Λεκτική διατύπωση εξαίρεσης από την αναδάσωση – Διατήρηση δασικού χαρακτήρα εκτάσεων αποκαταστατικού σκοπού

Λεκτική διατύπωση εξαίρεσης από την αναδάσωση – Διατήρηση δασικού χαρακτήρα εκτάσεων αποκαταστατικού σκοπού

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

Με την απόφαση 479/2017 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Τμ. Α΄) κρίθηκαν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τις προϋποθέσεις κήρυξης αναδάσωσης. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η απόφαση αυτή κυρίως λόγω των αναφορών της στην τακτική της λεκτικής διατύπωσης εξαιρέσεων από τη διαδικασία αναδάσωσης, που πρόσφατα απασχόλησε τον νομοθέτη και τη Διοίκηση στο πλαίσιο των τελευταίων εξελίξεων για τους δασικούς χάρτες. Πρόκειται ίσως για μια από τις σπάνιες έως σήμερα νομολογιακές καταγραφές του πολυσυζητημένου και επίκαιρου αυτού θέματος που αφορά τη δασική διοικητική δράση και πρακτική, εγείροντας συγχρόνως καίρια θέματα νομικής τάξεως. Επίσης κρίθηκαν σημαντικά ζητήματα σχετικά αφ΄ ενός μεν με το ανεπίτρεπτο της κηρύξεως αναδασωτέων εκτάσεων εντός ορίων οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923 και αφ΄ ετέρου με τη διατήρηση του δασικού χαρακτήρα εκτάσεων που είχαν νόμιμα κριθεί πρόσφορες για εποικιστική ή αποκαταστατική αξιοποίηση.

Η απόφαση ΔΕφΑθ 479/2017[1] αφορούσε εκδίκαση αιτήσεως ακυρώσεως αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής έτους 2010, με την οποία είχε κηρυχθεί αναδασωτέα έκταση συνολικού εμβαδού 66.832 στρ. των κτηματικών περιφερειών (πρώην) Κοινοτήτων Γραμματικού, Βαρνάβα και Καπανδριτίου νομού Αττικής, που είχε καταστραφεί από πυρκαγιά, κατά το μέρος που κήρυττε αναδασωτέα έκταση 9.937 τ.μ. σε θέση  της κτηματικής περιφέρειας της (πρώην) Κοινότητας Βαρνάβα Αττικής, επί της οποίας η αιτούσα προέβαλλε δικαίωμα κυριότητος.

Το δικαστήριο, όπως παγίως, έκρινε ότι κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 117 § 3 του Συντάγματος και 38 § 1 και 41 §§ 1 και 3 του ν. 998/1979,[2] κάθε αποψιλούμενη, δημόσια ή ιδιωτική, δασική έκταση κηρύσσεται υποχρεωτικά αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη προϋποθέσεων, η δε απόφαση περί αναδασώσεως πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη ως προς τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δάσους ή δασικής. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου.[3]

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, με την ένδικη έκθεση αυτοψίας δασολόγων του αρμόδιου Δασαρχείου Καπανδριτίου διαπιστώθηκε, ότι την 21η Αυγούστου 2009 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην επίμαχη δασική θέση στο Γραμματικό Αττικής, η οποία επεκτάθηκε ακολούθως και έκαψε εκτάσεις που υπάγονταν στις κτηματικές περιφέρειες των κοινοτήτων Γραμματικού, Βαρνάβα, Καπανδριτίου και Δήμου Μαραθώνα Αττικής. Επίσης επεκτάθηκε σε εκτάσεις αρμοδιότητας του Δασαρχείου Πεντέλης. Το σύνολο των εκτάσεων που περιλαμβάνονταν στο περίγραμμα της ανωτέρω πυρκαγιάς, όσον αφορά την περιοχή αρμοδιότητας του Δασαρχείου Καπανδριτίου, στους χάρτες ΓΥΣ κλίμακας 1:5.000, όπου είχε τοποθετηθεί το περίγραμμα της ανωτέρω πυρκαγιάς, εμφανίζονταν με συνεχή κόκκινη γραμμή πάχους 0,8 χιλ. και ανέρχονταν συνολικά σε 93.160 στρ.

Από αυτές τις εκτάσεις, οι εκτάσεις που ήταν ανέκαθεν δάση, δασικές και δημόσιες χορτολιβαδικές και οι κοινόχρηστες και διαθέσιμες εποικιστικές εκτάσεις, που την ημέρα της πυρκαγιάς είχαν μορφή δάσους και δασικής εκτάσεως, κατ΄ άρθρο 12 § 7 του ν. 3147/2003, συνολικού εμβαδού 57.153 στρ., εμφανίζονταν με πράσινο χρώμα. Οι εκτάσεις που εμφανίζονταν με κόκκινο χρώμα ήταν εκχερσωμένες εκτάσεις, δηλαδή δάση ή δασικές εκτάσεις ή χορτολιβαδικές το έτος 1938, άλλης μορφής σήμερα, συνολικού εμβαδού 2.208 στρ. Οι εκτάσεις που εμφανίζονταν με καφέ χρώμα ήταν δασωμένοι αγροί, αγροτικές εκτάσεις το έτος 1938, δάσος ή δασική έκταση σήμερα και δασωμένα κληροτεμάχια συνολικού εμβαδού 6.827 στρ. Οι εκτάσεις που εμφανίζονταν με κόκκινη διαγράμμιση ήταν δασωμένοι αγροί και δασωμένα κληροτεμάχια που είχαν εκχερσωθεί το 1978 και σήμερα έχουν αγροτική μορφή συνολικού εμβαδού 644 στρ.

Στην έκθεση αυτοψίας αναφερόταν ότι η φωτοερμηνεία των εκτάσεων είχε γίνει με τη βοήθεια αεροφωτογραφιών των ετών 1938 ή 1945-1978 και 2007. Επίσης ότι είχαν χρησιμοποιηθεί οι προσωρινοί κτηματικοί χάρτες (ΠΚΧ) και οι εκτάσεις που εμφανίζονταν με κίτρινο χρώμα ήταν αυτές που, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 14 ν. 998/1979 (πράξεις χαρακτηρισμού, αποφάσεις επιτροπών άρθρου 10 ν. 998/1979), είχαν χαρακτηρισθεί ως υπαγόμενες στην § 6α΄ του άρθρου 3 του ν. 998/1979 ή ήταν εκτάσεις που στους προσωρινούς κτηματικούς χάρτες, που είχαν καταρτισθεί με τις διατάξεις του ν. 248/1976, εμφανίζονταν ως μη δασικές (§ 10 του άρθρου 21 ν. 320/2003) ή σύμφωνα με φωτοερμηνεία ήταν ανέκαθεν αγροτικές εκτάσεις που με τη διαδικασία του άρθρου 67 του ν. 998/79 και του άρθρου 14 του ν. 1734/1987 δεν υπάγονταν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και για τις οποίες είχε δοθεί νόμιμη άδεια εκχέρσωσης με απόφαση του οικείου νομάρχη. Εν συνεχεία, κατόπιν σχετικής προτάσεως είχαν κηρυχθεί αναδασωτέα 66.832 στρ., τα οποία ήταν δάση και δασικές εκτάσεις. Αρκετές από τις μη δασικές εκτάσεις ήταν γεωργικές και ίσχυαν τελεσίδικες πράξεις χαρακτηρισμού του Δασάρχη και προσωρινοί δασικοί χάρτες που είχαν συνταχθεί κατ΄ εφαρμογή του ν. 248/1976.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονταν ειδικότερες εξαιρέσεις που αφορούσαν εκτάσεις, οι οποίες εξαιρούνταν της αναδάσωσης. Μετά την έκδοση προηγούμενης αναβλητικής αποφάσεως του Δικαστηρίου, η αιτούσα με αίτησή της προς το οικείο Δασαρχείο είχε προσκομίσει στην υπηρεσία 4 τοπογραφικά διαγράμματα με την επίδικη έκταση, εμβαδού 9.937 τ.μ. Κατόπιν διενέργειας ελέγχου και φωτοερμηνείας της εκτάσεως απεστάλη στο Δικαστήριο έγγραφο απόψεων της Διοικήσεως, σύμφωνα με το οποίο η εν λόγω έκταση χωριζόταν σε τρία (3) τμήματα, ως προς τα οποία αναφέρονταν τα εξής:

«Από την έκταση αυτή τμήμα εμβαδού 3.063 τ.μ. εξαιρέθηκε της απόφασης κήρυξης ως μη δασική έκταση. Η έκταση αυτή περιλαμβανόταν και στην περίμετρο της απόφασης κήρυξης έτους 1993, η οποία όμως στο λεκτικό της μέρος εξαιρούσε τις γεωργικές εκτάσεις και τα κληροτεμάχια που είχαν μορφή δασικής εκτάσεως (§ 2 του άρθρου 3 του ν. 998/1979). Η υπόλοιπη έκταση, ήτοι τμήμα εμβαδού 4.300 τ.μ. και τμήμα εμβαδού 2.574 τ.μ. ήταν κηρυγμένη αναδασωτέα. Όλη η επίδικη έκταση των 9.937 τ.μ. αποτελούσε κληροτεμάχιο της διανομής Πουρίθι Ίλκιζα Βαρνάβα έτους 1934».

Από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών, στην οποία προέβη η δασική αρχή, προέκυψε ότι το 1937 όλη η επίμαχη έκταση των 9.937 τ.μ. ήταν δάσος αειφύλλων πλατυφύλλων και πεύκων πυκνότητας 50-60%. Το 1945 η έκταση υπέστη ανθρώπινες επεμβάσεις με την πυκνότητα της βλάστησης να κυμαίνεται από 10 έως 30%. Το 1960 τμήμα της έκτασης ήταν μη δασικό και η υπόλοιπη συνολικού εμβαδού 6.874 τ.μ. δάσος πυκνότητας 45%. Το 1978 η έκταση παρέμενε όπως το 1960 με την πυκνότητα της βλάστησης να έχει αυξηθεί στο 70%, ενώ και το 2007 η κατάσταση ήταν ίδια με τα προηγούμενα έτη. Στην έκθεση φωτοερμηνείας είχε επισυναφθεί απόσπασμα ορθοφωτογραφίας έτους 2010 με την έκταση μετά τη φωτιά, όπου φαινόταν το επίδικο κτήμα με την ίδια μορφή που είχε πριν τη φωτιά του 2009, διότι όπως ανέφερε η δασική αρχή, οι θάμνοι που υπήρχαν στο δάσος είχαν αναβλαστήσει μέσα σε ένα χρόνο, αφού η έκταση δεν καλλιεργείτο, η μη δασική δε έκταση παρέμενε χωρίς ιδιαίτερη δασική βλάστηση. Τέλος, κατέληγε η Διοίκηση στο συμπέρασμα ότι στο μεν τμήμα που άλλαξε μορφή μετά το 1937 είχε γίνει νόμιμη αλλαγή χρήσεως μετά τη διανομή του 1934 και γι΄ αυτό δεν είχε κηρυχθεί αναδασωτέο, ενώ η υπόλοιπη έκταση των 6.874 τ.μ. είχε ανέκαθεν μορφή δάσους και ορθά είχε κηρυχθεί αναδασωτέα.

Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η επίδικη έκταση παρά τον νόμο και αναιτιολόγητα είχε κηρυχθεί αναδασωτέα, διότι βρισκόταν εντός των ορίων του οικισμού Βαρνάβα, ο οποίος είναι προϋφιστάμενος του έτους 1923, με το αιτιολογικό ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προέκυπτε ότι η επίμαχη έκταση ενέπιπτε εντός των ορίων του οικισμού Βαρνάβα, ο οποίος από κανένα επίσης στοιχείο δεν προέκυπτε ότι είχε οριοθετηθεί.[4] Αντιθέτως, η απόσταση της επίμαχης εκτάσεως από τον εν λόγω οικισμό ήταν περίπου 600 μ. και δεν ήταν εντός σχεδίου ή εντός οικισμού, ούτε τα όρια του οικισμού του Βαρνάβα είχαν οριοθετηθεί επισήμως κατά τον νόμο.

Η αιτούσα επίσης προέβαλε ότι πριν την 11η Ιουνίου 1975, η επίδικη έκταση είχε αλλάξει χαρακτήρα, καθ΄ ότι δυνάμει σχετικού τίτλου του έτους 1949 της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας είχε αποδοθεί κατά κυριότητα στον απώτερο δικαιοπάροχό της, προκειμένου να την καλλιεργήσει, σύμφωνα με το άρθρο 189 του Αγροτικού Κώδικα και σχετική απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών. Όμως στην προκειμένη περίπτωση, κατά την απόφαση, εκτός του ότι κανένα στοιχείο δεν απεδείκνυε τον ισχυρισμό αυτόν, ακόμη κι αν η Διοίκηση αντιλαμβανόταν την έκταση ως κατάλληλη για εποικιστικούς ή αποκαταστατικούς σκοπούς κατά το απώτατο παρελθόν, το γεγονός αυτό δεν ανέτρεπε από μόνο του το αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλομένης πράξεως αναδάσωσης, η οποία εκδόθηκε κατ΄ εφαρμογή κατά πολύ μεταγενέστερης νομοθεσίας, ιδίως δε του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος του 1975. Κρίθηκε εξ άλλου, πως ακόμη κι αν η έκταση είχε θεωρηθεί κατάλληλη για αποκαταστικούς σκοπούς, δεν τεκμαιρόταν μη δασικός χαρακτήρας της εκτάσεως, αφού δεν αποκλείεται να είχε το κτήμα αυτό δασικό χαρακτήρα εξ αρχής ή ν΄ απέκτησε η έκταση εκ των υστέρων δασικό χαρακτήρα, τον οποίο απώλεσε λόγω πυρκαγιάς.[5]

Προβλήθηκε περαιτέρω από την αιτούσα ότι δεν αιτιολογείτο νόμιμα ο δασικός χαρακτήρας της επίμαχης εκτάσεως των 9.937 τ.μ. ως προς τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων, οι οποίες απαιτούνται για να θεωρηθεί ότι ορισμένη έκταση έχει δασική μορφή. Το δικαστήριο έκρινε εν προκειμένω ότι δεν προέκυψε από το σύνολο των στοιχείων ότι το επίμαχο τμήμα της εκτάσεως εμβαδού 3.063 τ.μ. ήταν μη δασικό, σύμφωνα με τη φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960, 1978 και 2007, η οποία περιεχόταν στο σχετικό έγγραφο απόψεων του οικείου Δασαρχείου προς το Δικαστήριο. Περαιτέρω όμως από τη φωτοερμηνεία των παραπάνω αεροφωτογραφιών, η οποία είχε περιληφθεί στο ίδιο έγγραφο απόψεων του Δασαρχείου, προέκυπτε ότι τα επιμέρους τμήματα της επίμαχης εκτάσεως, που αποτυπώνονταν στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, εμβαδού 4.300 τ.μ. και 2.574 τ.μ., αντιστοίχως, είχαν ανέκαθεν μορφή  δάσους, το γεγονός δε αυτό αρκούσε για την υπαγωγή τους στη δασική νομοθεσία. Επομένως, η κρινομένη αίτηση έγινε δεκτή εν μέρει και ακυρώθηκε η προσβαλλομένη πράξη, κατά το μέρος, που είχε κηρυχθεί αναδασωτέο το τμήμα της επίμαχης εκτάσεως εμβαδού 3.063 τ.μ., σύμφωνα με τον σχετικό λόγο της αιτήσεως.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλ. ΔΕφΑθ 479/2017 (Τμ. Α΄), σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠκΔ) τ. 1/2017 σ. 94, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2017. Η κρινομένη αίτηση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών από το Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3900/2010.

[2] Η προσβαλλομένη απόφαση είχε εκδοθεί κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 117 § 3 του Συντάγματος, κατά το οποίο: «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλον τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό». Περαιτέρω, κατ΄ άρθρο 38 § 1 του ν. 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας» (Α΄ 289), του οποίου γίνεται επίσης επίκληση στην προσβαλλομένη απόφαση: «Κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας κατηγορίας αυτών ή της θέσεως εις ην ευρίσκονται, εφ΄ όσον ταύτα καταστρέφονται συνεπεία πυρκαϊάς ή παρανόμου υλοτομίας αυτών». Κατ΄ άρθρο 41 § 1 του αυτού νόμου: «Η κήρυξις εκτάσεως ως αναδασωτέας ενεργείται δι΄ αποφάσεως του οικείου νομάρχου [ήδη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας κατά τον ν. 2503/1997 (Α΄ 107)] καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως, η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», κατά δε την § 3 του ιδίου άρθρου: «Ειδικώς προκειμένου περί κηρύξεως εκτάσεων ως αναδασωτέων ένεκα μερικής ή ολικής καταστροφής δάσους ή δασικής εκτάσεως εκ πυρκαϊάς ή άλλης αιτίας εκ των εν άρθρ. 38 § 1 αναφερομένων η κατά την § 1 του παρόντος άρθρου απόφασις του νομάρχου εκδίδεται, μετά εισήγησιν της αρμοδίας δασικής υπηρεσίας υποχρεωτικώς εντός τριών μηνών [ήδη δύο μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 12 § 2 του ν. 2040/1992 (Α΄ 70)] από της καταστολής της πυρκαϊάς ή της διαπιστώσεως της εξ άλλης αιτίας καταστροφής …».

[3] Βλ. ΣτΕ 3772/2007, 2126/2000, 5778/1996, 679/1994, 6/1993, 3738/1992 κ.ά.

[4] ΣτΕ 3633/2003 κ.ά.

[5] Βλ. ΣτΕ 2682/2007, 1104/2006, 320/2005, πρβλ. και ΣτΕ 2624/2003, 2628/2000 κ.ά.

.

.


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 23.05.2017

.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s