Διαχείριση της εξουσίας και διαχείριση του δάσους

Διαχείριση της εξουσίας και διαχείριση του δάσους

..στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι
πάντα γελαστοί και γελασμένοι
Λαικό τραγούδι[1]

Του Παύλου Πατσώνη – Δασολόγου

(Φωτογραφία από το διαδίκτυο- Δασεργάτες με τα ζώα τους στα Πιέρια)

Από το πρωί δούλευαν στην περιοχή του Αι Λια μεταφέροντας την ξυλεία στο δασόδρομο. Αργά το απόγευμα ο Μιχάλης και ο Τάσος τακτοποίησαν με προσοχή στα μουλάρια τα εργαλεία τους και πήραν το δρόμο της επιστροφής. Χρόνια δασεργάτες και οι δυο, από μικρά παιδιά έμαθαν τη δουλειά όταν βοηθούσαν τους μεγαλύτερους τα καλοκαίρια που έκλεινε το σχολείο.

Είχε σουρουπώσει όταν έφτασαν στο χωριό. Πολλά τα σπίτια του τα περισσότερα σε καλή κατάσταση, οι κάτοικοι όμως λίγοι. Φτάνοντας στην πλατεία κάθισαν στο καφενείο. Όλοι μια παρέα τα βράδια, ο καθένας με τις δικές του καθημερινές δυσκολίες. Αύριο είχαν πανήγυρι και οι θαμώνες ήταν περισσότεροι.

– Δόξα τω Θεώ, προλάβαμε να τελειώσουμε, αύριο ο καιρός θα είναι χειρότερος, είπε ο Τάσος.

– Ο Τάσος στις προγνώσεις τα καταφέρνει από μικρός, είπε ο Μιχάλης. Αυτός επέμενε να μη φύγουμε από το χωριό όταν τελειώσαμε το σχολείο. Το αγαπούσαμε και θέλαμε να ζήσουμε εδώ. Πολλοί απ’ όσους έφυγαν μας μακαρίζουν για την απόφασή μας. Ωραία η ηρεμία που προσφέρει το χωριό, αλλά γνωστές οι ελλείψεις και οι δυσκολίες που υπάρχουν. Όλοι τις γνωρίζουν και τις παραδέχονται, και όσο από διαπιστώσεις και υποσχέσεις μπουχτίσαμε.

– Πιο παλιά δουλεύαμε και σε δουλειές του Δασαρχείου, είπε ο Ηλίας παλιός δασεργάτης και συνέχισε.

– Είχαμε και Δασονομείο στο χωριό εκείνα τα χρόνια και δουλεύαμε εργάτες στις διάφορες εργασίες. Το καφενείο πλάι στο Δασονομείο άνοιγε πριν ξημερώσει. Εκεί πίναμε τον πρώτο μας καφέ, που ορισμένοι τον συνόδευαν και με ένα ποτηράκι τσίπουρο. Είχε πολλούς κατοίκους το χωριό και στο Δημοτικό λειτουργούσαν όλες οι τάξεις, μας έλεγε ο μπάρμπα Σάκης πρωινός θαμώνας του καφενείου. Πριν τον πόλεμο ήταν κεφαλοχώρι, έλεγε με περηφάνεια∙ κοιτάξτε σ΄ ένα σοκάκι πόσα παιδιά ζούσαν, και με καμάρι μας έδειχνε τη φωτογραφία από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα στον τοίχο του καφενείου. Μετά τον πόλεμο, συνέχιζε, όσο περνούσαν τα χρόνια γινόμασταν και λιγότεροι. Δουλειές δεν υπήρχαν και οι δυσκολίες περίσσευαν εκείνη την εποχή. Από τη δεκαετία του 60 έφευγαν τα παλληκάρια του χωριού για την ξενιτιά, τα περισσότερα για Γερμανία αλλά και για άλλες χώρες. Τα πρώτα χρόνια αρκετοί επέστρεφαν να παντρευτούν και με την κοπελιά τους γυρνούσαν πίσω. Το πρώτο, δεύτερο παιδί το άφηναν στους παππούδες στο χωριό, για να δουλέψει το ανδρόγυνο, να μαζέψει περισσότερα χρήματα και μετά να γυρίσει.

Φωτογραφία από το διαδίκτυο- Κοκκινοπηλός Ελασσόνας 1913[2]

– Τα χρόνια όμως περνούσαν, πρόσθεσε ο Φώτης, η επιστροφή αργούσε και μόνο με τη σύνταξη άρχισαν να επιστρέφουν ορισμένοι- τουλάχιστον να μας θάψουν στο τόπο μας.

– Στη χώρα μας από παλιά αλλά κυρίως τις δεκαετίες του ΄50 και ’60 οι επιλογές των κυβερνώντων ερήμωσαν την ελληνική ύπαιθρο από τους νέους και τους ″βοήθησαν″ να φύγουν στις μεγάλες πόλεις του τόπου μας και του εξωτερικού, είπε ο δάσκαλος. Οι πολιτικές επιλογές των νέων κυβερνώντων και η ″ανάπτυξη″ που υπόσχονταν, ύστερα από 50 χρόνια έκανε οικονομικούς μετανάστες και τους Έλληνες επιστήμονες.

– Οι πολιτικοί, δεν έχουμε παράπονο, πάντα μας υπόσχονταν λύσεις και στις ομιλίες τους περίσσευαν οι διαπιστώσεις για τα κακώς κείμενα και οι εύκολες απαντήσεις στις αγωνίες μας, συμπλήρωσε ο Γιάννης, νέος δασεργάτης.

– Πριν μερικούς μήνες είχαμε εκλογές, είπε ο Ηλίας. Στην πλατεία του χωριού τα ξύλινα τραπεζάκια είχαν στηθεί σύμφωνα με την επιθυμία και το γούστο του κάθε κομματάρχη, τα προγράμματά τους με διάφορα χρώματα γεμάτα υποσχέσεις.

– Τα βιβλιαράκια των υποσχέσεων, όπως σε κάθε εκλογές, είπε ο Τάσος

– Για κάθε πρόβλημα η υπόσχεση γραμμένη σε γυαλιστερό χαρτί. Ακόμα πιστεύουν πως ό,τι γυαλίζει, ζαλίζει και ευκολότερα γίνεται αποδεκτό, είπε ο δάσκαλος.

– Για να γράφουν υποσχέσεις όμορφα τυπωμένες, έχουν χρόνο και χρήματα, για να μας ακούσουν, ο χρόνος λίγος. Όσο περισσεύουν τα χαμόγελα τέτοιες μέρες, τόσο δυσκολεύουν αργότερα, όταν ζητάμε να μας βοηθήσουν, είπε ο Παναγιώτης, χρόνια κτηνοτρόφος.

– Όταν θέλουμε ρουσφέτι, ας είναι και παράλογο, πρόθυμα μας ακούνε και μας καθησυχάζουν με υποσχέσεις. Άλλωστε, τι έχουν να χάσουν; είπε ο Αντώνης, συμμαθητής του Μιχάλη, που έφυγε στην πρωτεύουσα για καλύτερη ζωή. Άνεργος πια επέστρεψε στο χωριό τα τελευταία χρόνια και δουλεύει δασεργάτης.

– Τι υπόσχονται τόσα χρόνια, είπε με αγανάκτηση ο Νικήτας, συνταξιούχος αγρότης: λιγότερη δουλειά και καλύτερο εισόδημα. Γενικά και αόριστα, λόγια ευχάριστα και αποδεκτά. Διαφήμιζαν ότι με τα ευρωπαϊκά προγράμματα θα μας μοιράζουν χρήματα, χωρίς να έχουμε συγκεκριμένη πληροφόρηση για τις απαιτήσεις του χρηματοδότη. Δεν γνωρίζαμε τα ″ψιλά γράμματα″, όπως λένε. Επίσης, δεν ξέραμε αν γίνονταν για μας ή εμείς ήμασταν η δικαιολογία για να έχουν δουλειά και κέρδος άσχετοι με το επάγγελμα του αγρότη.

– Δεν τόνιζαν το αυτονόητο, ότι τα χρήματα των επιδοτήσεων δεν αποτελούσαν βοήθημα, αλλά οικονομικό κίνητρο για να βρούμε τρόπους που θα μας βοηθήσουν, ώστε η εργασία μας στο δάσος ή στο χωράφι να είναι περισσότερο αποδοτική. Το αποτέλεσμα ήταν οι περισσότεροι να θεωρούν δεδομένο το όποιο εισόδημα είχαν από τις επιδοτήσεις των προγραμμάτων και να το διαθέτουν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, είπε ο Μιχάλης.

– Από τις βασικές προτεραιότητες των ευρωπαϊκών προγραμμάτων που αφορούν τη γεωργία, θα έπρεπε να ήταν η ενημέρωση και εκπαίδευση όσων ασχολούνται με δασικές ή αγροτικές εργασίες σε θέματα ασφάλειας και υγείας, ώστε να βελτιωθούν κάποτε οι συνθήκες εργασίας μας και να μειωθούν τα ατυχήματα που συχνά συμβαίνουν, είπε ο Τάσος. Δεν αρκεί πολλές φορές η εμπειρία και η επιδεξιότητα, που διαθέτουμε οι περισσότεροι, να αποτρέψουν μικρά ή μεγάλα, αλλά και θανατηφόρα ατυχήματα που συμβαίνουν στο χώρο δουλειάς μας.

– Τα δασεργατικά ατυχήματα πολλές φορές οδηγούν σε μόνιμες βλάβες, παραμορφώσεις και αναπηρίες αν δεν προκαλέσουν το θάνατο, συμπλήρωσε ο Νίκος συνταξιούχος δασολόγος που μένει στο χωριό. Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί, όταν κάποιος που δούλευε σε δασικές εργασίες πάθαινε σοβαρό ατύχημα, δεν το θεωρούσαμε περίεργο. Οι εργαζόμενοι αποδέχονταν το όποιο ατύχημα συνέβαινε, γιατί δεν γνώριζαν πώς μπορούν να προφυλαχθούν. Μόνο η εμπειρία δεν αρκεί, ο δασεργάτης στη χώρα μας θα πρέπει να εμπλουτίσει τις εμπειρικές γνώσεις που έχει αποκτήσει από την πολύχρονη ασχολία του, με εκπαίδευση σε θέματα εργασιακής τεχνικής, οργάνωσης των εργασιών και προστασίας από ατυχήματα. Αυτά θα τον βοηθήσουν να βελτιώσει τις συνθήκες εργασίας του και να περιορίσει τους κινδύνους που προκαλούν ατυχήματα.

– Τα τελευταία χρόνια, τον διέκοψε ο Μάρκος, δασεργάτης υπεύθυνος του Συνεταιρισμού σε διπλανό χωριό, οι ″ειδικοί των διαχειριστών αρχών″ δε θεωρούν επιλέξιμη δαπάνη την αγορά ζώου, επιτρέπουν όμως τις επιδοτήσεις οποιουδήποτε μεγέθους μηχανημάτων που χρησιμοποιούν οι βόρειες χώρες, οι οποίες και τα κατασκευάζουν. Η χρήση ορισμένων δασικών μηχανημάτων με συγκεκριμένες προδιαγραφές, που είναι γνωστές από τη βιβλιογραφία, βοηθά τις εργασίες συγκομιδής, σε συνδυασμό όμως με τη χρησιμοποίηση των ζώων. Έχουν πάει στα βουνά της Ελλάδας να παρατηρήσουν τη μορφολογία τους, να δουν και να ρωτήσουν πώς ζούνε και εργάζονται οι δασεργάτες ή ο σχεδιασμός γίνεται στον υπολογιστή του γραφείου;

– Καλά τα λέει ο φίλος σου Αντώνη, αυτή είναι η πραγματικότητα. Οι περισσότεροι από τους ″ειδικούς″ που αποφασίζουν, δεν γνωρίζουν αλλά και δε ρωτούν. Αγνοούν τη μορφολογία των ελληνικών βουνών και αντιμετωπίζουν τις εργασίες υλοτόμησης και μεταφοράς με τον ίδιο τρόπο όπως θα αντιμετώπιζαν τις εργασίες σε μια βιοτεχνία ρούχων, συμπλήρωσε ο Φώτης

– Η Ελλάδα είναι από τις χώρες όπου ανέχτηκε αρκετούς πειραματισμούς, ίσως γιατί από την αρχή δεν υιοθέτησε απλές και βιώσιμες λύσεις για τα προβλήματα που υπήρχαν. Αποσπασματικές απόψεις, απλές διαπιστώσεις προβλημάτων ή αιτήματα ικανοποίησης μεμονωμένων ατόμων αρκετά συχνά οδηγούσαν αλλά και ως σήμερα οδηγούν σε χάραξη πολιτικής. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την έλλειψη πληροφόρησης ενημέρωσης και κατάρτισης των ενδιαφερομένων (γεωργών, δασεργατών, κτηνοτρόφων κ.λ.π.) όχι μόνο δεν έλυσαν προβλήματα, αλλά οδήγησαν και σε περιπέτειες ομάδες ανθρώπων που το εισόδημα τους βαθμιαία μειωνόταν, χωρίς τις περισσότερες φορές να γνωρίζουν την αιτία. Συνετέλεσαν επίσης στην ερήμωση των ορεινών κυρίως αλλά και των ημιορεινών περιοχών και οδήγησαν την οικονομία της χώρας σε άσχημη κατάσταση με δυσάρεστες συνέπειες για τις μελλοντικές γενιές. Διορθωτικά μέτρα, όταν είναι ανατρέψιμες οι δυσμενείς επιπτώσεις, που υιοθετούνται με την ίδια λογική και χωρίς σωστό σχεδιασμό, διαιωνίζουν τα προβλήματα δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο με τεράστιες ζημίες στην ανάπτυξη του τόπου. Πρόσφατο παράδειγμα οι επιδοτήσεις αγροτών και κτηνοτρόφων από ευρωπαϊκά προγράμματα. Από την αρχή ήταν γνωστό ποιες εκτάσεις -όσον αφορά την ιδιοκτησία και το χαρακτήρα τους- είναι επιλέξιμες, είπε ο Νίκος.

– Αντί λοιπόν, είπε με έμφαση ο Αντώνης, να υπάρχει και να εφαρμόζεται συγκεκριμένη δασική και γεωργική πολιτική, ακούς και διαβάζεις ορισμένους που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί, να ισχυρίζονται ότι πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού ή ότι προωθούμε λύσεις κοινωνικών προβλημάτων που έχουν δημιουργηθεί. Ανακαλύπτουν λοιπόν λέξεις οι οποίες εντυπωσιάζουν και μπερδεύουν, όπως ″οικιστικές πυκνώσεις″ και άλλες γλαφυρές ονομασίες, προκειμένου να τακτοποιήσουν τις αυθαιρεσίες τις οποίες έθρεψαν και ανέχτηκαν τόσα χρόνια και ευθύνονται γι’ αυτό.

– Θα πρέπει επιτέλους στον τόπο μας, παρατήρησε ο δάσκαλος, οι προτάσεις όσων έχουν την ευθύνη διαχείρισης του περιβάλλοντος, να είναι πρακτικές, κατανοητές και εφαρμόσιμες. Να μην παραμένουν θεωρητικές με σκοπό την αυτοπροβολή όσων επαγγέλλονται λύσεις, ούτε να δημιουργούν ψεύτικες ελπίδες στον τόσο ταλαιπωρημένο Νεοέλληνα.

– Όταν δεν υπάρχει βιώσιμη πολιτική, υπάρχει πληθώρα λέξεων, συμπλήρωσε ο κυρ Σωτήρης ο γεροντότερος της παρέας, χρόνια μετανάστης. Πώς να πιστέψει ο οικονομικά ανασφαλής και νομοταγής πολίτης τις διάφορες εξαγγελίες σ’ αυτόν τον τόπο; Πώς να πιστέψει πλέον; επανέλαβε και φεύγοντας ζήτησε από την Χρυσούλα, ιδιοκτήτρια του καφενείου, να κεράσει την παρέα. Αύριο έχουμε πανήγυρι και θα ξυπνήσουμε νωρίς.

Την ένταση της συζήτησης διέκοψε ο θόρυβος απ’ το κατρακίλι που έπαιζε μέσα και έξω απ’ το καφενείο ο Στάθης, εγγονός του Ηλία.

– Τον μπαγάσα, θα το βρήκε στο υπόγειο του σπιτιού. Ατέλειωτες ώρες έπαιζα κι εγώ, είπε ο παππούς του με νοσταλγία.

Φωτογραφία από το διαδίκτυο

Παύλος Πατσώνης – Δασολόγος

———- ———-

[1] Στίχοι: Άλκης Αλκαίος, Τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος

[2] Φωτογραφία του Φρεντ Μπουασονά: Γαλλοελβετός φωτογράφος, (1858-1946)


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 04.06.2017


follow_fb.gif

.

.

.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s