ΟΠΤΙΚΗ ΡΥΠΑΝΣΗ – Το αποτύπωμα της περιβαλλοντικής βλάβης στο επίπεδο του αισθητού

ΟΠΤΙΚΗ ΡΥΠΑΝΣΗ
Το αποτύπωμα της περιβαλλοντικής βλάβης στο επίπεδο του αισθητού

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

 image001

.

Ω πράσινο πετράδι -ποιος θυελλομάντης είδε
Να σταματάς το φως στη γέννηση της μέρας
Το φως στη γέννηση των δυο ματιών του κόσμου!

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Προσανατολισμοί

Η φύση ανέκαθεν υπήρξε πηγή ζωής, χαράς, δημιουργίας και πλουτισμού για τον άνθρωπο. Στην Ελλάδα η φύση ταυτίστηκε με τη μοίρα του λαού, έγινε πρόθυμη συνοδοιπόρος στους αγώνες του, καταφυγή, έμπνευση, παρηγοριά του.. Όπου κι αν κοιτάξει κανείς, τοπία σκληρά κι ιλιγγιώδη ή πάλι μυστηριακά και τρυφερά, αθόρυβα και ταπεινά, γεννούν τα ίδια τις αξίες και την ομορφιά που στο διάβα των αιώνων συνταίριασε μοναδικά και διέσωσε κείνο που αποκαλούμε «ελληνική ψυχή». Το τοπίο στην Ελλάδα, είτε το βρίσκεις στις με κόπο λαξεμένες αμασιές στην πλαγιά ενός νησιού που επικρέμεται στο πέλαγος, είτε στις γρανιτένιες ράχες πάνω στ΄ αδιάβατα κι αιώνια βουνά, στέκει αδύνατο να το προσπεράσεις χωρίς ν΄ αφήσεις κάτι απ΄ την καρδιά σου επάνω του.. ένα κομμάτι της ολάκερο που θα το ξαναπάρεις πίσω διδαγμένο αλήθειες κι ομορφιά!

Το να μιλάμε στην Ελλάδα σήμερα για «οπτική ρύπανση» σηματοδοτεί ένα καίριο πλήγμα σε αυτή την αδιάκοπη σχέση, μια ρήξη που όμοιά της δεν έχει ιστορικά ξανασυντελεσθεί. Αν η θέα ενός τοπίου αποτελεί το αναγκαίο οπτικό ερέθισμα, διά του οποίου η φύση γίνεται αντιληπτή, «αποκαλύπτεται» στον αισθητό κόσμο του ανθρώπου, αν κάθε τοπίο από μόνο του συνιστά το αποτύπωμα της φύσης στην ψυχή μας, τότε αναμφίβολα βρισκόμαστε μπροστά στην τρομακτική διαπίστωση ότι η οπτική ρύπανση του περιβάλλοντος δεν είναι παρά η κατάλυση ετούτου του δεσμού και η επισφράγιση της απώλειας της «οδού» που αδιάκοπα πορευτήκαμε για να βιώσουμε τη φύση, ν΄ αντλήσουμε από τις ομορφιές της, να υπάρξουμε με αυτήν με σοφή ισορροπία, να γίνουμε καλύτεροι εμπνεόμενοι από το κάλλος και τους νόμους της.

Η ανθρώπινη θέληση είναι αδάμαστη, ανεξάντλητη και εφευρετική μες στην αγάπη για ζωή και δημιουργία, που έμφυτα μας οδηγεί. Σε τούτο ας προστρέξουμε με την ελπίδα να δούμε τον σύγχρονο άνθρωπο ν΄ αντλεί ξανά ευχαρίστηση και δύναμη από την επαφή του με τα τοπία του -φυσικά και αστικά. Να ξαναβρεί τη χαμένη του οδό, να ξαναδέσει δεσμούς ειρηνικούς κι αιώνιους με τη φύση που έχασε.

Η ισοπεδωτική απεμπόληση κάθε αγαθού στην αχαλίνωτη κερδοσκοπική άποψη για τη ζωή που επικρατεί στις μέρες μας, ας μη σταθεί εμπόδιο στο δικαίωμα και στον αγώνα του ανθρώπου για μια ζωή εδραιωμένη στην ανάγκη του για δημιουργία και βίωση της ομορφιάς στην καθημερινότητά του, στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του, στο περιβάλλον του, στον λειτουργικό του ρόλο στην κοινωνία, στις πολιτικές και στις αποφάσεις του. Η αισθητική απαξίωση του τοπίου σηματοδοτεί το εσωτερικό κενό του σύγχρονου ανθρώπου, την εσωτερική του σύγχυση που τον ωθεί να ενεργεί αυτοκαταστροφικά.

Ωστόσο, με θέληση και αποφασιστικότητα, αφύπνιση και σεβασμό στη φύση, πολιτικές ορθής διαχείρισης, ενημέρωση και ευαισθητοποίηση, μπορούμε ν΄ αποτρέψουμε περαιτέρω προσβολές του ήδη επιβαρυμένου φυσικού περιβάλλοντος και του υποβαθμισμένου αστικού μας χώρου. Μα πάνω απ΄ όλα, ήδη από τη σχολική ηλικία, να εργασθούμε για να έχουμε πολίτες ενεργούς και περιβαλλοντικά υπεύθυνους με γνώση, ευαισθησία και αφοσίωση σε ωραίους σκοπούς. Μπορούμε έτσι να ελπίζουμε πως θα ΄ρθει η ευτυχισμένη στιγμή που ο όρος «οπτική ρύπανση» θ΄ ανήκει σε εποχές για πάντα ξεχασμένες και αλλοτινές.

Ι. Εισαγωγή – Πηγές και εκδηλώσεις της οπτικής ρύπανσης

Υπό τον όρο «οπτική ρύπανση» νοείται κάθε μορφή διατάραξης ή προσβολής της περιβαλλοντικής αισθητικής. Το είδος αυτό ρύπανσης είναι δυνατόν να εκδηλωθεί σε κάθε ειδικότερο στοιχείο του περιβάλλοντος, τόσο στον χώρο του φυσικού περιβάλλοντος, κυρίως υπό την έννοια της βλάβης ή διατάραξης του τοπίου, όσο και στο ανθρωπογενές περιβάλλον, είτε πρόκειται για πολιτιστικό περιβάλλον είτε για οικιστικό.

Σε κάθε περίπτωση, ως οπτική ρύπανση γίνεται δεκτή κάθε ορατή αποτύπωση περιβαλλοντικής βλάβης ή υποβάθμισης στον υλικό, αισθητό κόσμο.

Σε αντίθεση με τις λοιπές μορφές ρύπανσης, οι οποίες έχουν άμεσες επιπτώσεις στην υγεία και στην αρμονική ανάπτυξη του ανθρωπίνου σώματος, η οπτική ρύπανση επιδρά κυρίως στον ψυχισμό του ατόμου. Δεν αποκλείεται ωστόσο να παρατηρηθούν εξ αιτίας της οπτικής ρύπανσης ακόμα και φαινόμενα επιβαρυντικά της υγείας του σώματος, όπως έντονοι πονοκέφαλοι, ζαλάδες, αδυναμία συγκέντρωσης, νεύρα, σωρευμένο άγχος, πόνοι στα μάτια, ανάλογα με τις ειδικότερες μορφές εκδήλωσής της. 

Το απαραίτητο ερέθισμα, δυνάμει του οποίου η οπτική ρύπανση καθίσταται αισθητή, αφορά ένα σύνολο οπτικών μηνυμάτων, τα οποία γίνονται αντιληπτά από τον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου ως προσβολή και υποβάθμιση του αισθητού κόσμου που τον περιβάλλει και της διαμορφωμένης αντίληψής του περί αισθητικής.

Θεμελιώδους επομένως σημασίας κριτήριο, προκειμένου να προσδιορίσουμε, αν σε συγκεκριμένη περίπτωση υφίσταται ή όχι οπτική ρύπανση, συνιστά ο εκ των προτέρων ορισμός του αισθητικά ωραίου και αποδεκτού στη συνείδηση των κοινωνών του περιβάλλοντος, τους οποίους η οπτική ρύπανση αφορά.

Τούτο καθίσταται εν πολλοίς δυσχερές, δεδομένου ότι η περί αισθητικής αντίληψη διαφέρει από κοινωνία σε κοινωνία καθώς επίσης και από εποχή σε εποχή. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Williams (1974): «Όταν γίνεται μια προσπάθεια επιβολής νομικών κυρώσεων σε σχέση με την αισθητική, προκύπτει ένα απλό, αλλά πολύ σημαντικό ερώτημα: πώς θα ορισθεί το τι είναι ελκυστικό και το τι είναι άσχημο. Το πρόβλημα του προσδιορισμού του αισθητικά όμορφου, το οποίο υπήρξε αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των φιλοσόφων, έχει ιδιαίτερη σημασία στη θέσπιση νομικού πλαισίου. Διότι, όταν εμπλέκονται νομικές κυρώσεις, είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται με ακρίβεια τι επιτρέπεται και τι όχι …».[1]

α. Λίμνη Άγρα Έδεσσα, β. Παραθαλάσσιο τοπίο στη Νότια Κρήτη
[πηγή: διαδίκτυο]

Σε επίπεδο φυσικού περιβάλλοντος, η οπτική ρύπανση εκδηλώνεται κυρίως ως συνέπεια της απαξίωσης και εγκατάλειψης της υπαίθρου και της γενικότερης έλλειψης ενδιαφέροντος και αποτελεσματικών πολιτικών για την προστασία και διατήρηση της φύσης.

Σημαντικότερες εστίες οπτικής ρύπανσης στη φύση συνιστούν οι διάφορες μορφές προσβολής του τοπίου, κυρίως δε σε περίπτωση καταστροφών του από πυρκαγιά, αποψίλωση και συναφείς αιτίες, θαλάσσιας ρύπανσης ή εκμετάλλευσης λατομικών και μεταλλευτικών χώρων, οπότε προκύπτει ανάγκη αποκατάστασης της περιοχής μετά τη βλάβη ή το πέρας της δραστηριότητας και επαναφοράς του τοπίου στην προτέρα κατάσταση.

Κάθε προσβολή του τοπίου -φυσικού ή ανθρωπογενούς- δύναται να γίνει αντιληπτή και ως ειδικότερη εκδήλωση οπτικής ρύπανσης, στον βαθμό που συνιστά υποβάθμιση ή και πλήρη λύση του αρμονικού και φυσικού ρυθμού ανάπτυξης και εξέλιξης, εν τέλει δε καταστροφή του φυσικού και οικιστικού χώρου ή στοιχείων που συνθέτουν και συναποτελούν την πολιτιστική και αρχιτεκτονική κληρονομιά του τόπου.

Σύμφωνα με την Αίθρα Μαριά: «Το τοπίο ως αμφίσημη έννοια, που εμπεριέχει δύο πόλους (χώρος και παρατηρητής) και αντανακλά ταυτοχρόνως το αναφερόμενο και την αναπαράστασή του, αντιμετωπίζεται πλέον ως το αποτέλεσμα μιας διττής προσέγγισης: αντικειμενικής και υποκειμενικής. Έτσι, σε ένα πρώτο επίπεδο, φυσικό και γεωγραφικό, το αντικείμενο ρύθμισης είναι ο ίδιος ο εντοπισμένος χώρος, ο οποίος συντίθεται από φυσικά στοιχεία ή/και ανθρωπογενή στοιχεία. Ταυτοχρόνως όμως αντικείμενο ρύθμισης γίνεται και η πρόσληψη, η αντίληψη, ανάλυση και ερμηνεία αυτού του χώρου από τον άνθρωπο ως ιδιάζον φορτίο ιστορικής και κοινωνικής μνήμης, δηλαδή υπό το πρίσμα της αντανάκλασης της ιστορίας, του πολιτισμού ή των διαφόρων ανθρώπινων δραστηριοτήτων, που έχουν εγγραφεί στον χώρο αυτό. Το τοπίο δεν εκλαμβάνεται ως ένα ουδέτερο υλικό αντικείμενο, αλλά ως η έκφραση των σχέσεων των ανθρώπων με το περιβάλλον τους. Για τον ίδιο λόγο, τοπίο δεν είναι η απλή συλλογή υλικών κατασκευών και αντικειμένων, αλλά οι συμβολισμοί και οι αξίες των ανθρώπων που εγγράφονται στον υλικό κόσμο. Γίνεται λοιπόν αναπόσπαστο κομμάτι της ατομικής και συλλογικής μνήμης».[2]

Περαιτέρω δε, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου, όπως κυρώθηκε και ισχύει στη χώρα μας δυνάμει του ν. 3827/2010 (Α΄ 30/25.2.2010): «Τοπίο είναι μία περιοχή, όπως γίνεται αντιληπτή από τους ανθρώπους, της οποίας ο χαρακτήρας είναι αποτέλεσμα δράσης και αλληλεπίδρασης φυσικών και/ή ανθρωπίνων παραγόντων».

α. ΙΜ Οσίου Γρηγορίου Άγιον Όρος, β. Χωριό Γαναδιό στον Γράμμο, γ. Χώρα Σκύρου
Συνδυασμός φυσικού και ανθρωπογενούς (πολιτιστικού – οικιστικού) περιβάλλοντος
[πηγή: διαδίκτυο]

Υπ΄ αυτή την έννοια, οι όροι «οπτική» και «αισθητική» ρύπανση γίνεται συχνά δεκτό ότι αλληλοκαλύπτονται, αφορώντας ταυτόσημες, κατά κανόνα, μορφές περιβαλλοντικής προσβολής. Η οπτική και αισθητική ρύπανση συνιστά κυρίως φαινόμενο του σύγχρονου τρόπου ζωής και αναπότρεπτο συνεπακόλουθο της ανισομερούς και αθρόας υπερσυγκέντρωσης πληθυσμών στις μεγαλουπόλεις, που είχε ως συνέπεια την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στα σύγχρονα αστικά και βιομηχανικά κέντρα, αλλά και τον μαρασμό και την εγκατάλειψη της υπαίθρου. Δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα να υποστηρίξουμε πως η οπτική ρύπανση είναι ένα «σημείο των καιρών», καθώς εμφανίζεται ως καινοφανές και άμεσο παρακολούθημα της εποχής μας.

Σταδιακά τα όμορφα τοπία της εξοχής, της θάλασσας και των δρυμών μαζί με τη «σχέση ζωής» του ανθρώπου της υπαίθρου με αυτά αντικαταστάθηκαν από τον «αυτο-περιορισμό» μας στο ατέλειωτο γκρίζο του τσιμέντου, σε μία καθημερινότητα που εξαντλείται στην ερμητική απομόνωση που δημιουργούν σειρές απρόσωπες από βουβές, μονότονες πολυκατοικίες.

α. «Η γιαγιά μας η Αθήνα» (παραφράζοντας τον τίτλο έργου του Κ. Ταχτσή)
β. Οι πρώτες πολυκατοικίες της Λεωφόρου Κηφισίας
[πηγή: διαδίκτυο]

Τα σύγχρονα οικοδομικά τετράγωνα στα αστικά κέντρα συνθλίβουν τον ανθρώπινο ψυχισμό. Η τεραστίων διαστάσεων δόμηση ξεπερνά κατά πολύ κι αντιστρατεύεται τα μέτρα του ανθρώπου, αλλοιώνει τον πολεοδομικό ιστό και καταλύει κάθε αίσθηση του τοπίου. Η έλλειψη ζωτικού ορίζοντα στη ματιά του σημερινού κατοίκου των μεγαλουπόλεων, η συνεχής υποβάθμιση των ελεύθερων και κοινοχρήστων χώρων, η απομείωση του πρασίνου κι η οξύμωρη αύξηση της ανθρώπινης αποξένωσης παρά τον τόσο συνωστισμό, γεννούν άγχος, καταθλιπτική συμπεριφορά, ανασφάλεια, συναισθηματικές πιέσεις. Αποδομούν τις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος καλείται ν΄ αναμετρηθεί καθημερινά με έναν χώρο άξενο κι ασφυκτικό, που τον περιβάλλει απαιτώντας του το έπακρο των δικών του δυνατοτήτων χωρίς ωστόσο ν΄ απηχεί «τα μέτρα της καρδιάς» του.[3]

Ταυτόχρονα, ποικίλα και σημαντικά περιβαλλοντικά προβλήματα έκαναν την εμφάνισή τους με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις τους στη ζωή στις πόλεις: πολεοδομική αναρχία και υποβάθμιση, ατονία κι αδράνεια του ρόλου της γειτονιάς, έλλειψη σεβασμού και προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, υπερσυσσώρευση αποβλήτων, κυκλοφοριακό χάος, ατμοσφαιρική ασφυξία, βιομηχανικός θόρυβος, κεραίες και αφισορρύπανση είναι μερικά από τα σύγχρονα φαινόμενα στις πόλεις μας, που ευθύνονται αποφασιστικά για την πρόκληση και συντήρηση της οπτικής ρύπανσης σε βάρος της αισθητικής και της ποιότητας ζωής των κατοίκων.

Όπως εύστοχα σημειώνει ο Αντ. Καπετάνιος: «.. Κι όμως. Το τοπίο αυτό, το τόσο ευαίσθητο λόγω της οριακότητας των στοιχείων που το συγκροτούν, δεν προσέχτηκε και στην πορεία των χρόνων υπέστη μεγάλη καταστροφή. Μια ασφυκτικά δομημένη τσιμεντούπολη έπνιξε το κορυφαίο αρχαίο μνημείο, η πολύτιμη αττική φύση εξαφανίσθηκε, τα ποτάμια σκεπάστηκαν και μετατράπηκαν σε υπονόμους, ενώ το εφιαλτικό νέφος, που επικάθεται μόνιμα πια πάνω από την πόλη, κάμει απαγορευτική την απόλαυση των -λιγοστών έστω- στοιχείων του αττικού τοπίου, που απέμειναν να μας το θυμίζουν».[4]

α. Καθημερινή αναμέτρηση με το χάος της τσιμεντούπολης
β. Ο αυτοματισμός που απόδιωξε το αυθόρμητο από τη ζωή μας
[πηγή: διαδίκτυο]

ΙΙ. Εκδηλώσεις οπτικής ρύπανσης στο φυσικό περιβάλλον

Η οπτική ρύπανση, μολονότι καθιερώθηκε ως μορφή βλάβης και υποβάθμισης του αστικού χώρου, γνωρίζει ιδιαίτερα σοβαρές εκδηλώσεις και σε επίπεδο φυσικού περιβάλλοντος ως ειδικότερη έκφραση οικολογικής ζημίας κυρίως των δασικών, ορεινών και υδάτινων οικοσυστημάτων.

Στην εποχή μας, η υπεράντληση φυσικών πόρων και η εντατική εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών σταδιακά οδηγούν εκτεταμένες περιοχές της φύσης σε μαρασμό και θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρα οικοσυστήματα και πληθυσμούς. Το τοπίο πλήττεται από την ανθρώπινη επενέργεια, το φυσικό κεφάλαιο απομειώνεται, ο τόπος υποβαθμίζεται, εδάφη και νερά απερημώνονται, μολύνονται, καθίστανται ακατάλληλα για τη ζωή που υπηρέτησαν αιώνες τώρα, αλόγιστες επεμβάσεις καταδικάζουν σε αδράνεια και απονέκρωση στοιχεία με ρόλο καθοριστικό και αναντικατάστατο στη λειτουργία του φυσικού περιβάλλοντος και στην αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη ενός ολόκληρου κόσμου που διαβιεί κι εξελίσσεται μέσα σ΄ αυτό.

Ακολούθως παρουσιάζονται τέσσερις από τις σημαντικότερες μορφές οπτικής ρύπανσης στη φύση, ως ειδικότερης εκδήλωσης περιβαλλοντικής βλάβης, μέσω της αναφοράς: α) στην καταστροφή των δασικών οικοσυστημάτων κυρίως από τις δασικές πυρκαγιές, β) στη θαλάσσια ρύπανση ως συνέπεια ναυτικών ατυχημάτων και σε προσβολές του υδάτινου και παράκτιου χώρου από πρακτικές κερδοσκοπικής εκμετάλλευσής τους, γ) στη φθορά του φυσικού περιβάλλοντος συνεπεία εξορυκτικής δραστηριότητας και στη συνακόλουθη υποχρέωση αποκατάστασής του μετά το πέρας λειτουργίας της και δ) στους σύγχρονους κινδύνους αλλοίωσης του τοπίου των ορεινών κυρίως όγκων της χώρας μας από την ανάπτυξη και λειτουργία μεγάλου μεγέθους ενεργειακών μονάδων, όπως οι ανεμογεννήτριες.

Α. Αποψίλωση του δασικού τοπίου

Η εικόνα των καταστραφέντων δασικών οικοσυστημάτων συνιστά μία από τις πλέον επαχθείς περιπτώσεις οπτικής βλάβης στη φύση, η δε ανάγκη άμεσης αποκατάστασης του τρωθέντος δασικού κεφαλαίου, κυρίως μέσω της κήρυξής τους αναδασωτέων, πέραν από τους επιτακτικούς λόγους προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, υπαγορεύεται και προς τον σκοπό της ανάκτησης του αισθητικού κάλλους τους και της δυνατότητάς τους να λειτουργήσουν εκ νέου ως χώροι αναψυχής και απόλαυσης από τους κοινωνούς του δικαιώματος στο περιβάλλον. Ενέργειες δυνάμενες να οδηγήσουν σε αποψίλωση και καταστροφή τα δασικά οικοσυστήματα είναι οι δασικές πυρκαγιές, οι εκχερσώσεις, η παράνομη υλοτομία, η υπερβόσκηση, η απερήμωση κ.ά.

Από άποψη βαρύτητας της αποτύπωσής τους στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου, τα αποτελέσματα των δασικών πυρκαγιών στο φυσικό τοπίο είναι ανυπολόγιστα. Τα δάση, ως βασικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος, επιτελούν κυρίαρχο ρόλο στη διατήρηση της ισορροπίας και αρμονικής εξέλιξης της φύσης και των ειδών και διαμορφώνουν καθοριστικά το φυσικό τοπίο.

Πέρα από την καταστροφή ή άλλη σοβαρή βλάβη των δασικών οικοσυστημάτων και των φυσικών πόρων και ενδιαιτημάτων που αυτά περικλείουν, τυχόν βλάβη τους συνεπεία πυρκαγιάς καθιστά αδρανές το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ατόμου για ψυχική και υλική απόλαυση, χρήση και κάρπωση των δασών και δασικών εκτάσεων, η δε βίαιη ματαίωση της ομορφιάς που απέπεμπε το καμένο τοπίο πριν την καταστροφή του σηματοδοτεί μια εμπειρία τραυματική για καθέναν που τη βιώνει κι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αισθητικής απαξίωσης της φύσης.

Το καμένο τοπίο αποτελεί σοβαρή μορφή καταστροφής του φυσικού κάλλους και πλούτου και σηματοδοτεί ένα καίριο πλήγμα στον ψυχισμό των ανθρώπων που αφορά. Η εικόνα που αφήνουν πίσω τους οι δασικές πυρκαγιές με τις απανθρακωμένες εκτάσεις δημιουργεί βαθιά θλίψη, φόβο, αίσθημα απογοήτευσης, μαρασμό και απόγνωση στους κατοίκους της περιοχής, εφ΄ όσον δε συνοδεύεται και με απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και περιουσίες, λαμβάνει διαστάσεις αληθινού πένθους και συμφοράς που για πολλούς καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο ή και ακατόρθωτο να επουλωθούν.

Χαρακτηριστικό το παράδειγμα των μεγάλης εκτάσεως δασικών πυρκαγιών, που έλαβαν χώρα κυρίως στην Πελοπόννησο το καλοκαίρι του 2007 και προκάλεσαν ανυπολόγιστη καταστροφή σε μια ιδιαίτερα εκτεταμένη περιοχή δασικού πλούτου και σε σημαντικά οικοσυστήματα. Συγχρόνως έβλαψαν σοβαρά περιοχές υψηλού συμβολισμού και ιστορικής αξίας, όπως η αρχαία Ολυμπία, ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνος, τοποθεσίες – εφαλτήρια της Ελληνικής Επανάστασης, παραδοσιακούς οικισμούς και μνημειακούς τόπους, αφήνοντας πίσω τους τραγικές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και πρωτοφανή ζημία σε περιουσίες.

[πηγή: διαδίκτυο]

Ενδεικτική η ακόλουθη μαρτυρία – κατοίκου θύματος των πυρκαγιών στην Πελοπόννησο το 2007, για το μέγεθος της ψυχικής και ηθικής απαξίωσης που γεννά η θέαση του κατεστραμμένου τοπίου: «… Ξαναπήγα στο χωριό μετά από καιρό. Είχε περάσει καιρός και δεν είχε γίνει τίποτα. Η βοήθεια δεν έφθασε έγκαιρα. Διαφορετικά θα είχαν γλιτώσει πολλά πράγματα. Η περιοχή είναι υποβαθμισμένη. Πήγαν για την αφή της φλόγας στην Ολυμπία κι έβαλαν έτοιμο γκαζόν κι έτοιμα δέντρα. Το Μουσείο είναι παρατημένο. Μπορεί καθένας να μπει και να κλέψει. Όσοι δεν είχαν λεφτά έφυγαν … Έρχονται κι οι ξένοι και παίρνουν τη γη για ένα κομμάτι ψωμί … Καμία προστασία. Εγκατάλειψη …».[5]

Β. Ρύπανση του υδάτινου περιβάλλοντος

Β1. Γενικά

Η χώρα μας χαρακτηρίζεται από τα θαλάσσια, παράκτια και νησιωτικά οικοσυστήματα που κυριαρχούν στο μεγαλύτερο μέρος της εκτάσεώς της διαμορφώνοντας τοπία σπάνιας ποικιλομορφίας, φυσικής και οικολογικής αξίας και ομορφιάς. Στο διάβα των αιώνων, η Ελλάδα καθορίσθηκε από τα ιδιαίτερα στοιχεία που συνθέτουν αυτό το θαύμα που αποτελεί το Μεσογειακό περιβάλλον.

Λόγω του περίκλειστου χαρακτήρα της η Μεσόγειος συνιστά ιδιαίτερα ευαίσθητη οικολογικά θαλάσσια περιοχή, παρουσιάζοντας σημαντικές περιβαλλοντικές ιδιομορφίες: ήπια οικοσυστήματα με ευαίσθητες ισορροπίες, μικροκλίματα, αρχιπελαγικά συμπλέγματα, γεωργικές και αλιευτικές δραστηριότητες περιορισμένης εκτάσεως, σημαντικές διαφοροποιήσεις όσον αφορά το φυσικό ανάγλυφο και την εναλλαγή των τοπίων, πλούσια βιοποικιλότητα, ευφορία, μοναδική ανάπτυξη του πολιτισμού.

«Η Μεσόγειος (ετλγ. = η Μέση της Γης) υπήρξε ανέκαθεν πηγή ζωής και κυρίαρχη θάλασσα για τον ελλαδικό χώρο, γεωγραφικό περιβάλλον ιδιαίτερα ευαίσθητο, θάλασσα των πολιτισμών, αλλά και των έντονων συγκρούσεων. Το περίπλοκο τοπίο που την περικλείει και το μοναδικό κλίμα της επηρέασαν σημαντικά την ανάπτυξη του πολιτισμού κατά μήκος των ακτών της. Πιθανόν, πουθενά αλλού στον κόσμο η φύση δεν έκανε τόσα πολλά για τον άνθρωπο και αντίστροφα, ο άνθρωπος δεν μεταμόρφωσε τόσο τη φύση», όσο εδώ.[6]

Ως κλειστή θάλασσα με περιορισμένη έκταση η Μεσόγειος είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στη ρύπανση, οποιαδήποτε δε εστία μόλυνσης εύκολα επιδρά στον υδάτινο ορίζοντά της προκαλώντας, μεταξύ άλλων, οπτική ρύπανση σε βάρος εκείνων που απολαμβάνουν το περιβάλλον της και διαβιούν σε παράκτιες και νησιωτικές περιοχές της.

Κυριότερες μορφές θαλάσσιας ρύπανσης, από τις οποίες σχεδόν πάντοτε προκαλείται και οπτική ρύπανση του υδάτινου περιβάλλοντος, συνιστούν η πετρελαϊκή ρύπανση από πλοία, η έκλυση χημικών και άλλων επικίνδυνων αποβλήτων από τα θαλάσσια ατυχήματα, τις μεταφορές ή την ανάπτυξη ρυπογόνων δραστηριοτήτων σε θάλασσες και ακτές, η υπερεκμετάλλευση παραθαλάσσιων τουριστικών εγκαταστάσεων, οι απορρίψεις από τις εντατικές καλλιέργειες κ.ά.

Ιδιαίτερα η έντονη τουριστική δραστηριότητα σε νησιά και παραθαλάσσιες ζώνες, κατά τους θερινούς κυρίως μήνες, ευθύνεται σημαντικά για την πρόκληση οπτικής ρύπανσης και υποβάθμισης, λόγω υπερσυγκέντρωσης ανθρώπων και εγκαταστάσεων στις περιοχές αυτές, οι οποίες είναι δεκτικές μόνον ήπιας ανάπτυξης. Η εικόνα των εκατοντάδων λουομένων που κατακλύζουν μαζικά τις παραλίες, η εγκατάλειψη της φυσικής ομορφιάς των ακτών με τη συνακόλουθη μετατροπή τους σε οργανωμένες πλαζ, ο θόρυβος ακόμα και τις ώρες ησυχίας, τα κυκλοφοριακά προβλήματα και η σώρευση αποβλήτων στα νησιά, τις παραθαλάσσιες περιοχές και τους αρχαιολογικούς χώρους, κάθε άλλο παρά επιτρέπει στους κατοίκους τους και στους παραθεριστές να απολαύσουν το μοναδικό σε ομορφιά, λιτό νησιωτικό τοπίο και την παράκτια φύση του τόπου μας.

Ταυτόχρονα, η υπερεκμετάλλευση του οικιστικού δυναμικού των νησιών, σε σημείο που ξεπερνά κατά πολύ τη φέρουσα ικανότητά τους, η εντατική φωταγώγηση τουριστικών χώρων και κτισμάτων, οι πολύχρωμες διαφημιστικές επιγραφές σε κοινόχρηστους χώρους των οικισμών, το πλήθος των πολύχρωμων διαφημίσεων προϊόντων και υπηρεσιών, που καλύπτουν τις προσόψεις ακόμα και διατηρητέων οικημάτων που στεγάζουν καταστήματα και κέντρα διασκέδασης, η άναρχη δόμηση και η ανέγερση εγκαταστάσεων και τουριστικών καταλυμάτων που προσβάλλουν την ιδιαίτερη, παραδοσιακή αρχιτεκτονική, με μόνο κριτήριο το γρήγορο και εύκολο κέρδος, αποτελούν ακόμα μία σοβαρή περίπτωση οπτικής ρύπανσης των παραθαλάσσιων περιοχών της χώρας μας, οδηγώντας τες σε περιβαλλοντική και αισθητική υποβάθμιση.

Β2. Μελέτες περίπτωσης 

Β2α) Η πρόσκρουση του κ/ζ Sea Diamond στην Καλντέρα Σαντορίνης

Χαρακτηριστικό παράδειγμα περιβαλλοντικής προσβολής, που εκτός από σοβαρή οικολογική βλάβη αποτέλεσε και περίπτωση οπτικής – αισθητικής ρύπανσης, υπήρξε η πρόσκρουση και το μετέπειτα ναυάγιο του κρουαζιερόπλοιου «Sea Diamond» στον Κόλπο της Καλντέρας Σαντορίνης, την 6η Απριλίου 2007.[7] Η εικόνα του προσαραγμένου πλοίου, καθώς γέρνει «τσακισμένο» πάνω στα βράχια της Καλντέρας και στα πρώτα σπίτια του οικισμού, εισβάλλει βίαια, αισθητικά και συναισθηματικά αφόρητα στην ήρεμη ομορφιά του τοπίου, καταδεικνύοντας την έντονη αντίθεση ανάμεσα στη θέα μιας περιοχής σπάνιας οικολογικής και αισθητικής αξίας και στο ναυαγισμένο πλοίο, που παρέμεινε επί μακρώ προσαραγμένο στα πρανή της Καλντέρας, μετά δε τη βύθισή του έως και σήμερα, στον πυθμένα της περιοχής.

Στο σημείο πρόσκρουσης υπήρξε ορατή βλάβη του φυσικού περιβάλλοντος καθώς δημιουργήθηκε σοβαρή εστία παρούσας και μελλοντικής, κατά το Δικαστήριο, περιβαλλοντικής μόλυνσης και υποβάθμισης, παρατεινόμενη έκλυση πετρελαιοειδών και σταδιακή διάβρωση του σκελετού του πλοίου, η οποία κρίθηκε δυνατή να οδηγήσει σε περαιτέρω ρύπανση εξ αιτίας των βαρέων μετάλλων και λοιπών ρυπογόνων υλικών, που σταδιακά αποδεσμεύονται στο υδάτινο περιβάλλον της περιοχής. Ταυτόχρονα, προκλήθηκε και βλάβη του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος (όπως γενικά νοούνται το οικιστικό και πολιτιστικό περιβάλλον), ομοίως εκδηλωθείσα υπό τη μορφή οπτικής – αισθητικής ρύπανσης, δεδομένου ότι το προσαραγμένο πλοίο σχεδόν άγγιξε τα ακρινά σπίτια του οικισμού, τα οποία έχουν ανεγερθεί κατά το πρότυπο της εντόπιας, ιδιαίτερης και προστατευόμενης αρχιτεκτονικής.

Μετά τη βύθιση του πλοίου, η εμφάνιση εκτεταμένης κηλίδας από τη διαρροή πετρελαιοειδών καυσίμων και άλλων επικίνδυνων υλικών στον υδάτινο ορίζοντα της Καλντέρας συνιστά ακόμα μία χαρακτηριστική περίπτωση θαλάσσιας οπτικής ρύπανσης, η οποία υποβάθμισε έτι περαιτέρω το υδάτινο και παράκτιο περιβάλλον της περιοχής, που αποτελεί προστατευόμενο τοπίο και παγκόσμιο πόλο έλξης τουρισμού. Διερευνώντας εν συνεχεία το δικαστήριο τις επιπτώσεις από το ναυτικό αυτό συμβάν, επί τη βάσει και της στοιχειοθέτησης οπτικής βλάβης, διατύπωσε, μεταξύ άλλων, την άποψη ότι το πλοίο δίνει την εντύπωση «ξένου σώματος» που υποβαθμίζει το ιδιαίτερο τοπίο της Καλντέρας και πλήττει καίρια το δικαίωμα κάθε κατοίκου ή παραθεριστή για ακώλυτη απόλαυση, χρήση και κάρπωση του περιβάλλοντος, συνιστώντας έτσι προσβολή της προσωπικότητας και της ποιότητας ζωής των κατοίκων της Σαντορίνης, αλλά και της τοπικής οικονομίας.

α. Πρόσκρουση του κ/ζ «Sea Diamond» στα πρανή του Κόλπου της Καλντέρας Σαντορίνης β. Επιχείρηση περιορισμού πετρελαιοκηλίδας
που προκλήθηκε μετά τη βύθιση του πλοίου
[πηγή: διαδίκτυο]

Β2β) Απαγόρευση τοποθέτησης υδάτινης οθόνης στον λιμένα Βόλου

Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά και στην υπόθεση απαγόρευσης κατασκευής υδάτινης διαφημιστικής οθόνης εντός της θαλάσσιας ζώνης του λιμένα Βόλου στον Ν. Μαγνησίας.

Όπως κρίθηκε, μεταξύ άλλων, από το δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως:[8] «Στοιχείο της προσωπικότητας, που αποτελεί εκδήλωση του σχετικού δικαιώματος, αποτελεί μεταξύ άλλων και η απόλαυση κοινοχρήστων πραγμάτων. Τα κοινά σε όλους και κοινής χρήσεως πράγματα αποτελούν όχι απλώς το περιβάλλον, αλλά και τον απαραίτητο για την επιβίωση και υγιή διαβίωση του ανθρώπου ζωτικό χώρο. Κοινόχρηστα δημόσια κτήματα είναι και οι χώροι και όλα εν γένει τα κτήματα, που περιλαμβάνονται στη ζώνη λιμένα, τα οποία ανήκουν στο Δημόσιο κατά κυριότητα, ανεξάρτητα αν η χρήση και εκμετάλλευσή τους ανήκει στον οικείο φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα. Τα αγαθά αυτά αποτελούν το πλαίσιο, μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η προσωπικότητα και είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση ποιότητας ζωής. Η μη ρύπανση, η διατήρηση, προστασία και ακώλυτη χρήση του περιβάλλοντος αποτελούν αγαθά, που εντάσσονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας … Μέρος του φυσικού περιβάλλοντος και δη ευπαθές, είναι τα οικοσυστήματα των ακτών, τα οποία πρέπει να τελούν υπό ιδιαίτερο καθεστώς ήπιας διαχείρισης και ανάπτυξης. Αντικείμενο προστασίας του ν. 1650/1986 είναι και το τοπίο, ώστε να διασφαλίζεται η ποικιλομορφία, η ιδιαιτερότητα και μοναδικότητά του καθώς και η διατήρησή του λόγω αισθητικής σημασίας … Δεν είναι ανεκτή η ανάπτυξη οποιασδήποτε επιχειρηματικής δράσης, ακόμα και αφιλοκερδούς, όταν δύναται να έχει αρνητικές συνέπειες στο περιβάλλον και δεν λαμβάνεται πρόνοια για την εξέταση τέτοιων συνεπειών … Η κατασκευή της ένδικης υδάτινης οθόνης σε απόσταση 60 μ. από την καθ΄ αυτό ακτογραμμή και σε βάθος 4,5 μ. κρίθηκε ότι σήμαινε πως επρόκειτο για έργο σε ένα οικοσύστημα ευπαθές, υποκείμενο σε καθεστώς ήπιας διαχείρισης και ανάπτυξης, που καθιστούσε αναγκαία τη μελέτη των επιπτώσεων αυτού στο περιβάλλον (π.χ. εκτίμηση για αρνητικές επιπτώσεις από αυτή καθ΄ εαυτή την κατασκευή στο συγκεκριμένο θαλάσσιο χώρο ή ακόμα και από τον ήχο που θα προκαλείται από τη λειτουργία της οθόνης, δεδομένου ότι αυτή θα λειτουργούσε ως είδος συντριβανιού και στον χρόνο λειτουργίας της θα υπήρχε παφλασμός των υδάτων) … Σε περίπτωση λειτουργίας της ένδικης οθόνης κατά την ημέρα ή κατά το ηλιοβασίλεμα ή προβολής σε αυτήν εικόνων που τηλεοπτικά μεταδιδόμενες θα έφεραν οποιαδήποτε άλλη σήμανση εκτός από “κατάλληλο για όλους” θα μπορούσε βάσιμα να πιθανολογηθεί μια τέτοια προσβολή καθώς μια υδατοοθόνη 800 τ.μ. επί της επιφάνειας της θάλασσας την ημέρα ή το ηλιοβασίλεμα μάλλον αντιαισθητικά θα λειτουργούσε, όπως και πιθανώς θα προσβαλλόταν η αισθητική του τοπίου, όταν αντί για ουδέτερες εικόνες, κατάλληλες για όλους, που θα αντίκρυζαν οι όλων των ηλικιών περπατητές της συγκεκριμένης παραλίας, θα παρουσιάζονταν ετεροκαθοριζόμενα σε αυτούς στιγμές χαλάρωσης και συνειδητής επιλογής μη τηλεθέασης εικόνες άλλως τηλεοπτικά προβαλλόμενες. Υπό συνθήκες νύκτας όμως οπότε και η ορατότητα του χρήστη της παραλίας του Βόλου, από την οποία θα είναι ορατή σε λειτουργία η παραπάνω οθόνη, μηδενίζεται στο βάθος του ορίζοντα και αυτός διακρίνει μόνο φωτεινές αναλαμπές, η αισθητική του οποίου δεν απεδείχθη το ίδιο πιθανολογούμενη, κρίνεται δε ότι εξαρτάται μάλλον από την αισθητική των προβαλλομένων εικόνων, από το αν δηλαδή αυτές θα εντάσσονταν αρμονικά στο νυχτερινό περιβάλλον, προβαλλόμενες σε απόσταση 60 μ. από την παραλία και σε επιφάνεια 800 τ.μ.».

α. Η παραλία του Βόλου την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων
β. Σύγχρονη άποψη της παραλίας Βόλου
[πηγή: διαδίκτυο]

Με βάση το σκεπτικό αυτό, διετάχθη η απαγόρευση κατασκευής της επίμαχης υδάτινης οθόνης διαφημιστικής χρήσης εντός της θαλάσσιας ζώνης του λιμένα Βόλου, από την εγκατάσταση και λειτουργία της οποίας, χωρίς προηγούμενη εξέταση αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον, πιθανολογήθηκε προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, υπό την έννοια της διακινδύνευσης του εννόμου αγαθού του περιβάλλοντος και δη, του οικοσυστήματος της ακτής της περιοχής του ιερού ναού Αγίου Κωνσταντίνου, που καταλαμβάνει έκταση του κοινοχρήστου πράγματος της θαλάσσιας ζώνης λιμένα Βόλου.

Β2γ) Σύγχρονες μορφές αλλοίωσης του παράκτιου χώρου

Η θέα της παραλίας που κατακλύζεται από εγκαταστάσεις λουομένων ολοένα και τείνει να επικρατήσει κατά τα τελευταία χρόνια στο εκτεταμένο παράκτιο μέτωπο της Χώρας μας. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε πως με μεγάλο κόπο καταφέρνει πια κανείς, σε κάθε παραθεριστικό προορισμό που επισκέπτεται, ν΄ «ανακαλύψει» μια παραλία μη «οργανωμένη», που να διατηρεί ανέπαφο το φυσικό κάλλος, με το οποίο είναι -ούτως ή άλλως- προικισμένη.

Η επικράτηση της επιχειρηματικής – κερδοσκοπικής ματιάς πάνω στη φύση επέβαλε σταδιακά τη μετατροπή πολυάριθμων -και δη των πλέον προσιτών στο κοινό και φημισμένων από απόψεως αισθητικής αξίας- παραλιών των νησιών και παραθαλάσσιων περιοχών της πατρίδας μας σε πληκτικά χιλιόμετρα «οργανωμένων πλαζ». Στρατιές ολόκληρες από ξαπλώστρες, ομπρέλες και τραπεζοκαθίσματα αλλοιώνουν καθοριστικά το παραλιακό τοπίο, προσβάλλοντας το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ακώλυτης πρόσβασης και απόλαυσης από κάθε πολίτη του αιγιαλού, ως κοινοχρήστου πράγματος και του φυσικού περιβάλλοντος εν γένει.

Πέρα από την περιβαλλοντική επιβάρυνση αυτή καθ΄ εαυτή και την παραβίαση κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, η ανάπτυξη οργανωμένων παραλιών καθίσταται υπεύθυνη και για την πρόκληση σημαντικών ακόμα εστιών ρύπανσης, που δύνανται να εκλάβουν και χαρακτήρα αισθητικών προσβολών. Ούτως, στις οργανωμένες παραλίες παρατηρείται εκτεταμένη χρήση υλικών και αντικειμένων ξένων προς το φυσικό περιβάλλον των ακτών, όπως π.χ. πλαστικές καρέκλες και ξαπλώστρες, γυάλινα μπουκάλια ποτών, συσκευασίες αναψυκτικών κ.ά.

Περαιτέρω, η συγκέντρωση και πολύωρη παραμονή στις οργανωμένες ακτές πλήθους ανθρώπων, πολύ περισσοτέρων από όσους δύναται να δεχθεί ο τόπος με βάση τη φέρουσα ικανότητά του, έχει ως επιπλέον επαχθή συνέπεια τον σχηματισμό ενός συχνά μη διαχειρίσιμου όγκου απορριμμάτων, θόρυβο, κυκλοφοριακή επιβάρυνση, παρατεταμένη χρήση του υδάτινου χώρου για την ανάπτυξη θαλασσίων σπορ, ηχητική ρύπανση από τη λειτουργία μουσικής σε καντίνες και παραθαλάσσια κέντρα διασκέδασης κ.ά.

Η Μύκονος, άλλοτε και τώρα – Μία η θάλασσα, μα οι καιροί αλλάζουν..
[πηγή: διαδίκτυο]

Στον αντίποδα των προαναφερομένων κακώς κειμένων στις ακτές μας, σε μια προσπάθεια περιχαράκωσης και αναστολής της περαιτέρω αυθαιρεσίας, εξεδόθη η κυα ΔΔΠ 0005159/586Β΄ΕΞ 2015/7.4.2015 (Β΄ 578/9.4.2015) πάνω στο πνεύμα παλαιότερων σχετικών ρυθμίσεων. Με την απόφαση αυτή παραχωρείται απ΄ ευθείας και με το ορισθέν αντάλλαγμα στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α΄ βαθμού της χώρας, δικαίωμα απλής χρήσης κοινοχρήστων χώρων αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης μεγάλων λιμνών και πλεύσιμων ποταμών, που βρίσκονται στα όρια της διοικητικής τους περιφέρειας, αποκλειστικά για την άσκηση δραστηριοτήτων που εξυπηρετούν τους λουομένους ή την αναψυχή του κοινού (όπως εκμίσθωση θαλασσίων μέσων αναψυχής, σετ ομπρελών με ξαπλώστρες ή καθίσματα με ή χωρίς τραπεζάκι, λειτουργία τροχήλατου – αυτοκινούμενου ή μη αναψυκτηρίου). Η άσκηση άλλης δραστηριότητας, όπως τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων από επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, επιφέρει τις προβλεπόμενες κυρώσεις από την απόφαση και την ισχύουσα νομοθεσία περί αιγιαλού – παραλίας κ.λπ.

Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η διάταξη του άρθρου 7 της αποφάσεως, δυνάμει του οποίου ορίζεται ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε επέμβαση, η οποία αλλοιώνει τη φυσική μορφολογία και τα βιοτικά στοιχεία των χώρων αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης, μεγάλων λιμνών και πλεύσιμων ποταμών καθώς και τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους. Ούτως, γίνεται δεκτό ότι, λαμβανομένων υπ΄ όψη των διατάξεων των άρθρων 2 και 13 ν. 2971/2001, επιτρέπονται, αποκλειστικά προς διευκόλυνση της πρόσβασης και κυκλοφορίας των λουομένων και για την ασφάλειά τους, κατά την παραμονή τους εντός των προαναφερθέντων κοινοχρήστων χώρων, κατασκευές μη μονίμου χαρακτήρα, όπως περιοριστικά προβλέπονται στο συνημμένο Παράρτημα της αποφάσεως.

Ομοίως προβλέπεται η υποχρέωση των οικείων ΟΤΑ, να μεριμνούν για τον καθημερινό καθαρισμό των κοινοχρήστων χώρων, την τοποθέτηση καλαίσθητων δοχείων απορριμμάτων και γενικά για την εξασφάλιση της καθαριότητας και της αισθητικής του χώρου της ακτής και του περιβάλλοντος χώρου.

Ρητά ορίζεται ακολούθως (άρθρο 12) ότι το Δημόσιο, ως κύριος και διαχειριστής των κοινοχρήστων χώρων αιγιαλού, παραλίας, όχθης κ.λπ., διατηρεί το δικαίωμα για την προστασία τους και όλες τις ερευνητικές και ελεγκτικές αρμοδιότητές του, που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία (δ/γμα 11/12.11.1929, ν. 263/1968, ν. 2971/2001 κ.τ.λ.) και ασκούνται από τις κατά τόπους αρμόδιες Περιφερειακές Δ/νσεις Δημόσιας Περιουσίας/Αυτοτελή Γραφεία Δημόσιας Περιουσίας. Περαιτέρω προβλέπεται, ότι η παραχώρηση ανακαλείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση διαπίστωσης παραβάσεως της περιβαλλοντικής νομοθεσίας στους παραχωρούμενους χώρους.

Συναφώς προς την ανωτέρω κοινή υπουργική απόφαση εξεδόθη η υπ΄ αριθ. 646/2015 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας,[9] δυνάμει της οποίας, αν και παραπέμπει στη μείζονα Σύνθεση του Τμήματος, διατυπώθηκε, μεταξύ άλλων, η άποψη ότι ο κανόνας του επιτρεπτού της παραχωρήσεως ιδιαιτέρων δικαιωμάτων σε κοινόχρηστα πράγματα, υπό την προϋπόθεση ότι εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση τους σύμφωνα με τον προορισμό τους, ισχύει και προκειμένου περί αιγιαλού και παραλίας. Το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η συλλήβδην παραχώρηση με την προσβαλλομένη κυα 1038460/2439/Β0010/2009 στους πρωτοβάθμιους ΟΤΑ του συνόλου των αιγιαλών της χώρας κείται εκτός ορίων της σχετικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθ. 13 παρ. 5 ν. 2971/2001). Εν όψει δε της σημασίας του παράκτιου χώρου ως στοιχείου του φυσικού περιβάλλοντος, η αρμοδιότητα παραχώρησης αιγιαλού και παραλίας ανήκει και στον Υπουργό Περιβάλλοντος, από κοινού με τους Υπουργούς Οικονομικών και Εσωτερικών. Έγινε ακόμα δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 8 της προσβαλλομένης κυα, με την οποία εγκρίνεται περαιτέρω μεταβίβαση του δικαιώματος απλής χρήσεως αιγιαλού και παραλίας από τους ΟΤΑ Α΄ βαθμού προς τρίτους, είναι εκτός ορίων της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 15 παρ. 3 ν. 2971/2001.

Υπενθυμίζεται δε ότι ο ίδιος ο ν. 2971/2001 (Α΄ 285/19.12.2001) «Περί αιγιαλού και παραλίας» προβλέπει (άρθ. 13 παρ. 3), μεταξύ άλλων, την έκταση της παραχωρήσεως (μέγιστο 500 τ.μ.) και τις αποστάσεις μεταξύ των παραχωρουμένων τμημάτων του αιγιαλού (τουλάχιστον 100 μ.), ώστε να υπάρχει ελεύθερη δίοδος προς τη θάλασσα και δυνατότητα ελεύθερης χρήσεως του αιγιαλού από τους μη επιθυμούντες «οργανωμένη παραλία».

Παρά τις όποιες ανεπάρκειες της προσβαλλομένης ωστόσο ως άνω αποφάσεως, το σημαντικότερο πρόβλημα εστιάζεται σε αυτή καθ΄ αυτή την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων στην πράξη. Όπως σημειώνει η Αγγ. Χαροκόπου: «Η προσβαλλομένη κοινή υπουργική απόφαση του έτους 2009 και οι νεώτερες, περιέχουν επαρκείς διατάξεις για την προστασία της χερσαίας και θαλάσσιας ζώνης και τη δυνατότητα χρήσεώς της απ΄ όλους τους πολίτες χωρίς προβλήματα. Η παθογένεια ωστόσο, η οποία συχνά διαπιστώνεται στην πράξη, οφείλεται στα επόμενα στάδια της διοικητικής διαδικασίας παραχωρήσεως των επίμαχων εκτάσεων από τους ίδιους τους δήμους και κυρίως από την εν τοις πράγμασι εκμετάλλευση από τους επιχειρηματίες των χώρων που τους παραχωρήθηκαν, αφού διαπιστώνονται υπέρβαση καταλήψεως του παραχωρηθέντος χώρου κατά μήκος της ακτής, αλλά και ως προς το βάθος, έλλειψη καθαριότητας, μεγάφωνα κ.λπ. Παράλληλα, δεν γίνεται ο αντίστοιχος έλεγχος από τους δήμους ή οι παραβάσεις αντιμετωπίζονται με μεγάλη ανοχή για προφανείς και γνωστούς λόγους … Η παθογένεια αυτή όμως δεν αφορά ούτε προέρχεται από τη νομοθεσία. Αυτά τα προβλήματα αφορούν την εφαρμογή των διατάξεων και όχι το περιεχόμενό τους αυτό καθ΄ εαυτό. Ούτε το πρόβλημα μπορεί να λυθεί με την ουσιαστική αφαίρεση της αρμοδιότητας των ΟΤΑ … Χωρίς αμφιβολία οι Δήμοι έχουν δώσει πολλά δείγματα προβληματικής ασκήσεως των αρμοδιοτήτων τους. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι στο επίπεδο του Δήμου υπάρχει γνώση των τοπικών συνθηκών, αναγκών και των ιδιαιτεροτήτων όλων των παραλιακών περιοχών εντός των διοικητικών τους ορίων και εν τέλει η παραχώρηση ενός συγκεκριμένου τμήματος αιγιαλού αποτελεί τοπική υπόθεση». 

Γ. Υποχρέωση αποκατάστασης λατομικών και μεταλλευτικών χώρων

Σημαντική εκδήλωση φαινομένων οπτικής ρύπανσης παρατηρείται σε περιπτώσεις που ανακύπτει υποχρέωση αποκατάστασης περιοχών, οι οποίες έχουν διαταραχθεί από εξορυκτική (λατομική ή μεταλλευτική) δραστηριότητα.

Η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου απαιτεί εκτεταμένες επεμβάσεις και επιφέρει σοβαρή διαταραχή και επιβάρυνση στο φυσικό περιβάλλον, κυρίως δε στο τοπίο. Η εγκατάσταση λατομικών και μεταλλευτικών εκμεταλλεύσεων προϋποθέτει τη δημιουργία έργων υποδομής, δρόμων, εκσκαφών και αποθέσεων, με άμεση συνέπεια την υποβάθμιση της βλάστησης και του εδάφους, την αλλοίωση του ανάγλυφου, τη δημιουργία δυσμενών οικολογικών συνθηκών στις διαταρασσόμενες επιφάνειες και την πρόκληση αλλαγών στον χαρακτήρα του φυσικού τοπίου, πέρα από τις ζημίες και οχλήσεις των περιοίκων και του ευρύτερου χώρου.[10]

Μεταλλεία χρυσού Χαλκιδικής
[πηγή: διαδίκτυο]

Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 52 ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως ισχύει, περί προστασίας δασών και δασικών εκτάσεων, η διενέργεια ερευνών διά γεωτρήσεων και δι΄ ανόρυξεως φρεάτων ή στοών εντός δασών, δασικών και δημοσίων εκτάσεων επιτρέπεται μετά από έγκριση επέμβασης. Για τη διενέργεια των παραπάνω ερευνών μπορεί να τεθούν πρόσθετοι όροι και περιορισμοί με την έγκριση επέμβασης και να καθορίζονται οι υποχρεώσεις του ερευνητή για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και την αποκατάσταση του τοπίου και της δασικής βλάστησης μετά το πέρας της έρευνας.

Σε περίπτωση που η Δασική Υπηρεσία κρίνει ότι η αποκατάσταση του φυσικού τοπίου και της δασικής βλάστησης των εκτάσεων είναι ιδιαίτερα δυσχερής, επιβάλλει στον υπόχρεο να αναδασώσει, μετά από υπόδειξή της, άλλες εκτάσεις μέχρι πενταπλάσιου εμβαδού, οι οποίες βρίσκονται στην περιοχή αρμοδιότητάς της. Η μη συμμόρφωση του υπόχρεου προς τα ανωτέρω, συνεπάγεται επιβολή σε βάρος του των σχετικών δαπανών αποκατάστασης, σε περίπτωση δε που έχει κατατεθεί εγγυητική επιστολή κατ΄ άρθρο 8 παρ. 3 ν. 1428/1984, όπως ισχύει, ακολουθείται η διαδικασία κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής και κατάθεσης του ποσού υπέρ του Πράσινου Ταμείου στον ειδικό κωδικό Ειδικός Φορέας Δασών, διατιθεμένου αυτού αποκλειστικά για την αποκατάσταση. Ο υπόχρεος, αρνούμενος ή παραλείπων την εκπλήρωση των ανωτέρω, υπόκειται σε ποινική δίωξη.

Ορίζεται περαιτέρω στη διάταξη αυτή ότι σε μεταλλεία και λατομεία, των οποίων έπαυσε η λειτουργία για οποιονδήποτε λόγο χωρίς αποκατάστασή τους, εγκεκριμένα συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης στερεών αποβλήτων μπορούν να προβαίνουν σε εναπόθεση, επεξεργασία και αξιοποίηση αποβλήτων από εκσκαφές, κατασκευές και κατεδαφίσεις (ΑΕΚΚ). Η εγκατάσταση των συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης διενεργείται επί τη βάσει εγκεκριμένης μελέτης, σύμφωνα με την οικεία απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων αποκατάστασης του τοπίου και της δασικής βλάστησης και κατά τα οριζόμενα στις παρ. 1 έως 3 του άρθρου 30 ν. 4030/2011 (Α΄ 249), όπως ισχύει. Οι εγκαταστάσεις αυτές έχουν χαρακτήρα προσωρινό και απομακρύνονται με την ολοκλήρωση του έργου της αποκατάστασης.

Η Αυλίδα και τμήμα του λατομείου Μεγάλου Βουνού
[πηγή: διαδίκτυο]

Οι επιπτώσεις της εξορυκτικής δραστηριότητας, οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν καθοριστικά τη μορφή και την εικόνα του τοπίου και να προκαλέσουν εστίες οπτικής ρύπανσης, χαρακτηρίζονται, ανάλογα με τον βαθμό και την ένταση της επέμβασης στον φυσικό χώρο, ως αναστρέψιμες, μερικώς αναστρέψιμες ή και μη αναστρέψιμες. Κυριότερες μορφές οπτικής ρύπανσης ως συνέπεια εξορυκτικής δράσης είναι οι ακόλουθες:[11]

i) η αισθητική αλλοίωση του φυσικού τοπίου ως αποτέλεσμα της μεταβολής της φυσιογνωμίας του αναγλύφου με σταδιακή υποβάθμιση των φυσικών στοιχείων του (βλάστηση, έδαφος κ.ά.). Η αλλοίωση αυτή συνοδεύεται από εκτεταμένες μεταβολές των οπτικών χαρακτηριστικών του αναγλύφου (γραμμές, υφή, χρώμα) συνεπεία και της αφαίρεσης όγκου από τον χώρο του ορύγματος και της εναπόθεσης των «στείρων» σε σωρούς εντός των λατομικών χώρων,

ii) μεταβολές στη γεωμορφολογική δομή και τα γεωλογικά χαρακτηριστικά της περιοχής, εξ αιτίας της δημιουργίας τεχνητών κοιλοτήτων (ορυχείων, λατομείων) και λόγω εναπόθεσης των «στείρων»,

iii) διαταραχές στο υδρολογικό καθεστώς και μεταβολές στα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα, στη θέση του υδροφόρου ορίζοντα, τις υδραυλικές ιδιότητες των υδροφορέων, διαφοροποίηση της πορείας κίνησης των επιφανειακών και υπογείων υδάτων, της ποιότητας και ποσότητάς τους, αλλαγές του ρυθμού απορρόφησης των επιφανειακών υδάτων και των οδών αποστράγγισης ή του ρυθμού και της ποσότητας έκπλυσης του εδάφους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά εν προκειμένω η όξινη απορροή μεταλλείων, που οφείλεται στην οξείδωση των θειούχων μεταλλικών ορυκτών και δύναται να επιφέρει μόλυνση επιφανειακών και υπογείων υδάτων, όχι μόνο στον χώρο του μεταλλείου, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή,[12]

iv) μεταβολές στη χλωρίδα, την πανίδα και τα φυσικά οικοσυστήματα με σημαντικότερη τον περιορισμό, τη συρρίκνωση ή και πλήρη εξαφάνιση της βλάστησης χορτολιβαδικών και δασικών εκτάσεων λόγω χωροθέτησης των λατομείων ή μεταλλείων και της εναπόθεσης στείρων και υποπροϊόντων τους εντός αυτών,

v) υποβάθμιση της ποιότητας του αέρα και του εδάφους, που οφείλονται στη δημιουργία σκόνης, στην εκπομπή καυσαερίων από βαρέα οχήματα, μηχανήματα κ.ά.,

vi) σοβαρή επιβάρυνση από εκπομπές θορύβου και δονήσεων καθώς και από τις εκρήξεις που απαιτούνται σε ορισμένα στάδια της εξορυκτικής δραστηριότητας.

Η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1β΄ του ν. 2837/2000 επιβάλλει την αποκατάσταση λατομικών χώρων, βάσει ειδικής μελέτης, η οποία δεν αποκλείεται να προβλέπει και εκτέλεση περαιτέρω λατομικών εργασιών, μόνον όμως εφ΄ όσον είναι απολύτως αναγκαίες για την αποκατάσταση του λατομείου. Συνάδει δε η ανωτέρω διάταξη με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι αποσκοπεί προεχόντως στην κατά το δυνατόν επαναφορά του διαταραχθέντος φυσικού τοπίου στην προτέρα κατάστασή του. Προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι να πρόκειται για λατομεία που είχαν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 20 ν. 2115/1993, η οποία δεν είχε ακυρωθεί ή ανακληθεί, αλλ΄ εξακολουθούσε να ισχύει κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του ν. 2837/2000, διότι άλλως, θα ενομιμοποιείτο η συνέχιση της λειτουργίας λατομείων που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του παγίου ή προηγουμένου κατά παρέκκλιση νομοθετικού καθεστώτος. Για τα τελευταία αυτά λατομεία εξακολουθούν να ισχύουν οι υποχρέωση αποκατάστασης του λατομικού χώρου μετά το πέρας της εκμετάλλευσης, η οποία επιβάλλεται, κατά συνταγματική υποχρέωση απορρέουσα από τις περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος διατάξεις του Συντάγματος, από τη λατομική νομοθεσία και τη νομοθεσία για την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων από λατομική δραστηριότητα.[13]

Χαρακτηριστική περίπτωση σοβαρής περιβαλλοντικής βλάβης και οπτικής ρύπανσης του τοπίου προέκυψε από την εγκατάσταση και λειτουργία της εξορυκτικής μονάδος του Μεγάλου Βουνού Αυλίδος στον Ν. Ευβοίας,[14] σε άμεση γειτνίαση με τον αρχαιολογικό χώρο της Αρτέμιδος και σε απόσταση 3 χλμ. από την πόλη της Χαλκίδας. Σύμφωνα με την οικεία τεχνική μελέτη, η αποκατάσταση είναι μια βασική διαδικασία, η οποία εφαρμόζεται μετά το πέρας της εκμετάλλευσης του εκάστοτε λατομείου. Έχει ως στόχο τη μερική επαναφορά της καταπονημένης περιοχής στην αρχική, φυσική μορφή της ή τη δημιουργία εγκαταστάσεων χρήσιμων στην ευρύτερη περιοχή. Η αποκατάσταση, όσον αφορά το φυσικό περιβάλλον, γίνεται κυρίως με δενδροφυτεύσεις. Τα δενδρύλλια που χρησιμοποιούνται διαφέρουν ανάλογα με την περιοχή καθώς υπάρχουν αρκετοί παράμετροι για την επιλογή τους, όπως η βλάστηση, η συνεκτικότητα του εδάφους και οι κλιματικές συνθήκες. Τέτοιου είδους αποκαταστάσεις έχουν απώτερο στόχο, πέρα από το οπτικό αποτέλεσμα, τη μερική επαναφορά της χλωρίδας και πανίδας της περιοχής. Υφίσταται και η δυνατότητα εναλλακτικής αξιοποίησης του χώρου με τη δημιουργία χώρων αναψυχής ή ενεργειακών πάρκων (π.χ. αιολικών, φωτοβολταϊκών κ.ά.).

Δ. Εγκαταστάσεις ανεμογεννητριών

Τα Επενδυτικά Σχέδια μεγάλης κλίμακας για Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) συνιστούν καινοφανείς στρατηγικές υλοποίησης σημαντικών επενδύσεων και βασικό πλέον εργαλείο χάραξης πολιτικών στον τομέα της ενέργειας. Πρόσφατα παραδείγματα εφαρμογής τέτοιων Σχεδίων συνιστούν αφ΄ ενός μεν η ένταξη στις Διαδικασίες Στρατηγικών Επενδύσεων του ν. 3894/2010 του επενδυτικού σχεδίου «Αιολικό Σύστηµα Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΣΠΗΕ), που περιλαµβάνει κατασκευή 33 αιολικών σταθµών, συνολικής ισχύος 1.077 MW, στους τέσσερις νοµούς της Κρήτης και κοινή διασύνδεσή τους µε το Εθνικό Διασυνδεδεµένο Σύστηµα Ενέργειας µέσω υποβρυχίου καλωδίου»,[15] αφ΄ ετέρου δε η αδειοδότηση του επενδυτικού σχεδίου «Αιολικοί Σταθμοί Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΣΠΗΕ) συνολικής ισχύος 183 ΜW σε θέσεις του Δήμου Μαρμαρίου και της Κοινότητας Καφηρέα Ν. Ευβοίας και διασυνδετική Γραμμή Μεταφοράς 150 ΚV των Αιολικών Πάρκων με το ΚΥΤ Παλλήνης Ν. Αττικής».[16]

[πηγή: διαδίκτυο]

Για την πρώτη από τις ως άνω επενδύσεις (ΑΣΠΗΕ Κρήτης, βλ. ΣτΕ Ολ 528/2015) έγινε, μεταξύ άλλων, δεκτό ότι: «Με τις διατάξεις του ν. 3894/2010 δημιουργείται κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο για επενδυτική δραστηριότητα στρατηγικού μεγέθους με συνέπεια να ευνοείται η οικονομική ανάπτυξη, για την οποία προνοεί ειδικά η διάταξη του άρθρου 106 παρ. 1 του Συντάγματος, το δε πλαίσιο αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση προς τη συνταγματική επιταγή για την προστασία του περιβάλλοντος (24 παρ. 1) και τη χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας (24 παρ. 2), εφ΄ όσον υποχρεώνει τον υποψήφιο επενδυτή να αιτιολογήσει την επιλογή της τοποθεσίας εγκαταστάσεως της επενδύσεως σε σχέση με τη συμβατότητά της με τον υφιστάμενο χωροταξικό σχεδιασμό … Κατά το στάδιο υπαγωγής μιας επενδυτικής προτάσεως στη διαδικασία στρατηγικών επενδύσεων γίνεται μια πρώτη εκτίμηση των χωροταξικών, πολεοδομικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων της δραστηριότητας και όχι αξιολόγησή τους, προκειμένου να εφαρμοστούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες ταχείας αδειοδοτήσεως επενδυτικών προτάσεων, που εμφανίζουν υψηλές πιθανότητες υλοποίησης, βάσει του υποβαλλομένου από τον επενδυτή επιχειρησιακού σχεδίου και της αναλύσεως των αμέσων και εμμέσων επιπτώσεων της επενδύσεως στην ελληνική οικονομία σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα … Όπως προκύπτει από την παρ. 1 του άρθρου 6 ν. 3894/2010 συνδ. με άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3894/2010, παραμένει απαραίτητη για την εκτέλεση των σχετικών έργων η έκδοση ρητής πράξεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων … Στο επενδυτικό σχέδιο ΑΣΠΗΕ Κρήτης προσδιορίζονται οι θέσεις εγκατάστασης (τοπωνύμια) σε κάθε νομό και δήμο της Κρήτης για καθέναν από τους ενδίκους 33 αιολικούς σταθμούς, επισυνάπτονται δε και οι εγκριθείσες από τη ΡΑΕ σχετικές άδειες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Επίσης, για κάθε αιολικό σταθμό επισυνάπτεται τεύχος ελέγχου συμβατότητας με το ΕΠΧΣΑΑ για τις ΑΠΕ. Είναι δε άνευ σημασίας το γεγονός ότι η συνολική ισχύς των αιολικών σταθμών, που προκύπτει από τις επιμέρους άδειες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, είναι μικρότερη από την αναφερομένη στην απόφαση αυτή, εφ΄ όσον είναι δυνατή και μετά την έκδοσή της, η χορήγηση αδειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και για τις υπόλοιπες θέσεις, που προτείνονται προς εγκατάσταση αιολικών σταθμών. Λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της προσβαλλομένης πράξεως σε σχέση με επίλυση ζητημάτων χωροταξικού σχεδιασμού και βλάβης οικοσυστημάτων και τοπίου στους χώρους υποδοχής των επιμέρους δραστηριοτήτων, που εντάσσονται στο επενδυτικό σχέδιο, απορρίπτονται ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη εκδοχή ως προς την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων».

Αντιστοίχως όσον αφορά τη δεύτερη ως άνω επένδυση (ΑΣΠΗΕ Καφηρέα, βλ. ΣτΕ 1428/2015) κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «H χορήγηση αδείας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές συνδέεται με τη σκοπιμότητα του έργου, εν όψει κριτηρίων κυρίως οικονομικής φύσεως, δεν καθορίζεται δε με την άδεια αυτή η ακριβής θέση της εγκαταστάσεως, αλλά γενικώς ο τόπος για την άσκηση της δραστηριότητας, η οποία τελικώς καθορίζεται με την άδεια εγκαταστάσεως, που χορηγείται στον κάτοχο αδείας παραγωγής που υποβάλλει και φάκελο, ο οποίος περιλαμβάνει τα δικαιολογητικά για την έγκριση επεμβάσεως, όταν αυτή απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, της αδείας δε εγκαταστάσεως προηγείται έγκριση περιβαλλοντικών όρων στηριζομένη σε μελέτη, η οποία καταρτίζεται κατά τις οικείες διατάξεις χωρίς δεσμεύσεις από το ότι έχει ήδη εκδοθεί η άδεια παραγωγής … Κατά το στάδιο αξιολόγησης της αιτήσεως για χορήγηση αδείας παραγωγής αρκεί η διαπίστωση της δυνατότητας έστω εξασφάλισης της επίμαχης θέσεως, ενώ η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων για την εξασφάλιση του δικαιώματος χρήσεως της θέσεως είναι απαραίτητη κατά το στάδιο χορηγήσεως της αδείας εγκαταστάσεως … ναι μεν η Εύβοια περιλαμβάνεται στις περιοχές με κορεσμένο δίκτυο, σύμφωνα με απόφαση της ΡΑΕ, ωστόσο για τους επίμαχους αιολικούς σταθμούς προβλέπεται αυτόνομος τρόπος σύνδεσης με το Διασυνδεδεμένο Σύστημα, με ανεξάρτητη και αυτοτελή σύνδεση στο ΚΥΤ Παλλήνης μέσω υποβρυχίου καλωδίου και υπόγειας γραμμής μεταφοράς. Επομένως αφ΄ ενός μεν η σύνδεση των επίμαχων σταθμών θα πραγματοποιηθεί στο μη κορεσμένο ηπειρωτικό δίκτυο, αφ΄ ετέρου δε δεν είχαν εν προκειμένω εφαρμογή οι διατάξεις του Κανονισμού έτους 2007, με τις οποίες προβλέπεται συγκριτική αξιολόγηση αιτήσεων υλοποίησης έργων σε περιοχή με κορεσμένο δίκτυο. Tο σύνολο των ενδίκων αιολικών πάρκων θεωρούνται Επενδυτικό Σχέδιο Μεγάλης Κλίμακας για ΑΠΕ κατ΄ άρθρο 19 ν. 3468/2006, που ορίζει ως Επενδυτικά Σχέδια Μεγάλης Κλίμακας εκείνα με εγκατεστημένη ισχύ ίση ή μεγαλύτερη των 30 ΜWe ή συνολικού προϋπολογισμού άνω των 30.000.000 ευρώ, χωρίς να προβλέπει την έκδοση διοικητικής πράξεως για την υπαγωγή έργου στην κατηγορία αυτή επενδυτικών σχεδίων. Κατ΄ άρθρο 7 παρ. 1α΄ του οικείου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου, ήταν επιτρεπτή για αιολικό πάρκο στην περιφέρεια της Κοινότητας Καφηρέα Ν. Ευβοίας η χρήση του πλεονάσματος αδιάθετων ανεμογεννητριών του Δήμου Μαρμαρίου, εφ΄ όσον κατά τα λοιπά δεν προβάλλεται υπέρβαση του ποσοστού προσαύξησης της φέρουσας ικανότητας που προβλέπεται από την ειδική αυτή διάταξη».

[πηγή: διαδίκτυο]

Η υλοποίηση των εν λόγω μεγάλης κλίμακας επενδυτικών σχεδίων αναμένεται να τονώσει την ισχνή οικονομική θέση της Χώρας, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ενεργειακά αποθέματα μέσω της χρήσης φιλικών προς το περιβάλλον μορφών ενέργειας αντί της περιβαλλοντικά επαχθούς μεθόδου παραγωγής και εκμετάλλευσης ορυκτών καυσίμων. Ωστόσο κατά την εφαρμογή τους οι επενδύσεις αυτές απαιτούν τη θυσία ολόκληρων ορεινών περιοχών, προκειμένου να αναπτυχθούν σε όλη τους την έκταση τα σημαντικής ισχύος και μεγάλου αριθμού ανεμογεννητριών αιολικά πάρκα που προβλέπονται από τους όρους τους.

Η θέα αλλεπάλληλων βουνοκορφών καταλαμβανομένων από ατέλειωτες συστάδες ανεμογεννητριών και δη σε νησιωτικές περιοχές, όπου η φέρουσα ικανότητα του τόπου είναι κατά κανόνα εξαιρετικά μικρή όσον αφορά την υποδοχή και εκτέλεση έργων, γεννά εύλογες και έντονες ανησυχίες για την προστασία του τοπίου και του περιβάλλοντος εν γένει. Σε αυτές δέον να προσμετρηθεί τόσο η διαφαινόμενη επικράτηση μιας άνευ προηγουμένου διαδικασίας «ταχείας αδειοδοτήσεως επενδυτικών προτάσεων», για την οποία ρητά γίνεται λόγος στην ως άνω απόφαση ΣτΕ Ολ 528/2015 για τον ΑΣΠΗΕ Κρήτης, όσο και οι επιλογές αφ΄ ενός μεν της πρόβλεψης «αυτόνομου τρόπου σύνδεσης με το Διασυνδεδεμένο Σύστημα για περιοχές με κορεσμένο δίκτυο», αφ΄ ετέρου δε της «χρήσεως πλεονάσματος αδιάθετων ανεμογεννητριών ετέρου Δήμου», οι οποίες ακολουθήθηκαν στη δεύτερη ως άνω υπόθεση του ΑΣΠΗΕ Καφηρέα (ΣτΕ 1428/2015).

Σε κάθε περίπτωση, οι κατάσπαρτες από ανεμογεννήτριες βουνοκορφές συνιστούν ένα τοπίο αλλοιωμένο και ψυχρό, το οποίο έχει απολέσει τον σκοπό του και κάθε αίσθηση του φυσικού αναγλύφου του και του ζωτικού του ορίζοντα. Ένα τοπίο ανίκανο πλέον να βιωθεί και να προσφέρει απόλαυση στη θέασή του και την πολύτιμη εμπειρία της αναψυχής.

Πέραν της οπτικής υποβάθμισης που συνεπάγεται η εγκατάστασή τους στις ορεινές κυρίως περιοχές του τόπου μας, τα «δάση ανεμογεννητριών» δημιουργούν πλείστα άλλα προβλήματα καθώς, μεταξύ άλλων, θεωρείται ότι ευθύνονται για παρακώληση ή/και πλήρη κατάργηση περασμάτων των μεταναστευτικών πτηνών και θόρυβο από τη λειτουργία τους, ενώ σοβαρός προβληματισμός εγείρεται και όσον αφορά την τύχη τους ως αποβλήτων στο τέλος του κύκλου της ζωής τους.

ΙΙΙ. Οπτική ρύπανση στο ανθρωπογενές (οικιστικό και πολιτιστικό) περιβάλλον

Α. Γενικά

Ιδιαίτερα σημαντικές εκδηλώσεις οπτικής ρύπανσης παρατηρούνται στο πλαίσιο του αστικού περιβάλλοντος. Ο τρόπος που δομούνται οι πόλεις, η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού και οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής, δημιουργούν συχνά πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη οικιστικής αυθαιρεσίας, παθογένειας καθώς και περιβαλλοντικής υποβάθμισης και προσβολής της αισθητικής.

Σημαντικές εστίες οπτικής ρύπανσης στον αστικό χώρο συνιστούν η μείωση και υποβάθμιση των κοινοχρήστων και ελευθέρων χώρων, ιδίως δε των χώρων πρασίνου που αφαιρεί και τις τελευταίες δυνατότητες καθημερινής επαφής του κατοίκου της πόλης με το φυσικό στοιχείο και την απόλαυσή του, η αφισορρύπανση και γενικά ο καταιγισμός διαφημιστικών επιγραφών, πινακίδων και μηνυμάτων ιδίως στα μεγάλα αστικά και εμπορικά κέντρα καθώς και η κυριαρχία πλήθους κεραιών που διευκολύνουν μεν την αμεσότητα της ενημέρωσης και την επικοινωνία, πλην όμως αλλοιώνουν τον αστικό μας χώρο πέρα από τις τυχόν άλλες επιβαρυντικές επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία λόγω της ακτινοβολίας που προκαλείται από τα δημιουργούμενα ηλεκτρομαγνητικά πεδία.

Με τις μορφές αυτές περιβαλλοντικής βλάβης, στον βαθμό που καθίστανται υπεύθυνες πρόκλησης και αισθητικής – οπτικής ρύπανσης, θα ασχοληθούμε στη συνέχεια μέσα από τη μελέτη συγκεκριμένων περιπτώσεων που κρίθηκαν και δικαστηριακά.

Προηγουμένως αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι σύμφωνα με πάγια αρχή του δικαίου που διέπει τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό στη Χώρα μας, κατά τον καθορισμό ή την τροποποίηση πολεοδομικών ρυθμίσεων πρέπει να αναζητείται ο πλέον πρόσφορος τρόπος θεραπείας των πολεοδομικών αναγκών, δυνάμει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, συναπτομένων προς τον σεβασμό του περιβάλλοντος, την ασφάλεια, την υγιεινή, την αισθητική και τη λειτουργικότητα των πόλεων και οικισμών. Μεταβολή του υφισταμένου πολεοδομικού καθεστώτος επιτρέπεται, μόνον εφ΄ όσον οι επιβαλλόμενοι νέοι όροι είναι ευμενέστεροι για το περιβάλλον.[17]

Ο θεμελιώδης αυτός κανόνας επικράτησε στη θεωρία του πολεοδομικού και χωροταξικού δικαίου υπό τον όρο «πολεοδομικό κεκτημένο», η δε πρώτη νομολογιακή διαμόρφωση και διατύπωσή του συντελέσθηκε με το σκεπτικό της υπ΄ αριθ. 10/1988 αποφάσεως της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δυνάμει της οποίας, μεταξύ άλλων, κρίθηκε ότι: «Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος θεσπίζονται, μέσα στα πλαίσια της υπό της παρ. 1 του ιδίου άρθρου προβλεπομένης προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, τα κριτήρια της χωροταξικής αναδιαρθρώσεως της Χώρας, της πολεοδομικής αναπτύξεως των πόλεων και των οικιστικών εν γένει περιοχών, που είναι η εξυπηρέτηση της λειτουργικότητος και αναπτύξεως των οικισμών και η εξασφάλισις των καλλιτέρων δυνατών όρων διαβιώσεως των κατοίκων. Για την τήρηση δε των παραπάνω κριτηρίων, κατά την άσκηση της συναφούς ρυθμιστικής αρμοδιότητας του Κράτους, επιβάλλεται σε αυτό η λήψη μέτρων που συντελούν στην αναβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος προς τον σκοπόν της βελτιώσεως της ποιότητας της ζωής, πάντως δε απαγορεύεται η λήψη μέτρων που επιφέρουν την επιδείνωσή του. Τούτο σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης δύναται να τροποποιεί, οσάκις, το κρίνει σκόπιμον, τις ισχύουσες πολεοδομικές ρυθμίσεις και να μεταβάλλει τους ήδη υφισταμένους όρους δομήσεως των σχεδίων πόλεων, και δη είτε με γενική ρύθμιση (γενικό οικοδομικό κανονισμό) είτε με μερικώτερη ρύθμιση, όπως είναι η τροποποίηση συγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, μόνον όμως υπό την έννοιαν ότι διά της εισαγομένης νέας ρυθμίσεως θα βελτιώνονται ακόμη περισσότερον οι συνθήκες διαβιώσεως των κατοίκων. Συνεπώς, περιεχόμενον των νέων τούτων ρυθμίσεων, προκειμένου περί οικισμών που έχουν εγκεκριμένο σχέδιον πόλεως, δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να είναι η επιδείνωσις του υφισταμένου φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος και, άρα, οι τροποποιήσεις των οικοδομικών κανονισμών και των σχεδίων πόλεως που λαμβάνουν χώραν μετά την ισχύν του Συντάγματος του 1975, δέον να μη συνεπάγονται υποβάθμισιν του περιβάλλοντος τούτου, ήτοι μείωση των ελευθέρων χώρων, του πρασίνου κ.λπ. (πολεοδομικόν κεκτημένον). Η τήρησις δε του συνταγματικού τούτου κριτηρίου υπόκειται εις τον οριακό έλεγχον του δικαστού, ο οποίος σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου να κρίνει, αν από αυτήν υποβαθμίζεται ή όχι το περιβάλλον, οφείλει να σταθμίση τη ρύθμιση αυτή αυτοτελώς και σε συνάρτηση προς το σύνολον της εισαγομένης νέας ρυθμίσεως».

Εφ΄ όσον επομένως σκοπός κάθε θεσπιζομένης πολεοδομικής και χωροταξικής ρυθμίσεως οφείλει να είναι η εξυπηρέτηση, μεταξύ άλλων, της αισθητικής και της λειτουργικότητας των πόλεων και οικισμών, καθώς επίσης και η διασφάλιση της ποιότητας ζωής και η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων, γίνεται δεκτό ότι οποιαδήποτε παραβίαση των κανόνων που απορρέουν από την υποχρέωση τήρησης της αρχής του πολεοδομικού κεκτημένου, δύναται να προκαλέσει -πέρα από οιαδήποτε άλλη μορφή περιβαλλοντικής βλάβης- και οπτική ρύπανση στον αστικό χώρο, αφού οδηγεί σε υποβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος των πόλεων και των οικισμών και σε συνακόλουθη επιδείνωση των όρων διαβίωσης εντός αυτών.

Ακολούθως αναλύονται συγκεκριμένες περιπτώσεις εκδήλωσης οπτικής ρύπανσης στο πλαίσιο του αστικού ιστού και βίου, κυρίως με αφορμή τη δικαστηριακή αντιμετώπισή τους και με βάση το ενδιαφέρον σκεπτικό των δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν επ΄ αυτών.

Β. Υπαίθρια διαφήμιση

Β1. Παράνομη και καταχρηστική τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων

Η ανάρτηση διαφημιστικών πινακίδων κυριαρχεί στον σύγχρονο αστικό χώρο. Θα έλεγε χωρίς υπερβολή κανείς ότι τον μονοπωλεί. Διαφημιστικές επιγραφές και πλαίσια, αφίσες και πανό δημιουργούν ένα αισθητικά άκομψο θέαμα, ένα ασφυκτικό και ανυπόφορο οπτικό ερέθισμα. Οι διαφημιστικές πινακίδες κατακλύζουν την πόλη, καλύπτουν χιλιόμετρα οδικών αρτηριών, σκεπάζουν προσόψεις κτηρίων, περιορίζουν ελεύθερους και κοινόχρηστους χώρους οικοδομών και οικισμών, μερικές δε φορές εισβάλλουν ακόμα και σε περιοχές ή κτίσματα με ιστορική και αρχιτεκτονική αξία, προσβάλλοντας τη μνήμη και την ομορφιά που οι χώροι αυτοί κομίζουν, «σημαίνουν» και διατηρούν στο σημερινό χαοτικό και εν πολλοίς υποβαθμισμένο αστικό τοπίο.

Ο αδιάκοπος βομβαρδισμός του σύγχρονου ανθρώπου από ετερόκλητα διαφημιστικά μηνύματα μέσα από ένα καταιγιστικό συνονθύλευμα χρωμάτων, κειμένων και υλικών και η συνεχής υπερέκθεσή του σε άχρηστη κατά κανόνα πληροφόρηση, που σωρεύεται στο υποσυνείδητό του από τις διαφημίσεις ενώ περπατά, οδηγεί, εργάζεται, προσβάλλουν την αισθητική του, τον αποσυντονίζουν, ατονούν την ικανότητά του να κρίνει και να επιλέγει ελεύθερα και λογικά και του προκαλούν αισθήματα κόπωσης, ανταγωνισμού, αλλά και κατάθλιψης από την καταναλωτική αδυναμία του να ανταποκριθεί σε κάθε επίπλαστη ανάγκη που του δημιουργεί η διαφήμιση.

Η αισθητική ωστόσο ρύπανση από τη διαφήμιση φαίνεται πως, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι η μία μόνον όψη προσβολής και βλάβης, αν αναλογιστούμε πως μια αυθαίρετη ή κακώς σχεδιασμένη τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων αρκετές φορές είχε ως αποτέλεσμα, πέρα από την οπτική προσβολή και την υποβάθμιση της αισθητικής και του περιβάλλοντος, ως και αυτή τη βίαιη ματαίωση κι αφαίρεση της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Κατά τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν τα περιστατικά θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων και σοβαρών σωματικών βλαβών, που προκλήθηκαν είτε λόγω απόσπασης της προσοχής του οδηγού από μια διαφημιστική επιγραφή είτε λόγω συντριβής του οχήματος σε παράνομα τοποθετημένη διαφημιστική πινακίδα, η οποία απεδείχθη ότι, αν δεν είχε τοποθετηθεί στο σημείο πρόσκρουσης, θα είχε αποφευχθεί και το ίδιο το δυστύχημα.

Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφασή του ΣτΕ 909/2007 (Τμ. Α΄)[18] έκρινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 εδάφ. γ΄ και δ΄ του ν. 2696/1999, οι οποίες επιτρέπουν εγκατάσταση διαφημίσεων επί του οδοστρώματος και των πεζοδρομίων οδών εντός κατοικημένων περιοχών με όριο ταχύτητας μέχρι 70 χλμ./ώρα και αναγνωρίζουν στη Διοίκηση τη δυνατότητα χορήγησης αδειών εγκατάστασής τους, αντίκεινται στη Διεθνή Σύμβαση της Βιέννης για την Οδική Κυκλοφορία, Σήμανση και Σηματοδότηση, της 8ης Νοεμβρίου 1968 (ν. 1604/1986, Α΄ 81).

Εφ΄ όσον σε πεζοδρόμια των προβλεπομένων οδών υφίστανται διαφημιστικές πινακίδες κατά παράβαση της ανωτέρω Διεθνούς Συμβάσεως, γεννάται υποχρέωση αφαιρέσεως, εξαλείψεως ή θέσεώς τους εκτός λειτουργίας από τον οικείο αρμόδιο ΟΤΑ και κατά δεύτερο λόγο, από την κρατική Διοίκηση, η οποία κατ΄ άρθρο 11 παρ. 8 ν. 2696/1999 ασκεί την αρμοδιότητά της καθ΄ υποκατάσταση των οργάνων των ΟΤΑ στο πλαίσιο της διοικητικής εποπτείας επ΄ αυτών.

Δέχθηκε επομένως το Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, ότι στοιχειοθετήθηκε στην κρινομένη υπόθεση αστική ευθύνη του εναγομένου ΟΤΑ προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του υιού του κατά την πρόσκρουση οχήματος που οδηγούσε σε μεταλλική βάση φωτεινής διαφημιστικής πινακίδας, η οποία ήταν πακτωμένη σε πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Κατεχάκη Ν. Αττικής, με τρόπο που απεδείχθη ότι μπορούσε να προκαλέσει δυσμενή επίδραση στην ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας λόγω απόσπασης της προσοχής των διερχομένων οδηγών.

[πηγή: διαδίκτυο]

Συγκεκριμένα, η εν λόγω απόφαση προέκρινε την εφαρμογή της Διεθνούς Συμβάσεως της Βιέννης θεωρώντας την υπερκείμενο κανόνα δικαίου, υπερισχύοντα κατ΄ άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των απλών νόμων. Η Διεθνής αυτή Σύμβαση απαγορεύει, κατά την απόφαση, την «εγκατάσταση πάσης πινακίδος, ειδοποιήσεως, διαγραμμίσεων ή συσκευής, ήτις θα ηδύνατο να επιφέρει σύγχυσιν μετά των πινακίδων σημάνσεως ή άλλων συσκευών ρυθμίσεως της κυκλοφορίας, ή να καταστήσει ταύτας ολιγώτερον ορατάς ή αποτελεσματικάς, είτε να προκαλέσει εκθάμβωσιν εις τους χρησιμοποιούντας τας οδούς, είτε απόσπασιν της προσοχής τους, κατά τρόπον δυνάμενον να επιδράσει επί της ασφαλείας της κυκλοφορίας».

Η απόφαση αυτή χαιρετίστηκε από μεγάλη μερίδα του Τύπου και των κοινωνικών και πολιτικών φορέων ως μια νίκη κατά των «αυθαίρετα» τοποθετημένων διαφημιστικών πινακίδων, έδωσε δε το έναυσμα για τη σταδιακή απομάκρυνση πλήθους παράνομων πινακίδων από την πλειονότητα των οδικών αρτηριών της χώρας μας.

Β2. Ανάρτηση διαφημιστικών πινακίδων σε διατηρητέα κτήρια και μνημεία

Συνεχίζοντας την αναφορά μας στις δυσμενείς, από απόψεως αισθητικής, επιδράσεις των διαφημιστικών επιγραφών, θα ήταν σημαντική παράλειψη να μην αναφερθούμε στην ανάρτηση διαφημιστικών επιγραφών παντός είδους σε προσόψεις ή άλλους χώρους κτισμάτων, συγκροτημάτων, εγκαταστάσεων. Ορισμένες φορές η διαφήμιση δεν διστάζει να προβεί ακόμα και στη χρήση ολόκληρων κτηρίων ή οικιστικών συνόλων για τις αδηφάγες ανάγκες της..

Τα σημαντικότερα κι επαχθέστερα ωστόσο περιστατικά προσβολής της αισθητικής και του πολιτιστικού περιβάλλοντος στοιχειοθετούνται στην περίπτωση αυτή, όταν οι διαφημιστικές πινακίδες και λοιπά μηνύματα, όπου και όπως εκάστοτε αποτυπώνονται, πλήττουν και υποβαθμίζουν καλλιτεχνικού ή μνημειακού χαρακτήρα κτήρια ή στοιχεία τους, τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα ή μνημεία προς τον σκοπό της διατήρησης, ανάδειξης και αυστηρότερης προστασίας της ιστορικής και συλλογικής μνήμης που αποτυπώνουν ή επειδή διακρίνονται ως αντιπροσωπευτικά δείγματα μιας ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής παράδοσης ή άλλης ιστορικής ή καλλιτεχνικής κληρονομιάς.

Παρατηρείται έτσι συχνά η στέγαση και λειτουργία εμπορικών εταιρειών, Τραπεζικών και λοιπών καταστημάτων, επιχειρήσεων υγειονομικού ενδιαφέροντος, ιδρυμάτων και Οργανισμών σε διατηρητέα κτήρια, ορισμένα από τα οποία δεν αποκλείεται να φέρουν, πέρα από αρχιτεκτονικό και ιστορικό – μνημειακό χαρακτήρα και ενδιαφέρον. Στην περίπτωση αυτή αναφύεται συνήθως αναπότρεπτα η σύγκρουση ανάμεσα στο εμπορικό – κερδοσκοπικό ενδιαφέρον λειτουργίας της επιχείρησης και στην ανάγκη διαφύλαξης και ανάδειξης του προστατευόμενου χαρακτήρα και των ιδιαίτερων στοιχείων που συγκεντρώνει το κτήριο ως φορέας πολιτιστικής κληρονομιάς και αρχιτεκτονικής παράδοσης.

Συναφώς με τα ανωτέρω αναφέρεται εν προκειμένω η υπόθεση που κρίθηκε με τις αποφάσεις ΣτΕ 100/2015 και ΣτΕ 2137/2014 (Τμ. Ε΄) και αφορούσε ανάρτηση διαφημιστικών πινακίδων σε διατηρητέες προσόψεις μνημειακού συγκροτήματος στο κέντρο της Αθήνας.[19]

Όπως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, στη μεν πρώτη από τις ως άνω αποφάσεις: «Οι επίμαχες πινακίδες επί διατηρητέων προσόψεων κτηρίου στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο είχε ήδη χαρακτηρισθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, δήλωναν μεν την ονομασία του εν λόγω κτηριακού συγκροτήματος, αποσκοπούσαν όμως στην προώθηση σε ευρύ κύκλο προσώπων του μηνύματος για τη θέση του μεγάρου ως εμπορικού, επαγγελματικού κ.λπ. κέντρου, που στεγάζει διάφορες εμπορικές και συναφείς χρήσεις. Επομένως εμπίπτουν στην έννοια της υπαίθριας διαφήμισης του άρθρου 2 παρ. 9 ν. 2833/2000, ουδόλως δε συνδέονται με την ιστορικότητα του κτηρίου και την παγιωθείσα στον χρόνο ονομασία του».

Στη δεύτερη ως άνω απόφαση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, χαρακτηριστικά τα εξής: «… Κατά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και ιδίως εκείνων της παρ. 9 του άρθρου 2 ν. 2833/2000, μη επιτρεπομένη υπαίθρια διαφήμιση συνιστά, ως επαγομένη το αυτό με την υπαίθρια διαφήμιση δυσμενές αποτέλεσμα στην εικόνα της επίδικης περιοχής και στο κτίριο, στο οποίο ευρίσκεται, και κάθε επαγγελματική επιγραφή που σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με οποιαδήποτε δραστηριότητα επαγγελματικού χαρακτήρα ή οποιαδήποτε άλλη συναφή δραστηριότητα, πλην εκείνων, οι οποίες τοποθετούνται στις κύριες εισόδους κτηρίων ή στις προθήκες και θύρες ισογείων καταστημάτων και γραφείων, εφ΄ όσον δηλώνουν την επωνυμία και το αντικείμενο της εντός του κτηρίου ή τμήματός του ασκουμένης δραστηριότητας και εκείνων που τοποθετούνται στην πρόσοψη ή τις προσόψεις (μία σε κάθε όψη) κτηρίου που χρησιμοποιείται στο σύνολό του ως ξενοδοχείο, τράπεζα ή δημόσια υπηρεσία, υπό την προϋπόθεση ότι αποτελούνται από μεμονωμένα διακριτά στοιχεία και δεν καλύπτουν αρχιτεκτονικά μέλη του κτηρίου. Συνεπώς, οι επίδικες πινακίδες, οι οποίες προβάλλουν δημόσια τον τόπο άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας της εκκαλούσας εταιρείας υπάγονται στον ανωτέρω κανόνα της απαγόρευσης, εφ΄ όσον έχουν τοποθετηθεί στον 4ο και 5ο όροφο του κτηρίου, το οποίο, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, δεν χρησιμοποιείται στο σύνολό του ως τράπεζα».

α. Χρήση ολοκλήρου κτηρίου για την προώθηση διαφημιστικής καμπάνιας
β. Η οδός Ερμού στο κέντρο της Αθήνας
[πηγή: διαδίκτυο]

Β3. Προστασία και διαφύλαξη της αισθητικής στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας

Χαρακτηριστικό πεδίο καταγραφής σοβαρών περιπτώσεων αισθητικής και οπτικής ρύπανσης συνιστά η περιοχή του ιστορικού κέντρου της Αθήνας,[20] το οποίο αποτελώντας έναν από τους σημαντικότερους και πλέον προσιτούς πόλους έλξης τουρισμού της Χώρας, αλλά και χώρο αναψυχής, διαβίωσης, εργασίας και διασκέδασης των κατοίκων του Λεκανοπεδίου, λαμβανομένης υπ΄ όψη και της παρουσίας σημαντικών μνημείων στον χώρο του, συγκεντρώνει καθημερινά πλήθος επισκεπτών και ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται από έντονη ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας και εμπορικής κίνησης, που το καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτο σε ποικίλες περιβαλλοντικές βλάβες, αισθητική υποβάθμιση και οικιστική αυθαιρεσία.

Για την προστασία του ιστορικού κέντρου της Αθήνας από τους κινδύνους αυτούς, ο ν. 2833/2000 «Θέματα προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 και άλλες διατάξεις» (Α΄ 150),[21] όπως ισχύει, όρισε, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 2 (§§ 1-2, 4, 8-9, 12-14) αυτού ότι απαγορεύεται η τοποθέτηση ή ανάρτηση υπαίθριων διαφημίσεων, με τη μορφή προβολής εμπορικών και πολιτικών μηνυμάτων σε χειρόγραφη, έντυπη, φωτεινή, ηλεκτρονική ή άλλη μορφή, στο τμήμα της πόλεως των Αθηνών, που περικλείεται από τις οδούς Φιλοπάππου, Τσάμη Καρατάση, Μισαραλιώτου, Βεΐκου, Χατζηχρήστου, Βούρβαχη, Λεωφόρο Βουλιαγμένης, Ιόλης, Δέφνερ, Τριβωνιανού, Μαλάμου, Λογγίνου, Αρχιμήδους, Άγρας, Λεωφόρο Βασ. Κωνσταντίνου, Λεωφόρου Βασ. Σοφίας, Ελευθερίου Βενιζέλου (Πανεπιστημίου), Σίνα, Σόλωνος, Ασκληπιού, Ακαδημίας, Ιπποκράτους, Ελευθερίου Βενιζέλου (Πανεπιστημίου), 28ης Οκτωβρίου (Πατησίων), Σατωβριάνδου, Καρόλου, Δηλληγιάννη Θ., Ανδρομάχης, Λ. Κωνσταντινουπόλεως, Πιερίας, Κίμωνος, Μοναστηρίου, Δημοσθένους, Αίμονος, Αντιγόνης, Δράκοντος, Κρατύλου, Τριπόλεως, Μαραθωνομάχων, Σερρών, Λ. Κωνσταντινουπόλεως, Ελασίδων, Πειραιώς, Ευρυσθέως, Θορικίων, Τριών Ιεραρχών, Δωριέων, Πλατεία Μερκούρη Αμαλ., Κολοκοτρώνη, Γενναίου, Αγ. Νικολάου, Πινότση, Φιλοπάππου (παρ. 1).

Δυνάμει του ως άνω νόμου ορίσθηκε περαιτέρω ότι χαρακτηρίζεται αυθαίρετη κάθε υπαίθρια διαφήμιση που τοποθετείται κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος και διατάσσεται η καθαίρεσή της, ενώ διετάχθη η καθαίρεση και των υπαίθριων διαφημίσεων, που είχαν τοποθετηθεί παράνομα στις περιοχές αυτές πριν την έναρξη ισχύος του ν. 2833/2000 (παρ. 2). Ορίσθηκε ακόμα ότι κάθε υπαίθρια διαφήμιση, για την οποία εκδίδεται πράξη χαρακτηρισμού αυθαίρετου, αφαιρείται χωρίς άλλη διατύπωση από την «Εταιρεία Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων Αθήνας ΑΕ», η οποία ενεργεί με τη συνδρομή της οικείας Αστυνομικής Αρχής (παρ. 4).

Κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται η ανάρτηση διαφημίσεων επί των καλυμμάτων ικριωμάτων σε κτήρια, των οποίων οι όψεις ανακαινίζονται, κατά τη διάρκεια των εργασιών ανάπλασης και ανάδειξης της περιοχής, οι οποίες εκτελούνται στο πλαίσιο της εφαρμογής του προγράμματος ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων του Ιστορικού Κέντρου της Αθήνας. Το σχετικό δικαίωμα ανάρτησης ανήκει στην «Εταιρεία Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων Αθήνας ΑΕ» και μπορεί να παραχωρείται σε τρίτους, το δε αντάλλαγμα κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό που τηρεί η «Εταιρεία Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων Αθήνας ΑΕ» και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την κάλυψη της δαπάνης του προγράμματος αποκατάστασης των όψεων κτιρίων της περιοχής που περικλείεται από τις ανωτέρω οδούς. Η ανάρτηση διαρκεί στην περίπτωση αυτή όσο και οι εργασίες ανακαίνισης επί των όψεων των κτιρίων, σε κάθε δε περίπτωση, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος (παρ. 8).

Ως «υπαίθρια διαφήμιση», κατά την έννοια του ν. 2833/2000, νοείται η υπαίθρια και δημόσια προβολή με κάθε τρόπο και μέσο μηνυμάτων εμπορικού, πολιτικού, επαγγελματικού χαρακτήρα ή άλλης συναφούς δραστηριότητας κάθε μορφής, όπως επίσης και κάθε επαγγελματική επιγραφή που δεν πληροί τους όρους του τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου (παρ. 9).

Υπαίθριες διαφημίσεις κατά την παραπάνω έννοια συνιστούν ιδίως οι έντυπες, χειρόγραφες, φωτεινές ή φωτιζόμενες και οι ηλεκτρονικές ή άλλες διαφημίσεις μετά των πλαισίων, κάθε είδους υποστηριγμάτων ή άλλων πρόσθετων, σταθερών ή κινητών, κατασκευών που χρησιμοποιούνται για την τοποθέτησή τους: α) σε κοινόχρηστους, κοινωφελείς, δημόσιους ή δημοτικούς χώρους, β) σε οικόπεδα ή κτήρια, περιλαμβανομένων και των εσωτερικών επιφανειών των κτηρίων (υαλοπινάκων κ.λπ.), οι οποίες είναι προσιτές στην κοινή θέα, γ) σε σταθμούς, αφετηρίες και στάσεις αναμονής επιβατών κάθε είδους μέσων μαζικής μεταφοράς και σε περίπτερα. Στην έννοια των υπαίθριων διαφημίσεων περιλαμβάνονται και τα κενά διαφημιστικά πλαίσια (παρ. 9).

Επιτρέπονται οι επαγγελματικές επιγραφές, οι οποίες τοποθετούνται στις κύριες εισόδους των κτηρίων ή στις προθήκες και τις θύρες των ισογείων καταστημάτων και γραφείων, εφ΄ όσον δηλώνουν την επωνυμία και το αντικείμενο της εντός του κτηρίου ή τμήματος αυτού ασκούμενης δραστηριότητας ή την ιδιότητα των ενοίκων και η δευτεροβάθμια Επιτροπή Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ) εγκρίνει τη μορφή τους, τις διαστάσεις, το είδος των χρησιμοποιούμενων υλικών, τον χρωματισμό, τη θέση, τον τρόπο στερέωσής τους και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Επίσης επιτρέπεται η σήμανση φαρμακείων με κάθετη πινακίδα στο ισόγειο του κτηρίου και η τοποθέτηση επιγραφών στην πρόσοψη ή τις προσόψεις (μία σε κάθε όψη) κτηρίου που χρησιμοποιείται στο σύνολό του ως ξενοδοχείο, τράπεζα ή δημόσια υπηρεσία, υπό την προϋπόθεση ότι αποτελούνται από μεμονωμένα διακριτά στοιχεία και δεν καλύπτουν αρχιτεκτονικά μέλη του κτηρίου (παρ. 9).

Σε περίπτωση που οι επαγγελματικές επιγραφές τοποθετούνται σε κτήρια, οικοδομήματα ή στοιχεία του περιβάλλοντος αυτά χώρου, που έχουν χαρακτηρισθεί ή χαρακτηρίζονται διατηρητέα, η μορφή των επιγραφών, οι διαστάσεις τους, το είδος των χρησιμοποιούμενων υλικών, ο χρωματισμός, η θέση, ο τρόπος στερέωσής τους και κάθε άλλη λεπτομέρεια εγκρίνονται από το Υπουργείο Πολιτισμού (παρ. 9).

Στους κυρίους, δικαιούχους και όσους μισθώνουν ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εκμεταλλεύονται χώρους υπαίθριας διαφήμισης, ως διαφημιστές ή διαφημιζόμενοι, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 2833/2000, επιβάλλεται πρόστιμο, το ύψος του οποίου ανέρχεται ανά εξάμηνο από τριάντα χιλιάδες (30.000) μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Σε όσους διατηρούν τις υπαίθριες διαφημίσεις και μετά την αυτοδίκαιη λήξη των αδειών τοποθέτησής τους επιβάλλεται πρόστιμο, το ύψος του οποίου ανέρχεται ανά εξάμηνο από τριάντα χιλιάδες (30.000) μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Τα πρόστιμα καταλογίζονται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Όταν υπαίτια της παράβασης είναι διαφημιστική εταιρεία, κατά της οποίας έχουν ήδη επιβληθεί, τουλάχιστον δύο φορές τέτοια πρόστιμα, μπορεί να της αφαιρείται η άδεια ασκήσεως δραστηριότητας εντός της διοικητικής περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων προσωρινά μέχρι ένα εξάμηνο, σε περίπτωση δε νέας παράβασης η άδεια αφαιρείται οριστικά. Οι παραβάτες των διατάξεων του άρθρου 2 ν. 2833/2000 τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους και χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, διπλασιαζομένων των ποινών αυτών σε περίπτωση υποτροπής. Πρόεδροι ΔΣ, εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ΑΕ, διαχειριστές ΕΠΕ, πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση ή διαχείριση νομικών προσώπων άλλης μορφής και οι οικείες δημοτικές αρχές ή δημοτικές επιχειρήσεις, που αναθέτουν διαφημιστικές πράξεις κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 2833/2000 τιμωρούνται ως αυτουργοί, ανεξάρτητα από τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου (παρ. 13-14).

Πέρα δε από την επιβάρυνση του ιστορικού κέντρου των πόλεων από τον καταιγισμό διαφημίσεων και τις επαχθείς συνέπειες της λειτουργίας κέντρων διασκέδασης και καταστημάτων, το ιστορικό κέντρο υποβαθμίζουν αισθητικά οι σωροί των απορριμμάτων, ο έντονος θόρυβος και τα κυκλοφοριακά προβλήματα, η ατμοσφαιρική ρύπανση, τα εγκαταλελειμμένα κτήρια και οχήματα, που καθίστανται εστίες μόλυνσης και κινδύνων.

α. Η περιοχή του Θησείου περί το 1920, β. Σύγχρονη άποψη του Θησείου
μετά την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας
[πηγή: διαδίκτυο]

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν η Ε. Μαυρομάτη και Ε. Σταματίου: «Τα ιστορικά κέντρα των πόλεων, ιδιαίτερης ιστορικής, πολιτιστικής, αισθητικής, τουριστικής σημασίας, υφίστανται περιβαλλοντικά και πολεοδομικά προβλήματα, που οδηγούν στη σταδιακή υποβάθμισή τους και ουσιαστικά στην αναίρεση του χαρακτήρα τους ως προστατευομένων περιοχών και αντιπροσωπευτικής ζώνης ανάδειξης της πρωτεύουσας και των ελληνικών πόλεων, κυρίως ως προς τη διαχείριση των κοινόχρηστων χώρων … Η εµπειρία των ευρωπαϊκών πόλεων, περιλαμβάνει πολλά θετικά παραδείγματα, στα οποία η ανασυγκρότηση και εξυγίανση του αστικού ιστού βασίζεται σε αναπλάσεις και αναζωογόνηση των ιστορικών κέντρων, στην πολιτιστική και ήπια τουριστική ανάπτυξη, με συνδυασµό χρήσεων, κυρίως κατοικίας. Βασικές αρχές των επεμβάσεων ήταν: πραγματική συµµετοχή των τοπικών κοινωνιών στον σχεδιασµό και την υλοποίηση, ανάδειξη ιστορικής, πολιτιστικής κληρονοµιάς και προαγωγή αρχιτεκτονικής και καλλιτεχνικής δηµιουργίας, αναζωογόνηση πολεοδοµικού ιστού και επαναχρησιµοποίηση κτιριακού αποθέµατος, εισαγωγή πολιτικής και φιλοσοφίας αστικών µετακινήσεων πεζή, με ποδήλατο και δημόσιο σύστημα μεταφορών, με περιορισμό της ανάγκης χρήσης αυτοκινήτου και μικρότερη κυκλοφοριακή και περιβαλλοντική επιβάρυνση της ευρύτερης περιοχής, κυρίως πλησίον ζωνών κατοικίας».[22]

Γ. Γκράφιτι και βανδαλισμοί μνημείων

Το γκράφιτι ή αλλιώς «η τέχνη του δρόμου» είναι φαινόμενο σύνηθες όλων των μεγάλων πόλεων, τείνοντας να καταστεί αναπόσπαστο στοιχείο του αστικού τοπίου. Είτε ως τρόπος έκφρασης αντικομφορμιστικών θέσεων και μηνυμάτων, που αντιστρατεύονται την εκάστοτε καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων, είτε ως ύμνος στο εφήμερο που απηχεί την ποιητική πλευρά της ζωής κι ως πράξη αντίστασης σε κάθε τι πάγιο και στατικό, τα έργα των street artists κατακτούν ολοένα και περισσότερο έδαφος στον πολεοδομικό ιστό. Ωστόσο, το γκράφιτι εγείρει εύλογο προβληματισμό και το ερώτημα, αν τελικά πρόκειται για μορφή τέχνης ή οπτικής ρύπανσης και πράξης απαξιωτικής, σε περίπτωση που προσβάλλει την ιδιοκτησία, τη δημόσια περιουσία, το δικαίωμα ελεύθερης και ισότιμης απόλαυσης και χρήσης των κοινοχρήστων χώρων ή ακόμα και μνημεία ή προστατευόμενα αρχιτεκτονικά σύνολα και τον επίσης προστατευόμενο περιβάλλοντα χώρο τους.

α.-β. Γκράφιτι σε προσόψεις κτηρίων
[πηγή: διαδίκτυο]

Η εικόνα της ολοκληρωτικά καλυμμένης με μαύρο γκράφιτι πρόσοψης του ιστορικού κτηρίου του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, τον Μάρτιο του 2015, περισσότερο σοκάρει παρά εμπνέει. Τα συναισθήματα που καταγράφηκαν ήδη από τις πρώτες αντιδράσεις των πολιτών στη θέα του ήταν απογοήτευση και αγανάκτηση και δεν απέχουν πολύ από τον γενικότερο αποτροπιασμό που επισύρει ο επίσης συνήθης βανδαλισμός μνημείων και αγαλμάτων, που κοσμούν σημεία της πόλης ως φορείς ιστορικής και συλλογικής μνήμης του τόπου.

Όπως εύστοχα σημειώνει η Ελ. Σταματίου:[23] «Η εν λόγω αυθαίρετη και επιθετική εικαστική έκφραση στο ιστορικό κτίριο του ΕΜΠ … έρχεται σε αντιπαράθεση με τη φιλοσοφία και τη σκοπιμότητα της προστασίας του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς, της λογικής της ανάπλασης κεντρικών περιοχών και της τουριστικής και ευρύτερης ανάδειξής τους και προβολής της πόλης. Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί ο επαναπροσδιορισμός του δημόσιου αστικού χώρου, ιστορικά ζωντανού και εξελισσόμενου στοιχείου, που όμως έχει ανάγκη σαφούς οριοθέτησης ως προς επιτρεπτές ή μη δράσεις στον ευρύτερο χώρο του και πρέπει να είναι αντικείμενο πραγματικής προστασίας και σεβασμού, ιδίως όταν φιλοξενεί βαρύ ιστορικό παρελθόν πολιτισμού, παιδείας και αγώνων δημοκρατίας».

α. Η πρόσοψη του ιστορικού κτηρίου του ΕΜΠ καλυμμένη από γκράφιτι β. Το άγαλμα του Κωστή Παλαμά στην οδό Ακαδημίας φέροντας σημάδια βανδαλισμού
[πηγή: διαδίκτυο]

Δ. Κεραίες παντού..

Μια ακόμα σοβαρή εστία περιβαλλοντικής υποβάθμισης και οπτικής επιβάρυνσης του αστικού χώρου συνιστούν οι κεραίες που κατακλύζουν το τοπίο της πόλης. Ο σημερινός κάτοικος των μεγαλουπόλεων δεν έχει τα θαλερά δένδρα της πάλαι ποτέ εξοχής και της υπαίθρου ως στολίδι και πηγή ζωής στον τόπο του. Αντ΄ αυτών πυκνά νικελένια δάση κεραιών υψώνονται ψυχρά προς τον ουρανό δημιουργώντας ένα αδιαπέραστο, αγκαθωτό πλέγμα επικίνδυνων πεδίων και θλιβερής αισθητικής, κυριαρχώντας στις ταράτσες των πολυκατοικιών, στα μπαλκόνια, στο βλέμμα μας..

α. Οι κεραίες κυριαρχούν στις ταράτσες της πόλης,
β. «Δάσος κεραιών» σε βουνό της Αττικής
[πηγή: διαδίκτυο]

Στην έντονη παρουσία των κεραιών στον αστικό χώρο θα πρέπει να συνυπολογισθούν και οι στύλοι και πυλώνες της ΔΕΗ καθώς επίσης, κατά τα τελευταία χρόνια και οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας και οι δορυφορικές κεραίες ακόμα και μέσα σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, που επιβαρύνουν ακόμα πιο πολύ και υποβαθμίζουν το τοπίο, τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Η έκθεση του ανθρώπου στην ακτινοβολία που γεννούν τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία των κεραιών και η οπτική ρύπανση από την καθεαυτή παρουσία τους στον ζωτικό του χώρο ευθύνονται σημαντικά για ποικίλα προβλήματα που αφορούν την ψυχική και σωματική υγεία και έκαναν την εμφάνισή τους κυρίως κατά τα τελευταία χρόνια. Σε επίπεδο δικαστηριακής πρακτικής πληθώρα υποθέσεων σχετικών με την επίδραση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στον άνθρωπο και την παράνομη και προσβλητική για την αισθητική τοποθέτηση κεραιών σε κτήρια και εγκαταστάσεις, απασχόλησαν κατά καιρούς τη Δικαιοσύνη.

Για μακρό χρονικό διάστημα η επιστημονική κοινότητα δεν έχει διατυπώσει με ασφάλεια και βεβαιότητα μία εμπεριστατωμένη άποψη σχετικά με τις δυσμενείς ή μη επιδράσεις της ακτινοβολίας των κεραιών στους πληθυσμούς, με αποτέλεσμα ο σχετικός κίνδυνος απλώς να πιθανολογείται. Γίνεται επομένως δεκτό ότι το γεγονός ότι η επιστήμη δεν έχει καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα σχετικά με την επικινδυνότητα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας για την υγεία δικαιολογεί μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα ως προς την εγκατάσταση σταθμών πλησίον κατοικιών και χώρων, όπου συχνάζουν ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, αφού έτσι πιθανολογείται ότι η έκθεση των ατόμων αυτών στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία θα θέσει σε κίνδυνο την υγεία τους. Η ως άνω επιστημονική αβεβαιότητα δημιουργεί τεκμήριο υπέρ της υγείας και του περιβάλλοντος με βάση την αρχή της προφύλαξης, η οποία συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, έχει θεσπισθεί με το άρθρο 174 παρ. 2 ΣυνθΕΚ και θεωρείται δεσμευτικός κανόνας από το ΔΕΚ. Με το σκεπτικό αυτό, που γίνεται παγίως δεκτό από τα δικαστήρια σε συναφείς υποθέσεις, απαγορεύθηκε προσωρινά η λειτουργία κεραίας κινητής τηλεφωνίας σε δώμα οικοδομής στο Ηράκλειο Κρήτης, η οποία λειτουργούσε χωρίς άδεια εγκατάστασης σε πολύ μικρή απόσταση από κατοικίες και σχολεία της περιοχής (βλ. ΜΠρΗρακλείου 3064/2008).[24]

Το δικαίωμα του ανθρώπου στη χρήση και απόλαυση της ωφέλειας του ζωτικού του χώρου αποτελεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση του κατοχυρωμένου από το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος κοινωνικού δικαιώματος στο περιβάλλον, το οποίο, όπως γίνεται παγίως δεκτό (βλ. ΠΠρΛαρίσης 100/2007),[25] τριτενεργεί στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις μέσω των διατάξεων των άρθρων 57 και 967 επ. του Αστικού Κώδικα [Καράκωστας]. Η με οποιονδήποτε τρόπο προσβολή στοιχείου του ζωτικού χώρου του ανθρώπου συνιστά προσβολή του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της αξίας του προσώπου, την οποία δεν μπορεί να νομιμοποιήσει οποιαδήποτε κανονιστική διάταξη της κοινής νομοθεσίας, αφού μια τέτοια διάταξη θα ήταν παράνομη και αντισυνταγματική. Η επιχειρηματική δραστηριότητα, ως οικονομική ελευθερία, πρέπει να ασκείται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προσβάλλει την προσωπικότητα των άλλων, στην οποία περιλαμβάνεται και η αξίωση του ανθρώπου να ζει και να κινείται σε καθαρό και υγιές περιβάλλον. Η υποβολή της άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε προηγούμενη άδεια της Διοικήσεως αποτελεί εκδήλωση της εγγυητικής λειτουργίας του Κράτους, ειδικότερη δε έκφανση της οικονομικής ελευθερίας αποτελούν οι εφαρμογές των σύγχρονων τεχνολογιών, όπως τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα, τα φάρμακα, οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας κ.ά. Η κοινοτικού δικαίου αρχή της προφύλαξης αφορά τη διαχείριση της επιστημονικής αβεβαιότητας ως προς την ύπαρξη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κινδύνων, που μπορούν να προκληθούν ιδίως από την κυκλοφορία αγαθών ή την ανάπτυξη έργων ή δραστηριοτήτων. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται, όταν υπάρχει αληθής αβεβαιότητα ως προς τη διακινδύνευση και όχι σε περιπτώσεις, όπου υφίσταται επαρκής επιστημονική βάση για την αξιολόγηση της διακινδύνευσης και για την ύπαρξη και το βαθμό του κινδύνου (βλ. ομοίως ως άνω ΠΠρΛαρίσης 100/2007).

Σύμφωνα δε με την αρχή της προφύλαξης υπό την αυστηρότερη εκδοχή της, μόνη η ύπαρξη ενδείξεων ως προς πιθανούς κινδύνους σοβαρής βλάβης, μη δυναμένους να αποκλεισθούν με βάση τα επιστημονικά πορίσματα, επιβάλλει τη λήψη περιοριστικών μέτρων στην κυκλοφορία αγαθών ή στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων και υπό προϋποθέσεις, δημιουργεί τεκμήριο ύπαρξης κινδύνου. Η συναγωγή της αρχής στηρίζεται στη σοβαρότητα και το δυσεπανόρθωτο της βλάβης για την υγεία, την ασφάλεια και το περιβάλλον καθώς και στο ενδεχόμενο οι βλάβες αυτές να προκαλούνται από δραστηριότητα, για την οποία, υπό τα εκάστοτε διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, καταλείπεται επιστημονική αβεβαιότητα. Η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ) είναι αρμόδια για την προστασία του πληθυσμού από ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, για δε την έκδοση άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας κεραίας κινητής τηλεφωνίας απαιτείται η σύμφωνη γνώμη και σύμπραξή της (βλ. άρθρο 30 ν. 4070/2012, Α΄ 82/10.4.2012). Υπάρχει εκ του νόμου υποχρέωση προηγούμενης εκτίμησης των επιπτώσεων από την εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, προκειμένου να χορηγηθεί άδεια εγκατάστασης κεραίας κινητής τηλεφωνίας (βλ. ομοίως ως άνω ΠΠρΛαρίσης 100/2007 και ΣτΕ Ολ 1264/2005).

α. Διαμαρτυρία κατοίκων για την εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας
στην περιοχή τους, β. Πολλαπλή εγκατάσταση κεραιών σε κτήριο
[πηγή: διαδίκτυο]

Εφαρμοστέα εν προκειμένω είναι και η κυα 2300ΕΦΑ(493)/6.2.2008 (Β΄ 346/3.3.2008) «Τρόπος διενέργειας των μετρήσεων για την τήρηση των ορίων ασφαλούς έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία από κάθε κεραία», σύμφωνα με την οποία στον Κανονισμό, που αποτελεί αναπόσπαστο Παράρτημά της, καθορίζεται ο τρόπος διενέργειας των μετρήσεων της εκπεμπομένης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από σταθμούς κεραιών όλων των ειδών, σύμφωνα με τα ισχύοντα πρότυπα μετρήσεων. Το ΔΣ της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ) υποχρεούται σε ετήσια βάση και εντός μηνός από την επίσημη κατάθεση του καταλόγου με τις αδειοδοτημένες από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) κεραίες εντός σχεδίου πόλεως, να καθορίζει τον αριθμό των μετρήσεων που θα πραγματοποιούνται σε σταθμούς κεραιών ανά γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας και τους όρους της εξουσιοδότησης άλλων συνεργείων, τις υποχρεώσεις τους και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

Πρόσφατα κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εγκατάσταση σταθμών κινητής τηλεφωνίας δεν έχει ως απαραίτητη τυπική προϋπόθεση τον συνολικό χωροταξικό σχεδιασμό του δικτύου κινητής τηλεφωνίας, απαιτείται όμως η χωροθέτηση κάθε εγκαταστάσεως να καλύπτει τις υποχρεώσεις ασφαλείας, υγείας των πολιτών, αισθητικής του τοπίου και επάρκειας του συστήματος, με κατάλληλο σχεδιασμό των σχετικών δικτύων κατ΄ άρθρο 6 παρ. Γ΄ του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης που εγκρίθηκε από τη Βουλή την 24.7.2008 (Α΄ 128). Προς επίτευξη του ως άνω σκοπού, εκτός από την τήρηση των ορίων ασφαλούς εκθέσεως του κοινού στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, κατ΄ άρθρο 31 παρ. 9-10 του ν. 3431/2006 και την κυα 53571/3839/2000, απαιτείται να ακολουθείται και η διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, στο πλαίσιο της οποίας εκτιμάται η επίδραση που μπορεί να ασκήσει στο κοινό η εγκατάσταση σταθμού σε συγκεκριμένη κάθε φορά θέση. Από τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 9-10 του ν. 3431/2006 συνάγεται ότι δεν ορίζεται ελάχιστη επιτρεπτή απόσταση των σταθμών κινητής τηλεφωνίας από χώρους ελευθέρως προσπελάσιμους από το κοινό ή από κτίρια ευπαθών ομάδων πληθυσμού, προβλέπεται δε στις περιπτώσεις αυτές τήρηση μειωμένων ορίων εκθέσεως στην ακτινοβολία σε σχέση με τα γενικώς οριζόμενα (βλ. ΣτΕ 2716/2014).[26]

Σχετικά με τη δυνατότητα εγκατάστασης κεραιών σε περιοχές ειδικής προστασίας, το Δικαστήριο έκανε δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι για την εγκατάσταση κεραίας σταθμού ραδιοεπικοινωνίας στην ξηρά απαιτείται λήψη αδείας από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) και έγκριση των απαραίτητων για την τοποθέτηση των κεραιών δομικών κατασκευών από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, η οποία ισοδυναμεί με οικοδομική άδεια. Οι προϋποθέσεις έγκρισης των εν λόγω δομικών κατασκευών διαφοροποιούνται για περιοχές εντός και εκτός σχεδίου πόλεως, ειδικά δε για κατασκευές σε περιοχές ειδικής προστασίας, εντός ή εκτός σχεδίου, απαιτείται και σύμφωνη γνώμη των κατά περίπτωση αρμοδίων υπηρεσιών ή και της οικείας Επιτροπής Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ) (βλ. ΣτΕ 717/2014).[27]

Προκειμένου να χορηγηθεί άδεια εγκατάστασης κεραίας σταθμού κινητής τηλεφωνίας απαιτείται έγκριση περιβαλλοντικών όρων αρχικά κατ΄ άρθ. 3 και 4 ν. 1650/1986 και κατά την κυα 69269/5387/1990, εν συνεχεία δε κατά τον ν. 1650/1986, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3010/2002 και την κυσ 15393/2332/5.8.2002. Κατά τη διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, με σκοπό την προστασία του πληθυσμού και τη διαφύλαξη του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, εξετάζονται όλα τα ζητήματα, που ανακύπτουν από τις ιδιαιτερότητες της θέσεως, όπου πρόκειται να λειτουργήσει η κεραία, ιδίως οι αναμενόμενες επιπτώσεις της λειτουργίας της στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον και οι τρόποι αντιμετώπισής τους. Η έγκριση των απαραίτητων δομικών κατασκευών για την τοποθέτηση κεραίας χορηγείται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία και ισοδυναμεί με οικοδομική άδεια. Οι πολεοδομικού χαρακτήρα ρυθμίσεις της παρ. 5 άρθρου 24Α ν. 2075/1992 δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής χωρίς τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων του ανωτέρω άρθρου, διότι κατά τον σκοπό του νόμου, οι ρυθμίσεις αυτές δεν εντάσσονται στις πολεοδομικές διατάξεις του ΓΟΚ, που διέπουν εν γένει την ανέγερση κτισμάτων και κατασκευών, αλλ΄ από κοινού με τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 24Α ν. 2075/1992 συνθέτουν ειδική διαδικασία, προκειμένου να επιτραπεί η εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας, αποτελώντας το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας αυτής (Βλ. σχετ. ΣτΕ 848/2014).[28]

Περαιτέρω δε γίνεται δεκτό ότι η εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας υπάγεται στα έργα Β΄ κατηγορίας, για τα οποία θεσπίζεται υποχρέωση προηγουμένης εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία ισχύει παράλληλα με την υποχρέωση εφαρμογής μέτρων προφύλαξης του κοινού. Κατ΄ άρθ. 31 παρ. 9-10 ν. 3431/2006 δεν ορίζεται ελάχιστη επιτρεπτή απόσταση σταθμών κινητής τηλεφωνίας από χώρους ελευθέρως προσπελάσιμους από το κοινό ή από κτίρια ευπαθών ομάδων πληθυσμού, προβλέπεται δε στις περιπτώσεις αυτές τήρηση ορίων έκθεσης στην ακτινοβολία μειωμένων σε σχέση με τα γενικώς οριζόμενα. Το στοιχείο πάντως της απόστασης από τους εν λόγω χώρους και κτίρια συνεκτιμάται κατά την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τη λειτουργία του σταθμού και τη διερεύνηση των πρόσφορων τρόπων αντιμετώπισής τους στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (βλ. ΣτΕ 1056/2012).[29]

Σχετικά με τις επιπτώσεις από την εγκατάσταση κεραιών σε στοιχεία του πολιτιστικού και εν γένει ανθρωπολογικού περιβάλλοντος, έχει κριθεί ότι με τις διατάξεις των παρ. 5 περ. δ΄ και 8 του άρθρου 24α ν. 2075/1992 σκοπείται η διαφύλαξη των παραδοσιακών οικισμών και γενικότερα, των προστατευομένων κατά νόμον περιοχών, για τον σκοπό δε αυτόν θεσπίζεται ειδική διαδικασία, που συνίσταται σε σύμφωνη γνώμη της ΕΠΑΕ, προκειμένου να εγκριθούν δομικές κατασκευές για την εγκατάσταση κεραίας σταθμού τηλεπικοινωνίας σε κτήριο. Ειδικότερα σε υπόθεση που αφορούσε εγκατάσταση κεραίας σε κτήριο ευρισκόμενο εντός του παραδοσιακού οικισμού Αγίου Δημητρίου Πηλίου, έγινε δεκτό ότι το πδ της 11.6.1980 προβλέπει σχετική γνωμοδοτική αρμοδιότητα της ΕΠΑΕ για κάθε προσθήκη σε κτίρια ευρισκόμενα εντός των μνημονευομένων στο διάταγμα αυτό παραδοσιακών οικισμών, μεταξύ των οποίων και ο οικισμός Αγ. Δημητρίου Πηλίου (βλ. ΣτΕ 3873/2008).[30] Στο ίδιο πνεύμα, κατά την εκδίκαση υποθέσεως που αφορούσε εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας στο παραδοσιακό τμήμα της πόλης της Πρέβεζας, έγινε δεκτό ότι με τις διατάξεις των παρ. 5δ΄ και 8 του άρθρου 24α΄ ν. 2075/1992, σκοπείται η προστασία, μεταξύ άλλων, των παραδοσιακών οικισμών, στους οποίους περιλαμβάνεται και τμήμα της πόλης της Πρέβεζας, σε περίπτωση που επιχειρείται εγκατάσταση κεραίας σταθμού τηλεπικοινωνίας σε κτήριο εντός των ορίων τους. Η εν λόγω εγκατάσταση προϋποθέτει έγκριση των περί ων πρόκειται δομικών κατασκευών, η δε παρεχομένη προστασία συνίσταται στην έκφραση σύμφωνης γνώμης της ΕΠΑΕ ως προς τις κατασκευές αυτές (βλ. ΣτΕ 1439/2006).[31]

Συναφώς έκρινε και η ΣτΕ 933/2003,[32] δυνάμει της οποίας απερρίφθη μετεγκατάσταση κεραίας σταθμού ασύρματης τηλεπικοινωνίας ευρισκομένου στην κορυφή όρους της νήσου Θήρας πλησίον και εντός του περιβόλου της Ιεράς Μονής Προφ. Ηλία. Η επίμαχη κεραία θεωρήθηκε ότι προκαλεί διατάραξη της περιβαλλοντικής εικόνας της περιοχής, η οποία αποτελεί ζώνη προστασίας του ιστορικού διατηρητέου μνημείου της Μονής και έχει ενταχθεί στον εθνικό κατάλογο Natura 2000 λόγω της περιβαλλοντικής σημασίας της.

α. Η Ιερά Μονή Προφ. Ηλία Σαντορίνης μέσα σε ένα δάσος κεραιών !
β. Γιγαντιαίος πυλώνας της ΕΡΤ σε άμεση επαφή με το καμπαναριό της Μονής..
[πηγή: thesvitis.blogspot.com/p/blog-page_3774 ]

IV. Αντί Επιλόγου..

Η φύση ανέκαθεν υπήρξε πηγή ζωής, χαράς, δημιουργίας και πλουτισμού για τον άνθρωπο. Στην Ελλάδα η φύση ταυτίστηκε με τη μοίρα του λαού, έγινε πρόθυμη συνοδοιπόρος στους αγώνες του, καταφυγή, έμπνευση, παρηγοριά του.. Όπου κι αν κοιτάξει κανείς, τοπία σκληρά κι ιλιγγιώδη ή πάλι μυστηριακά και τρυφερά, αθόρυβα και ταπεινά, γεννούν τα ίδια τις αξίες και την ομορφιά που στο διάβα των αιώνων συνταίριασε μοναδικά και διέσωσε κείνο που αποκαλούμε «ελληνική ψυχή».

Το τοπίο στην Ελλάδα, είτε το βρίσκεις στις με κόπο λαξεμένες αμασιές στην πλαγιά ενός νησιού που επικρέμεται στο πέλαγος, είτε στις γρανιτένιες ράχες πάνω στ΄ αδιάβατα κι αιώνια βουνά, στέκει αδύνατο να το προσπεράσεις χωρίς ν΄ αφήσεις κάτι απ΄ την καρδιά σου επάνω του.. ένα κομμάτι της ολάκερο που θα το ξαναπάρεις πίσω διδαγμένο αλήθειες κι ομορφιά!

Το να μιλάμε στην Ελλάδα σήμερα για «οπτική ρύπανση», οποιαδήποτε μορφή κι αν ήθελε αυτή λάβει, σηματοδοτεί ένα καίριο πλήγμα σε αυτή την αδιάκοπη σχέση, μια ρήξη που όμοιά της δεν έχει ιστορικά ξανασυντελεσθεί. Αν η θέα ενός τοπίου αποτελεί το αναγκαίο οπτικό ερέθισμα, διά του οποίου η φύση γίνεται αντιληπτή, «αποκαλύπτεται» στον αισθητό κόσμο του ανθρώπου, αν κάθε τοπίο από μόνο του συνιστά το αποτύπωμα της φύσης στην ψυχή μας, τότε αναμφίβολα βρισκόμαστε μπροστά στην τρομακτική διαπίστωση ότι η οπτική ρύπανση του περιβάλλοντος δεν είναι παρά η κατάλυση ετούτου του δεσμού και η επισφράγιση της απώλειας της «οδού» που αδιάκοπα πορευτήκαμε για να βιώσουμε τη φύση, ν΄ αντλήσουμε από τις ομορφιές της, να υπάρξουμε με αυτήν με σοφή ισορροπία, να γίνουμε καλύτεροι εμπνεόμενοι από το κάλλος και τους νόμους της.

Η ανθρώπινη θέληση είναι αδάμαστη, ανεξάντλητη και εφευρετική μες στην αγάπη για ζωή και δημιουργία, που έμφυτα μας οδηγεί. Σε τούτο ας προστρέξουμε με την ελπίδα να δούμε τον σύγχρονο άνθρωπο ν΄ αντλεί ξανά ευχαρίστηση και δύναμη από την επαφή του με τα τοπία του -φυσικά και αστικά. Να ξαναβρεί τη χαμένη του οδό, να ξαναδέσει δεσμούς ειρηνικούς κι αιώνιους με τη φύση που έχασε.

Η ισοπεδωτική απεμπόληση κάθε αγαθού στην αχαλίνωτη κερδοσκοπική άποψη για τη ζωή που επικρατεί στις μέρες μας, ας μη σταθεί εμπόδιο στο δικαίωμα και στον αγώνα του ανθρώπου για μια ζωή εδραιωμένη στην ανάγκη του για δημιουργία και βίωση της ομορφιάς στην καθημερινότητά του, στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του, στο περιβάλλον του, στον λειτουργικό του ρόλο στην κοινωνία, στις πολιτικές και στις αποφάσεις του.

Η αισθητική απαξίωση του τοπίου σηματοδοτεί το εσωτερικό κενό του σύγχρονου ανθρώπου, την εσωτερική του σύγχυση που τον ωθεί να ενεργεί αυτοκαταστροφικά. Ωστόσο, με θέληση και αποφασιστικότητα, αφύπνιση και σεβασμό στη φύση, πολιτικές ορθής διαχείρισης, ενημέρωση και ευαισθητοποίηση, μπορούμε ν΄ αποτρέψουμε περαιτέρω προσβολές του ήδη επιβαρυμένου φυσικού περιβάλλοντος και του υποβαθμισμένου αστικού μας χώρου. Μα πάνω απ΄ όλα, ήδη από τη σχολική ηλικία, να εργασθούμε για να έχουμε πολίτες ενεργούς και περιβαλλοντικά υπεύθυνους με γνώση, ευαισθησία και αφοσίωση σε ωραίους σκοπούς. Μπορούμε έτσι να ελπίζουμε πως θα ΄ρθει η ευτυχισμένη στιγμή που ο όρος «οπτική ρύπανση» θ΄ ανήκει σε εποχές για πάντα ξεχασμένες και αλλοτινές.

Φεύγω με μια ματιά
Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Ήλιος ο πρώτος


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

* Η παρούσα εργασία εκπονήθηκε στο πλαίσιο του μαθήματος «Περιβαλλοντική Πολιτική» του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών 2015-2016 «Αειφορική Διαχείριση Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων» (Κατεύθυνση Β΄ «Περιβαλλοντική Πολιτική και Ολοκληρωμένη Ανάπτυξη της Υπαίθρου») του Τμήματος Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (διδάσκων: Αναπλ. Καθηγητής κ. Στ. Ταμπάκης, Ορεστιάδα Ν. Έβρου, Ιανουάριος 2016). 

[1] Σύμφωνα άλλωστε με τον Arnold Berleant: «Η αισθητική, με την έννοια της θεωρίας περί των τεχνών, θα λέγαμε ότι μάλλον έχει ελάχιστη σχέση με τη μελέτη του περιβάλλοντος. Πράγματι, από μία επιφανειακή σκοπιά, δεν φαίνεται να υπάρχει η παραμικρή σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο τομείς. Η πρώτη, η αισθητική, είναι μια επιστήμη για έναν περιορισμένο κύκλο ειδικών, η οποία διερευνά την μορφή και το νόημα των τεχνών από φιλοσοφική σκοπιά. Και οι τέχνες, οτιδήποτε άλλο και αν αποτελούν, για τους περισσότερους ανθρώπους συνιστούν την επιτομή της κατασκευαστικής δεξιοτεχνίας, αφού ασχολούνται με την επεξεργασία υλικών όπως η πέτρα, το ξύλο, το μέταλλο, το χρώμα, ο ήχος και οι λέξεις – επεξεργασία η οποία μεταβάλλει ριζικά την συνήθη μορφή των υλικών. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι πόρρω απέχει από το περιβάλλον, αφού το περιβάλλον στην πιο καθαρή μορφή του υποδηλώνει τον φυσικό κόσμο, ενώ οι τέχνες αντιπροσωπεύουν το αποκορύφωμα του τεχνητού», Βλ. Berleant Arnold, «Η αισθητική του περιβάλλοντος» (επιστ. επιμ.: Γ. Αποστολοπούλου, μτφρ.: Μ. Αντωνοπούλου, Ν. Γκόγκας), εκδ. Ιδρύματος Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, Αθήνα 2004. 

[2] Βλ. Μαριά Αίθρα, «Η νομική προστασία του τοπίου στο διεθνές, κοινοτικό και εθνικό Δίκαιο», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2009, σ. 88 επ. 

[3] Οδυσσέας Ελύτης, «Ήλιος ο πρώτος», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1943. 

[4] Όπως ειδικότερα αναφέρει ο Αντ. Καπετάνιος: «Τοπίο είναι η αίσθηση του τόπου, το μερικόν από τον όλον, που ξεχωρίζει. Η φύση, όπως και τα ανθρώπινα έργα, δημιουργούν έννοιες, σύμβολα, αξίες και σημασίες, που μετατρέπουν τους χώρους σε τοπία. Με την αντίληψη του τοπίου κάθε φορά γίνεται δυνατή η πρόσληψη του τόπου από τον θεωρό άνθρωπο, από τον συμμέτοχο άνθρωπο. Η έννοια του τοπίου έχει σχέση με το πώς αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος τον τόπο, με τι τον συναρτά και με τι τον συνδυάζει. Με τις αισθήσεις, τις μνήμες, τις εντυπώσεις που προκαλούν συναισθήματα, προσδίδεται ιδιαιτερότητα κι αναγνωρισιμότητα στο χώρο, ο οποίος έτσι μετατρέπεται σε τοπίο». Βλ. Αντωνίου Β. Καπετάνιου, «Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σ΄ αυτή τη χώρα… Το θάμα που λέγεται ελληνικό τοπίο!», εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 2009, σ. 15, 47. 

[5] Βλ. Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, «Το διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο προστασίας των δασών και οι δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα», σειρά: Ομάδα Νέων ΙΜΔΑ, επιμ. Αιμ. Ιωαννίδου, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2010. 

[6] Λιάσκα Αιμιλία, «Το νομικό καθεστώς προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Μεσογείου – Μία πολυεθνική περιφερειακή συνεργασία», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2003, σ. 483 επ. 

[7] Βλ. απόφαση υπ΄ αριθ. 464/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2013, σ. 696. Βλ. σχετ. και Συνήγορος του Πολίτη, «Πόρισμα αναφοράς 3340/2008 με θέμα: Περιβαλλοντικά ζητήματα από τη βύθιση του Κ/Ζ Sea Diamond στον όρμο καλντέρας Θήρας (Σαντορίνη)» με παρατηρήσεις Χαρ. Αθανασοπούλου, σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2011, σ. 733, Κωνσταντινίδης Νικ., «Προϋποθέσεις εφαρμογής ν. 2881/2001 για την απομάκρυνση επικίνδυνων πλοίων και ναυαγίων από λιμενικές περιοχές (παρατηρήσεις στην ΕφΠειρ 250/2011», σε: περιοδικό «Πειραϊκή Νομολογία» (ΠειρΝ) 2012, σ. 56, ο ίδιος, «Η ευθύνη ανέλκυσης ναυαγίου κατά το ελληνικό και διεθνές δίκαιο», σε: Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά «Περιβαλλοντική ευθύνη – Θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής», Πρακτικά Συνεδρίου, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2010, σ. 125 επ., Γρηγορίου Ε., Βεντίκος Νικ., Κακαλής Νικ., «Η διαχείριση αποβλήτων που προκύπτουν από τις επιχειρήσεις καταπολέμησης πετρελαιοκηλίδων», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2009, σ. 52, Αθανασοπούλου Βικτ., «Η έννοια της ζημίας από ρύπανση σύμφωνα με τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις περί αστικής ευθύνης από πετρελαϊκή ρύπανση», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2005, σ. 62, Καλλία – Αντωνίου Αγγ., «Η ευρωπαϊκή πολιτική για τη διαχείριση και προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2007, σ. 32, Νούσια Κ., «Περιβαλλοντική ευθύνη από θαλάσσιες και δη πετρελαϊκές δραστηριότητες», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2011, σ. 74, Παυλάκη Σοφία, «Ανέλκυση ναυαγίου – Περιβαλλοντική προστασία του Κόλπου της Καλντέρας Σαντορίνης κατά το ιδιωτικό δίκαιο (με αφορμή την απόφαση ΠΠρΠειρ 464/2014 – Τμ. Ναυτικών Διαφορών)», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2014, σ. 218 επ. 

[8] Βλ. ΜΠρΒόλου 2786/2008, σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2008 σ. 458 και σχετ. παρατηρήσεις Ν. Μόσχου. 

[9] Βλ. ΣτΕ 646/2015 (Τμ. Ε΄) σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2015 σ. 147επ. με Παρατηρήσεις Αγγ. Χαροκόπου. Βλ. σχετ. και Α. Παπακωνσταντίνου, «Δόμηση στον Αιγιαλό; Προστασία Αιγιαλού και Περιβαλλοντικό Σύνταγμα», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2015 σ. 9επ. 

[10] Βλ. Μπρόφα Γ., «Το Τοπίο και οι Μεταλλευτικές εκμεταλλεύσεις», εκδ. Ινστιτούτου Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων και ΤΔΠ, Αθήνα 1991. 

[11] Βλ. Τζεφέρη Π., «Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εξόρυξης» (13 Οκτ. 2015), σε: oryktosploutos.net/2015/10/blog-post_13.html#.Vp9Mv08pr5c 

[12] Κατά τον Π. Τζεφέρη, τούτο συνέβη στην περίπτωση του εγκαταλελειμμένου σήμερα μεταλλείου μολύβδου (Pb) και ψευδαργύρου (Zn) κοντά στο χωριό Κίρκη Ν. Έβρου. Αν και το μεταλλείο εγκαταλείφθηκε οριστικά το 1995, ολόκληρη η περιοχή γύρω από το εργοστάσιο εμπλουτισμού είναι γεμάτη απόβλητα κατεργασίας, κυρίως δε μόλυβδο, που περιλαμβάνεται στον κατάλογο των κυριοτέρων ρύπων της Οδηγίας 2006/118/ΕΚ. Η έκπλυσή τους έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία όξινης απορροής, που προκαλεί σοβαρή ρύπανση του εδάφους και οδηγεί τον μόλυβδο σε παραπλήσιο ρέμα, το οποίο καταλήγει στον ποταμό Ειρήνη και ενδεχομένως στα υπόγεια ύδατα της περιοχής. Σημειωτέον ότι τα νερά του ποταμού Ειρήνη, σε απόσταση 22 χλμ. χρησιμοποιούνται για άρδευση και απολήγουν στην Αλεξανδρούπολη. 

[13] Βλ. σχετ. ΣτΕ 987/2009 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2010 σ. 116. 

[14] Βλ. Καρούσο Σωτ., Μαρκάκη Π., Φραντζέσκα Σ., «Επανασχεδιασμός εκμετάλλευσης λατομείου αδρανών υλικών στη θέση “Μεγάλο Βουνό” του δήμου Αυλίδας» (διπλ. εργασία, επιβλέπουσα: Μ. Μενεγάκη), ΕΜΠ, Αθήνα 2010, σε: dspace.lib.ntua.gr/handle/123456789/3286 

[15] Βλ. σχετ. ΣτΕ Ολ 528/2015 (ΑΣΠΗΕ Κρήτης), σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2015 σ. 78. Βλ. σχετ. και Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Β΄ 2464/3.12.2008). Βλ. και «Το βρώμικο μυστικό της «καθαρής» αιολικής ενέργειας!», σε: konstantinosdavanelos.blogspot.gr/2011/10/blog-post_158.html 

[16] Βλ. σχετ. ΣτΕ 1428/2015 (ΑΣΠΗΕ Καφηρέα), σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2015 σ. 514. 

[17] Βλ. ΣτΕ Ολ 123/2007 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2007 σ. 118, σε: περιοδικό «Νομικό Βήμα» (ΝοΒ) 2007 σ. 2187, σε: περιοδικό «Αρμενόπουλος» (Αρμ) 2007 σ. 768, ΣτΕ 3720/2005 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2005 σ. 656, ΣτΕ 384/2002 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2002 σ. 332. Εξ άλλου κατά την απόφαση ΣτΕ 593/2002 [σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2002 σ. 323]: «Οι τροποποιήσεις ρυμοτομικών σχεδίων πρέπει να αποβλέπουν στην αρτιότερη πολεοδομική διαρρύθμιση της πόλης και στη βελτίωση των όρων διαβίωσης, στην οποία κατ΄ αρχήν συμβάλλει, σε σημαντικό βαθμό, η δημιουργία και επαύξηση κοινοχρήστων χώρων». 

[18] Βλ. ΣτΕ 909/2007 (Τμ. A΄) σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2007 σ. 123 και σχετ. Παρατηρήσεις Σ. Χριστοφορίδη, Ι. Μπιζιούρα, σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2007 σ. 263. Βλ. σχετ. και «Καταδίκη πρώην δημάρχου για τροχαίο δυστύχημα σε παράνομη πινακίδα», Εφημερίδα «Καθημερινή», 21 Ιαν. 2016 (σε: kathimerini.gr/846477/article/epikairothta/ellada/katadikh-prwhn-dhmarxoy-gia-troxaio-dystyxhma-se-paranomh-pinakida). Μεταξύ άλλων αναφέρονται στο δημοσίευμα τα εξής: «… Οι περισσότεροι ρωτούν, αν αισθανόμαστε δικαιωμένοι. Δεν μπορείς να είσαι δικαιωμένος, όταν έχεις χάσει τον άνθρωπό σου. Απλά κάναμε το χρέος μας». Η ομιλούσα έχασε το 2009 τον αδερφό της σε τροχαίο, στη Λεωφόρο Κηφισίας. Το αυτοκίνητό του συγκρούστηκε με ένα άλλο όχημα και κατέληξε σε διαφημιστική πινακίδα που βρισκόταν παράνομα τοποθετημένη στη νησίδα ασφαλείας, γεγονός που όπως αποδείχθηκε του κόστισε τη ζωή. Μετά το δυστύχημα, η οικογένεια του θύματος αναζήτησε δικαιοσύνη, στρεφόμενη κατά του δήμου (που μέσω δημοτικής εταιρείας ενοικίασε το σημείο σε διαφημιστική εταιρεία) και της εταιρείας, που έστησε τη γιγάντια πινακίδα. Έξι χρόνια μετά το θανατηφόρο τροχαίο, ο πρώην δήμαρχος Χαλανδρίου και ο εκπρόσωπος της διαφημιστικής εταιρείας καταδικάστηκαν πρωτοδίκως για ανθρωποκτονία από αμέλεια. «Μέχρι σήμερα έχουν σκοτωθεί 22 άτομα από τέτοιες διαφημιστικές πινακίδες», λέει η αδερφή του θύματος. «Η συγκεκριμένη παρέμεινε εκεί για πολλά χρόνια. Ο δήμος είχε αγνοήσει τους πάντες: το υπουργείο Εσωτερικών, τις εντολές του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, τη μήνυση που υπέβαλε η Tροχαία Κηφισιάς, τους γονείς των θυμάτων που προειδοποιούσαν για τις διαφημιστικές πινακίδες. Κι αυτό γιατί τα έσοδα από τις παράνομες πινακίδες ήταν πολλά». 

[19] Βλ. ΣτΕ 100/2015 (Τμ. Ε΄) και ΣτΕ 2137/2014 (Τμ. Ε΄) σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2015 σ. 526 και τ. 4/2014 σ. 655, αντίστοιχα. Βλ., μεταξύ άλλων, και ΣτΕ 2338/2009 (Τμ. Ε΄), σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2009 σ. 726, δυνάμει της οποίας κρίθηκε ότι: «Τα μνημεία ως μαρτυρίες του ανθρωπίνου βίου συγκροτούν αναγκαίο παράγοντα για τη διαμόρφωση και διατήρηση της ιστορικής μνήμης και των συλλογικών ταυτοτήτων και για τη διασφάλιση, χάριν και των επερχόμενων γενεών, της ιστορικής συνέχειας και παράδοσης, ενώ συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής και συνιστούν ουσιώδες στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς, η προστασία της οποίας αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας και ευθύνη και δικαίωμα του καθενός … Δεν είναι επιτρεπτή καταστροφή στοιχείων, τα οποία είναι ιδιαιτέρως σημαντικά για τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς καθώς και επεμβάσεις, οι οποίες συνεπάγονται μεταβολή του πολεοδομικού ιστού αρχιτεκτονικού συνόλου ή άρση της φυσιογνωμίας ή διάρρηξη της ομοιογένειας ορισμένου τόπου». Βλ. και ΣτΕ ΕΑ 301/2007 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2007 σ. 256, κατά την οποία, στο πλαίσιο εκδικάσεως αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, με την οποία εγκρίθηκε η αρχιτεκτονική μελέτη και εκτέλεση του έργου: «Ανακατασκευή των δύο ανθοπωλείων στην Πλατεία Αγίας Ειρήνης, επί της οδού Αιόλου», κρίθηκε ότι: «Δεν συντρέχει νόμιμος λόγος αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης έγκρισης αρχιτεκτονικής μελέτης έργου ανακατασκευής ανθοπωλείων στην Πλατεία Αγίας Ειρήνης στην οδό Αιόλου στην Αθήνα, αφού το εν λόγω έργο αντικαθιστά προϋπάρχουσες επιχειρήσεις στον ίδιο χώρο και συνίσταται σε αναστρέψιμες ελαφρές κατασκευές, που επιτρέπουν τη διαμπερή θέαση της πλατείας στους διερχόμενους πεζούς και εντάσσονται χωρίς ιδιαίτερες μορφολογικές εντάσεις στον υφιστάμενο χώρο που περιβάλλει τον ναό της Αγίας Ειρήνης, ο οποίος έχει κηρυχθεί ως ιστορικό και καλλιτεχνικό οικοδόμημα και πολιτιστικό μνημείο που χρήζει ιδιαίτερης κρατικής προστασίας». Βλ. επίσης και ΣτΕ ΕΑ 507/2004, σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2004 σ. 523, σχετικά με την προστασία της Αρχαίας Αγοράς από εμπορική δραστηριότητα, κατά την οποία: «Από την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος κατά μήκος της περιφράξεως του αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Αγοράς επέρχεται βλάβη στον ομώνυμο παρακείμενο αρχαιολογικό χώρο. Η εκτίμηση αυτή είναι δεσμευτική για το αρμόδιο διοικητικό όργανο, που εκδίδει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος. Δεν χορηγείται αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλόμενων πράξεων για λόγους προστασίας και ανάδειξης του άνω αρχαιολογικού χώρου». Σχετικά με την προστασία του μνημείου των Μακρών Τειχών – Αστικών Πυλών Πειραιώς, βλ. ΣτΕ 565/2005, σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2004 σ. 523, με την οποία κρίθηκε ότι: «Άδεια του Υπουργού Πολιτισμού για τη λειτουργία επιχείρησης εντός αρχαιολογικού χώρου δύναται να παρασχεθεί μόνο για την προστασία των αρχαίων μνημείων και με την προϋπόθεση ότι έχει διασφαλισθεί η μη επέλευση δυσμενούς επίδρασης σε αυτά. Η επιβολή περιορισμών στην άσκηση δραστηριοτήτων επί ακινήτων εντός αρχαιολογικού χώρου έχει περιεχόμενο ευρύτερο από τους γενικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας του άρθρου 17 του Συντάγματος και ως εκ τούτου δεν προϋποθέτει την καταβολή αποζημίωσης. Απαγόρευση λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος που λειτουργούσε σε επαφή με ορατό τμήμα τείχους των Αστικών Πυλών των κλασικών χρόνων της πόλης του Πειραιά χωρίς προηγούμενη έγκριση της αρχαιολογικής υπηρεσίας». Κατά την Αθανασούλη – Ρογκάκου Αθ.: «Το πολιτιστικό περιβάλλον της χώρας μας, το οποίο αποτελεί έναν εξ ίσου με το φυσικό περιβάλλον σημαντικό και ευαίσθητο πόρο, έχει ανάγκη διατήρησης και ανάδειξης καθώς η ποιότητα τόσο του πολιτιστικού όσο και του φυσικού περιβάλλοντος και η ευκολία πρόσβασης σε αυτά αποτελούν σήμερα αναπόσπαστο στοιχείο της ποιότητας ζωής των κατοίκων, αλλά και κριτήριο προσέλκυσης νέων οικονομικών δραστηριοτήτων». 

[20] Με το άρθρο 1 του πδ της 21.9-13.10.1979 (Δ΄ 567) τμήμα της πόλεως των Αθηνών (Ιστορικό κέντρο) χαρακτηρίσθηκε ως παραδοσιακό κατ΄ επίκληση του άρθρου 79 παρ. 6 ΓΟΚ/1973.

[21] Κατ΄ άρθρο 8 §§ 2-3 ν. 4315/2014 (Α΄ 269/24.12.2014): «2. Όπου στο άρθρο 2 του ν. 2833/2000 αναφέρεται η Εταιρία Ενοποίησης Αρχαιολογικών χώρων εφ΄ εξής νοείται ο οικείος ΟΤΑ. 3. Οι αρμοδιότητες της ΕΠΑΕ κατά το άρθρο 2 του ν. 2833/2000 εφ΄ εξής ασκούνται από το αρμόδιο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής». Το άρθρο 2 του ν. 2833/2000 τροποποιήθηκε, αφ΄ ης ίσχυσε, με τις εξής διατάξεις: άρθρο 83 §§ 1-6 ν. 3057/2002 (Α΄ 239/10.10.2002), άρθρο 8 § 4 ν. 4315/2014 (Α΄ 269/24.12.2014), 2 § 17 ν. 3254/2004 (Α΄ 137/22.7.2004). Όπως έγινε δεκτό με τις αποφάσεις ΣτΕ 4552/2009, 4614-5 και 4622/2011, οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2833/2000 είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα. Βλ. σχετ. και τα ακόλουθα νομοθετήματα: υα 24946 (Β΄ 606/3.10.1967) περί χαρακτηρισμού Ιστορικών, Διατηρητέων Τόπων, για την περιοχή των Αθηνών: «1) Η περιοχή ανατολικώς και βορείως του βράχου της Ακροπόλεως ως ορίζεται διά των οδών Βύρωνος, Αδριανού, Αιόλου, Πανδρόσου, Άρεως, Αδριανού, μέχρι εκβολής της έναντι του σταθμού ΕΗΣ του Θησείου 2) Λόφος Νυμφών: Και τα οικοδομικά τετράγωνα ανατολικώς τούτου τα οριζόμενα δια των οδών Ακάμαντος, Αποστόλου Παύλου και Δημητρίου Αιγινήτου» έχουν περιληφθεί στις χαρακτηρισμένες περιοχές «ως ιστορικά διατηρητέα και τόποι παρουσιάζοντες ιδιαίτερον φυσικόν κάλλος ή ενδιαφέροντες από απόψεως αρχιτεκτονικής ή ιστορικής …», πδ 180/1979 (Α΄ 46) «Περί των όρων λειτουργίας καταστημάτων πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών και κέντρων διασκεδάσεως», όπως ισχύει, άρθρο 3 § 1 ν. 1080/1980 (Α΄ 246) «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών της περί των προσόδων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως Νομοθεσίας και άλλων τινών συναφών διατάξεων», υα Φ01/12970/503/25.2.1983 (Β΄ 387/5.7.1983) σχετικά με τη συμπλήρωση και ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων γύρω από την Ακρόπολη, πδ της 14.12.1988 (Δ΄ 60/3.2.1989) «Καθορισμός χρήσεων γης στην περιοχή του Θησείου του ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών», άρθρο 11 § 1 κεφ. Α΄ ν. 2307/1995 σχετικά µε τα καταστήµατα υγειονοµικού ενδιαφέροντος, άρθρο 3 παρ. 1 Αστυνομικής Διάταξης 3/1996 (1023/2/37-ια/1996) (Β΄ 109) «Μέτρα για την τήρηση της κοινής ησυχίας», άρθρο 8 § 8 υα Α1β/1983/Β-526 Υγειονοµικός Έλεγχος – Όροι ίδρυσης καταστηµάτων, επιχειρήσεων, εργαστηρίων, άρθρο 7 § 9γ΄ ν. 2557/1997 (Α΄ 271/24.12.1997) «Θεσμοί, μέτρα και δράσεις πολιτιστικής ανάπτυξης» (άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος εντός Αρχαιολογικών χώρων και μουσείων), πδ 23/7.9.2002 (Α΄ 19/7.2.2002) αρμοδιότητες σύστημα πρόσληψης προσόντα καθήκοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, άρθρο 10 § 3 ν. 3028/2002 (Α΄ 153/28.6.2002) «Περί προστασίας των Αρχαιοτήτων και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς», υα ΥΠΠΟ/ΓΔΑ/ΑΡΧ/Α1/Φ 03/32094/2152/ 6.6.2003 (Καθορισμός χώρων τραπεζοκαθισμάτων), άρθρο 8 παρ. 1α πδ 191/2003 (Α΄ 146/13.6.2003): Οργανισμός ΥΠΠΟ, υα ΥΠΠΟ/ΔΟΕΠΥ/ΤΟΠ ΥΝΣ/15/3696/2004 (Β΄ 180/30.1.2004) Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων Υπ. Πολιτισμού σε Περιφερειακές Υπηρεσίες, 80 §§ 2 και 6 ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήµων και Κοινοτήτων), άρθρο 35 § 12 ν. 3274/2004 (Α΄ 195/19.10.2004) Οργάνωση και λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, κυα 10551 (Β΄ 246/ 26.2.2007): «Απλούστευση διαδικασίας έκδοσης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Καταστήματος Υγειονομικού Ενδιαφέροντος καθώς και Καταστήματος Υγειονομικού Ενδιαφέροντος εντός θαλασσοπλοούντων πλοίων», άρθρο 4 υδ Υ1γ/ΓΠ/οικ. 96967/8.10.2012 (Β΄ 2718) Άδεια ίδρυσης και λειτουργίας επιχειρήσεων τροφίμων και ποτών, υδ Υ1γ/ΓΠ/οικ. 96967/8.10.2012 (Β΄ 2718), άρθρο 81 ν. 4172/2013 (Α΄ 167/23.7.2013) (Δημοτική Αστυνομία). Βλ. σχετ. και ΣτΕ 1943/2014 σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2014 σ. 691, με την οποία ορίσθηκε μεταξύ άλλων, ότι: «Με το άρθρο 1 του από 21.9-13.10.1979 πδ/τος (Δ΄ 567) χαρακτηρίσθηκε ως παραδοσιακό, κατ΄ επίκληση του άρθρου 79 παρ. 6 ΓΟΚ/1973, τμήμα της πόλεως των Αθηνών (Ιστορικό Κέντρο), στο οποίο περιλαμβάνεται και η περιοχή της Πλάκας, όπως το τμήμα αυτό αποτυπώνεται σε σχετικό διάγραμμα, που συνδημοσιεύθηκε με το παραπάνω διάταγμα στην ΕτΚ. Επίσης, με το από 24.10-8.11.1980 πδ/γμα (Δ΄ 617) χαρακτηρίσθηκαν ως διατηρητέα διάφορα κτήρια στην περιοχή της Πλάκας. Ακολούθως, ως προς τις επιτρεπόμενες ειδικές χρήσεις στην περιοχή της Πλάκας εκδόθηκαν κατά σειρά τα ακόλουθα προεδρικά διατάγματα: α) το από 30.9.1982 πδ/γμα «Καθορισμός ειδικών χρήσεων γης στην περιοχή της Πλάκας του ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών» (Δ΄ 561), που τροποποιήθηκε με τα από 18.2.1984 (Δ΄ 178), 29.12.1984 (Δ΄ 4/1985) και 25.10.1984 (Δ΄ 24/1985) προεδρικά διατάγματα και β) το από 2.9.1986 πδ/γμα «Καθορισμός ειδικών χρήσεων γης στην περιοχή της Πλάκας του ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών» (Δ΄ 875), που κατήργησε το από 30.9.1982 πδ/γμα και τα τροποποιητικά αυτού πδ/γματα. Εξ άλλου, το από 2.9.1986 πδ/γμα τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τα από 30.3.1990 (Δ΄ 220) και 7.1.1991 (Δ΄ 20) διατάγματα. Τελικώς, με το από 5.10-7.10.1993 πδ/γμα «Καθορισμός ειδικών χρήσεων γης στην περιοχή της Πλάκας του ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών (Δ΄ 1329), το οποίο εκδόθηκε κατ΄ επίκληση του άρθρου 4 παρ. 1 ΓΟΚ/1985 και του προαναφερθέντος από 21.9-13.10.1979 πδ/τος, καθορίσθηκαν ειδικές χρήσεις γης στην περιοχή της Πλάκας και καταργήθηκαν τα προγενέστερα (ανωτ. υπό α΄ και β΄) προεδρικά διατάγματα καθορισμού ειδικών χρήσεων γης στην περιοχή της Πλάκας (βλ. άρθ. 9), το δε άρθ. 7 του διατάγματος αυτού συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως με το από 24.12.2002-16.1.2003 πδ/γμα (Δ΄ 11/2003). Με το από 5.10-7.10.1993 πδ/γμα καθορίζονται ειδικές χρήσεις γης στην περιοχή της Πλάκας και ορίζονται τα στοιχεία των ειδικών αυτών χρήσεων ανά κατηγορίες και ζώνες (άρθ. 1 έως 7), θεσπίζονται δε γενικές, αλλά και μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις, με τις οποίες επιβάλλονται πρόσθετοι όροι στις χρήσεις γης και προβλέπονται οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των οριζομένων στο διάταγμα περιορισμών (άρθρο 8)». Κατά τη ΣτΕ 1154/2007 (Τμ. Ε΄), σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2007 σ. 274: «Πράξεις εκδοθείσες κατ΄ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και 3 του ν. 2833/2000, οι οποίες αποτελούν ειδικές διατάξεις περί αυθαιρέτων αναφερόμενες στον χαρακτηρισμό κατασκευών και υπαίθριων διαφημιστικών πινακίδων ως αυθαιρέτων καθώς και στην εντεύθεν αφαίρεσή τους, προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του οικείου διοικητικού Εφετείου κατ΄ άρθρο 83 παρ. 6 του ν. 3057/2002». 

[22] Μαυρομάτη Ελευθερία, Σταματίου Ελένη, «Περιβαλλοντικά και πολεοδομικά ζητήματα στα ιστορικά κέντρα των ελληνικών πόλεων – Διοικητική παθογένεια, αδυναμίες, δυνατότητες και προοπτικές – Ανάλυση περιπτώσεων και συμβολή των αρχαιολογικών υπηρεσιών», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2015 σ. 14 επ. 

[23] Βλ. Σταματίου Ελένη, «Αστικός ιστός, χωρικός μετασχηματισμός και αμφίβολες εικαστικές παρεμβάσεις – Το παράδειγμα του ιστορικού κτιρίου του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου στην Αθήνα», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2015 σ. 209 επ. Βλ. και Γεωργιάδη Ευτ., «Μορφές περιβαλλοντικής υποβάθμισης, «αντικοινωνικότητες» και αίσθημα ανασφάλειας – Η περίπτωση της περιοχής της Ομόνοιας», σε: περιοδικό «Εγκληματολογία», τ. 2/2012 σ. 82. Βλ. και Γαλανού Μαρία, «Κοινωνικό υπόστρωμα (underclass) και αποκλίνουσα συμπεριφορά: σχέση αμφίδρομης διάδρασης ή αλληλοαποκλεισμού»; σε: περιοδικό «Εγκληματολογία», τ. 2/2009 σ. 109: «Τη δραματική κατάσταση στον εσωτερικό δακτύλιο του κέντρου του Λονδίνου καταδεικνύει και η Έκθεση της Αγγλικανικής Εκκλησίας του 1985, με τίτλο Πίστη στις Πόλεις: «Γκρίζοι τοίχοι, βρώμικοι δρόμοι, παράθυρα χωρίς παραθυρόφυλλα, γκράφιτι, χαλάσματα και σκουπίδια αποτελούν τα ίδια θλιβερά χαρακτηριστικά των περιοχών και των ενοριών που εξετάζουμε … οι κατοικίες στον εσωτερικό δακτύλιο είναι παλαιότερες από άλλες περιοχές. Γύρω στο ένα τέταρτο των σπιτιών της Αγγλίας έχουν χτιστεί πριν από το 1919, το ποσοστό όμως στον εσωτερικό δακτύλιο ποικίλλει από 40 έως 80%» (Church of England 1985, σελ. 18)». Βλ. σχετ. και Πλιάκο Κ., «Αθήνα, η πρωτεύουσα του γκράφιτι», 23 Δεκ. 2015, σε: httρ://www.cnn.gr/premium/gallery/1698/athina-i-proteyoysa-toy-gkrafiti Βλ. σχετ. και: Παπάζογλου Νίκη, «Γκράφιτι: Τέχνη του δρόμου ή βανδαλισμός»; 23 Σεπτ. 2014, σε: newsbeast.gr/greece/arthro/733228/grafiti-tehni-tou-dromou-i-vandalismos Αλεξανδράκου Δήμητρα, «Graffiti και δημόσιος χώρος: Τέχνη ή βανδαλισμός»; σε: περιοδικό «@UP» Απρ. 2015, upatras.gr/el/node/5190 

[24] Βλ.: ΜΠρΗρακλείου 3064/2008, σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2008 σ. 437. 

[25] Σχετικά με τη θεωρία της τριτενέργειας του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον (άρθρο 24 Συντ.) στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις, βλ. Καράκωστα Ιωάννη, «Περιβάλλον και Δίκαιο», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 261 επ., 292 επ., Αθήνα 2011. Βλ. ΠΠρΛαρίσης 100/2007, σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2007 σ. 587. Βλ. σχετ. και ΣτΕ Ολ 1264/2005 σε: περιοδικό «Δίκαιο Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας» (ΔιΜΕΕ) τ. 2/2005 σ. 276. 

[26] Βλ. ΣτΕ 2716/2014 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2014, σ. 492. 

[27] Βλ. ΣτΕ 717/2014 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2014 σ. 272. 

[28] Βλ. ΣτΕ 848/2014 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2014 σ. 60. 

[29] Βλ. ΣτΕ 1056/2012 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2012 σ. 328. 

[30] Βλ. ΣτΕ 3873/2008 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2009 σ. 122. 

[31] Βλ. ΣτΕ 1439/2006 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2006 σ. 435. 

[32] Βλ. ΣτΕ 933/2003 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2004 σ. 222. Βλ. σχετ. και «Απομάκρυνση κεραιών», σε: thesvitis.blogspot.com/p/blog-page_3774.html Αξιοσημείωτο εν προκειμένω το ιστορικό της εν λόγω υποθέσεως και το συνακόλουθο σκεπτικό της αποφάσεως, κατά την οποία: «Ο αιτών Οργανισμός (ΟΤΕ ΑΕ) έχει εγκαταστήσει, ήδη από τη δεκαετία του 1960, σε όμορο προς την παρεμβαίνουσα Ιερά Μονή ακίνητο, στην κορυφή του όρους Προφήτης Ηλίας νήσου Θήρας, σταθμό ασύρματης τηλεπικοινωνίας, με ιστό ύψους 50 μ., το ένα από τα τέσσερα σκέλη του οποίου εδράζεται σε χώρο της Μονής εμβαδού 45 τ.μ. Στην ανωτέρω τοποθεσία, εκτός από την κεραία του ΟΤΕ, είχαν εγκατασταθεί πλησίον ή και επί του κτίσματος της Μονής άλλες 14 κεραίες (ΕΡΤ, ραντάρ πεδίου βολής Κρήτης, ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, εταιριών κινητής τηλεφωνίας). Με την υπ΄ αριθ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ 27/ΚΗΡ/44997/1811/9.10.1998 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (Β΄ 1123), η ως άνω Μονή, που είχε ιδρυθεί το 1711, είχε εγκαταλειφθεί από τους εγκαταβιούντες μοναχούς το 1983 και επαναλειτούργησε το 1997, χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, με περιβάλλοντα χώρο προστασίας περιοχή με ακτίνα 500 μ. γύρω από αυτήν. Επί αιτημάτων της Μονής για την απομάκρυνση των κεραιών, εξεδόθη αρχικώς η υπ΄ αριθ. πρωτ. 60251/2780/3.8.1999 απόφαση του Υφυπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, με την οποία εξεδηλώθη άρνηση ικανοποιήσεώς των, αφού θεωρήθηκε ότι η τοποθεσία αποτελεί μία από τις πλέον σημαντικές θέσεις στην Ελλάδα για την εγκατάσταση τηλεπικοινωνιακών συστημάτων και ότι η σημασία της για την περιοχή του Νοτίου Αιγαίου θεωρείται κρίσιμη και ειδικώς για το δίκτυο του ΟΤΕ, αναντικατάστατη. Μεταγενεστέρως όμως εξεδόθησαν διαδοχικώς η υπ’ αριθ. πρωτ. 78192/6188/18.11.1999 απόφαση του αυτού Υφυπουργού, με την οποία απεφασίσθη η απομάκρυνση όλων των κεραιών από τον ανωτέρω χώρο και εκλήθη η ΝΑ Κυκλάδων και οι έχοντες εγκαταστήσει τις κεραίες να υποδείξουν εναλλακτικές τοποθεσίες για τη μετεγκατάστασή τους και η υπ΄ αριθ. πρωτ. οικ. 11330/732/16.2.2000 όμοια απόφαση, με την οποία, κατ΄ εκτίμηση του ότι υπάρχει «φοβερή διατάραξη της περιβαλλοντικής εικόνας γύρω από τη Μονή» λόγω της υπάρξεως πλήθους ιστών κεραιών και μάλιστα πολλών εξ αυτών εντός του περιγράμματος του κτιρίου της Μονής, τόπου προσκυνήματος δεκάδων χιλιάδων επισκεπτών, όπου φυλάσσονται θησαυροί της Ορθοδοξίας καθώς και του ότι υφίσταται κίνδυνος από την έκθεση επισκεπτών και μοναχών σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, γνωστοποιήθηκε στους έχοντες εγκαταστήσει τις κεραίες ότι οι εκχωρηθείσες από την υπηρεσία συχνότητες για τη λειτουργία των κεραιών παύουν ισχύουσες την 31.12.2000, με συνέπεια να καθίσταται παράνομη η λειτουργία των κεραιών μετά το χρονικό εκείνο σημείο. Κατά των τελευταίων αυτών πράξεων ο ΟΤΕ άσκησε αίτηση ακυρώσεως, η οποία απερρίφθη μεν με την υπ΄ αριθ. 3381/2001 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το σκέλος της δεύτερης πράξεως (και μόνης παραδεκτώς προσβαλλομένης, δεδομένου ότι η πρώτη κρίθηκε ενσωματωθείσα σε αυτή) που αφορούσε την κατ΄ αρχήν υποχρέωση μετεγκαταστάσεως της κεραίας του Οργανισμού αυτού, έγινε δε δεκτή ως προς το σκέλος που αφορούσε τον καθορισμό της 31.12.2000 ως συγκεκριμένου χρονικού σημείου απομακρύνσεως της κεραίας. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι η προσβαλλομένη πράξη ήταν νομίμως αιτιολογημένη κατ΄ αμφότερα τα σκέλη της ως προς την κατ΄ αρχήν υποχρέωση του ΟΤΕ για την απομάκρυνση της κεραίας, δηλαδή τόσο ως προς το σκέλος της περιβαλλοντικής διαταράξεως, όσο και ως προς το σκέλος του κινδύνου για την υγεία μοναχών και επισκεπτών. Έγινε επίσης δεκτό ότι, ανεξαρτήτως του ότι η απρόσκοπτη παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών εκ μέρους του ΟΤΕ δεν καθιστά κατά νόμον ανεκτή την υπέρβαση των ορίων ασφαλείας για την έκθεση του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία ούτε άγει, κατά νόμο, σε αναίρεση της προστασίας της Μονής, ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου, πάντως όπως συνομολογήθηκε και από τον ΟΤΕ, υφίσταται εναλλακτική λύση για την εξυπηρέτηση των τηλεπικοινωνιακών αναγκών που ως τότε εξασφάλιζε η επίμαχη κεραία. Περαιτέρω, ως προς το θέμα της προθεσμίας απομακρύνσεως, έγινε δεκτό ότι η Διοίκηση δεν αιτιολόγησε βάσει ποιων δεδομένων έκρινε ότι η ταχθείσα δεκάμηνη προθεσμία μετεγκαταστάσεως ήταν επαρκής, εν όψει και προβληθέντων κατά τον χρόνο εκείνο ισχυρισμών του ΟΤΕ ότι ο απαιτούμενος για τη λειτουργία νέου αντιστοίχου τηλεπικοινωνιακού συστήματος χρόνος ήταν 2 έτη. Κατ΄ ακολουθία της τελευταίας αυτής κρίσεως ακυρώθηκε η δεύτερη πράξη, μόνο κατά το μέρος που έταξε ως προθεσμία μετεγκαταστάσεως την 31.12.2000 και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να καθορίσει με αιτιολογημένη κρίση προθεσμία επαρκή για τον σκοπό αυτό. Μετά την εν μέρει αυτή ακυρωτική απόφαση επελήφθη εκ νέου της υποθέσεως η εν τω μεταξύ καταστάσα αρμόδια (άρθρο 3 παρ. 14 περ. κ΄ ν. 2867/2000, Α΄ 273 συνδ. με άρθρο 16 του αυτού νόμου και άρθρο 1 ν. 2801/2000, Α΄ 46) ΕΕΤΤ, η οποία με την προσβαλλομένη απόφασή της καθόρισε ως χρόνο μετεγκαταστάσεως του επίμαχου σταθμού, με την κεραία, τους 14 ημερολογιακούς μήνες από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως στον αιτούντα Οργανισμό, έταξε δηλαδή εν όψει του χρόνου κοινοποιήσεως της αποφάσεως αυτής, την 5.12.2003 ως απώτατο χρονικό σημείο ολοκληρώσεως της μετεγκαταστάσεως. Για τον καθορισμό του χρονικού αυτού σημείου, η ΕΕΤΤ έλαβε υπ΄ όψιν της όλους τους σχετικούς ισχυρισμούς του ΟΤΕ και τις εκτιμήσεις ειδικών επιστημόνων – εμπειρογνωμόνων της, έκρινε δε τον καθορισθέντα από αυτή χρόνο ως υπέρ το δέον επαρκή για τη μετεγκατάσταση. Ειδικότερα η ΕΕΤΤ, προσδιορίζοντας επακριβώς τον απαιτούμενο για κάθε επιμέρους στάδιο της διαδικασίας μετεγκαταστάσεως χρόνο, έκρινε ότι η μελέτη μετεγκαταστάσεως πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός τριμήνου, ότι για τη λήψη των αναγκαίων αδειών απαιτείται χρόνος ενός επί πλέον τριμήνου και ότι για τη μετά ταύτα ολοκλήρωση των εργασιών μετεγκαταστάσεως αρκεί χρονικό διάστημα 8 μηνών από τη λήψη των αδειών. Πριν από τον κατά τα ανωτέρω καθορισμό του απώτατου χρονικού ορίου ολοκληρώσεως της διαδικασίας μετεγκαταστάσεως, η ΕΕΤΤ επελήφθη της εξετάσεως ισχυρισμών του ΟΤΕ ότι το ζήτημα της μετεγκαταστάσεως έπρεπε να επανεξετασθεί εξ υπαρχής. Ο ΟΤΕ σχετικώς προέβαλε ότι μετά την έκδοση της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας μετεβλήθησαν τα πραγματικά δεδομένα της υποθέσεως, ότι δηλαδή μετά την αποξύλωση άλλων κεραιών από την περιοχή, διαφοροποιήθηκε η ένταση της περιβαλλοντικής βλάβης και οι κίνδυνοι στην υγεία προσώπων και ότι η επίδικη κεραία εξυπηρετούσε, πλην των αναγκών που είχε μέχρι τότε επικαλεσθεί ο Οργανισμός και άλλες επιτακτικές ανάγκες επικοινωνιών, οι οποίες καθιστούσαν τη μετεγκατάσταση ανέφικτη. Οι ισχυρισμοί αυτοί εξετάσθηκαν και απορρίφθηκαν από την ΕΕΤΤ με ειδική αιτιολογία. Η Επιτροπή έκρινε ειδικότερα, με την προσβαλλομένη πράξη, ότι δεν υφίσταται διαφοροποίηση της περιβαλλοντικής διαταράξεως, δεδομένου ότι η επίμαχη κεραία, λόγω των διαστάσεών της, προκαλεί, αυτή και μόνη, διατάραξη της περιβαλλοντικής εικόνας της περιοχής, η οποία είναι ζώνη προστασίας ιστορικού διατηρητέου μνημείου και έχει ενταχθεί στον εθνικό κατάλογο NATURA 2000 λόγω της περιβαλλοντικής σημασίας της. Έκρινε επίσης ότι ο οψίμως προταθείς ισχυρισμός για ύπαρξη και άλλων τηλεπικοινωνιακών αναγκών που θα παρέμεναν ακάλυπτες σε περίπτωση μεταφοράς της κεραίας δεν τεκμηριώθηκε με την υποβολή σχετικής μελέτης και πάντως η βασιμότητά του είναι επιστημονικά αμφισβητούμενη, ενώ ο ισχυρισμός περί μειώσεως των κινδύνων από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, για τον οποίο υποβλήθηκε αντίστοιχη μελέτη, παρέμεινε εν πάση περιπτώσει, αναπόδεικτος, δεδομένου ότι η σχετικώς αρμόδια ΕΕ Ατομικής Ενέργειας θεώρησε ως ελλιπή και δεν ενέκρινε την ως άνω μελέτη. Εν όψει των ανωτέρω, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση εξ υπαρχής επανεξετάσεως του ζητήματος της μετεγκαταστάσεως, δεδομένου ότι δεν υπήρξε ουσιώδης διαφοροποίηση των πραγματικών περιστατικών εν σχέσει προς εκείνα, επί τη βάσει των οποίων εξεδόθη η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας». 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ: 

– Αθανασοπούλου Βικτωρία, «Η έννοια της ζημίας από ρύπανση σύμφωνα με τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις περί αστικής ευθύνης από πετρελαϊκή ρύπανση», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2005, σ. 62, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη.

– Αθανασούλη – Ρογκάκου Αθηνά, «Πολιτικές προστασίας πολιτιστικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα – Μέσα και εργαλεία», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2000 σ. 399.

– Αλεξανδράκου Δήμητρα, «Graffiti και δημόσιος χώρος: Τέχνη ή βανδαλισμός»; σε: περιοδικό «@UP» Απρ. 2015, upatras.gr/el/node/5190

– Berleant Arnold, «Η αισθητική του περιβάλλοντος» (επιστ. επιμ.: Γ. Αποστολοπούλου, μτφρ.: Μ. Αντωνοπούλου, Ν. Γκόγκας), εκδ. Ίδρυμα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, Αθήνα 2004. 

– Βίττης Ν., Σγάγιας Κ., Συνήγορος του Πολίτη, Πόρισμα με θέμα: «Παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος στην κοινή χρήση των πεζοδρομίων», 12/2006, synigoros.gr/resources/docs/202615.pdf

– Βλαντού Αξ. «Ζητήματα άσκησης της πολιτικής χρήσεων γης στον αστικό χώρο μέσα από τη διαμόρφωση και εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας. Από το νδ της 17.7-16.8.1923 έως σήμερα», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/1997 σ. 33. 

– Γαλανού Μαρία, «Κοινωνικό υπόστρωμα (underclass) και αποκλίνουσα συμπεριφορά: σχέση αμφίδρομης διάδρασης ή αλληλοαποκλεισμού»; σε: περιοδικό «Εγκληματολογία», τ. 2/2009 σ. 109. 

– Γεωργιάδη Ευτυχία, «Μορφές περιβαλλοντικής υποβάθμισης, «αντικοινωνικότητες» και αίσθημα ανασφάλειας – Η περίπτωση της περιοχής της Ομόνοιας», σε: περιοδικό «Εγκληματολογία», τ. 2/2012 σ. 82. 

– Γιαννακούρου Γεωργία, «Ο καθορισμός χρήσεων γης και η αναθεώρηση του Συντάγματος», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2000,468. 

– Γιαννακούρου Γεωργία, «Το διοικητικό σύστημα του πολεοδομικού σχεδιασμού στην Ελλάδα: σκέψεις με αφορμή την ΣτΕ Ολ 3661/2005», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2006,214. 

– Γιαννακούρου Γεωργία, «Η ευρωπαϊκή διάσταση του Χωροταξικού Σχεδιασμού: από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη στη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη», σε: Νόμος και Φύση, Μάρτιος 2009. 

– Γρηγορίου Π., «Το νομικό σύστημα προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Μεσογείου κατά της ρύπανσης», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1992.

– Γρηγορίου Ε., Βεντίκος Νικ., Κακαλής Νικ., «Η διαχείριση αποβλήτων που προκύπτουν από τις επιχειρήσεις καταπολέμησης πετρελαιοκηλίδων», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2009, σ. 52. 

– Δηλανάς Αθ., «21ος αιώνας – Προβληματισμοί για τη ρύπανση του περιβάλλοντος, ενημέρωση – Μέτρα προστασίας», εκδ. Αθ. Σταμούλη, 1999.

– Ευσταθίου Γεωργία, «Οπτική ρύπανση», βλ. zougla.gr/perivallon/article/optiki-ripansi 

– Ευστρατίου Παύλος-Μιχ., «Πολεοδομικός σχεδιασμός, τοπική αυτοδιοίκηση, αναγκαστική απαλλοτρίωση και δικαστική προστασία», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2000 σ. 475. 

– Εργαστήριο Μεταλλευτικής Τεχνολογίας και Περιβαλλοντικής Μεταλλευτικής, Περιβάλλον ΙΙ, «Οπτική Ρύπανση».

– Ζαραφωνίτου Χριστίνα, «Υπάρχουν «ghettos» στο κέντρο της Αθήνας; Μια εγκληματολογική αναδόμηση των κοινωνικών αναπαραστάσεων των κατοίκων της περιοχής», σε: περιοδικό «Εγκληματολογία», τ. 2/2012 σ. 15.

– Hegel J., «Αισθητική» (μτφρ. Σ. Γιακουμής), εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2010. 

– Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, «Το διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο προστασίας των δασών και οι δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα», σειρά: Ομάδα Νέων ΙΜΔΑ, επιμ. Αιμ. Ιωαννίδου, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2010. 

– Καλλία – Αντωνίου Αγγελική, «Η ευρωπαϊκή πολιτική για τη διαχείριση και προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2007 σ. 32. 

– Καπετάνιος Αντώνιος, «Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σ΄ αυτή τη χώρα… Το θάμα που λέγεται ελληνικό τοπίο!», εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 2009. 

– Καράκωστας Ιωάννης, «Περιβάλλον και Δίκαιο», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011. 

– Καράκωστας Ιωάννης, «Απειλούμενη συνταγματική παραβίαση του περιβαλλοντικού κεκτημένου. Το άρθρο 24 του Συντάγματος, μη αναθεωρητέα διάταξη», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2000 σ. 464. 

– Καρούσος Σωτ., Μαρκάκη Π., Φραντζέσκα Σ., «Επανασχεδιασμός εκμετάλλευσης λατομείου αδρανών υλικών στη θέση “Μεγάλο Βουνό” του δήμου Αυλίδας» (διπλ. εργασία, επιβλέπουσα: Μ. Μενεγάκη), ΕΜΠ, Αθήνα 2010, σε: dspace.lib.ntua.gr/handle/123456789/3286

– Κιουσοπούλου Λούση, «Η ένταξη των αρχαιολογικών χώρων και των μνημείων στη σύγχρονη ζωή», σε: περιοδικό «Θεωρία & Πράξη Διοικητικού Δικαίου» (ΘΠΔΔ), τ. 1/2011 σ. 15.

– Κόκκοτος Αθ., «Αστική Ρύπανση και Πολιτικές Ορθής Διαχείρισής της», Μέρος Β΄, 2012, σε: oikopress.gr/index.php/2012-09-24-13-17-12/23-2012-10-05-14-41-38

– Κοντιάδης Ξενοφών, «Το κοινωνικό κράτος πρόληψης ως απάντηση στην κρίση του παραδοσιακού κοινωνικού κράτους», σε: περιοδικό «Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου» τ. Ι σ. 1.

– Κουσούλης Κ., «Χωροταξικός σχεδιασμός και προστασία φυσικού περιβάλλοντος», σε: Νόμος και Φύση, Οκτ. 2008. 

– Κωνσταντινίδης Νικ., «Προϋποθέσεις εφαρμογής ν. 2881/2001 για την απομάκρυνση επικίνδυνων πλοίων και ναυαγίων από λιμενικές περιοχές (παρατηρήσεις στην ΕφΠειρ 250/2011)», σε: περιοδικό Πειραϊκή Νομολογία (ΠειρΝ) 2012, σ. 56. 

– Κωνσταντινίδης Νικ., «Η ευθύνη ανέλκυσης ναυαγίου κατά το ελληνικό και διεθνές δίκαιο», σε: Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά «Περιβαλλοντική ευθύνη – Θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής», Πρακτικά Συνεδρίου, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2010, σ. 125 επ.

– Λιάσκα Αιμ., «Το νομικό καθεστώς προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Μεσογείου – Μία πολυεθνική περιφερειακή συνεργασία», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2003, σ. 483 επ.

– Μαθιουδάκης Ι. «Συνταγματικοί και λοιποί φραγμοί κατά τον καθορισμό και τη μεταβολή των χρήσεων γης», σε: Νόμος και Φύση, Απρ. 2008.

– Μακρίδου Ε., Γερασίμου Στ., «Η ενσωμάτωση αρχαίων μνημείων στο κέντρο πόλεων – Η μελέτη περίπτωσης του αρχαίου θεάτρου της Λάρισας», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2014 σ. 599.

– Μανιάτης Αντ., «Η εξελικτική πορεία του Πολεοδομικού Σχεδιασμού», σε: Νόμος και Φύση, Ιαν. 2009. 

– Μαντούβαλου Μαρία, «Οι εκσυγχρονιστικές πολιτικές των Βενιζελικών κυβερνήσεων για την πόλη και την πολεοδομία και η μεταπολεμική αστική ανάπτυξη», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2006 σ. 207. 

– Μαριά Αίθρα, «Η νομική προστασία του τοπίου στο διεθνές, κοινοτικό και εθνικό Δίκαιο», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2009. 

– Ματθαίου Π., «Συνταγματική αναθεώρηση και τοπική αυτοδιοίκηση», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2000 σ. 485. 

– Μαυρομάτη Ελευθ., Σταματίου Ελένη, «Περιβαλλοντικά και πολεοδομικά ζητήματα στα ιστορικά κέντρα των ελληνικών πόλεων – Διοικητική παθογένεια, αδυναμίες, δυνατότητες και προοπτικές – Ανάλυση περιπτώσεων και συμβολή των αρχαιολογικών υπηρεσιών», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2015 σ. 14. 

– Μαυρομάτη Ελευθ., Πετούση Θ., Σταματίου Ελένη, «Αρχιτεκτονική Τοπίου – εναρμόνιση του ανθρωπογενούς με το φυσικό περιβάλλον – εξελίξεις στον ελληνικό χώρο, προβλέψεις, ζητούμενα και προοπτικές Αρχιτεκτονική Τοπίου», Πρακτικά Συνεδρίου με θέμα: «Εκπαίδευση, Έρευνα και Εφαρμοσμένο Έργο», ΑΠΘ 12-13.5.2005, τ. ΙΙΙ, σ. 165-175. 

– Μενεγάκη Μαρία, «Συμβολή στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων στο τοπίο από τη μεταλλευτική δραστηριότητα» (διδ. διατριβή), ΕΜΠ, Αθήνα 2003, σε: openarchives.gr/view/2522550 

– Μενουδάκος Κων/νος, «Αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος. Μία οπισθοδρομική πρόταση», σε: Νόμος και Φύση, Ιαν. 2007.

– Μπαλονά Ντ., Η βία της οπτικής ρύπανσης, σε: booksjournal.gr/slideshow/

– Μπρόφας Γ., «Το Τοπίο και οι Μεταλλευτικές εκμεταλλεύσεις», εκδ. Ινστιτούτου Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων και ΤΔΠ, Αθήνα 1991. 

– Μπρόφας Γ., «Έρευνα για την αποκατάσταση του τοπίου στο λατομικό χώρο Πεντέλης», Δασική έρευνα, Αθήνα 1987. 

– Νούσια Κ., «Περιβαλλοντική ευθύνη από θαλάσσιες και δη πετρελαϊκές δραστηριότητες», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2011, σ. 74. 

– Οικονόμου Δημ., «Η αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού των συνταγματικών διατάξεων που συνδέονται με την οργάνωση του χώρου και την προστασία του περιβάλλοντος», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2000 σ. 521. 

– Οικονόμου Δημ., «Μία πρόταση για την αναμόρφωση του συστήματος πολεοδομικού σχεδιασμού (αρμοδιοτήτων, σχεδίων, μηχανισμών)», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2006 σ. 219. 

– Οικονόμου Δημ., «Η σχέση των επιπέδων και των βαθμίδων του πολεοδομικού σχεδιασμού», σε: Νόμος και Φύση, Σεπτ. 2007. 

– Παπαγεωργίου – Βενετάς Αλεξ., «Το ιστορικό τοπίο των Αθηνών – Εξέλιξη και προοπτικές», Πόλη και Χώρος από τον 20ό στον 21ο αιώνα, 2004, σ. 413-437. 

– Παπάζογλου Νίκη, «Γκράφιτι: Τέχνη του δρόμου ή βανδαλισμός»; 23 Σεπτ. 2014, σε: newsbeast.gr/greece/arthro/733228/grafiti-tehni-tou-dromou-i-vandalismos 

– Παπακωνσταντίνου Απ., «Δόμηση στον Αιγιαλό; Προστασία Αιγιαλού και Περιβαλλοντικό Σύνταγμα», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2015 σ. 9. 

– Παπακωνσταντίνου Απ., «Αειφορία και βιώσιμη ανάπτυξη ως συνταγματικές αρχές: ερμηνευτικές, κανονιστικές και νομολογιακές πτυχές του περιβαλλοντικού Συντάγματος», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2007 σ. 536. 

– Παπαπετρόπουλος Ανδρ., «Η διασύνδεση των χωροταξικών σχεδίων του N 2742/1999 με τον στόχο της βιώσιμης ανάπτυξης του εθνικού και περιφερειακού χώρου», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2009 σ. 254. 

– Παπαπετρόπουλος Ανδρ., «Αμφιλεγόμενες πλευρές της νομολογίας του Συμβουλίου της Eπικρατείας για τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2007 σ. 186. 

– Παυλάκη Σοφία, «Ανέλκυση ναυαγίου – Περιβαλλοντική προστασία του Κόλπου της Καλντέρας Σαντορίνης κατά το ιδιωτικό δίκαιο (με αφορμή την απόφαση ΠΠρΠειρ 464/2014 – Τμ. Ναυτικών Διαφορών)», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2014, σ. 218 επ. 

– Πλιάκος Κώστας, «Αθήνα, η πρωτεύουσα του γκράφιτι», 23 Δεκ. 2015, σε: cnn.gr/premium/gallery/1698/athina-i-proteyoysa-toy-gkrafiti 

– Ράντος Α., «Επισημάνσεις στα πλαίσια στρογγυλής τράπεζας της Ημερίδας με θέμα: Πολεοδομικές πολιτικές και ελληνική πόλη», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2006 σ. 211. 

– Ρίζος Σωτ., «Το Πολεοδομικό Δίκαιο της Βενιζελικής Περιόδου και η σύγχρονη μετάλλαξή του», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2006 σ. 194. 

– Σαρηγιάννης Γ., «Ο ρόλος του ΣτΕ στη διαμόρφωση του χώρου στην Αθήνα», σε: Νόμος και Φύση, Μάρτιος 2008. 

– Σαρηγιάννης Γ., «Το Συμβούλιο της Επικρατείας και οι τρέχουσες εξελίξεις», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2006 σ. 212. 

– Σιούτη Γλυκερία, «Αναθεώρηση και προστασία του περιβάλλοντος», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2000 σ. 466. 

– Σταματίου Ελένη, «Αστικός ιστός, χωρικός μετασχηματισμός και αμφίβολες εικαστικές παρεμβάσεις – Το παράδειγμα του ιστορικού κτιρίου του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου στην Αθήνα», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2015 σ. 209. 

– Σταματίου Ελένη, «Επιδιώξεις αισθητικής αναβάθμισης του αστικού χώρου – Πολιτική παρεμβάσεων, τάσεις και εφαρμογές στην Αθήνα και στην περιφέρεια», Πρακτικά Συνεδρίου ΥΠΕΧΩΔΕ – ΥΠΠΟ – ΕΑΧΑ με θέμα: «Η αισθητική των πόλεων και η πολιτική των παρεμβάσεων», 13-14.10.2003, σ. 167 επ.

– Stamatiou Eleni, «Land Tenure and Land Relations in Greece», in An International Encyclopedia of Land Tenure, Relations for The Nations of The World (4 v.), Russian Academy of Social Sciences, Ministry of Agriculture of the Russian Federation/Research Institute of Relations of Land Planning, Edwin Mellen Press, USA, v. ΙΙ, 2004, 88-199.

– Συγκολλίτου Έφη, «Περιβαλλοντική Ψυχολογία», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009.

– Συνήγορος του Πολίτη, «Πόρισμα αναφοράς 3340/2008 με θέμα: Περιβαλλοντικά ζητήματα από τη βύθιση του Κ/Ζ Sea Diamond στον όρμο καλντέρας Θήρας (Σαντορίνη)» με παρατηρήσεις Χαρ. Αθανασοπούλου, σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2011, σ. 733η. 

– Ταμπάκης Στ., Καρανικόλα Π., «Δασικές πυρκαγιές και Κοινωνία», εκδ. Τμ. Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων», 2015. 

– Tάχος Αναστάσιος, «Νησιώτικοι οικισμοί μέχρι 2.000 κατοίκους, ιδρυθέντες μετά το έτος 1923 – Επαγγελματικές (βιοτεχνικές) εγκαταστάσεις – Κατηγορία «όχλησης» – Αρχή της επικαιρότητας για τη λήψη «μέτρων» προστασίας του «περιβάλλοντος» – Άνιση περιβαλλοντική μεταχείριση οικισμών σε σχέση με ιδρυθέντες προ του έτους 1923 – Άρση της ανισότητας βάσει του άρθρου 24 του Συντ.» (γνμδ.), σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2007 σ. 348. 

– thesvitis.blogspot.com/p/blog-page_3774.html (: ιστολόγιο). 

– Τζεφέρης Πέτρος, «Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εξόρυξης» (13 Οκτ. 2015), σε: oryktosploutos.net/2015/10/blog-post_13.html#.Vp9Mv08pr5c 

– Τροβά Ελένη, «Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004, τα Ολυμπιακά έργα και το Περιβάλλον – Η διαδρομή που διανύθηκε μέχρι το τέλος του 2002», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2003 σ. 240. 

– Williams Raymond, «George Orwell: A Collection of Critical Essays», Twentieth Century Views, Englewood Cliffs, N.J., Prentice – Hall, 1974.

– Williams Raymond, «Television: Technology and Cultural form», Technosphere Series, London, Collins, 1974.

– Χαϊνταρλής Μάριος, «Χρήσεις γης και Δίκαιο της Πολεοδομίας», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 2/2010 σ. 258. 

– Χριστοφορίδης Σπύρος, Μπιζιούρα Ιω., «Ασυμβατότητες στο χώρο της υπαίθριας διαφήμισης», σε: περιοδικό «Αρμενόπουλος» (Αρμ), 2012 σ. 326, εκδ. Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΔΣΘ).

________

.

.

.

.

Κράτα τοΚράτα το

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s