ΦΥΣΗ ΑΓΙΑ

ΦΥΣΗ ΑΓΙΑ

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

«Το πράσινο στον τόπο μας είναι πιο άγιο απ’ αλλού»

(«Γαλαξείδι», Εύα Βλάμη, 1947)

Λέγει η επιστήμη μου ότι, «τώχει στη φύση της» η ξηροθερμική Μεσόγειος −το μεσογειακό οικοσύστημα, για την ορθότητα του λόγου− να καίγεται, καθότι με τη φωτιά προορίστηκε, χάρη σ’ αυτήν αναγεννάται, ανανεώνεται κι εξελίσσεται. Είναι, λέγεται, μιαν αναπόδραστη πράξη να καίγεται το μεσογειακό δάσος, μιαν αντίδραση στην πλησμονή, που δεν τού αρμόζει, αφού, λιτό κι ολιγαρκές φτιάχτηκε˙ κι ως τέτοιο τού πρέπει να στέκεται. Μιαν αντινομία λοιπόν υπάρχει, όταν το λιτό χάνεται στην αφθονία του περιττού, πούναι φόρτωμα για τη μεσογειακή φύση −ύλη μη αφομοιώσιμη−, και το αποβάλλει αποκαιόμενη, για ν’ αναγεννηθεί κατόπιν από τις στάχτες της!

Όμως «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας»…,

καθώς ο άνθρωπος πληγώνει καθημερνώς τη φύση με τις ενέργειές του, τη φθείρει και τη μειώνει. Είν’ ο αργός της θάνατος, που γίνεται αιφνίδιος με τη φωτιά που καταστρέφει, καθώς έτσι αποτελειώνεται κείνο που με τη δόλια ανθρώπινη ενέργεια άρχισε και με την προκλητική αδιαφορία στη φθορά της φύσης γίνηκε κατεστημένο. Και φυσικά, δεν είναι διαχειριστικός ο σκοπός αυτής της φωτιάς στο μεσογειακό δάσος, όπως η φύση το θέλει, μα του ανθρώπου κακός σκοπός ή εγκληματική αμέλεια. Ο άνθρωπος εν προκειμένω, είτε έτσι είτε αλλιώς, ως Ηρόστρατος λειτουργεί και καίγει το ιερό της φύσης.

Έχει αίσθηση η σχέση της φύσης με τον άνθρωπο, μιαν έπαφη πορεία˙ που όμως, αυτός φαίνεται να μην τη νοιώθει. Τη φύση τούτη, αλί, καταστρέφουν άνθρωποι σκοτεινοί, αδιάφοροι, άπνοοι και ουτιδανοί, που ασελγούν σε τόπο ιερό, της ζωής, και κάμνουν κακό μεγάλο στην ίδια τη ζωή, μα και στη δόλια τη φυλή τους! Είναι γι’ αυτό, η φύση μάρτυρας για τη βουβή καταστροφή της, μίαν αγία…

Όχι ότι δε θα ιδούμε τη φύση αυτή και πάλι στο μέλλον να στένεται. Σίγουρα θα μας εκπλήξει αναγεννώμενη εκ της τέφρας της. Όμως το όμορφο σημερινό φτάσιμό της, δε θα το δει/χαρεί −αλί− η γενιά μας˙ και μπορεί να μην είναι ποτέ το ίδιο όμορφο, το ίδιο χαρισματικό, το ίδιο μοναδικό. Σε άλλη της δε κατάσταση, η φύση αυτή θα χαθεί, σε μιαν αρνητική κατάστασή της θα μεταπέσει, διότι ακροβατούσε στ’ όριό της και πλέον δεν ημπορεί να ισορροπεί. Αλλού ακόμα θα την ιδούμε, αποκαμωμένη να γέρνει, χωρίς δύναμη, και να μη μπορεί να σταθεί. Θάρθει είδος άλλο να τη διαδεχτεί, που σηματοδοτεί την υποβάθμισή της, την οπισθοδρόμηση του φυσικού οικοσυστήματος. Ενώ, στα καλά της πεδία, ο σκοτεινός άνθρωπος θα στήσει το σιδηρό πολιτισμό του, τον υλικό του πολιτισμό, σε βάρος αυτής π’ αποτελεί αγαθό πολιτισμικό, αλλά και την ανάσα του… −ποιός άραγε εκ των δύο νάναι ο αρμοστός τού ανθρώπου πολιτισμός;

Το βιβλίο της φύσης, σοφά προνοεί,

για τα παραπάνω. Διαβάζουμε σε αυτό ότι, στα φυσικά οικοσυστήματα που βρίσκονται σε περιοχές ξηροθερμικές, η φωτιά αποτελεί οικολογικό παράγοντα διαχείρισής τους −όταν βέβαια συμβαίνει σε χρόνους ανεκτούς για την επαναφορά κι ανανέωση του οικοσυστήματος κι όταν δεν παρεμβάλλεται στον ενδιάμεσο χρόνο κάποιος παράγοντας που δρα αποτρεπτικά/ανατρεπτικά προς αυτό (νέα φωτιά, βόσκηση, έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα στα καμένα εδάφη, εκχερσώσεις κ.ά.) Η φωτιά αποτελεί ρυθμιστικό/εξισορροπιστικό παράγοντα στα οικοσυστήματα του πλανήτη του μεσογειακού τύπου κλίματος (τέτοιες περιοχές είναι η λεκάνη της Μεσογείου, η Καλιφόρνια, η Χιλή, η Νότια Αφρική και η Νοτιοδυτική και Νότια Αυστραλία…) Ο κλιματικός αυτός τύπος, χαρακτηρίζεται από ξηρά και με υψηλές θερμοκρασίες καλοκαίρια, στα οποία οι βροχές είναι λιγοστές −μα όταν συμβαίνουν έχουν μεγάλη ραγδαιότητα−, καθώς κι από ήπιους χειμώνες, με μικρά ή μεσαία ύψη βροχής.

Η βλάστηση των περιοχών με τον παραπάνω τύπο κλίματος, είναι συγκεκριμένη˙ τα είδη είναι κωνοφόρα (θερμόβια πεύκα, κυπαρίσσια), πλατύφυλλα με δερματώδη ή σκληρά φύλλα και αείφυλλοι σκληρόφυλλοι θάμνοι, ενώ τα φρύγανα αποτελούν μεν (κατά κανόνα) οπισθοδρομική εξέλιξη των μεσογειακών οικοσυστημάτων, όμως ο οικολογικός ρόλος τους για την μετά την καταστροφή εξέλιξη, είναι σημαντικός. Τα θερμόβια μεσογειακά φυτικά είδη, ανέπτυξαν συγκεκριμένους μηχανισμούς προσαρμογής, ώστε ν’ ανταποκρίνονται στις δύσκολες συνθήκες που τους έλαχε να βρεθούν. Τέτοιοι μηχανισμοί είναι η αλληλοπάθεια (διάχυση ανασταλτικών ουσιών στο έδαφος, για να μην φυτρώνουν σπόροι άλλων φυτών ή να μην αυξάνεται το ριζικό σύστημα ανταγωνιστικών ετήσιων φυτών), η αειφυλλία (διατήρηση επί μακρόν των φύλλων, για να μη σοκάρεται το φυτό με την έκπτυξη νέων˙ μια διαδικασία που απαιτεί κατανάλωση πολύ μεγάλης ποσότητας νερού), η σκληροφυλλία (ύπαρξη αδιάβροχων κηρωδών ουσιών κάτω από την επιδερμίδα των φύλλων, που προσδίδουν χαρακτηριστική σκληρότητα, χάρη στην οποία παγιδεύεται νερό, που διαφορετικά θα εξατμιζόταν λόγω των υψηλών θερμοκρασιών του θέρους), το κλείσιμο των στοματίων των φύλλων κατά τις θερμές ώρες της ημέρας, για να καταστέλλονται οι λειτουργίες του φυτού σε στιγμές θερμοκρασιακού σοκ, η ύπαρξη αγκαθιών ή δηλητηριωδών ουσιών, για την απομάκρυνση των ζώων που θα τα βοσκήσουν και θα τα θίξουν.

Λόγω των δυσμενών κλιματικών συνθηκών για την αποσύνθεση και χουμοποίηση της οργανικής ύλης αυτών των οικοσυστημάτων, δημιουργείται υπερσυσσώρευσή της σ’ επίπεδα ανασταλτικά για την ομαλή λειτουργία τους. Τούτο, σε συνδυασμό με την αλληλοπάθεια, που επηρεάζει τα φυτάρια πεύκης κυρίως, αλλά και την πυκνή παρουσία των θάμνων του υπορόφου, οδηγεί σε σημαντικό περιορισμό ή εξάλειψη της αναγέννησης του πεύκου, τ’ οποίο επιπροσθέτως, ως φωτόφιλο είδος, επιζητεί το άπλετο ηλιακό φως για ν’ αναπτυχθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, συγκροτούνται υπερώριμα (πευκο)δάση, μ’ έλλειψη αναγέννησης, με αντιστάσεις μικρές και βάρος ύλης τεράστιο για τις δυνατότητες αφομοίωσής του από το παρόν σύστημα, που μοιραία παραδίδονται στην παράγοντα που θα τα πλήξει και θα τα παραδώσει στις φλόγες.

Η φωτιά εν προκειμένω, αποτελεί τη λύση! Οι φυσικοί παράγοντες επενεργούν λυτρωτικά για τα συγκεκριμένα συστήματα, και η πυρκαγιά που συμβαίνει, τα «καθαρίζει», τ’ ανανεώνει και τ’ αναζωογονεί. Έχει υπολογιστεί ότι τα πευκοδάση εάν αφεθούν, καίγονται φυσικώς κάθε 100 με 150 χρόνια (κάποιοι πιο συγκρατημένοι ερευνητές του μεσογειακού χώρου, κατεβάζουν τα έτη αυτά στα 50 με 60 χρόνια). Μετά την πυρκαγιά, ριζοβλαστήματα δίνουν νέα θαμνώδη φυτά, ενώ τα πεύκα «σκορπούν» παντού σπόρους, με την έκρηξη των κώνων τους –μιαν ευγονία τότε συντελείται! (το πεύκο, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα φυτά του φυτικού βασιλείου, που ρίχνουν τους καρπούς τους στη γη, κρατά το 30% περίπου των ώριμων κώνων στο δένδρο για 5 με 10 χρόνια, ακριβώς για να εξυπηρετηθεί η αναγέννησή του μετά τη φωτιά). Οι σπόροι εναποτίθενται στο πλούσιο «λίπασμα» της στάχτης της γης και ενεργοποιούνται στη φυτρωτική περίοδο που ακολουθεί. Το νέο δάσος, σε κάμποσα χρόνια θα είναι γεγονός˙ εάν βεβαίως ο άνθρωπος το επιτρέψει!..

Η φύση έτσι ορίστηκε:

Το μεσογειακό δάσος να καίγεται, ν’ αναγεννάται και ν’ ανανεώνεται. Ο άνθρωπος όμως παρανόησε. Παρέμβηκε κι ανέτρεψε, διατάραξε, κατέστρεψε˙ κι εντέλει καταστρέφεται ο ίδιος, φτωχότερος ων, και καταδικασμένος στη φτώχεια του σύμπαντός του!

Έδωσε πολλά η ελληνική φύση στον άνθρωπο −μιλούμε για τον άνθρωπο γενικά κι όχι μόνο για τον Έλληνα, διότι η φύση αποτελεί αξία πανανθρώπινη και δεν ημπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει σε κάποιον˙ αναφέρεται μολοντούτο στον χωρικά αλλά και στον κοινωνικά και ιστορικά προσδιοριζόμενο άνθρωπο σε αυτήν, δηλαδή στον Έλληνα. Του έδωσε «ύλη», πολύτιμα προϊόντα, αγαθά ανεκτίμητα, άυλες υπηρεσίες, μα προπαντός τού έδωσε ομορφιά −απροσμέτρητη ομορφιά! Αυτά ο άνθρωπος δεν τα εκτίμησε −ίσως γιατί το ανεκτίμητο της αξίας τους δεν υπολογίζεται με τις σύγχρονες οικονομικές μονάδες μέτρησης των αξιών!− και κατέστρεψε ως μοιραίος το μέλλον του.

Δίνω μάχη με το μέσα μου μισό, που το κινεί η καρδιά, ενάντια στο άλλο μου μισό, το επιστημονικώς κείμενο, ώστε με ύψος να βγω και να υπερασπίσω το συναίσθημα που με δονεί και κάμει το νεύρο μου να πάλλει. Λέγω λοιπόν ότι, δεν ημπορώ να δεχτώ την καταστροφή της φύσης ως το απεχθές μα αναπόφευκτο κακό. Αισθανόμενος το βαθύτερο της σχέσης μου με τη γη, νοιώθω τη φύση ν’ αντιμάχεται τους μηχανισμούς της και να παλεύει να σταθεί στον όλεθρό της. Αγωνίζεται, κατά μία έννοια, ενάντια στη “φύση” της, στον τρόπο της να υφίσταται! Το ρετσίνι του πεύκου που καίγεται, το ξηρόφλοιο που τσιτσιρίζει, το μαστίχι του σχίνου που το καταπίνει η φωτιά, η μέσα ουσία της φύσης, είναι ο ιχώρ που χάνεται −ας μην το ξεχνούμε αυτό. Δεν ημπορώ έτσι, ψυχρός να σταθώ και να προσπεράσω την καταστροφή ως φυσικό γεγονός. Δεν ημπορώ να περιμένω τη φύση να με εκπλήξει στο μέλλον˙ θέλω τον άνθρωπο να με εκπλήξει με τη θετική στη φύση ενέργειά του…

Γι’ αυτό και δε θα σταθώ ψυχρός εξηγώντας την καταστροφή, μα θα την καταδικάσω με ότι η καρδιά μού προστάζει…

———-  ———-

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 17.08.2017

.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s