Ιδιοκτησιακό καθεστώς κτήματος Βεΐκου Αττικής

Ιδιοκτησιακό καθεστώς κτήματος Βεΐκου Αττικής

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

Το άλσος Βεΐκου στην Αθήνα
[www.hellasweather.gr]

Με την πρόσφατη απόφαση 1002/2017[1] του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκαν ζητήματα δασικής ιδιοκτησίας που αφορούν το τεκμήριο κυριότητας του ελληνικού Δημοσίου στα δάση και την κτήση κυριότητας δημοσίων κτημάτων με έκτακτη χρησικτησία. Επίσης στην απόφαση αναλύονται οι προϋποθέσεις κήρυξης αναδάσωσης και η έννοια του δάσους στο δίκαιο. Ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται η εκτενής αναφορά της εξεταζομένης αποφάσεως στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του κτήματος Βεΐκου (Ομορφοκκλησιάς) νομού Αττικής.

.

Ι. Εισαγωγή – Σύντομο ιστορικό

Στην προκειμένη υπόθεση οι ενάγοντες φέρονται ως συγκύριοι εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 9.011,02 τ.μ. (μετά των επ΄ αυτού ισόγειας κατοικίας, γεωργικών και κτηνοτροφικών αποθηκών και εγκαταστάσεων), το οποίο απέκτησαν με κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα τους. Ο τελευταίος όπως και ο δικαιοπάροχος νομής παππούς τους είχαν αποκτήσει κατά τους ισχυρισμούς τους την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, για τον λόγο ότι το νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως από το 1940 έως το 2008. Ισχυρίσθηκαν επίσης οι ενάγοντες, ότι όλοι οι αναφερόμενοι στην αγωγή δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν το επίδικο ως τμήμα μείζονος εκτάσεως με την ονομασία «κτήμα Βεΐκου» ή «κτήμα Ομορφοκκλησιάς» με παράγωγο τρόπο δυνάμει συμβολαιογραφικών τίτλων νόμιμα μεταγεγραμμένων από τους αρχικούς δικαιούχους, που είχαν αποκτήσει τη μείζονα αυτή έκταση με χρησικτησία καθώς τη νέμονταν με τα προσόντα του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μείζον της τριακονταετίας μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 1915.

Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός τους απέκτησε το επίδικο, το οποίο κατέστη ιδιωτική έκταση με τον προεκτεθέντα τρόπο, με χρησικτησία, διότι το νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από το έτος 1983 μέχρι τον θάνατό του, το 2008 και ότι το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο αμφισβητούσε τη συγκυριότητά τους χαρακτηρίζοντας την όλη περιοχή, στην οποία βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο, ως δημόσιο κτήμα. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν με την αγωγή τους να αναγνωριστεί η κυριότητά τους επί του επιδίκου ακινήτου.

Το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο είναι τμήμα μείζονος εκτάσεως εμβαδού 935,483 τ.μ., η οποία αποτελούσε ανέκαθεν δάσος, έχει δε ήδη κηρυχτεί αναδασωτέα και επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, τεκμαίρεται ότι ανήκει στο ελληνικό Δημόσιο, άρα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Περαιτέρω ισχυρίσθηκε το ελληνικό Δημόσιο, ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν είχαν αποκτήσει κυριότητα επ΄ αυτού με πρωτότυπο τρόπο, όπως ισχυρίζονται, δεδομένου ότι το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν, από συστάσεως του ελληνικού κράτους, δημόσιο κτήμα το οποίο το ελληνικό Δημόσιο απέκτησε: α) βάσει της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3.2.1830, 4-16.6.1830 και 18.6-1.7.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, β) ως δάσος βάσει των άρθρων 1, 2 και 3 του βδ/τος της 17-29.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών», για το οποίο δεν προσκομίστηκε προς αναγνώριση στη Γραμματεία επί των Οικονομικών ταπί εντός έτους από τη δημοσίευσή του, γ) ως λιβάδι ή βοσκότοπο κατ΄ άρθρο 1 του βδ/τος της 3/15.12.1833 (A΄ 40/12.12.1833), δ) με έκτακτη χρησικτησία, διότι το νέμεται από την απελευθέρωση της χώρας από την Οθωμανική επικυριαρχία μέχρι σήμερα και ε) ως αδέσποτο κατ΄ άρθρο 16 του βδ/τος της 10.7.1837.

Στη δίκη παρενέβησαν υπέρ του εναγομένου ελληνικού Δημοσίου ο Δήμος Γαλατσίου και ο δήμαρχος ατομικά ως πολίτης, επικαλούμενοι ότι το επίδικο αποτελεί δάσος, το οποίο ο μεν Δήμος κατέχει και συντηρεί προς όφελος των δημοτών του για λογαριασμό του ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο ανήκει κατά κυριότητα, ο δε δήμαρχος ως πολίτης για τον λόγο ότι τυχόν ευδοκίμηση της αγωγής θα είχε ως συνέπεια να αποστερηθεί τη χρήση και ωφέλεια που αποκομίζει από το δάσος αυτό, με συνέπεια την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του.

Ο ιερός ναός Αγίου Γεωργίου, η περίφημη «Ομορφοκκλησιά» Γαλατσίου,
εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο του 12ου αιώνα. Απεκλήθη
«Εύμορφη Εκκλησιά» για την εξαιρετική χάρη και κομψότητά του. Διαθέτει
σπάνιες αγιογραφίες και αποτελεί αρχιτεκτονικό κόσμημα της περιοχής
[www.galatsi.gov.gr και .http://www.patisionzei.com]

ΙΙ. Ιστορική εξέλιξη της δασικής ιδιοκτησίας στο νεότερο ελληνικό δίκαιο

Στο σκεπτικό της εξεταζόμενης απόφασης αναλύθηκε διεξοδικά η ιστορική πορεία και εξέλιξη της δασικής ιδιοκτησίας στην Ελλάδα από ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους (1830) μέχρι σήμερα καθώς επίσης και ειδικότερα το νομοθετικό πλαίσιο που αφορά την κτήση κυριότητας σε δημόσια κτήματα με χρησικτησία, αλλά και την επίδικη έκταση του κτήματος Βεΐκου στην Αθήνα, μία περιοχή γύρω από την οποία ερίζουν πλείστες διεκδικήσεις και αξιώσεις του εμπραγμάτου δικαίου. Ανεξάρτητα δε από την έκβαση της συγκεκριμένης δίκης, κρίνεται ενδιαφέρουσα η αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως για τη βαθύτερη κατανόηση και ερμηνεία του ιδιοκτησιακού καθεστώτος που διέπει την έκταση αυτή, η οποία σημειωτέον περιβάλλει και έναν από τους ελάχιστους πνεύμονες πρασίνου και αναψυχής στην καρδιά της πρωτεύουσας.

Όπως έγινε δεκτό από το δικαστήριο, από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο Πρωτόκολλο της 21.2-3.2.1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4-16 Ιουνίου 1830 και της 19 Ιουνίου – 1 Ιουλίου 1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27 Ιουνίου – 9 Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21 Ιουνίου – 10 Ιουλίου 1837 «περί διακρίσεως κτημάτων», προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε καθώς και εκείνα, τα οποία κατά τον χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο.[2]

Δηλαδή, με τις άνω ρυθμίσεις το Ελληνικό Δημόσιο δεν εκλήθη ως καθολικός διάδοχος κάθε Οθωμανού ξεχωριστά, αλλά διαδέχθηκε το Οθωμανικό Δημόσιο μαζικά με τη γενόμενη δήμευση «πολεμικώ δικαιώματι» (ως ειδικού τίτλου), στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και κατέχονταν (χωρίς σχετικό οθωμανικό τίτλο «ταπί») μόνο από Οθωμανούς κατά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στις 3.2.1830 και τα κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου καθώς και στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων («μούλκια»), τα οποία ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, εγκαταλείφθηκαν όμως από τους πρώην κυρίους τους Οθωμανούς και δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς. Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των Οθωμανών ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας («μούλκια»), που δεν είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, ούτε τα δικαιώματα διηνεκούς εξουσιάσεως («τεσσαρούφ»), τα οποία είχαν αποκτηθεί από Οθωμανούς επί των δημοσίων γαιών νόμιμα, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4-16.6.1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα «Βακούφια» και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος.[3] Τα ίδια ισχύουν και καθ΄ όσον αφορά τα οθωμανικά κτήματα, τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του νέου Ελληνικού Κράτους (3.2.1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, εν συνεχεία δε παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και Φθιώτιδας, δηλαδή όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, ως δημόσιες γαίες (αγροί, λειμώνες, λιβάδια, θέρετρα, ήτοι χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση και τα παρόμοια) και δεν κατέχονταν νόμιμα (με «ταπί») από Οθωμανούς καθώς και όσα ήσαν αδέσποτα, περιήλθαν βάσει της ίδιας πιο πάνω Συνθήκης (πρωτοτύπως) στο Ελληνικό Δημόσιο,[4] ενώ όσα από τα παραπάνω κτήματα (δημόσιες γαίες) κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες νόμιμα με «ταπί», που τους παραχωρούσε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως «τεσσαρούφ» καθώς και όσα κτήματα ανήκαν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας σε Οθωμανούς ιδιώτες («μούλκια» – πλήρεις ιδιοκτησίες) και δεν είχαν εγκαταλειφθεί, αλλά κατέχονταν από αυτούς, κατά τον χρόνο της υπογραφής των Πρωτοκόλλων (3.2.1830), παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πώλησής τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες. Όμως, όσον αφορά τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός όλων των εδαφών, τα οποία τελικά συναποτέλεσαν το πρώτο Ελληνικό Κράτος, στην ελληνική ή στην τουρκική ζώνη κατοχής αδιακρίτως, κατά την ημερομηνία Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας (3.2.1830) και τα οποία κατέχονταν από Έλληνες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο (ταπί, χοτζέτι, βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίστηκαν ως ανήκοντα στους ιθαγενείς Έλληνες, οι οποίοι και αποτέλεσαν τους πρώτους υπηκόους του νέου Ελληνικού Κράτους.[5]

Περαιτέρω, κατά το οθωμανικό δίκαιο και ειδικότερα κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού έτους 1856),[6] που ναι μεν δεν εφαρμόζεται σε περιοχές όπως η Αττική, που παραχωρήθηκε στο νέο Ελληνικό Κράτος με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως στις 31.3.1833, πλην όμως αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε σχετικά με τη διάκριση των γαιών κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, οι γαίες διακρίνονταν στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες:[7]

α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας («μούλκια» – οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξούσιαζε και μπορούσε να τις διαθέσει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης,

β) τις δημόσιες γαίες («μιριγιέ» – καλλιεργήσιμα χωράφια, λιβάδια και δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν ν΄ αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ),

γ) τις αφιερωμένες γαίες («βακούφια»), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες εθεωρούντο ως πράγματα εκτός συναλλαγής,

δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες («μετρουκέ» – οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και

ε) τις νεκρές γαίες («μεβάτ» – τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο.

Από τις διακρίσεις αυτές προκύπτει ότι κυριότητα μπορούσαν ν΄ αποκτήσουν οι ιδιώτες μόνο στις γαίες της πρώτης κατηγορίας και το δικαίωμά τους αυτό κυριότητας αποδεικνυόταν με τη χορήγηση «χοτζέτι», δηλαδή άτυπης μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, που συντασσόταν ενώπιον μουσουλμάνου ιεροδικαστή, ο οποίος και την επικύρωνε, ενώ η κυριότητα επί των λοιπών κατηγοριών γαιών, πλην των βακουφιών (αφιερωμένων γαιών -που εθεωρούντο πράγματα εκτός συναλλαγής), ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ – οιονεί επικαρπίας) μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες, με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομαζόταν «ταπί» και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της εκτάσεως, σύμφωνα με τον προορισμό της,[8] ενώ κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε βάρος του Οθωμανικού Δημοσίου δεν αναγνωριζόταν.[9]

Εξαίρεση από τον κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) μπορούσε να αποκτηθεί δικαίωμα εξουσιάσεως «διά ωρισμένην χρήσιν των δημοσίων γαιών», καθιέρωνε το άρθρο 78 του ανωτέρω Νόμου περί γαιών, κατά το οποίο: «Εάν κάποιος καταλάβη και καλλιεργήση δημοσίας και αφιερωμένας γαίας διά 10 έτη, άνευ αμφισβητήσεως (δικαστικής από το Δημόσιο), αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως, αι δε γαίαι αύται δεν θεωρούνται αδέσποτοι είτε ο εξουσιάζων κατέχει έγκυρον έγγραφον είτε μη, δέον δε να τω δοθή εκ νέου δωρεάν έγγραφον ταπίου (νέος τίτλος)». Από το σαφές περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου αυτού συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης ήταν όχι μόνον η συνεχής επί 10 χρόνια κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 έχει εφαρμογή μόνον επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί βοσκοτόπων, δασών κ.λπ., τα οποία εξουσιάζονται μόνο με την έκδοση τίτλου ταπίου.[10]

Επιπρόσθετα, με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 27ης Ιουνίου (9 Ιουλίου) 1832 και ειδικότερα με την έβδομη παράγραφο συμφωνήθηκε, ότι εντός προθεσμίας δεκαοκτώ μηνών από τη χρονολογία, κατά την οποία θα τερματιζόταν η οροθέτηση, όσοι από τους κατοίκους (Οθωμανούς) ήθελαν να εγκαταλείψουν τα παραχωρηθέντα εδάφη είχαν το δικαίωμα να πουλήσουν τις ιδιοκτησίες τους, ειδική δε επιτροπή θα επιμελείτο, ώστε οι πωλήσεις αυτές να μην γίνονταν αντικείμενο εκμετάλλευσης, με τη δε πέμπτη και έκτη παράγραφο του Πρωτοκόλλου της 22ας Ιανουαρίου (3 Φεβρουάριου) 1830, επετράπη στους μετανάστες Οθωμανούς η πώληση των ιδιοκτησιών που είχαν στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και ιδιωτικά δάση, αδιακρίτως αν αυτά βρίσκονταν εντός ή εκτός των μεγάλων αγροκτημάτων (τσιφλικιών).

Σε εκτέλεση των προαναφερθέντων Πρωτοκόλλων συνεστήθη η επί των Οθωμανικών κτημάτων Εξεταστική Επιτροπή, η οποία με την από 27 Δεκεμβρίου 1832 διακήρυξή της υπεδείκνυε προς τους αγοραστές (Έλληνες), ν΄ αποφεύγουν την αγορά βακουφιών και μαχλουλίων (εγκαταλελειμμένων κ.λπ.), γιατί αυτά περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις συμφωνίες του Λονδίνου και των τελούντων υπό τη μεσεγγύηση της Επιτροπής και την ανάγκη συντάξεως εγκύρων τουρκικών τίτλων πωλήσεως (χοτζετίων).

Η πιο πάνω Επιτροπή συνεστήθη πολύ πριν την έκδοση του διατάγματος της 17.11.1836 «Περί ιδιωτικών δασών» και όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις και εκείνες της από 28.3.1835 Συμβάσεως μεταξύ αυτής και των απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης (που εγκρίθηκε με το βδ/γμα της 4-16.4.1835), το από 4-16.10.1835 Πρωτόκολλο του Υπουργικού Συμβουλίου και την από 1-13.11.1835 διαταγή των επί του Βασ. Οικονομικών και Εξωτερικών Γραμματειών, είχε ως αντικείμενο την εξέταση της εγκυρότητας των τίτλων των γενομένων μεταβιβάσεων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και των ιδιωτικών δασών που βρίσκονταν εντός ή εκτός τσιφλικιών, από τους αποχωρούντες Οθωμανούς στους Έλληνες, προς εξασφάλιση και μόνο των Ελλήνων αγοραστών Οθωμανικών κτημάτων έναντι των πωλητών Οθωμανών. Η τυχόν παρεμπίπτουσα κρίση της εν λόγω Επιτροπής στις ως άνω αποφάσεις περί μη υπάρξεως απαιτήσεως του Δημοσίου επί της μεταβιβαζομένης εκτάσεως δεν δημιουργεί, προκειμένου περί δάσους υφισταμένου το έτος 1836, νόμιμο τίτλο που ανατρέπει το τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου του άρθρου 3 του δ/τος της 17.11.1836.

Χώροι πολιτισμού και αναψυχής στο Άλσος Βεΐκου
[www.attiko-prasino.gr]

Επομένως, οι πράξεις της Γραμματείας των Οικονομικών περί αναγνωρίσεως ιδιωτικών δασών κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του βδ/τος της 17-29.11.1836 δεν πρέπει να συγχέονται με τις αποφάσεις που αφορούν δάση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής. Μόνον οι αποφάσεις της επί των Οικονομικών Γραμματείας και της διά της από 16.4-4.5.1842 δηλοποιήσεώς της συσταθείσας τριμελούς Επιτροπής, οι εκδοθείσες κατά τους τύπους και τη διαδικασία των άρθρων 1 και 3 του βδ/τος της 17/29.11-1.12.1836, με τις οποίες αναγνωρίζεται η κυριότητα ιδιώτη σε δάσος (που βρίσκεται εντός ή εκτός τσιφλικιού), αποτελούν νόμιμο τίτλο κατά του Δημοσίου, ο οποίος μπορεί ν΄ ανατρέψει το ως άνω τεκμήριο του άρθρου 3 του δ/τος της 17.11.1836. Τις δε αποφάσεις της επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής, που επιτελεί έργο της διοικήσεως ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κ.λπ., με τις οποίες αναγνωρίζεται η εγκυρότητα της μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων από Οθωμανούς προς Έλληνες σε δάσος υφιστάμενο το 1836 και στις οποίες περιλαμβάνεται κρίση, μετά από σχετική έρευνα, περί μη υπάρξεως απαιτήσεως του Δημοσίου επί της μεταβιβασθείσας δασικής εκτάσεως και κηρύσσονται εκτελεστές με πράξη της διοικήσεως υπογεγραμμένη από τον επί των Εξωτερικών Γραμματέα της Επικρατείας και από τον Διευθυντή της επί των Οικονομικών Γραμματείας της Επικρατείας, μπορούν οι ιδιώτες αγοραστές, προβάλλοντας κατά του Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας επί δασικής εκτάσεως που αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, να τις επικαλεσθούν ως στοιχεία που αποδεικνύουν την καλή πίστη, κατά την τριακονταετή με διάνοια κυρίου κατοχή του δάσους.[11]

Περαιτέρω, ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31η Μαρτίου 1833 με βάση την από 27 Ιουνίου – 9 Ιουλίου 1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ ελληνικών και τουρκικών αρχών, ενώ κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (από 25 Μαΐου 1827 έως 31 Μαρτίου 1833) και ειδικότερα το έτος 1829, ο Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Έλληνες και Οθωμανούς) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα δε σχετικά ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος της 21ης Ιανουαρίου – 3ης Φεβρουάριου 1830 και με την ως άνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.[12]

Με δεδομένη δε τη διάκριση των γαιών στις πέντε ανωτέρω κατηγορίες κατά το οθωμανικό δίκαιο, η κυριότητα που ο σουλτάνος παραχώρησε δωρεάν στους υπηκόους του δεν αφορούσε τις καθαρές ιδιοκτησίες («μούλκια»), που αποδεικνύονταν από την ύπαρξη σχετικού οθωμανικού τίτλου «χοτζέτι», αφού η κυριότητα αυτή ανήκε ήδη σε ιδιώτες και δεν επρόκειτο να θιγεί από τη διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου. Ούτε επίσης η κυριότητα που παραχώρησε ο σουλτάνος μπορούσε να αφορά τις αφιερωμένες γαίες της τρίτης κατηγορίας, τα λεγάμενα βακούφια, αφού αυτές εθεωρούντο πράγματα εκτός συναλλαγής, αλλ΄ αφορούσε μόνο τις δημόσιες γαίες, που ανήκαν στην κυριότητα του Οθωμανικού Δημοσίου και επί των οποίων, όσοι υπήκοοί του, Έλληνες και Οθωμανοί, τις κατείχαν νόμιμα (με σχετικό επίσημο οθωμανικό τίτλο «ταπί»), ασκούσαν μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως («τεσσαρούφ» – οιονεί επικαρπίας). Η παραχώρηση αυτή κυριότητας έγινε μόνο σε όσους υπηκόους κατείχαν νόμιμα οθωμανικά κτήματα, επομένως κυρίως Οθωμανούς, προκειμένου να τους προστατεύσει (επειδή αυτοί κυρίως κατείχαν δημόσιες γαίες, κατά το οθωμανικό δίκαιο νόμιμα με «ταπί» που τους παραχωρούσε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως – «τεσσαρούφ» – οιονεί επικαρπίας), ώστε αν ήθελαν να αναχωρήσουν, να τις εκποιήσουν ως πλήρεις ιδιοκτησίες και όχι ως υποτιμημένες οιονεί επικαρπίες. Τα ιδιοκτησιακά αυτά δικαιώματα, αργότερα, με την περιέλευση της περιοχής στο ελληνικό κράτος, αναγνωρίστηκαν και από αυτό δυνάμει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 3.2.1830.[13]

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 του βδ/τος της 16.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών» (σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του των άρθρων 2 και 3), αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος που έχει ισχύ νόμου. Έτσι, θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητος επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού κράτους κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφ΄ όσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού, προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά τον χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος.[14]

ΙΙΙ. Η χρησικτησία στα δημόσια κτήματα

Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδέκτη (Πανδ.) (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ), έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά τον χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν επρόκειτο για δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας τρίτου για χρονικό διάστημα τριάντα ετών, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ΄ όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον Νόμο της 21.6-10.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», με το άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι «ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις».

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προς εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912, των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, του άρθρου 21 του νδ/τος της 22.4-26.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης» και του άρθρου 4 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων του από τις 26.5.1926 και εφ΄ εξής, συνάγεται ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί δημοσίων κτημάτων, όπως τα δημόσια δάση, με έκτακτη χρησικτησία, εφ΄ όσον όμως η τριακονταετής νομή, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11.9.1915. Αντίθετα, υπό το καθεστώς του Αστικού Κώδικα δεν είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος σε δημόσιο δάσος με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία (1041, 1045, 974 ΑΚ), αφού αυτό είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας κατ΄ άρθρο 1054 ΑΚ.[15]

Άσκηση νομής με διάνοια κυρίου για την απόκτηση κυριότητας δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει,[16] ως πράξεις δε νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η βοσκή ζώων, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η επίβλεψη, η οριοθέτηση, η επιμέλεια καθαρισμού του, η χρήση του ως βοσκοτόπου[17] για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ΄ όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του, ενώ καλή πίστη, εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητας άλλου.[18]

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν απαιτείτο, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη «ταπίου» υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή σε περίπτωση δάσους, η εκ μέρους του υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατ΄ άρθρο 3 του βδ/τος της 17 Νοεμβρίου 1836 «περί ιδιωτικών δασών».[19] Εφ΄ όσον δε αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι την 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 «περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας», με την οποία ορίζεται ότι «σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λπ., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του»,[20] ούτε η εκδιδομένη κατ΄ άρθρο 191 του νδ/τος 86/1969, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 998/1977 και με βάση το άρθρο 43 του ν. 998/1979, απόφαση της Διοικήσεως, με την οποία κηρύσσεται η επίδικη έκταση δασωτέα ή αναδασωτέα, αφού ο ιδιοκτήτης της αναδασωτέας εκτάσεως παραμένει κύριός της και μετά την κήρυξή της αναδασωτέας,[21] η δε κήρυξη εκτάσεως αναδασωτέας, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ν. 998/1979, σε περίπτωση που αποβλέπει σε ανάκτηση της αλλοιωθείσας δασικής της μορφής, δεν υποχρεώνει τη Διοίκηση στην κήρυξή της και ως αναγκαστικώς απαλλοτριωτέας, ενώ αντίθετα σε περίπτωση που σκοπό της κήρυξης εκτάσεως αναδασωτέας δεν αποτελεί η αναδημιουργία της δασικής της βλάστησης, που έχει καταστραφεί, αλλ΄ η δάσωσή της και η πρόσδοση σε αυτήν δασικού χαρακτήρα, που δεν είχε προηγουμένως, η αναγκαστική απαλλοτρίωση είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση.[22]

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός πως ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία που είναι διακωλυτική του επικαλουμένου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητος του ενάγοντα στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού δεν λαμβάνεται υπ΄ όψη αυτεπαγγέλτως. Τούτο συμβαίνει και όταν εναγόμενο είναι το Δημόσιο, το οποίο επίσης πρέπει να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε σε αυτό με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένστασή του. Απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ως άνω εντάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επιδίκου λόγω απόκτησης κυριότητας από τον ίδιο, την οποία προβάλλει το εναγόμενο Δημόσιο, υποχρεώνει το Δημόσιο σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν την κυριότητά του στο επίδικο.[23]

Εάν το Δημόσιο προβάλλει κατά την απόφαση ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος που περιήλθε σε αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ΄ αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επιδίκου ως δάσους και ως δημοσίου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητος του Δημοσίου σε αυτό, πλην όμως λόγω του υφισταμένου τεκμηρίου κυριότητος βαρύνεται ο ίδιος με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού, ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης.[24]

IV. Περί της εννοίας του δάσους

Δάσος θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται, ολικά ή μερικά, από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. ΑΧΝ’/1888 «περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών», η οποία περιελήφθη ως άρθρο 57 στον ν. 3077/1924 «περί δασικού Κώδικος» και δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979.

Κατά τις διατάξεις αυτές «ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος» και ως δασική έκταση νοείται «πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιός ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρέτηση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών».[25] Προκύπτει επομένως από τις διατάξεις αυτές ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και, γενικά, ακάλυπτοι χώροι καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες τους. Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματά του κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση, ασκεπή ή βραχώδη.[26]

Άλσος Βεΐκου, ένας πράσινος πνεύμονας ζωής και ομορφιάς στη βουερή μεγαλούπολη
[www.in2life.gr]

.

V. Σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του κτήματος Βεΐκου

Όπως έγινε δεκτό με την εξεταζομένη απόφαση, το επίδικο ακίνητο συνιστούσε αγροτεμάχιο εμβαδού 9.011,02 τ.μ. εκτός εγκεκριμένου σχεδίου, στην περιφέρεια του Δήμου Γαλατσίου στην Αθήνα, στη θέση «Εύμορφη Εκκλησιά» ή «Ομορφοκκλησιά» στον συνοικισμό Λαμπρινή. Στο ως άνω αγροτεμάχιο υφίσταται ισόγεια οικία 65,00 τ.μ. και ισόγειες γεωργικές και κτηνοτροφικές αποθήκες και εγκαταστάσεις, συνολικής επιφανείας 540,80 τ.μ. Τμήμα του ανωτέρω αγροτεμαχίου, εμβαδού 1.120 τ.μ., απέκτησε ο  πατέρας των εναγόντων, δυνάμει συμβολαίου του έτους 1983 με αγορά από τις αναφερόμενες στην αγωγή δικαιοπαρόχους του, στις οποίες το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει νόμιμα, από το έτος 1943, μέσα από μια σειρά διαδοχικών πράξεων και τίτλων ιδιοκτησίας νομίμως μεταγεγραμμένων.

Το επίδικο αποτελεί τμήμα της μείζονος εκτάσεως του «κτήματος Ομορφοκκλησιάς ή Βεΐκου», το οποίο σχηματίσθηκε με σταδιακή αγορά διαφόρων εδαφικών εκτάσεων από τον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων. Ειδικότερα, στη διάρκεια των ετών 1829 μέχρι 1853 μέλη της οικογένειας Κοτζιά μετεβίβασαν διαδοχικά προς αυτόν τις επίμαχες εκτάσεις και συγκεκριμένα, με έγγραφα έτους 1829 που συνετάγησαν ενώπιον Δημοσίου Νοταρίου, οι αναφερόμενες σε αυτά εκτάσεις επιφάνειας 250, 20, 30, 300 και 80 στρ., αντίστοιχα, ευρισκόμενες στη θέση «Εύμορφη Εκκλησιά», για τις οποίες γίνεται μνεία ότι βρίσκονταν στην εξουσία των Τούρκων και ότι ο αγοραστής θα τις παραλάμβανε μετά την αποχώρησή τους και σε αντίθετη περίπτωση (μη αποχώρησης) δεν θα έχει καμία αξίωση, μεταβιβάστηκαν λόγω πώλησης, εν συνεχεία δε ο αγοραστής μεταβίβασε τις ως άνω εκτάσεις με ισάριθμες πράξεις ενώπιον του Δημοσίου Νοταρίου Σπετσών έτους 1829. Με έγγραφο της 2.9.1830 και εγκριτική συναφή πράξη (επιτροπικό έγγραφο) της 4.3.1833 του Δημοσίου Νοταρίου Σπετσών, οι ως άνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν λόγω πώλησης,

ενώ με έγγραφο της 13.2.1833 που συνετάγη ενώπιον του Μνήμονος (Νοταρίου) της πόλης των Αθηνών, οι ίδιες πιο πάνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν εκ νέου λόγω πώλησης. Εν συνεχεία με έγγραφο της 27.2.1833 που συνετάγη από τον Πρόκριτο των Αθηνών ενώπιον των Δημογερόντων Αθηνών μεταβιβάσθηκε λόγω πώλησης η ακίνητη κληρονομιαία περιουσία στη θέση «Εύμορφη Εκκλησιά» και με συμβόλαια των ετών 1837, 1841, 1843, 1852 και 1853 πωλήθηκαν οι αναφερόμενες σε αυτά εδαφικές εκτάσεις στη θέση Εύμορφη Εκκλησιά καθώς και το κτήμα «Σκουμπουριάνοι».

Σε όλες τις ανωτέρω εκτάσεις, που είναι γνωστές ως «Εύμορφη Εκκλησιά» ή «Ομορφοκκλησιά» και μεταγενέστερα ως «Κτήμα Βεΐκου», εκτάσεως 4.500 στρ. περίπου, ο αποβιώσας στις 10.10.1864 απώτερος δικαιοπάροχος με μυστική διαθήκη του της 11.1.1864, που δημοσιεύτηκε με πρακτικό της 11.11.1864 του Πρωτοδικείου Αθηνών, όρισε μοναδική κληρονόμο του την … Βεΐκου, η οποία απεβίωσε στις 21.1.1899 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον υιό της, τον οποίο μετά τον θάνατό του στις 15.2.1911 διαδέχτηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του η σύζυγός του και τα τέκνα του … Βεΐκου. Το ένα από τα τέκνα αυτά αποποιήθηκε την κληρονομία και η μερίδα του προσαυξήθηκε στα λοιπά τέκνα, από τα οποία το ένα, με αγωγή του την 31.8.1911 ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε τη διανομή όλου του ως άνω ακινήτου που είχε περιέλθει σε αυτόν και στους συγκληρονόμους του. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας το τέκνο αυτό (… Βέικος) αγόρασε το έτος 1918 από τη μητέρα του (… χήρα Βεΐκου) και την αδελφή του (… Βεΐκου), δυνάμει σχετικού συμβολαίου έτους 1918, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, τα 2/4 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου (1/4 εξ αδιαιρέτου από την κάθε μία). Ακολούθως δε, αυτός και έτερη αδελφή του (… Βεΐκου) ως μόνοι πλέον συγκύριοι του κτήματος με συνυποσχετικό συμβόλαιο της 16.3.1927 συμφώνησαν να καταργήσουν τις μεταξύ τους δίκες για τη διανομή του κτήματος και προέβησαν σε εξώδικη διανομή με διαιτητική απόφαση της 4.6.1927 που κηρύχθηκε εκτελεστή με την απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών έτους 1927 και με σχετικά πρακτικά διαιτησίας που κηρύχθηκαν εκτελεστά με απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών του έτους 1927 και μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, βάση της οποίας … Βέικος έλαβε το βόρειο τμήμα του κτήματος. Μετά τον θάνατό του, στις 14.2.1934, ο ως άνω … Βέικος κληρονομήθηκε με βάση ιδιόγραφη διαθήκη του, έτους 1933, που δημοσιεύθηκε με τα από 21.2.1934 πρακτικά του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχτηκε κυρία με την απόφαση έτους 1934 του Πρωτοδικείου Αθηνών, από τις δύο θετές θυγατέρες του, οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά, τμήμα της οποίας είναι και το επίδικο ακίνητο, το οποίο πώλησαν στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων με το προαναφερθέν συμβόλαιο του έτους 1943.

Όπως προαναφέρθηκε, ο απώτερος δικαιοπάροχος είχε αποκτήσει την έκταση των 4.500 στρ., που αποτελεί το σύνολο των κτημάτων της Εύμορφης Εκκλησιάς και Σκουμπουργιάννη και περικλείεται μεταξύ των ορίων Συντροφικό Καμίνι Πασιαλή, Γαλάτσι, Πλακάκια, οδός Ηρακλείου, Ποδάροι, Ρέμα Καλογρέζας, Ψαλίδι, Κορυφογραμμή Τουρκοβουνίων, Ψυχικό, Ρέμα Στουραΐτη, Τόπος Αγίου Τάφου και Παίδες Μήτρου Σκουπέρη με διαδοχικές αγορές, από τους αρχικούς ιδιοκτήτες της, της οικογενείας Κοτζιά. Μετά την αγορά της ενιαίας έκτασης, η οποία περιελάμβανε αγρούς, οπωροφόρα δένδρα, δασική βλάστηση, βοσκήσιμες εκτάσεις, ασβεστοκάμινους και λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρου, ο απώτερος δικαιοπάροχος προέβη στην καταμέτρησή της από μηχανικό του Δήμου Αθηναίων και στην οριοθέτησή της από τον Ειρηνοδίκη της Βόρειας Πλευράς Αθηνών, ο οποίος συνέταξε σχετική από 30.5.1853 πράξη οριοθεσίας. Ο ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος από την αγορά κάθε μερικότερου τμήματος μεταξύ των ετών 1833 και 1853, έκτοτε δε ενιαία μέχρι τον θάνατό του το έτος 1864, και έκτοτε η κληρονόμος του … Βεΐκου μέχρι τον θάνατό της το έτος 1899 και έκτοτε ο υιός της και καθολικός διάδοχός της ως κληρονόμος αυτής … Βέικος μέχρι το έτος 1911, οπότε και απεβίωσε, νέμονταν την έκταση των 4.500 στρ. με καλή πίστη και με βάση τους προαναφερόμενους τίτλους, έχοντας την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν βλάπτουν δικαίωμα τρίτου, ούτε ειδικότερα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν τους ενόχλησε ποτέ κατά την άσκηση της νομής τους, αλλ΄ αντιθέτως τους αναγνώριζε ως κυρίους χωρίς να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την κατάφαση της αξιούμενης καλής πίστης η ύπαρξη ταπίου ή η υποβολή των αρχικών τίτλων ιδιοκτησίας στη Γραμματεία των Οικονομικών κατ΄ άρθρο 3 του από 17 Νοεμβρίου 1836 βδ/τος «περί ιδιωτικών δασών», διότι σε αντίθετη περίπτωση για την κτήση κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία βάσει των διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, θα αξιώνονταν περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούσε ο νόμος.

Συγκεκριμένα οι ως άνω επισκέπτονταν, επέβλεπαν, οριοθετούσαν και φύλασσαν αυτοπροσώπως και με φύλακες την ενιαία έκταση, εκμίσθωναν μέρη της σε τρίτους για βοσκή, καλλιέργεια, λατόμευση λίθων και μαρμάρου και ρητινοσυλλογή διανοία κυρίων, ενώ μεταξύ των ετών 1867 έως 1910 υπέβαλαν ετησίως δηλώσεις και κατέβαλαν φόρους βοσκής στον Δήμο Αθηναίων ως ιδιοκτήτες ιδιωτικών βοσκήσιμων γαιών κατ΄ άρθρο 52 του ν. ΒΠ/1892. Επίσης ο απώτερος δικαιοπάροχος και οι διάδοχοί του, ως κύριοι, εκμίσθωναν σε τρίτους την ως άνω μείζονα έκταση για βοσκή, καλλιέργεια, χορτονομή, εξόρυξη λίθων και συλλογή ρητίνης, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μισθωτήρια συμβόλαια ετών 1837, 1838, 1841, 1843, 1861, 1877, 1903, 1910, 1914, 1917, 1918 και 1923, ενώ με πράξη καθορισμού ορίων του έτους 1882 προέβησαν στην οριοθέτησή του. Ακόμη, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1867 έως το έτος 1910, δηλαδή συνεχώς για 40 και πλέον έτη, υπέβαλλαν κατ΄ έτος στον Δήμο Αθηναίων δηλώσεις ιδιωτικών βοσκήσιμων γαιών κατ΄ άρθρο 52 του ν. ΒΠ/1892 και κατέβαλλαν φόρους ιδιωτικών βοσκήσιμων γαιών, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις βοσκής και διπλότυπα είσπραξης του Υπουργείου Οικονομικών. Περαιτέρω, μεριμνούσαν για τη φύλαξη του όλου ακινήτου, διορίζοντας οι ίδιοι αγροφύλακες και δασοφύλακες και προέβαιναν στην απόκρουση πράξεων – τρίτων διαταρακτικών της νομής τους.

Εν συνεχεία, με συμβολαιογραφική πράξη έτους 1892 ο … Βέικος παραχώρησε στο Ελληνικό Δημόσιο το έδαφος του κτήματος «Εύμορφη Εκκλησία» ως εγγύηση για τον διορισμό ενός αγροφύλακα.  Αλλά και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αντιμετώπιζε ως ιδιωτική περιουσία το ανωτέρω αναφερόμενο μείζον κτήμα, όπως προκύπτει ιδίως από τα παρακάτω δημόσια έγγραφα που αναφέρονται στην προσκομιζόμενη υπ΄ αριθ. 9632/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και συγκεκριμένα:

α) με έγγραφο της 5.6.1912 του Δασαρχείου Αττικής, ο Δασάρχης, λαμβάνοντας υπ΄ όψη «την από 15 Μαρτίου 1912 αίτησιν του ιδιοκτήτου …» και σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2 του από 10.7.1836 βδ/τος και το άρθρο 18 εδάφ. γ΄ του από 2.12.1911 βδ/τος «περί διαχειρίσεως των δασών» «απαγορεύει τη ρητινοσυλλογή στη δασική θέση Εύμορφη Εκκλησιά – Άγιος Γεώργιος»,

β) σε έγγραφο της 13.10.1912 του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας προς τον Δασάρχη Αττικής αναφέρεται ότι: «Κατόπιν αιτήσεως του ιδιοκτήτου του δάσους Εύμορφη Εκκλησιά – Άγιος Γεώργιος της περιφερείας του Δήμου Αθηναίων, παραγγέλλομε όπως άρητε … την απαγορευτική της ρητινοσυλλογής διάταξίν σας»,

γ) με το υπ΄ αριθ. πρωτ. …/15.7.1915 έγγραφο του Δασαρχείου Αττικής προς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας υποβάλλεται αίτηση του ιδιοκτήτη του κτήματος «Εύμορφη Εκκλησιά» … Βεΐκου, αιτούμενου την άδεια υλοτομίας πευκοδένδρων για την παραγωγή καυσόξυλων και πευκοφλοιού, η οποία και του δόθηκε με το υπ΄ αριθ. πρωτ. …/27.7.1915 έγγραφο του πιο πάνω Υπουργείου,

δ) το από 14.5.1884 έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου Αττικής προς το Υπουργείο Οικονομικών «περί των κατεχομένων γαιών υπό του … Βεΐκου», στο οποίο αναγράφονται τα εξής: «Αι κατεχόμεναι γαίαι υπό του … Βεΐκου σύγκεινται εκ 15.000 περίπου στρ. Η περιουσία αυτή ανήκεν εις τον … ο οποίος διά διαθήκης του κατά το 1864 αφήκεν κληρονόμον την … μητέρα του … ήτις υπάρχει εισέτι εις την ζωήν. Εκ της διαθήκης, ήτις ευρίσκεται εν τω γραφείω μας, αποδεικνύεται ότι η περιουσία αυτή είναι τελεία και αδιαφιλονίκητος ιδιοκτησία του … Βεΐκου»,

ε) το από 15.7.1885 έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου Αθηνών με θέμα «περί των κατά την θέσιν Εύμορφη Εκκλησιά γαιών του … Βεΐκου»,
στ) στο από 12.8.1915 έγγραφο του Δασαρχείου Αττικής, απευθυνόμενο στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας αναγράφεται ότι: «Ο ιδιοκτήτης του κτήματος Εύμορφη Εκκλησιά … Βέικος ενεργεί ασβεστοποιίαν εν αυτώ έχει ενοικιάσει διά συμβολαίου την βοσκήν επί του ανωτέρου κτήματος …»,

ζ) με έγγραφο της 10.12.1917 του Προτύπου Δασαρχείου Αττικής προς τη Διεύθυνση Δασών υποβάλλεται αίτηση «του … Βεΐκου, ιδιοκτήτου του κτήματος Εύμορφη Εκκλησιά, αιτουμένου την υλοτομίαν πευκών εν τω ιδιωτικώ δάσει του, επί τη καταβολή του νομίμου φόρου ως επί ιδιωτικού»,

η) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος Β΄ αριθ. φύλλου … της …1924 είναι δημοσιευμένη απόφαση των Υπουργών Υγιεινής και Γεωργίας, με την οποία κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα έκταση 942 στρ. από το κείμενο στη θέση Εύμορφη Εκκλησιά αγρόκτημα του ιδιώτη … Βεΐκου.

Με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν οι ως άνω απώτερος δικαιοπάρχος, οι κληρονόμοι του και οι διάδοχοί τους, νεμόμενοι το μείζον ακίνητο με καλή πίστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, δηλαδή από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το 1855 μέχρι τις 11.9.1915, απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα σε αυτό υπό τους όρους του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ). Το Ελληνικό Δημόσιο θεωρεί τη μείζονα έκταση, εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο, ως δημόσια δασική έκταση. Ωστόσο, σύμφωνα με την εξεταζομένη απόφαση, και αν ακόμη υποτεθεί ότι το μείζον ακίνητο (κτήμα Βεΐκου), στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους ή επειδή ήταν δάσος κατά το έτος 1836, για το οποίο κανείς δεν προσκόμισε τίτλους ιδιοκτησίας εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 του βδ/τος της 17-29.11.1836 ή λιβάδι κατά το έτος 1833 ή αδέσποτο κατά το έτος 1837, η κυριότητά του καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία. Το Ελληνικό Δημόσιο αντιθέτως ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου στο ως άνω κτήμα και ουδέποτε προ του έτους 1993 είχε εγγράψει αυτό ως δημόσιο κτήμα.

Η κυριότητα των κληρονόμων Βεΐκου επί του κτήματος της «Ομορφοκκλησιάς» έχει κριθεί ήδη επανειλημμένα και αμετάκλητα με τις υπ΄ αριθ. 2088/2014, 1420/2014, 1355/2014, 52/2014, 1047/2013, 975/2008, 1359/2002, 1358/2002, 1563/1995, 696/1980, 30/1979 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, όπως και με τις υπ΄ αριθ. 6000/2012, 1752/2004, 2374/2003, 1363/2003, 1162/2002, 4017/2001, 4021/2001, 9632/2000, 5947/2000, 5945/2000, 2386/2000, 8864/1995 και 6870/1993 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες το κτήμα Βεΐκου αναγνωρίσθηκε αμετάκλητα ως ιδιωτική έκταση και απερρίφθησαν ενστάσεις ιδίας κυριότητας που προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο. Κατά το δικαστήριο, οι ως άνω αποφάσεις δεν παράγουν μεν δεδικασμένο στην προκειμένη υπόθεση, ωστόσο συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια. Επομένως, το εν λόγω μείζον ακίνητο του κτήματος «Βεΐκου» ή «Ομορφοκκλησιάς», ως ιδιωτική ιδιοκτησία και όχι ως δημόσιο δάσος ή δασική έκταση, συνέχισε να είναι δεκτικό χρησικτησίας και μετά τις 11.9.1915, απορριπτομένης της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Για τους λόγους δε που προαναφέρθηκαν, το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τους ενάγοντες ως συγκυρίους του επιδίκου αγροτεμαχίου.

[www.trip2athens.com και .http://www.galatsion.gr]

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλ. απόφαση ΜΠρΑθ 1002/2017 (Τακτική Διαδικασία Τμήμα Εμπραγμάτου), σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» τ. 1/2017 σ. 96, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2017. Το δικαστήριο απασχόλησαν στην παρούσα υπόθεση οι διατάξεις των άρθρων: 3 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, 1 του βδ/τος της 3-15.12.1833 (A΄ 40/12.12.1833), 16 του βδ/τος της 10.7.1837, 3 του βδ/τος της 17 Νοεμβρίου 1836 (περί ιδιωτικών δασών), ο ν. ΔΞΗ/1912, τα δ/γματα «περί δικαιοστασίου» καθώς επίσης και τα άρθρα 21 του νδ/τος της 22.4-26.5.1926 (περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης), 4 του αν.ν. 1539/1938 (περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων) και 974, 1041, 1045, 1054 ΑΚ (Αστικός Κώδικας).

[2] Βλ. ΑΠ Ολ 1/2013, ΑΠ 454/2011, ΑΠ 1992/2009.

[3] Βλ. ΑΠ Ολ 1/2013.

[4] Βλ. ΑΠ Ολ 1/2013, ΑΠ 52/2014.

[5] Βλ. ΑΠ 52/2014, ΕφΑθ 5279/2008, σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος (ΤΝΠ Νόμος).

[6] Βλ. ΑΠ 80/2015, ΑΠ 710/2014.

[7] Βλ. ΑΠ Ολ 1/2013, ΕφΑθ 1647/2016.

[8] Βλ. ΑΠ 449/2015, ΑΠ 749/1989, σε: περιοδικό «Ελληνική Δικαιοσύνη» (ΕλλΔνη) τ. 31 σ. 1258.

[9] Βλ. ΑΠ 80/2015, ΑΠ 92/2014.

[10] ΑΠ 390/2014, ΕφΘεσ 71/2009, σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠκΔ), 2009 σ. 491.

[11] ΑΠ 573/2015.

[12] Βλ. ΑΠ 52/2014, ΑΠ 1354/2014, ΕφΑθ 2516/2008, σε: ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 1162/2002, σε: περιοδικό «Νομικό Βήμα» (ΝοΒ) 50 σ. 1281.

[13] Βλ. ΑΠ 52/2014, ΕφΑθ 257/2016.

[14] ΑΠ 712/2015, ΑΠ 52/2014, ΑΠ 2088/2014.

[15] ΑΠ 712/2015.

[16] ΑΠ 1114/2014, ΑΠ 1077/2012.

[17] ΑΠ 1365/2014, ΑΠ 1291/2011.

[18] ΑΠ 573/2015, ΑΠ 1355/2014.

[19] ΑΠ 1355/2014, ΑΠ 102/2010, ΑΠ 178/2004, ΑΠ 546/2003.

[20] ΑΠ 712/2015, ΑΠ 330/2015, ΑΠ 52/2014, ΑΠ 52/2014, ΑΠ 1249/2013, σε: περιοδικό «Νομικό Βήμα» (ΝοΒ) 2014 σ. 94, ΑΠ 1182/2013 σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΤΝΠ ΔΣΑ), ΑΠ 4/2013, σε: περιοδικό «Νομικό Βήμα» (ΝοΒ), 2013 σ. 1267, ΑΠ 923/2012, σε: περιοδικό «Νομικό Βήμα» (ΝοΒ), 2013 σ. 148.

[21] ΑΠ Ολ 21/2005, ΑΠ 975/2008.

[22] ΣτΕ 2729/2014, ΣτΕ 713/2014, σε: ΤΝΠ Νόμος.

[23] ΑΠ 712/2015, ΑΠ 1527/2014.

[24] ΑΠ 712/2015.

[25] ΑΠ 2173/2014, ΑΠ 400/2011, ΑΠ 191/1997, σε: περιοδικό «Ελληνική Δικαιοσύνη» (ΕλλΔνη), 38 σ. 1544, ΑΠ 1296/1993, σε: περιοδικό «Ελληνική Δικαιοσύνη» (ΕλλΔνη), 36 σ. 201.

[26] ΑΠΌ 2173/2014, ΑΠ 1524/2012, ΑΠ 309/2012, ΑΠ 312/2008.

.

.


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 11.06.2017

.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s