Πρωτότυπη κτήση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σε δάση και λιβάδια της επικράτειας

Πρωτότυπη κτήση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σε δάση και λιβάδια της επικράτειας

Η έννοια της καλόπιστης νομής στη χρησικτησία και το καθεστώς των τσιφλικιών στην Αττική με αφορμή την υπόθεση του κτήματος Καρά

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

Ο Υμηττός, το «τρελοβούνι» της Αττικής

«… από΄ το ένα μέρος το τρελοβούνι, σύνορο όσο τρέχουν κάτω τα νερά
και συνορεύει απάνω με τον Καρέα και έρχεται εις τον Κοπανά
και πιάνει το ρεύμα του σπιθαριού και βγαίνει στη στράτα …»

(ΕφΑθ 257/2016 – απόσπασμα παλαιάς μαρτυρικής καταθέσεως)

Στο άρθρο αποδίδονται οι έννοιες των αγρών και αγροκτημάτων καθώς και το καθεστώς των τσιφλικιών, όπως ιστορικά αποτυπώθηκαν στο δίκαιο και καταγράφηκαν κατά την εκδίκαση υποθέσεως που αφορούσε το κτήμα Καρά στην Αττική. Αναλύονται θέματα διακατεχομένων δασών, η δυνατότητα κτήσεως κυριότητας δημοσίων δασών με έκτακτη χρησικτησία ως την 11.9.1915 και η άσκηση πράξεων νομής που προσιδίαζαν σε καλλιεργήσιμο αγρό. Την υπόθεση απασχόλησαν περαιτέρω ενστάσεις που αφορούν το τεκμήριο κυριότητας του ελληνικού Δημοσίου σε δάση, λιβάδια, βοσκοτόπους, αδέσποτα και εγκαταλελειμμένα κτήματα από συστάσεως του ελληνικού κράτους καθώς και η ανάλυση της έννοιας της «καλής πίστεως» όσον αφορά τη στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων της χρησικτησίας. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην έννοια του όρου «ζευγάρι» με αφορμή τη χρήση του σε νομικά και υπηρεσιακά κείμενα της εποχής για τον υπολογισμό μετρήσεων που αφορούσαν αρόσιμες εκτάσεις.

Όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του κτήματος Καρά, έγινε δεκτό ότι τα επίδικα ακίνητα, αθροιζομένου εμβαδού περίπου 198 στρ., κείνται διάσπαρτα σε ευρύτερη έκταση, συνολικής επιφανείας 7.000 στρεμμάτων, η οποία εκτείνεται σε διάφορες θέσεις ακόμη ευρύτερης εδαφικής εκτάσεως δυτικά της ζώνης των προπόδων (υπωρειών) του Υμηττού (όπως διοικητικά οριοθετήθηκε με την απόφαση 111184/1953 του Υπουργού Γεωργίας, αλλά μορφολογικά αποτελεί πλαγιά – κλιτύν) και ανατολικά της παλαιάς οδού Τραχώνων (ήδη δε στις διοικητικές περιφέρειες των Δήμων Ηλιουπόλεως, Αργυρουπόλεως και Αλίμου) και κατά το έτος 1830 αποτελούσε δάσος κωνοφόρων δένδρων (χαλεπίου πεύκης) και αειφύλλων πλατυφύλλων θάμνων (σχίνων, πρίνων κ.ά.), με ελάχιστες διάσπαρτες χορτολιβαδικές εκτάσεις με αραιή έως πενιχρή ποώδη βλάστηση στα χαμηλότερου υψομέτρου και ανατολικά της οδού Τραχώνων τμήματά της, η οποία περιήλθε με κυριαρχικό δικαίωμα (πρωτοτύπως) στο νέο Ελληνικό Κράτος, που ιδρύθηκε με την απελευθέρωση από τους οθωμανούς, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1-3.2.1830 «Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και τα ερμηνευτικά του Πρωτόκολλα και σε συνδυασμό με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως του 1932. Η κυριότητα αυτή του ελληνικού Δημοσίου επί της ως άνω εκτάσεως, ήδη από το έτος 1830, ουδέποτε ανατράπηκε με τη διαδικασία του βδ/τος 3/12.12.1833 (για τα χορτολιβαδικά τμήματα) και αργότερα του βδ/τος 17/29.11.1836 (για όλη τη δασική έκταση) καθώς ουδέποτε προσκομίσθηκε από τους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων ο απαιτούμενος οθωμανικός τίτλος («ταπί») εντός της ανατρεπτικής ενιαύσιας προβλεπομένης προθεσμίας. Ομοίως ουδέποτε κατελύθη η κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου επί της ως άνω εκτάσεως και εν συνεχεία, με έκτακτη χρησικτησία, η οποία επιτρεπόταν σε βάρος του Δημοσίου και για εκτάσεις που αποτελούσαν δάση και χορτολιβαδικές εκτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα είχε συμπληρωθεί έως την 11.9.1915. Επομένως απεδείχθη ότι ουδέποτε απέκτησαν οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα των επιδίκων εκτάσεων, ούτε μπορούσαν ως εκ τούτου να τη μεταβιβάσουν περαιτέρω. Ακολούθως δε και οι διάδοχοί τους δεν ηδύναντο να αποκτήσουν κυριότητα επί των επιδίκων ακινήτων με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στη δική τους νομή χρησικτησίας εκείνη των προκτητόρων τους, δεδομένου ότι η νομή που ασκήθηκε επί της εκτάσεως αυτής από τους προκτήτορές τους απεδείχθη κατά την απόφαση κακόπιστη και επιλήψιμη.

.

1. Ιστορική αναφορά στο καθεστώς της δημόσιας κτήσης κατά το δίκαιο

Όπως έγινε δεκτό στο πλαίσιο εκδίκασης υποθέσεως[1] με αντικείμενο την αναγνώριση συγκυριότητας κληρονόμων σε ακίνητα που αποτελούν τμήματα μείζονος εκτάσεως στην περιφέρεια των Δήμων Ηλιουπόλεως, Αργυρουπόλεως και Αλίμου Ν. Αττικής (κτήμα Καρά), κατά τα άρθρα 1-3 του οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν του οθωμανικού έτους 1274 (χριστιανικού έτους 1856) (ο οποίος ναι μεν δεν εφαρμόζεται στις περιοχές, όπως η Αττική, που παραχωρήθηκε στο νέο Ελληνικό Κράτος με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, στις 31 Μαρτίου 1833, πλην όμως, αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε σχετικά με τη διάκριση των γαιών, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας), οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξούσιαζε και μπορούσε να τις διαθέσει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ) (καλλιεργήσιμα χωράφια, λιβάδια και δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και εθεωρούντο πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε ούτε εξουσίαζε ή καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο.[2]

Από τις διακρίσεις αυτές προκύπτει ότι κυριότητα μπορούσαν να αποκτήσουν οι ιδιώτες μόνο στις γαίες της πρώτης κατηγορίας και το δικαίωμά τους αυτό αποδεικνυόταν με τη χορήγηση «χοτζέτι», δηλαδή άτυπης μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, που συντασσόταν ενώπιον μουσουλμάνου ιεροδικαστή, ο οποίος και την επικύρωνε, ενώ η κυριότητα επί των λοιπών κατηγοριών γαιών (πλην των βακουφίων, ήτοι των αφιερωμένων γαιών, που εθεωρούντο πράγματα εκτός συναλλαγής), ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως («τεσσαρούφ» – οιονεί επικαρπίας) μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες, με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομαζόταν «ταπί», το οποίο έφερε το μονόγραμμα («τουγρά») του Σουλτάνου και το εξέδιδε ο μουσουλμάνος ιεροδικαστής ή Οθωμανός τιμαριούχος, ύστερα από άδεια (διάταγμα – «βεράτι») του Σουλτάνου, συνήθως έναντι καταβολής ετησίου φόρου, εχορηγείτο δε κυρίως σε οθωμανούς που είχαν διακριθεί στον πόλεμο (ιππείς, σπαχήδες, αγάδες). Σε αυτό αναγραφόταν η χρήση της εκτάσεως σύμφωνα με τον προορισμό της,[3] ενώ κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε βάρος του Οθωμανικού Δημοσίου δεν αναγνωριζόταν.[4]

Από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν τη Συνθήκη του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου 1827 και περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21ης Ιανουαρίου – 3ης Φεβρουαρίου 1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4ης-16ης Ιουνίου 1830 και της 19ης Ιουνίου – 1ης Ιουλίου 1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27ης Ιουνίου – 9ης Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και του άρθρου 16 του Νόμου της 21.6-10.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα, που βρίσκονταν εντός της ζώνης, την οποία μέχρι την 3η Φεβρουαρίου 1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, κατέχονταν δε χωρίς σχετικό οθωμανικό τίτλο, μόνο από Οθωμανούς (όχι από Έλληνες) καθώς και όσα κατά τον χρόνο υπογραφής των Πρωτοκόλλων ανήκαν κατά πλήρη κυριότητα («μούλκια») σε Οθωμανούς, είχαν όμως εγκαταλειφθεί από τους πρώην Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του Νόμου της 21ης Ιουνίου – 3ης Ιουλίου 1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», περιερχόμενα στην κυριότητα του Δημοσίου, ως αδέσποτα. Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε με δήμευση «πολεμικώ δικαιώματι», χωρίς καμία αποζημίωση.[5]

Δηλαδή, με τις άνω ρυθμίσεις το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος κάθε οθωμανού ξεχωριστά, αλλά διαδέχθηκε το Οθωμανικό Δημόσιο μαζικά (in globo) με τη γενομένη δήμευση «πολεμικώ δικαιώματι», ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και κατέχονταν (χωρίς σχετικό οθωμανικό τίτλο «ταπί») μόνον από Οθωμανούς κατά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στις 3.2.1830 και τα οποία κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου καθώς και στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων («μούλκια»), τα οποία ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, εγκαταλείφθηκαν όμως από τους πρώην Οθωμανούς κυρίους τους και δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς. Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των Οθωμανών ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας («μούλκια»), που δεν είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, ούτε τα δικαιώματα διηνεκούς εξουσιάσεως («τεσσαρούφ»), τα οποία είχαν αποκτηθεί από Οθωμανούς επί των δημοσίων γαιών νόμιμα, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο.[6]

Τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά τα οθωμανικά κτήματα, τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3.2.1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλ΄ εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και Φθιώτιδας, δηλαδή όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο ως δημόσιες γαίες (αγροί, λειμώνες, λιβάδια, θέρετρα, ήτοι χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση και τα παρόμοια) και δεν κατέχονταν νόμιμα (με «ταπί») από Οθωμανούς καθώς και όσα ήταν αδέσποτα, περιήλθαν βάσει της ίδιας πιο πάνω Συνθήκης (πρωτοτύπως) στο Ελληνικό Δημόσιο,[7] ενώ όσα από τα παραπάνω κτήματα (δημόσιες γαίες) κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες νόμιμα με «ταπί», που τους παραχωρούσε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως – «τεσσαρούφ» καθώς και όσα κτήματα ανήκαν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας σε Οθωμανούς ιδιώτες («μούλκια» – πλήρεις ιδιοκτησίες) και δεν είχαν εγκαταλειφθεί, αλλά κατέχονταν από αυτούς, κατά τον χρόνο της υπογραφής των Πρωτοκόλλων (3.2.1830), παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πώλησής τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες.[8]

Ειδικότερα, στην Αττική, η οποία παραχωρήθηκε στο ελληνικό κράτος στις 31 Μαρτίου 1833 βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κατοχής (25-27.5.1829 έως 31.3.1833) και συγκεκριμένα το έτος 1829, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ προβλέποντας την παραχώρησή της στο νέο Ελληνικό Κράτος, παραχώρησε δωρεάν με σχετικό θέσπισμα στους υπηκόους του, Έλληνες και Οθωμανούς, ιδιοκτησιακά δικαιώματα (κυριότητα) στα ακίνητα, που αυτοί κατείχαν νόμιμα (με «ταπί») κατά το οθωμανικό δίκαιο. Με δεδομένη δε την προαναφερόμενη διάκριση των γαιών στις ανωτέρω πέντε (5) κατηγορίες, κατά το οθωμανικό δίκαιο, που εξακολουθούσε να ισχύει στην Αττική κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας, η κυριότητα που ο σουλτάνος παραχώρησε δωρεάν στους υπηκόους του, δεν αφορούσε τις καθαρές ιδιοκτησίες («μούλκια»), που αποδεικνύονταν από την ύπαρξη σχετικού οθωμανικού τίτλου («χοτζέτι»), αφού η κυριότητα αυτή ανήκε ήδη σε ιδιώτες και δεν επρόκειτο σύμφωνα με τη Συνθήκη να θιγεί από τη διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου. Ούτε επίσης αφορούσε τις αφιερωμένες γαίες της τρίτης κατηγορίας, τα λεγόμενα «βακούφια», αφού αυτές εθεωρούντο ως πράγματα εκτός συναλλαγής, αλλά γίνεται δεκτό πως αφορούσε μόνο τις δημόσιες γαίες, που ανήκαν στην κυριότητα του Οθωμανικού Δημοσίου και επί των οποίων όσοι υπήκοοί του, Έλληνες αλλά κυρίως Οθωμανοί, τις κατείχαν νόμιμα (με σχετικό επίσημο οθωμανικό τίτλο «ταπί»), ασκούσαν μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως («τεσσαρούφ» – οιονεί επικαρπίας). Η παραχώρηση αυτή της κυριότητας έγινε μόνο σε όσους υπηκόους του σουλτάνου κατείχαν νόμιμα οθωμανικά κτήματα και επομένως κυρίως Οθωμανούς, προκειμένου να τους προστατεύσει, επειδή αυτοί κυρίως κατείχαν δημόσιες γαίες, κατά το οθωμανικό δίκαιο νόμιμα με «ταπί», το οποίο τους παραχωρούσε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως («τεσσαρούφ» – οιονεί επικαρπίας), ώστε αν ήθελαν να αναχωρήσουν, να τις εκποιήσουν ως πλήρεις ιδιοκτησίες και όχι ως υποτιμημένες οιονεί επικαρπίες. Τα ιδιοκτησιακά αυτά δικαιώματα, αργότερα, με την περιέλευση της περιοχής στο ελληνικό κράτος, αναγνωρίστηκαν και από αυτό, δυνάμει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830.[9]

Χάρτης (διακρίνεται η θέση «Καρά») και παλαιά φωτογραφία της Ηλιούπολης
[www.tampouloukia.gr/]

2. Περί του τεκμηρίου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σε δάση και λιβάδια της επικράτειας

Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του βδ/τος της 17.11-29.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών», που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι «εξουσιάσεως» («ταπί») θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος.[10] Τα δάση που δεν αναγνωρίστηκαν κατά τη διαγραφόμενη ως άνω διαδικασία ως ιδιωτικά ανήκουν έκτοτε κατά νόμιμο μαχητό τεκμήριο στο Ελληνικό Δημόσιο.[11] Τα δάση, για τα οποία δεν υπεβλήθησαν τίτλοι με την εν λόγω διαδικασία και κατέχονταν από ιδιώτες, χαρακτηρίσθηκαν περαιτέρω ως «διακατεχόμενα», ο δε «διακάτοχος» αντιστοιχεί, ως όρος, στον «νομέα» του ισχύοντος Αστικού μας Κώδικα (ΑΚ).[12]

Παράλληλα, κατά το άρθρο 1 του έχοντος ισχύ νόμου βδ/τος της 3-15.12.1833 «περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834», όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο («ταπί»), που να έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η ανωτέρω διάταξη αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει και: α) από το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ’ της 31.1-18.2.1864 «περί βοσκήσιμων γαιών», με το οποίο ορίζεται ότι το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδιών χωρίς βλάβη των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ’ της 27.3-1.4.1880 «περί κοινοτικών και εθνικών λειβαδιών», σύμφωνα με το οποίο το Δημόσιο ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκήσιμων τόπων (βοσκότοπων), επί των οποίων μέχρι το έτος 1864 διενεργούντο τοποθετήσεις ποιμνίων.

3. Η έκτακτη χρησικτησία ως πρωτότυπος τρόπος κτήσης κυριότητας επί δημοσίων ακινήτων

Σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από ιδιώτες με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (βρδ),[13] ακόμη και σε εκτάσεις χαρακτηριζόμενες ως δημόσιες δασικές καθώς και σε κάθε άλλο δημόσιο κτήμα, λ.χ. επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη. Προϋποθέσεις της χρησικτησίας ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί τριάντα (30) τουλάχιστον έτη, με καλή πίστη, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίζει στον χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ΄ όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του.

Ως «καλή πίστη» νοείται η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής του ακινήτου δεν προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ΄ αυτού.[14] Την ύπαρξη δε της καλής πίστεως, ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα. Η ύπαρξη «ταπί», «χοτζέτι» ή άλλου οθωμανικού τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών στη διαδικασία του άρθρου 3 του βδ/τος της 17.11-29.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών» δεν αποτελεί προϋπόθεση της καλής πίστεως, έχει ωστόσο σημασία για την τελική κρίση ότι η νομή υπήρξε ανεπίληπτη κατά τη συνείδηση του νομέα.[15]

Ο τριακονταετής χρόνος χρησικτησίας θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6-3.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», του ν. ΔΞΗ΄/1912 «περί δικαιοστασίου» και τα εκτελεστικά του διατάγματα και με τα άρθρα 21 του νδ/τος της 22.4-16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης» και 60 του Νόμου ΣΟΖ/1855.[16] Με την απόδειξη της συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ως άνω τρόπο, επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του ελληνικού Δημοσίου επί δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων. Ο σχετικός ισχυρισμός προβάλλεται είτε απ΄ ευθείας με αγωγή εκείνου που προβάλλει δικαίωμα κυριότητας έναντι του Δημοσίου, είτε κατ΄ ένσταση εναντίον της αγωγής του Δημοσίου κατ΄ αυτού.[17]

Με βάση τα προαναφερθέντα γίνεται δεκτό ότι όταν ο ιδιώτης ασκεί αγωγή κατά του Δημοσίου, ισχυριζόμενος ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού έκτακτη χρησικτησία σε δημόσιο ακίνητο πριν την 11.9.1915 και επικαλείται ότι ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε καλλιεργήσιμο αγρό, ο ισχυρισμός του εναγομένου Δημοσίου ότι πρόκειται για δάσος ή λιβάδι ή βοσκότοπο ή αδέσποτο από της συστάσεως του ελληνικού κράτους ή για έκταση που εγκαταλείφθηκε από τους οθωμανούς κατά την απελευθέρωση και δεν καταλήφθηκε από άλλους, οπότε τεκμαίρεται η κυριότητά του, δεν ανατρέπει αφ΄ εαυτού τη συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας, εφ΄ όσον αυτή χωρεί και επί δημοσίων εκτάσεων με τη μορφολογία δάσους, λιβαδιού ή βοσκοτόπου.[18]

Υμηττός και Τράχωνες
[www.xtypos.gr, isodiatrachones.blogspot.gr ]

4. Το ιστορικό της υποθέσεως του κτήματος Καρά Αττικής

Τα επίδικα είναι αστικά ακίνητα (οικόπεδα), συνολικού (αθροιζομένου) εμβαδού 198 στρ., τα οποία ευρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα οικοδομικά τετράγωνα σε απομακρυσμένες μεταξύ τους εδαφικές εκτάσεις, συνολικής (αθροιζομένης) επιφανείας 7.000 στρ., εντός σχεδίου πόλεως, στα διοικητικά όρια τριών Δήμων του νομού Αττικής: Ηλιουπόλεως, Αργυρουπόλεως και Αλίμου. Οι εδαφικές αυτές εκτάσεις (δασικές και χορτολιβαδικές) περιήλθαν με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως του 1832, το από 21.1-3.2.1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου και τα ερμηνευτικά του Πρωτόκολλα, πρωτοτύπως (αυτοδικαίως) στην κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου, αφού σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο, κατά την ημέρα Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους (3η Φεβρουαρίου 1830) ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, δεδομένου ότι δεν απεδείχθη ότι τις εκτάσεις αυτές κατείχαν νόμιμα ιδιώτες με σχετικό οθωμανικό τίτλο – «ταπί» που τους παραχωρούσε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεώς τους («τεσσαρούφ» – οιονεί επικαρπίας), ούτε μπορούσε να γίνει λόγος κατά το οθωμανικό δίκαιο (που εξακολουθούσε να ισχύει στην Αττική έως την 31.3.1833) για κτήση κυριότητας από ιδιώτες σε δάσος και χορτολιβαδική έκταση με «χοτζέτι», το οποίο απεδείκνυε μόνο κυριότητα επί ακινήτων πλήρους (καθαρής) ιδιοκτησίας («μουλκίων»).

Όπως επίσης προαναφέρθηκε, με το θέσπισμα του έτους 1829 του σουλτάνου παραχωρήθηκε μεν δωρεάν στους κατοίκους της Αττικής (Έλληνες και Οθωμανούς) η κυριότητα των δημοσίων γαιών (δάση και χορτολιβαδικές εκτάσεις), τις οποίες όμως αυτοί κατείχαν νόμιμα, δηλαδή με σχετικό «ταπί» (επίσημο οθωμανικό τίτλο) και όχι ακύρως ή χωρίς νόμιμο τίτλο. Εν προκειμένω όμως απεδείχθη ότι για την επίδικη ευρύτερη έκταση, που κατά τον κρίσιμο χρόνο (1830-1836) αποτελούσε δάσος και που 100 χρόνια αργότερα, στη δεκαετία 1920-1930, εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως των άνω τριών Δήμων, κανένας ιδιοκτήτης δεν τήρησε την από το άρθρο 3 του βδ/τος της 17-29.11.1836 επιβαλλόμενη υποχρέωση υποβολής οθωμανικών τίτλων («ταπί») στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή του, προς εξέταση των τίτλων του. Ούτε ομοίως απεδείχθη ότι κάποιος ιδιώτης δήλωσε μέσα την ως άνω προθεσμία την κυριότητά του επί του εν λόγω δάσους, προκειμένου να την αποδείξει έστω με άλλα μέσα λόγω τυχόν απώλειας του σχετικού οθωμανικού τίτλου, αντίγραφο του οποίου σε κάθε περίπτωση μπορούσε να εκδοθεί από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο, που ετηρείτο στην Κωνσταντινούπολη, τότε πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Συνεπώς, σύμφωνα και με το άρθρο 2 του βδ/τος της 17-29.11.1836, από την παρέλευση της προβλεπομένης ετήσιας προθεσμίας, δηλαδή από το έτος 1837, η εδαφική αυτή έκταση αθροιζομένης επιφανείας 7.000 στρ., εντός της οποίας κείνται διάσπαρτα τα επίδικα ακίνητα (αθροιζομένου εμβαδού περίπου 198 στρ.) και η οποία ήδη εκτείνεται σε διάφορες εδαφικές θέσεις των διοικητικών περιφερειών των ως άνω τριών Δήμων, στις δυτικές πλαγιές (κλιτύς) του Υμηττού, δυτικά της ζώνης των προπόδων (υπωρειών) του [που ήδη οριοθετήθηκε διοικητικά με την 11184/1953 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, αλλά μορφολογικά αποτελεί πλαγιά (κλιτύν)] και ανατολικά της παλαιάς οδού Τραχώνων – Βάρης και η οποία αποτελούσε δάσος, με ελάχιστα τμήματα χορτολιβαδικής εκτάσεως διάσπαρτα εντός αυτής σε χαμηλότερο υψόμετρο και ανατολικά της οδού Τραχώνων – Βάρης, θεωρήθηκε δημόσιο δάσος, εντεύθεν δε ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού δεν ανατράπηκε το προαναφερόμενο τεκμήριο της κυριότητάς του από τους εκκαλούντες, που έφεραν το σχετικό βάρος.

5. Νομικό καθεστώς που αφορούσε τα λιβάδια της επικράτειας

Με το βδ/γμα της 3ης – 12ης Δεκεμβρίου 1833, που είχε εκδοθεί για τα λιβάδια, το νέο Ελληνικό Κράτος, απέκτησε πρωτοτύπως την κυριότητα και επί των λιβαδιών της επικράτειας, που ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο και διατήρησε την κυριότητά του σε αυτά, εφ΄ όσον για την επικαρπία τους δεν υπήρχε έγγραφο («ταπί»), που να έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας.

pΣυνεπώς και επί των ενδίκων ελαχίστων χορτολιβαδικών τμημάτων εντός της επιδίκου δασικής εκτάσεως (αθροιζομένης επιφανείας 7.000 στρ.), εντός της οποίας εμπίπτουν και όσα από τα επίδικα ήδη αστικά ακίνητα βρίσκονται διάσπαρτα, ανατολικά και εν μέρει δυτικά της σημερινής Λεωφόρου Βουλιαγμένης (η οποία εχαράχθη κατά το μεγαλύτερο μήκος της πάνω στην παλαιά οδό Τραχώνων – Βάρης, χωρίς ωστόσο να συμπέσει απόλυτα η νέα χάραξη με την παλαιά), το ελληνικό Δημόσιο απέκτησε πρωτοτύπως την κυριότητα, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αποτελούσαν αυτοτελή λιβάδια κατά το έτος 1830 και όχι ενταγμένα σε δασική έκταση, αφού ουδείς ιδιώτης (ούτε συνεπώς και οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων, φερόμενοι ως αγοραστές οθωμανικών κτημάτων), προσκόμισε σχετικό «ταπί», παρ΄ ότι η σχετική υποχρέωση τους γνωστοποιήθηκε με τις αποφάσεις – γνωμοδοτήσεις της κατά την Αττικήν και Εύβοιαν επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής.

6. Η έννοια «ζευγάρι» κατά τη μέτρηση αρόσιμων εκτάσεων

Έγινε επίσης, μεταξύ άλλων, δεκτό με την εξεταζόμενη απόφαση, ότι το «ζευγάρι», μολονότι δεν συνιστά μέτρο μέτρησης επιφανείας, ούτε περιλαμβάνεται ως τέτοιο στα μέτρα και σταθμά (βάρους, όγκου, μήκους, επιφανείας), που καθορίστηκαν μεταγενέστερα με το βδ/γμα της 28.9-10.10.1836[19] «περί μέτρων και σταθμών», εν τούτοις εκείνη την εποχή (1830-1831), χρησίμευε για τη μέτρηση εδαφικής αρόσιμης εκτάσεως, δηλαδή της εκτάσεως εκείνης που μπορεί να οργωθεί με ένα ζευγάρι βοδιών που σύρουν υνί στη σύντομη χρονική περίοδο της σποράς κριθαριού και σιταριού (τελευταίο δεκαήμερο Οκτωβρίου έως 20 Νοεμβρίου) και υπολογίζεται, ανάλογα με την υφή του εδάφους σε έκταση 80 στρ. (σε ομαλό έδαφος) και 100 στρ. (σε ανώμαλο έδαφος),[20] όπως ανώμαλο απεδείχθη το έδαφος του επίμαχου αγροκτήματος (τσιφλικιού) Καρά.[21]

Την ίδια χρησιμότητα είχε το «ζευγάρι» στον Οθωμανικό Νόμο 1856 περί γαιών,[22] ο οποίος είναι μεν μεταγενέστερος και ανεφάρμοστος στην περιοχή της Αττικής, όπου ήδη από την 31η Μαρτίου 1833 (ημέρα παράδοσης της Αττικής) ίσχυε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (βρδ), ωστόσο αποδίδει την έννοια του «ζευγαριού», που προϋπήρχε επί τουρκοκρατίας, ορίζοντας στο άρθρο 31 ότι «ζευγολατείον» καλείται: «αγρός χωρητικότητος ενός ζευγαριού βοών καλλιεργούμενος κατ΄ έτος και φέρων πρόσοδον, σύγκειται δε από γαίας εβδομήντα μέχρι ογδόντα στρεμμάτων, όταν η γη είναι μεσαίας ποιότητας και μέχρι εκατόν τριάντα στρεμμάτων, όταν η γη είναι κατωτέρας ποιότητος».[23]

7. Σχετικά με την έννοια και διαχείριση των τσιφλικιών

Σύμφωνα με την απόφαση, τα αγροκτήματα (τσιφλίκια) συνιστούσαν οργανωμένες μονάδες καλλιεργούμενης εδαφικής εκτάσεως (δημόσιες γαίες), όπου συνήθως κατοικούσαν κολίγοι και για τούτο ήταν αναγκαίο, για την εξυπηρέτησή τους, να υπάρχουν στην έκταση σχετικές εγκαταστάσεις, όπως γεωργικά κτίσματα, πύργοι, αλώνια, περιβόλια, δένδρα, πηγάδια, οικόπεδα και λοιπά στοιχεία, δηλαδή κτίσματα που χρησίμευαν ως κατοικίες τους και τους βοηθούσαν στην καλλιέργεια. Οι εγκαταστάσεις αυτές ονομάζονταν και «επικείμενα» και αποτελούσαν πλήρεις ιδιοκτησίες («μούλκια»).

Η αρόσιμη έκταση ενός αγροκτήματος (τσιφλικιού) υπολογιζόταν σε «ζευγάρια» (όπως η έννοια «ζευγάρι» προσδιορίσθηκε ανωτέρω, υπό 6), ενώ δεν ήταν οπωσδήποτε αναγκαίο να συνοδεύεται από λιβάδια και δάση (χειμερινές και θερινές βοσκές), λατομεία και ασβεστοκάμινο, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκαν οι εκκαλούντες.[24]

Στο τσιφλίκι (αγρόκτημα), ως οργανωμένη μονάδα, πέραν της αρόσιμης εδαφικής εκτάσεως (δημόσιας γαίας), ανήκαν τα βοηθητικά κτίσματα και λοιπά στοιχεία (εγκαταστάσεις) που περιγράφονται και στα ένδικα πωλητήρια έγγραφα – «χοτζέτια», όπως ο πύργος, οι φούρνοι κ.ά., τα οποία πωλήθηκαν ως καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες («μούλκια»). Η επικύρωση ωστόσο μιας τέτοιας πωλήσεως από την Επιτροπή[25] και η παρεμπίπτουσα κρίση της περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Δημοσίου στις πωλούμενες ιδιοκτησίες, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε νόμιμο τίτλο, ικανό να προσπορίσει κυριότητα επί ακινήτων (δημοσίων γαιών), η νόμιμη κατοχή των οποίων αποδεικνυόταν μόνο με οθωμανικό τίτλο («ταπί») των απωτάτων δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων.[26]

Επομένως, οι πωλήσεις οθωμανικών κτημάτων ήταν σύμφωνες με τις συνθήκες και τους νόμους που ίσχυαν στην Αττική το έτος 1830 μόνον όσον αφορά τις καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες («μούλκια»), δηλαδή τις πωληθείσες εγκαταστάσεις (αλωνότοπους, καλυβότοπους, οικόπεδα αγροικιών, οικήματα γεωργών, ζευγαρόσπιτα, πύργους, φούρνους, ελαιόδενδρα, μελισσομάνδρα, πηγάδια), για την απόδειξη της κυριότητας των οποίων αρκούσε «χοτζέτι». Αντιθέτως, απαιτείτο να προσκομισθεί «ταπί», προκειμένου να αποδειχθεί το δικαίωμα «τεσσαρούφ» (εξουσιάσεως) των Οθωμανών κατόχων όχι μόνον επί δασών και λιβαδιών, αλλά και επί της αγροτικής γης [αρόσιμης γης τεσσάρων (4) ζευγαριών] του κτήματος Καρά και των καλλιεργούμενων χωραφιών, που βρίσκονταν εκτός αυτού, ούτως ώστε να αποκτηθεί, σύμφωνα με το θέσπισμα του έτους 1829, πλήρης κυριότητα των αναχωρούντων Οθωμανών πωλητών επί των εκτάσεων αυτών, που ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών και να μπορεί η εν λόγω έκταση να μεταβιβαστεί νόμιμα περαιτέρω.

Πλαγιές του Υμηττού
[www.fedenatur.org, www,localit.gr ]

8. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς του αγροκτήματος Καρά Αττικής

Εν προκειμένω, η έκταση που φέρεται να μεταβιβάζεται ως «κτήμα Καρά» περιλαμβάνει για πρώτη φορά νομές, λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάση μόλις σε ενδοοικογενειακό συμβόλαιο της 15ης Ιουλίου 1876, περιγραφή που ακολουθείται έκτοτε (με παράλειψη των νομών) σε όλα τα μεταγενέστερα συμβόλαια. Το γεγονός αυτό της διευρυμένης περιγραφής του κτήματος Καρά, το πρώτον το έτος 1876, ώστε να συμπεριληφθούν σε αυτό λιβάδια, ασβεστοκάμινος, λατομεία και δάση, υποδηλώνει κατά την απόφαση «σχεδιασμό» των συμβληθέντων, προκειμένου σταδιακά να συμπεριλάβουν στην αρχική αρόσιμη (αγροτική) γη δημόσια δάση και λιβάδια, τα οποία ωστόσο γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν τους ανήκαν.

Ανεξάρτητα δε από τις εν λόγω διευρυμένες -σε σχέση με τις μέχρι τότε- περιγραφές του κτήματος Καρά, οι ιδιοκτησίες που όντως μεταβιβάστηκαν νόμιμα με τους ενδίκους τίτλους, όπως αρχικά κρίθηκε με την απόφαση, είναι εκείνες τις οποίες εν τοις πράγμασι απέκτησε από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του ο τελευταίος δικαιούχος, ήτοι μόνον οι εγκαταστάσεις του κτήματος: αλωνότοποι, καλυβότοποι, οικήματα γεωργών, ζευγαρόσπιτα, οικόπεδα αγροικιών, πύργος, φούρνοι, μελισσομάνδρα και πηγάδια (καθαρές – πλήρεις ιδιοκτησίες «μούλκια»), αφού μόνον αυτές ανήκαν στην κυριότητα των Οθωμανών πωλητών και απωτάτων δικαιοπαρόχων τους.

Με τους ενδίκους επομένως τίτλους δεν μεταβιβάστηκε και ως εκ τούτου ούτε αποκτήθηκε κατά τρόπο παράγωγο η κυριότητα της επίδικης αρόσιμης γης των τεσσάρων (4) ζευγαριών (ή 400 στρεμμάτων),[27] ούτε η κυριότητα των εκτός του κτήματος Καρά καλλιεργήσιμων χωραφιών, ενώ επίσης δεν μεταβιβάστηκε σε κανέναν δικαιοπάροχο των εκκαλούντων με τους επικαλούμενους τίτλους η κυριότητα χειμερινών και θερινών βοσκών. Αντιθέτως έγινε δεκτό ότι μεταβιβάστηκε μόνον η κυριότητα των αυτοτελών διακεκριμένων ακινήτων (εγκαταστάσεων κτισμάτων, οικίσκων, αλωνιών, περιβολιών κ.λπ.) που προαναφέρονται. Και τούτο, διότι το δικαίωμα που διέθεταν οι αναχωρούντες Οθωμανοί πωλητές επί της αρόσιμης γης των τεσσάρων (4) ζευγαριών του αγροκτήματος Καρά και επί των καλλιεργήσιμων χωραφιών δεν μπορούσε να είναι κυριότητα, αφού επρόκειτο για δημόσιες γαίες (αγρόκτημα, καλλιεργήσιμα χωράφια) που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, αλλ΄ απλή κατοχή και μάλιστα μη νόμιμη, χωρίς δηλαδή σχετικό οθωμανικό τίτλο («ταπί»),[28] αφού δεν προσκομίστηκε «ταπί» ώστε να θεωρηθούν οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων νόμιμοι κάτοχοι – εξουσιαστές («τεσσαρούφ») και να μπορούν ν΄ αποκτήσουν κυριότητα με το θέσπισμα του έτους 1829, για να τη μεταβιβάσουν, λόγω πωλήσεως, περαιτέρω. Συνεπώς, τα τέσσερα (4) ζευγάρια γαίες (αγροτική έκταση 400 στρ.), τα λιβάδια, ασβεστοκάμινα, λατομεία και δάση που φέρονται να μεταβιβάζονται από τους ως άνω κληρονόμους, μεταβιβάστηκαν από μη κυρίους, αφού κυριότητα επί τέτοιων ακινήτων δεν τους είχε μεταβιβασθεί με τους μέχρι τότε τίτλους των δικαιοπαρόχων τους.

Περαιτέρω σημειώνεται στην απόφαση ότι μολονότι ήδη από το έτος 1877, κατ΄ εντολήν απώτερης δικαιοπαρόχου, συνετάγη τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του κτήματος Καρά, τούτο σκοπίμως εν συνεχεία αποσιωπήθηκε και δεν μνημονεύεται στα μεταγενέστερα μεταβιβαστικά συμβόλαια των ετών 1914, 1918 έως και 1922, οπότε το κτήμα εξακολουθούσε σκόπιμα να περιγράφεται αόριστα και με ασάφεια. Κατά δε το έτος 1938, σε σχετικό συμβόλαιο, το κτήμα Καρά περιγράφεται για πρώτη φορά ως επιφανείας 12.000 στρεμμάτων και το ανατολικό του όριο τοποθετείται στην κορυφογραμμή του Υμηττού. Με τη σκόπιμη αυτή τακτική των δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων η έκταση του αγροκτήματος Καρά αυξήθηκε κατά την απόφαση, συμπεριλαμβάνοντας τελικά όλες τις δυτικές πλαγιές (κλιτύς) του Υμηττού από τη ζώνη των φυσικών προπόδων (υπωρειών) του μέχρι την κορυφογραμμή του, όχι όμως απότομα, γεγονός που ενδεχομένως θα υπέπιπτε άμεσα στην αντίληψη των αρμοδίων και, όσο ζούσαν, ανθρώπων οι οποίοι γνώριζαν τη μικρότερη πραγματική έκταση του κτήματος, αλλά σταδιακά και διαχρονικά, έτσι ώστε να έχουν εκλείψει οι αποδείξεις για την πραγματική του έκταση. Για τη σκόπιμη αυτή απόκρυψη της πραγματικής εκτάσεως του κτήματος Καρά φρόντισαν περαιτέρω οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων αξιώνοντας και από τους μισθωτές – κολίγους τους να εκχερσώνει ετησίως 15-30 στρέμματα χερσολιβαδικής εκτάσεως, την οποία στη συνέχεια συμπεριελάμβαναν στην ιδιοκτησία τους.

Έκτοτε, κατά την απόφαση, διακόπηκε η νόμιμη αλληλουχία των τίτλων ιδιοκτησίας στο επίμαχο κτήμα Καρά, δεδομένου ότι το ως άνω συμβόλαιο του έτους 1938 αποτελούσε απλό προσύμφωνο σύμφωνα και με σχετική απόφαση του Αρείου Πάγου έτους 1952, της οποίας μάλιστα την ύπαρξη γνώριζαν οι εκκαλούντες κληρονόμοι του τελευταίου δικαιοπαρόχου όταν άσκησαν τις ένδικες αγωγές τους, το έτος 1987. Δεδομένης επομένως της κατά τα ανωτέρω διακοπής της απαιτούμενης για το νόμιμο των σχετικών μεταβιβάσεων αλληλουχίας των τίτλων των εκκαλούντων, έγινε εν τέλει δεκτό με την εξεταζόμενη απόφαση ότι δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί παράγωγος τρόπος κτήσεως της κυριότητάς τους ούτε επί των εγκαταστάσεων του αγροκτήματος, ήτοι των κτισμάτων και λοιπών στοιχείων (οικοπέδων, αλωνιών, περιβολιών, δένδρων κ.λπ.), τα οποία προαναφέρθηκαν και περιλαμβάνονταν στους τίτλους των προκτητόρων τους.

9. Σχετικά με τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της χρησικτησίας

Σύμφωνα με την απόφαση, για την επίτευξη του σκοπού τους, οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων προσέθεσαν στην περιγραφή του μεταβιβαζομένου κτήματος ήδη από το 1876, στο οικείο συμβόλαιο, νομές, λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάσος, ως αντικείμενα της πωλήσεως, ενώ με τα μεταγενέστερα συμβόλαια που κατάρτισαν το επόμενο έτος 1877, με εξαίρεση τις νομές, ακολούθησαν τη διευρυμένη περιγραφή του κτήματος, συμπεριλαμβάνοντας στο αντικείμενο της πώλησης λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάση και τέλος, με το μεταβιβαστικό συμβόλαιο του έτους 1938 μετατόπισαν το ανατολικό όριο του κτήματος από τους φυσικούς πρόποδες (υπώρειες) του Υμηττού στην κορυφογραμμή του, περιλαμβάνοντας έτσι στους τίτλους τους ολόκληρη τη δυτική πλαγιά του Υμηττού (!) χωρίς όμως να τους έχει μεταβιβασθεί η εδαφική αυτή έκταση από κύριο, αφού ανήκε ανέκαθεν, από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, στο ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο περιήλθε πρωτοτύπως (αυτοδικαίως) με κυριαρχικό δικαίωμα, με βάση τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου, γεγονός το οποίο γνώριζαν.

Με βάση τα προαναφερόμενα, η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου καταλύθηκε από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων, με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που συμπληρώθηκε μέχρι την 11.9.1915, μόνον επί των 400 στρεμμάτων αγροτικής γης, στα οποία όμως δεν περιλαμβάνονται τα επίδικα ακίνητα, αφού αποδείχθηκε ότι όλοι οι μετά τον απώτερο δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων δεν άσκησαν εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί των ακινήτων αυτών, περιορισθέντες από το έτος 1837 μέχρι την 11.9.1915, δηλ. για χρονικό διάστημα πλέον των τριάντα ετών, συνεχώς και αδιαλείπτως, στις προσιδιάζουσες στην αγροτική μορφή της εκτάσεως των 400 στρεμμάτων εμφανείς υλικές πράξεις νομής, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα μισθωτήρια αγροτικής γης, με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση σε αναφορά και με τους προαναφερόμενους τίτλους τους, ότι δεν προσέβαλλαν δικαιώματα τρίτου και δη του ελληνικού Δημοσίου.

Αντιθέτως, η κυριότητα του Δημοσίου επί της ευρύτερης δασικής και χορτολιβαδικής εκτάσεως, εντός της οποίας βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, δεν καταλύθηκε ούτε και με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα έως την 11.9.1915, αφού οι επικαλούμενες από τους εκκαλούντες εμφανείς υλικές πράξεις νομής, ακόμη και όσες από αυτές προσιδιάζουν σε δάσος ή λιβάδι (ρητινοσυλλογή, ασβεστοκαμίνευση, βόσκηση ποιμνίου) ασκήθηκαν με κακή πίστη. Γνώριζαν δηλαδή πολύ καλά όλοι οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων ότι με την κατά τα ανωτέρω άσκηση της νομής τους προσέβαλαν δικαιώματα κυριότητας τρίτων και δη, του ελληνικού Δημοσίου, αφού μολονότι είχαν εκδοθεί τα βδ/τα 3/12.12.1833 περί λιβαδιών και 17/29.11.1836 περί δασών, με τα οποία εκλήθησαν να προσκομίσουν οθωμανικούς τίτλους («ταπί») οι ιδιοκτήτες λιβαδιών και δασών εντός ανατρεπτικής προθεσμίας, τέτοιοι τίτλοι ουδέποτε προσκομίστηκαν από αυτούς. Και ναι μεν η προσκόμισή τους δεν ήταν απαραίτητη για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (βρδ) επί δασικής εκτάσεως σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου, ωστόσο η παράλειψη προσκόμισής τους και η γνώση της παραλείψεως αυτής υποδηλώνει κακή πίστη και επιλήψιμη νομή, που εμπόδιζε την κτήση κυριότητας με χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, η οποία θα μπορούσε να καταλύσει την κυριότητα του Δημοσίου.

Το γεγονός δε ότι οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων (ναύαρχος, γραμματέας του πρωθυπουργού Δεληγιάννη, πληρεξούσιος υπουργού και ομογενής κτηματίας – κάτοικος Ρουμανίας) φέρονται ως σημαίνουσες φυσιογνωμίες της εποχής τους, όχι μόνον δεν αναιρεί την κρίση αυτή του δικαστηρίου, ότι δηλαδή επεχείρησαν την καταπάτηση των επιδίκων δημοσίων εκτάσεων, αλλ΄ αντιθέτως οι προαναφερόμενες ιδιότητές τους επιτείνουν κατά την απόφαση την κακοπιστία τους, αφού ως εκ της επιφανούς θέσεώς τους γνώριζαν πολύ καλά τον δημόσιο χαρακτήρα των δασικών και χορτολιβαδικών αυτών εκτάσεων, ήδη από την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας καθώς και την έλλειψη της κυριότητάς τους επί των εκτάσεων αυτών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στους τίτλους τους και τις οποίες συμπεριέλαβαν σε αυτούς σκόπιμα για πρώτη φορά κατά τα έτη 1876-1877 και μεταγενέστερα. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και εκ του ότι λόγω της σημαίνουσας θέσεως και ιδιότητάς τους, οι δικαιοπάροχοι αυτοί των εκκαλούντων προέβαιναν στις ανωτέρω ενέργειες χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο από τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία σημειωτέον διαχρονικά επέδειξαν ασύγγνωστη αμέλεια σχετικά με τον έλεγχο των τίτλων των εκκαλούντων, όπως διέγνωσε και η σχετική απόφαση ΕφΑθ 4910/1977, η οποία έκρινε όμοια μεταξύ των ίδιων διαδίκων για όμορες προς τα επίδικα εδαφικές εκτάσεις του Δήμου Ηλιουπόλεως.

Ηλιοβασίλεμα στον Άλιμο (λόφος Πανί)
[www.insgy.net/]

10. Αξιολόγηση των αποδείξεων και η κρίση του Δικαστηρίου

Απεδείχθη επομένως ότι η επίδικη εδαφική έκταση, αθροιζομένης επιφανείας 7.000 στρ., η οποία εκτείνεται σε διάφορες θέσεις στις διοικητικές περιφέρειες των ενδίκων τριών Δήμων και κατά το κρίσιμο έτος 1830 είχε τη μορφή δάσους με ελάχιστα διάσπαρτα εντός αυτής χορτολιβαδικά τμήματα, ανήκε ήδη από το έτος 1830 στο Ελληνικό Δημόσιο, του οποίου το τεκμήριο κυριότητας επ΄ αυτής ουδέποτε κατελύθη. Οι δε εκκαλούντες – ενάγοντες ουδόλως απέδειξαν ότι τα επίδικα ακίνητα, αθροιζομένου εμβαδού περίπου 198 στρ., κείνται εν όλω ή εν μέρει εντός της εδαφικής εκτάσεως που καταλαμβάνουν τα διακεκριμένα αυτοτελή επί μέρους ακίνητα, τα οποία αποτελούσαν καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες («μούλκια») κατά την οθωμανική κατοχή της Αττικής, δηλαδή οι εγκαταστάσεις του κτήματος: αλωνότοποι, καλυβότοποι, ζευγαρόσπιτα, οικήματα γεωργών, οικόπεδα αγροικιών, πηγάδια, πύργος, περιβόλια και βρίσκονταν σε πεδιάδα και σε απόσταση 3,5 χλμ. από το νότιο άκρο του κατά το έτος 1922 υφισταμένου πολεοδομικού σχεδίου της πόλεως των Αθηνών και τα είχε αποκτήσει κατά κυριότητα με παράγωγο τρόπο ο απώτερος δικαιοπάροχός τους (στο πρόσωπο του οποίου διεκόπη η αλληλουχία των επικαλουμένων τίτλων, αφού δεν απεδείχθη ότι με τους ιστορούμενους στις αγωγές τίτλους τον διαδέχθηκε παραγώγως στην κυριότητα έστω της εδαφικής εκτάσεως που καταλαμβάνουν τα προαναφερόμενα ακίνητα, ο φερόμενος ως διάδοχός του και κοινός δικαιοπάροχος όλων των εκκαλούντων).

Ούτε ακόμα απέδειξαν οι εκκαλούντες, ότι τα επίδικα ακίνητα, εν όλω ή εν μέρει, κείνται εντός αγροτικής εδαφικής εκτάσεως 400 στρεμμάτων (τεσσάρων ζευγαριών) του κτήματος Καρά, που αποτελούσε δημόσια γη κατά την περίοδο της οθωμανικής κατοχής της Αττικής και την είχαν αποκτήσει κατά κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο[29] οι απώτεροι προκτήτορές τους και ακολούθως οι ίδιοι, η οποία αγροτική γη βρίσκεται στην πεδιάδα που εκτείνεται σε απόσταση 3,5 χλμ. νότια της πόλεως των Αθηνών και δυτικά των φυσικών προπόδων (υπωρειών) του Υμηττού και πέραν και δυτικά του δάσους, το οποίο ξεκινώντας από την κορυφογραμμή του Υμηττού και κατερχόμενο τις δυτικές πλαγιές (κλιτύς) του, κάλυπτε και τα δυτικά της ζώνης των προπόδων (υπωρειών) του, όπως οριοθετήθηκε διοικητικά το έτος 1953, πλην μορφολογικά αποτελεί πλαγιά, η επακριβής δε θέση της αγροτικής αυτής εκτάσεως των 400 στρ. δεν προσδιορίστηκε από τους εκκαλούντες, που επίσης έφεραν το σχετικό βάρος απόδειξης.

Αντιθέτως απεδείχθη ότι η ευρύτερη εδαφική έκταση, στην οποία κείνται όλα τα επίδικα ακίνητα, η οποία εκτείνεται στις δυτικές πλαγιές (κλιτύς) του Υμηττού, δυτικά της ζώνης των προπόδων (υπωρειών) του (όπως οριοθετήθηκε διοικητικά το έτος 1953, αλλά μορφολογικά αποτελεί πλαγιά) και ανατολικά της παλαιάς οδού Τραχώνων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 1830-1836, αποτελούσε δάσος με ελάχιστα διάσπαρτα εντός αυτής τμήματα χορτολιβαδικής εκτάσεως και περιήλθε πρωτοτύπως (αυτοδικαίως) κατά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, την 3η Φεβρουαρίου 1830, από το οθωμανικό στο ελληνικό Δημόσιο, η τεκμαιρόμενη κυριότητα του οποίου ουδέποτε ανατράπηκε με τη διαδικασία του βδ 3/12.12.1833 (για τα τμήματα που αποτελούν λιβάδια, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθούν ως αυτοτελή) ή εκείνη του βδ 17/29.11.1836 (για όλη τη δασική αυτή έκταση) καθώς οι εκκαλούντες – ενάγοντες που βαρύνονταν με την ανατροπή του τεκμηρίου της κυριότητας του Δημοσίου, δεν ανταποκρίθηκαν στο βάρος αυτό, αποδεικνύοντας ότι η έκταση αυτή ήταν αγρός και όχι δάσος.

Ούτε όμως απεδείχθη από τους εκκαλούντες – ενάγοντες, που έφεραν και το σχετικό βάρος απόδειξης, ότι καταλύθηκε η κυριότητα αυτή του Δημοσίου επί του δάσους ή εκείνη επί των χορτολιβαδικών εδαφικών τμημάτων με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βρδ σε βάρος του Δημοσίου συμπληρωθείσα μέχρι 11.9.1915. Έτσι, δεν αποκτήθηκε ποτέ η έκταση αυτή (δασική και χορτολιβαδική κατά το έτος 1830) κατά κυριότητα από τους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων, ούτε πρωτοτύπως, με κατάλυση εκείνης του Δημοσίου, ούτε παραγώγως, αφού ο φερόμενος ως απώτερος δικαιοπάροχός τους, με τους τίτλους του απέκτησε παραγώγως όχι δάσος ή λιβάδι, αλλά διακεκριμένα αυτοτελή επί μέρους ακίνητα, τα οποία αποτελούσαν καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες, («μούλκια») κατά την οθωμανική κατοχή της Αττικής (δηλαδή, εγκαταστάσεις του αγροκτήματος: όπως αλωνότοπους, καλυβότοπους, ζευγαρόσπιτα, οικήματα γεωργών, οικόπεδα αγροικιών, πηγάδια πύργος, περιβόλια) και πρωτοτύπως (με έκτακτη χρησικτησία του βρδ που συμπληρώθηκε έως την 11.9.1915) αγροτική έκταση 400 στρ., την οποία και μόνο χρησιδέσποζε ανεπίληπτα αυτός και οι προκτήτορές του, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν παρέβλαπταν δικαιώματα τρίτων και δη του Δημοσίου, καθώς η μέχρι την 11.9.1915 ασκηθείσα νομή του επί των προαναφερομένων δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων απεδείχθη επιλήψιμη και δεν ήταν ικανή να προσπορίσει στους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων κυριότητα σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου.

Τα ανωτέρω απεδείχθησαν από καταθέσεις των μαρτύρων που κρίθηκαν αξιόπιστες και στηρίζονταν σε αεροφωτογραφίες λήψεως έτους 1939 και εκθέσεις φωτοερμηνείας τους, οι δε μάρτυρες μετά λόγου γνώσεως, ιδίως η πρώτη ως υπάλληλος του Υπουργείου Γεωργίας και ο τέταρτος ως δασολόγος, διαβεβαίωσαν ότι το μεγαλύτερο τμήμα των Δήμων Ηλιουπόλεως και Αργυρουπόλεως Ν. Αττικής είχε ανέκαθεν δασική μορφή, μαρτυρία η οποία ενισχύεται και από τη διαβεβαίωση ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, 1830, η μορφολογία του εδάφους ήταν δασική και χορτολιβαδική («… το κτήμα Καρρά κατά τον χρόνο μεταβίβασης με τα χοτζέτια και την επιτροπή οθωμανικών κτημάτων είχε βοσκότοπους, βοσκίσιμες εκτάσεις, λατομεία … κατά το 70-80% ορεινή έκταση και κατά το 30% καλλιεργήσιμη. Είχε δε και δάση …»).

Έτι δε περαιτέρω ενισχύθηκε η κρίση του δικαστηρίου και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και στοιχεία:

α) Τους παλαιούς χάρτες του Καϊζεροβασιλικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου (Kaupert) έτους 1875/1878, που απεικόνιζαν λεπτομερώς τη μορφολογία του εδάφους της τότε εποχής και με τη βοήθεια του επίσημου υπομνήματος συμβολισμών των απεικονίσεών του (δασικές, θαμνώδεις εκτάσεις, οδοί, ατραποί, ρέματα, κτίσματα της εποχής, καλλιεργούμενες εκτάσεις και το είδος των καλλιεργειών κ.λπ.) εμφανίζουν το κτήμα Καρά ως χωριό με βασικές λειτουργίες, με τη γύρω από αυτό έκταση να καλύπτεται από δασικούς θάμνους και κωνοφόρα δένδρα, στο δε βιβλίο των Kaupert (συντάκτη του χάρτη), Curtius και Milchofer «Επεξηγήσεις των χαρτών της Αττικής» (Βερολίνο, τόμος II), που συνοδεύει και σχολιάζει τους ως άνω χάρτες, το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου, το οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ενέπιπτε εντός του κτήματος Καρά και επωλήθη σε τρίτους, αναφέρεται ότι βρισκόταν εκτός του χωριού Καρά και βόρεια αυτού σε έναν λόφο.

β) Τον «Χωρογραφικό Πίνακα του Υπουργείου των Στρατιωτικών» έτους 1890, στον οποίο «ο Καράς» περιγράφεται ως «μικρό χωρίδιο» με 94 κατοίκους.

γ) Το κτηματολόγιο εθνικών δασών Αττικής – Μεγαρίδος και Πειραιώς – Αιγίνης, όπου ο Υμηττός με όριο δυτικώς το κτήμα Καραπάνου, Πιρνερή, Τράχωνες Μπραχάμι, Καισαριανή, όρια Γουδί, Θεολόγου και αγρούς Χαλανδρίου … εκτάσεως 70.000 στρ. και με δένδρα πεύκα, πρίνα, σχίνα κ.λπ. φέρεται κατοχής Δημοσίου και χαρακτηρισμένο εθνικό δάσος, ήδη από το έτος 1905.

δ) Έγγραφα, τα οποία οι ίδιοι οι εκκαλούντες επικαλούνται και προσκομίζουν για ν΄ αποδείξουν την άσκηση υλικών πράξεων νομής επί των επιδίκων ακινήτων και αναφέρονται ευθέως σε δασικά προϊόντα και κυρίως, από το μισθωτήριο συμβόλαιο ασβεστοκαμίνευσης έτους 1842, αφού η λειτουργία της προβιομηχανικής αυτής ασβεστοκαμίνου λογικά προϋπέθετε την ύπαρξη δάσους, καθώς απαιτούνται προς τούτο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτός από ασβεστολιθικά πετρώματα, η εξόρυξη των οποίων επιτυγχάνεται από τα παρακείμενα λατομεία, όπως προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα μισθωτήρια λατομείου και καύσιμα, ως καύσιμη δε ύλη εκείνη την εποχή οι κονιοποιοί (ασβεστάδες) χρησιμοποιούσαν τα πουρνάρια, δηλαδή δασική βλάστηση, που υπήρχε στην περιοχή και μάλιστα σε αφθονία. Η ύπαρξη δάσους κωνοφόρων σημειώνεται, όπως προεκτίθεται και στον χάρτη Kaupert έτους 1875/1878, γεγονός που σημαίνει ότι το δάσος υπήρχε ήδη από το έτος 1836, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν μπορεί να δημιουργήθηκε μέσα σε 6 μόλις χρόνια, από το 1836 έως το 1842, οπότε φέρεται να έχει συναφθεί η άνω μίσθωση. Η ύπαρξη δάσους το έτος 1830 προκύπτει και από τα άλλα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες μισθωτήρια συμβόλαια, των ετών 1852-1881 περί μισθώσεως λατομείων, ακόμη δε και από συμβόλαιο έτους 1877, με το οποίο οι μισθωτές της αρόσιμης γης ανελάμβαναν έναντι της εκμισθώτριας να εκχερσώνουν 15 στρ. χερσολιβαδικής εκτάσεως ετησίως έκαστος, από συμβόλαια έτους 1877 και 1882 με τα οποία ο μισθωτής ανάλαβε απέναντι στον εκμισθωτή την υποχρέωση να εκχερσώνει 30 στρ. χερσολιβαδικής εκτάσεως ετησίως και από πλείστα άλλα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα μισθωτήρια εκείνης της περιόδου, με τα οποία οι εκμισθωτές του κτήματος Καρά, προκάτοχοι των εκκαλούντων, αξίωναν με την απειλή χρηματικής ποινής από τους μισθωτές κολίγους τους να εκχερσώνουν έκαστος ανά 15 στρ. χερσολιβαδικής εκτάσεως ετησίως, ώστε να επεκτείνουν σε βάρος των δημοσίων χερσολιβαδικών εκτάσεων τις καλλιεργημένες εκτάσεις. Τέλος, η ύπαρξη δάσους ήδη από το έτος 1830 αποδεικνύεται και από μισθωτήριο συμβόλαιο έτους 1867, στο οποίο γίνεται ευθέως λόγος για δάσος, αφού υποχρεώνονται οι μισθωτές βοσκοί να «… προφυλάττωσι τα υπάρχοντα δάση από πάσαν ζημίαν … και την λαθραίαν εισαγωγήν παντός είδους δασικού προϊόντος … σφετεριζόμενα δασικά προϊόντα …».

 ε) Από αίτηση Μαρτίου 1901 του ιδιοκτήτη του κτήματος Τράχωνες, που φέρεται από τους ίδιους τους εκκαλούντες ως όμορο (χωρίς ωστόσο και να είναι, πλην όμως βρίσκεται και αυτό στη δυτική πλαγιά του Υμηττού και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 1830-1836 είχε την ίδια δασική βλάστηση με το επίδικο κτήμα Καρά), περί χορηγήσεως αδείας εκχερσώσεως, στην οποία επί λέξει αναφέρεται «… τα δάση ταύτα προ αμνημονεύτων χρόνων μήτε εκκαθαρίσθησαν μήτε αραιώθησαν …».

Έτι δε περαιτέρω, ενισχύεται η ως άνω κρίση του δικαστηρίου και από τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από κατάθεση μάρτυρα των εκκαλούντων, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται: «… στο συγκεκριμένο κτήμα Καρράς, στο οποίο στους αρχικούς τίτλους αναφερόταν ότι περιελάμβανε τέσσερα ζευγάρια που αναφέρονται σε καλλιεργήσιμα, περιλάμβανε λατομεία, βοσκοτόπους, δάση … το τσιφλίκι Καρρά, στο οποίο βρίσκονται και τα επίδικα, περιελάμβανε δασικές εκτάσεις, ορεινές και πετρώδεις, βοσκές. Υπήρχαν και θαμνώδεις εκτάσεις και ρέματα. Η μορφή αυτή του κτίσματος ήταν έτσι από το 1830 … και στα δασικά τμήματα η πράξη νομής γινόταν από βοσκούς …»).

Επομένως, από το σύνολο των στοιχείων που εξετάσθηκαν και αναλύθηκαν στη σχολιαζομένη υπόθεση, όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του κτήματος Καρά Αττικής, προέκυψε ότι τα επίδικα ακίνητα, αθροιζομένου εμβαδού περίπου 198 στρ., κείνται διάσπαρτα σε ευρύτερη έκταση, συνολικής επιφανείας 7.000 στρεμμάτων, η οποία εκτείνεται σε διάφορες θέσεις ακόμη ευρύτερης εδαφικής εκτάσεως δυτικά της ζώνης των προπόδων (υπωρειών) του Υμηττού (όπως διοικητικά οριοθετήθηκε με την απόφαση 111184/1953 του Υπουργού Γεωργίας, αλλά μορφολογικά αποτελεί πλαγιά – κλιτύν) και ανατολικά της παλαιάς οδού Τραχώνων (ήδη δε στις διοικητικές περιφέρειες των Δήμων Ηλιουπόλεως, Αργυρουπόλεως και Αλίμου) και κατά το έτος 1830 αποτελούσε δάσος κωνοφόρων δένδρων (χαλεπίου πεύκης) και αειφύλλων πλατυφύλλων θάμνων (σχίνων, πρίνων κ.ά.), με ελάχιστες διάσπαρτες χορτολιβαδικές εκτάσεις με αραιή έως πενιχρή ποώδη βλάστηση ιδίως στα χαμηλότερου υψομέτρου και ανατολικά της οδού Τραχώνων τμήματά της, η οποία περιήλθε με κυριαρχικό δικαίωμα (πρωτοτύπως) στο νέο Ελληνικό Κράτος, που ιδρύθηκε με την απελευθέρωση από τους οθωμανούς, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1-3.2.1830 «Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και τα ερμηνευτικά του Πρωτόκολλα, σε συνδυασμό και με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 9ης Ιουλίου 1932.

Η κυριότητα δε αυτή του ελληνικού Δημοσίου επί της ενδίκου εκτάσεως, ήδη από το έτος 1830, ουδέποτε ανατράπηκε με τη διαδικασία του βδ/τος 3/12.12.1833 (για τα χορτολιβαδικά τμήματα) και αργότερα του βδ/τος 17/29.11.1836 (για όλη τη δασική έκταση), καθώς ουδέποτε προσκομίσθηκε από τους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων ο απαιτούμενος τίτλος («ταπί») εντός της ανατρεπτικής ενιαύσιας προβλεπομένης προθεσμίας. Ομοίως ουδέποτε κατελύθη η κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου επί της ως άνω εκτάσεως και εν συνεχεία, με έκτακτη χρησικτησία, η οποία επιτρεπόταν σε βάρος του Δημοσίου και για εκτάσεις που αποτελούσαν δάση και χορτολιβαδικές εκτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα είχε συμπληρωθεί έως την 11.9.1915.

Επομένως απεδείχθη ότι ουδέποτε απέκτησαν οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα των επιδίκων εκτάσεων, ούτε μπορούσαν ως εκ τούτου να τη μεταβιβάσουν περαιτέρω. Ακολούθως δε και οι διάδοχοί τους δεν ηδύναντο να αποκτήσουν κυριότητα επί των επιδίκων ακινήτων με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στη δική τους νομή χρησικτησίας εκείνη των προκτητόρων τους, δεδομένου ότι η νομή που ασκήθηκε επί της εκτάσεως αυτής από τους προκτήτορές τους απεδείχθη κακόπιστη και επιλήψιμη.

Οδυσσέας Φωκάς – Υμηττός, 1900 
(Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου)

Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα,
καὶ κάτι ὁλόγυρα σὰν τοῦ Ὑμηττοῦ τὸ μέλι,
βγαίνουν ἀμάραντ᾿ ἀπὸ μάρμαρο τὰ κρίνα,
λάμπει γεννήτρα ἑνὸς Ὀλύμπου ἡ θεία Πεντέλη.

Στὴν ὀμορφιὰ σκοντάβει σκάφτοντας ἡ ἀξίνα,
στὰ σπλάχνα ἀντὶ θνητοὺς θεοὺς κρατᾶ ἡ Κυβέλη,
μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη.

ΠΑΤΡΙΔΕΣ
Κωστὴς Παλαμᾶς

.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Σχετ. βλ. απόφαση Εφετείου Αθηνών υπ΄ αριθ. 257/2016 (Τμ. 2ο Δημόσιο), σε: «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 2/2017.

[2] Βλ. ΑΠ Ολ 1/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών (ΤΝΠ) «Νόμος».

[3] ΑΠ 449/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 749/1989, σε: περιοδικό «Ελληνική Δικαιοσύνη» Δνη 31 σ. 1258,  Παπαδόπουλου «Αγωγές εμπραγμάτου δικαίου», έκδ. 1989, τ. Α΄ σ. 529.

[4] ΕφΑθ 5279/2008 ΤΝΠΝ.

[5] ΑΠ Ολ 1/2013, ό.π., ΑΠ 52/2014 ΤΝΠΝ, Γ. Καριψιάδη, «Η Ελλάδα ως διάδοχο κράτος» έκδ. 2000, σ. 137-145, 178 και εκεί παρατιθέμενες αποφάσεις: ΑΠ 230/1850, ΑΠ 57/1871 και ΑΠ 80/1877.

[6] Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4-16.6.1830, στο οποίο ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα «βακούφια» και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος. Βλ. σχετ. ΑΠ Ολ 1/2013, ό.π.

[7] ΑΠ Ολ 1/2013, ΑΠ 52/2014, ό.π.

[8] Βλ. Καριψιάδη, ό.π., σ. 161 επ., 178 επ. και εκεί αναφερόμενες ΑΠ 15/1843, 24/1849 και 230/1850.

[9] ΑΠ 52/2014, ό.π., ΑΠ 1992/2009 ΤΝΠΝ, ΕφΑθ 5279/2008, ΕφΑθ 1162/2002 ό.π.

[10] ΑΠ 309/2012 ΤΝΠΝ, ΕφΑθ 5279/2008, ΕφΑθ 1162/2002, ό.π.

[11] ΑΠ 712/2015, ΑΠ 52/2014 ΤΝΠΝ.

[12] ΕφΑθ 5279/2008 ό.π., ΕφΑθ 6598/2006.

[13] Βλ. βν 8 παρ. 8 κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 Πανδέκτη (50-4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41-4), νδ παρ. 1 Πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18-1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23-3).

[14] Βλ. ν. 27 Παν. (18.1), ν. 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 11 Πανδ. (51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16).

[15] ΑΠ 102/2010, ΑΠ 178/2004, ΑΠ 546/2003 ΤΝΠΝ.

[16] ΑΠ 1359/2002, ΑΠ 1281/2002 ΤΝΠΝ.

[17] ΑΠ Ολ 75/1987 ΝοΒ 37 σ. 84, ΑΠ 712/2015 ό.π., ΑΠ 874/2006, ΑΠ 730/2004 Δνη 47 σ. 1020, ΑΠ 178/2004 Δνη 45 σ. 1685.

[18] Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί ούτε ένσταση, αλλά άρνηση του χαρακτήρα του ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομής, που καθίστανται έτσι αντικείμενο ανταπόδειξης, στο πλαίσιο της κύριας απόδειξης που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του (ΑΠ 712/2015, ΑΠ 1524/2012 ΤΝΠΝ). Η αμφισβήτηση επομένως των συγκεκριμένων πράξεων νομής και της συνοδεύουσας αυτές καλής πίστης αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, ενώ η αμφισβήτηση της ύπαρξης τίτλων έχει σημασία μόνο για την άρνηση της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστης. Γίνεται ομοίως δεκτό ότι δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν έννομη επιρροή μεταγενέστερες διατάξεις Δασικών Κωδίκων που ετέθησαν σε ισχύ αργότερα, ειδικότερα δε εκείνες των άρθρων 215 ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 α.ν. 1539/1938 και 16 του α.ν. 192/1946, που επαναλήφθηκε με το άρθρο 58 νδ/τος 86/1969 «περί δασικού κώδικος», με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ΄ αυτών καμία πράξη νομής και ότι η εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά, βοσκή και λοιπές αγροτικές πράξεις σε δημόσια δάση δεν θεωρούνται πράξεις νομής ή οιονεί νομής (ΑΠ 227/2015, ΑΠ 52/2014, ΑΠ 815/2013, ΑΠ 1524/2012 ΤΝΠΝ, ΕφΑθ 5279/2008, ΕφΑθ 6598/2006).

[19] ΦΕΚ 56/1836.

[20] Βλ. σχετ. ΑΠ 261/1981, ΕφΑθ 6604/2011, λ. «ζευγάρι» σε: Π. Δρανδάκη «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» και λ. «ζευγάρι» και «αγρός» σε Λεξικό «Δημητράκου».

[21] Βλ. σχετ. την ένδικη από 20.8.1920 αίτηση του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, ο οποίος απευθυνόμενος στο Υπουργείο Γεωργίας για το θέμα της απαλλοτρίωσής του προς γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, το χαρακτηρίζει απρόσφορο προς τούτο «λόγω του λεπτογείου και αψόρου του εδάφους».

[22] Νόμος της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού έτους 1856) του Οθωμανικού Κράτους «περί γαιών».

[23] Εν προκειμένω, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η επίμαχη έκταση των 4 ζευγαριών αναφερόταν στην ετήσια καλλιέργεια μόνο και έπρεπε να πολλαπλασιαστεί επί 3 (δηλ. 4 ζευγάρια x 80 = 320 x 3 = 960 ή 4 ζευγάρια x 100 = 400 x 3 = 1.200 στρ.) καθώς έπρεπε να υπολογισθεί και η έκταση (πλάτες) που αναλογούσε στην τριετία της αγρανάπαυσης, κρίθηκε αυθαίρετος και αβάσιμος, αφού δεν δικαιολογείται ο τρόπος αυτός υπολογισμού της πωλούμενης εδαφικής εκτάσεως, καθώς έτσι εμφανίζεται μικρότερη (και συγκεκριμένα στο 1/3 της πραγματικής), με αποτέλεσμα να εισπράττει ο Οθωμανός πωλητής της μικρότερο τίμημα. Τούτο προσκρούει στη λογική, αφού αν ίσχυε ο τρόπος αυτός υπολογισμού θα είχε συμφέρον ο Οθωμανός πωλητής να προβεί στον απλό αυτό πολλαπλασιασμό, προκειμένου να εμφανίσει την πράγματι μεγαλύτερη έκταση, που μεταβίβαζε και να εισπράξει μεγαλύτερο τίμημα και όχι το αντίθετο. Άλλωστε και ο χρόνος αγρανάπαυσης δεν έχει την ίδια διάρκεια σε όλα τα κτήματα, αλλ΄ εξαρτάται από πολλούς, διαφορετικούς παράγοντες (και ποικίλλει από 1 έως 3 έτη), συνεπώς δεν μπορεί να ισχύει ο υποκειμενικός αυτός τρόπος υπολογισμού της έκτασης που ισχυρίζονται οι εκκαλούντες. Ούτε προσφέρεται για τον υπολογισμό της έκτασης των 4 ζευγαριών του κτήματος Καρά, που φέρεται να παραχωρήθηκε με τα ένδικα πωλητήρια έγγραφα – «χοτζέτια», η σύγκριση του τιμήματος ή των μισθωμάτων που επιτεύχθηκαν διαχρονικά, με εκείνα που επιτεύχθηκαν κατά την πώληση ή μίσθωση άλλων τσιφλικιών σε διάφορες περιοχές της Αττικής ή όμορες προς το αγρόκτημα (τσιφλίκι) Καράς, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, καθώς το τίμημα εξαρτάται κάθε φορά από πολλούς και ποικίλους παράγοντες και όχι μόνο από την έκταση, όπως είναι λ.χ. η θέση του τσιφλικιού, το ομαλό ή ανώμαλο του εδάφους, η υφή του κ.λπ., πέραν του ότι μπορούν να επηρεάσουν την τιμή του ακόμη και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι εκάστοτε ανάγκες των Οθωμανών πωλητών τους και των Ελλήνων ή ξένων αγοραστών.

[24] Τούτο προκύπτει και από τη διαφοροποίηση στο ένδικο πωλητήριο έγγραφο – «χοτζέτι» σχετικά με τον υπολογισμό σε 200 στρ. (τα οποία αναφέρονται στα παλαιά τουρκικά στρέμματα, καθένα εκ των οποίων αντιστοιχούσε σε λιγότερο από μισό σημερινό στρέμμα και δη, σε 409 τ.μ.) της έκτασης των επίμαχων πέντε (5) αγρών (δημοσίων επίσης γαιών) στις θέσεις Καλαμάκι, Άγιον Θεόδωρον, Τζοκάλι, Κοπάνα, Τζοκάλι, αντίστοιχα, που παραχωρήθηκαν με το ένδικο πωλητήριο έγγραφο – «χοτζέτι» και δικαιολογείται καθώς οι αγροί αυτοί αποτελούσαν αυτοτελή ακίνητα (χωράφια) σε σχέση με το τεσσάρων (4) ζευγαριών τσιφλίκι (αγρόκτημα) Καρά, κείμενα εκτός αυτού, όπως ρητώς αναγράφεται.

[25] Για την επικύρωση των οθωμανικών αυτών πωλήσεων είχε συσταθεί από τον Κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια αρμόδια «επί των κατά την Αττικήν και την Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπή», στην οποία οι αγοραστές προσκόμιζαν τα πωλητήρια έγγραφα – «χοτζέτια», η δε πώληση επιβεβαιωνόταν και με μαρτυρίες ενώπιον της συσταθείσας το έτος 1830 επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής, προς απόδειξη κυρίως της ιδιοκτησίας των Οθωμανών πωλητών, οι οποίοι και προσήγαγαν τους μάρτυρες, επειδή πολλοί από τους οθωμανικούς τίτλους «χοτζέτια», με τους οποίους είχαν αποκτηθεί πλήρεις ιδιοκτησίες («μούλκια»), είχαν απωλεσθεί κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως και ιδίως στην Αττική, κατά το χρονικό διάστημα από 9.6.1822 έως 24.5.1827, οπότε έληξε η πολιορκία της Ακροπόλεως και άρχισε η τρίτη οθωμανική κυριαρχία, αλλά και για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των Ελλήνων κυρίως αγοραστών και του Ελληνικού Δημοσίου επί των εκτός συναλλαγής αφιερωμένων γαιών (βακούφια), οι οποίες του ανήκαν αυτοδικαίως με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου 4-16.6.1830 και δεν αποτελούσαν ευδιάκριτα ακίνητα (μπορούσαν να είναι είτε οικοδομήματα είτε γη), ενώ αντιθέτως οι κατεχόμενες με «ταπί» οθωμανικές δημόσιες γαίες αποτελούσαν ευδιάκριτα ακίνητα, όπως αγροί, καλλιεργούμενα χωράφια, δάση ή χορτολιβαδικές εκτάσεις. Γι΄ αυτό και οι σχετικές ερωτήσεις της Επιτροπής σε κάθε εξεταζόμενο μάρτυρα: – «Μήπως είναι τίποτε βακούφι μέσα εις αυτό το τζιφλίκι;» και η απάντηση του μάρτυρα: – «Όχι δεν έχει τίποτε βακούφι».

[26] Ναι μεν κατά τη διάρκεια της τρίτης οθωμανικής κατοχής της Αθήνας (25.5.1827 – 31.3.1833), με σουλτανικό θέσπισμα έτους 1829 παραχωρήθηκε δωρεάν η κυριότητα επί δημοσίων γαιών (αγρών, δασών και λιβαδιών) από το Οθωμανικό Δημόσιο, στο οποίο μέχρι τότε ανήκε, στους νόμιμους κατόχους τους (Έλληνες και Οθωμανούς), που τις κατείχαν με σχετικό επίσημο οθωμανικό τίτλο «ταπί», με αποτέλεσμα να μπορούν αυτοί να αναγνωρίσουν και να πωλήσουν την κυριότητά τους επί των δημοσίων αυτών γαιών, επί των οποίων μέχρι τότε ασκούσαν δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως («τεσσαρούφ»), μόνον όμως εφόσον προσκόμιζαν τον επίσημο αυτόν οθωμανικό τίτλο («ταπί»), που αποδείκνυε το μέχρι τότε δικαίωμά τους διηνεκούς εξουσιάσεως, αφού ο οθωμανικός αυτός τίτλος («ταπί»), σε αντίθεση με το «χοτζέτι», ακόμη και αν είχε χαθεί, διατηρείτο σε πρωτότυπο στην έδρα της τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, στο Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο, από το οποίο σε κάθε περίπτωση, μπορούσαν να εξαχθούν αντίγραφα. Για τούτο, η Επιτροπή στα έγγραφα επικύρωσης οθωμανικών πωλήσεων διατηρούσε εγγράφως επιφύλαξη υπέρ του Δημοσίου, ότι οι αγοραστές εφ΄ όσον είχαν στην κατοχή τους «ταπί» είχαν υποχρέωση να το προσκομίσουν, υποβαλλόμενοι στη μέλλουσα να εκδοθεί σχετικώς νομοθεσία, που πράγματι ακολούθησε, καθ΄ όσον αφορά τα δάση και λιβάδια, με την έκδοση των βδ/των 17/29.11.1836 (για τα δάση) και 3/12.12.1833 (για τα λιβάδια). Η επιφύλαξη αυτή υπέρ των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των δημοσίων γαιών (αγρών, δασών και λιβαδιών), οι οποίες του ανήκαν ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, εφ΄ όσον δεν αποδείκνυαν οι Οθωμανοί πωλητές, με σχετικό «ταπί» το επ΄ αυτών δικαίωμα εξουσιάσεως «τεσσαρούφ», το οποίο θεμελίωνε με το θέσπισμα του έτους 1829 την κυριότητά τους με αποτέλεσμα να μπορούν να τη μεταβιβάσουν, είχε την εξής στερεότυπη σε όλες τις αποφάσεις της Επιτροπής διατύπωση: «Καθ΄ όσον αφορά τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των διά ταπίου κατεχομένων κτημάτων, ο ειρημένος κύριος θέλει υπόκεισθαι εις το περί των τοιούτων ληφθησόμενον γενικόν μέτρον». Η ίδια αυτή επιφύλαξη ετέθη και στις ένδικες αποφάσεις έτους 1836, με τις οποίες η Επιτροπή αναγνώρισε τον κύριο των αγορασθέντων με τα ένδικα πωλητήρια έγγραφα – «χοτζέτια». Ωστόσο ο εν λόγω αγοραστής οθωμανικών κτημάτων στο τσιφλίκι Καρά, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι δεν διέθετε «ταπί», προκειμένου να το προσκομίσει και να αναγνωρισθεί έτσι η κυριότητά του στις χειμερινές και θερινές βοσκές (δημόσιες γαίες) και στο επίμαχο 1,5 ζευγάρι γαίες (δημόσιες γαίες), που του παραχωρήθηκαν με το πωλητήριο έγγραφο – «χοτζέτι», πριν η πώληση αυτή επικυρωθεί με απόφαση της Επιτροπής, πώλησε με ιδιωτικό έγγραφο έτους 1831 μόνο τις πλήρεις ιδιοκτησίες («μούλκια») και το 1,5 ζευγάρι γαίες (δημόσιες γαίες) του κτήματος Καρά, που φέρεται να είχε αποκτήσει με το ένδικο πωλητήριο έγγραφο – «χοτζέτι», αποφεύγοντας ωστόσο να πωλήσει και τις χειμερινές και θερινές βοσκές. Και το αντίγραφο της πωλήσεως αυτής επικυρώθηκε με απόφαση της Δημογεροντίας των Αθηνών έτους 1833, χωρίς βεβαίως η απλή αυτή επικύρωση του αντιγράφου να αποτελεί τίτλο, ικανό να προσπορίσει από μόνη της κυριότητα στον αγοραστή, σε περίπτωση έλλειψης κυριότητος του Οθωμανού πωλητή. Και η κυριότητα του τελευταίου δεν αποδεικνυόταν με το προαναφερόμενο «χοτζέτι» όχι μόνο στις χειμερινές και θερινές βοσκές (δημόσιες γαίες), αλλά ούτε και στην αρόσιμη γη του 1,5 ζευγαριού, αφού και αυτή αποτελούσε αγρό, δηλαδή δημόσια γαία που ανήκε στο οθωμανικό Δημόσιο και έπρεπε ο Οθωμανός πωλητής να αποδείξει με σχετικό «ταπί» το δικαίωμα εξουσιάσεώς της («τεσσαρούφ»), ώστε να του αναγνωρισθεί κυριότητα, σύμφωνα με το θέσπισμα του έτους 1829 και να μπορεί να τη μεταβιβάσει περαιτέρω. Σχετ. βλ. και ΑΠ 573/2015, 874/2006 ΤΝΠΝ, ΕφΑθ 6604/2011.

[27] Λόγω του αγόνου εδάφους του τσιφλικιού Καρά υπολογίζεται σε 100 στρ. το κάθε ζευγάρι, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα.

[28] Για τούτο και η χρήση στα «χοτζέτια» του ρήματος «παραχώρησαν» όσον αφορά τη γη των τεσσάρων (4) ζευγαριών του κτήματος Καρά, σε αντίθεση με τη χρήση του ρήματος «πώλησαν» όσον αφορά τις πλήρεις ιδιοκτησίες «μούλκια».

[29] Έκτακτη χρησικτησία με τις προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (βρδ) σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου συμπληρωθείσα μέχρι τις 11.9.1915 και ακολούθως, με τις προϋποθέσεις του Αστικού Κώδικα μετά την εισαγωγή του, την 23.2.1946.

.

.


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 13.08.2017

.


Κράτα τοΚράτα το

Κράτα τοΚράτα το

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s