), έτσι ώστε να επιβιώσουν κάποιοι οργανισμοί.

Υπογραμμίζει, μάλιστα, ότι οι παραδοσιακές μορφές διαχείρισης της φύσης από τον άνθρωπο, όπως η κτηνοτροφία και οι μικρές καλλιέργειες, όταν ασκούνται με ορθολογικό τρόπο όχι μόνο δεν απειλούν τη βιοποικιλότητα, αλλά αντίθετα την ευνοούν.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s