Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ (Μέρος 2°)

Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ

Πώς ο πρόγονος αντιμετώπιζε τη φύση…

(Μέρος 2°)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Γενικώς, ο φόβος των ανθρώπων για το άγνωστο, που τα φυσικά στοιχεία αντιπροσώπευαν, καθώς και η ανάγκη τους για προστασία από το κακό που τους απειλούσε και το συνέδεαν με το άγνωστο κι απροσδιόριστο γύρω τους, τους έκαμε να προστρέχουν στις νύμφες που εκπροσωπούσαν τα φυσικά στοιχεία, επικαλούμενοι την προστασία τους, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό τη φράση «άπτεσθαι ξύλου» (δηλαδή, χτυπούσαν το ξύλο των δένδρων για να συγκινήσουν τις Νύμφες που αποτελούσαν την ψυχή τους, για να τους προστατεύσουν –σήμερα τούτο αποδίδεται με τη φράση «χτύπα ξύλο», που λέγουν οι άνθρωποι ως ευχή για να μη συμβεί κάτι κακό, προερχόμενη από την επίκληση της αρχαίας θεότητας που κατοικούσε στο δένδρο, για την προστασία τους). Οι δε αρχαίοι Πέρσες, οι οποίοι είχαν ένα σημαντικό πολιτισμό κι είχαν καλλιεργήσει τη σχέση τους με τη φύση, χτυπούσαν ξύλο για να έρθουν σ’ επαφή με τον θεό της φωτιάς Ατάρ, που ανέβαινε από το χώμα στον κορμό των δέντρων μέσα από τις φλέβες του ξύλου. Έτσι μπορούσαν ν’ αποκτήσουν για λίγο εν μέρος της θεϊκής ενέργειας. 

Οι Νύμφες στην Αρχαία Ελλάδα, ως προστάτιδες κατώτερες θεές φυσικών στοιχείων, αποτελούσαν την «ψυχή» της φύσης, κάτι που δείχνει τη βαθύτερη αξία που απέδιδε σ’ αυτήν ο αρχαίος Έλληνας, η οποία ανάγονταν στο επίπεδο της μεταφυσικής (πίνακας «Νύμφες και Σάτυροι», Paul Bril, 1653).

Οι μύθοι των αρχαίων Ελλήνων συνεπώς, αποδίδουν υπερβατικά (μυθοπλαστικά) τον κόσμο, εκφράζοντας την ανάγκη τους να ζήσουν σε αυτόν με το φόβο του άγνωστου κι ανεξήγητου που τον χαρακτηρίζει. Λέγει χαρακτηριστικά ο Άλμπερτ Αϊνστάιν: «Η παρατήρηση της χλωρίδας της Ελλάδας δημιουργεί ένα κοσμικό, θρησκευτικό συναίσθημα, που σε συγκλονίζει, σε οδηγεί στη ποίηση, στο συμβολισμό, στην αλληγορία, άρα στο φόβο των Ελληνικών μύθων». Ο φόβος προς το άγνωστο της φύσης κατέτεινε στην προστασία της, αφού θεωρούνταν προσβολή προς τη θεότητα που την προστάτευε να τη θίξεις, κάτι που σήμαινε την τιμωρία σου από αυτήν. Δέστε πώς τούτο αποδίδονταν στην αρχαία ποίηση του ποιητή Απολλώνιου, όταν ο πατέρας του Περαιβίου κόβει τη βελανιδιά, ενώ η νύμφη Αμαδρυάδα (η ψυχή του δένδρου) τον καλεί να μην το πράξει, και τον εκδικείται που δεν την άκουσε:

«Σαν ήλθε πάνου στο βουνό κόβοντας δένδρα μόνος,
δεν έστερξε στα κλάματα Αμαδρυάδας νύμφης,
που παρακάλει τον θερμά χύνοντας μαύρα δάκρυα
μην κόψει τη βελανιδιά, που ‘ταν η κατοικιά της.
Μα κείνος απερίσκεπτος, μες την ορμή της νιότης,
κόβει το δένδρο κι άμοιρη νύμφη τον καταράται
να μη γνωρίσει προκοπή κι αυτός και τα παιδιά του».[1]

Στον «Αινεία» αναφέρεται επίσης:

«Πολλά στο νου μου έβαλα κι ικέτευα τις Νύμφες
τις αγροδίαιτες θεές, που μεσ’ στα δένδρα μένουν».[2]

Η ασέβεια του ανθρώπου προς τη φύση και η παραβατικότητα εν σχέσει με το θείο στοιχείο, καυτηριάζεται από τους αρχαίους συγγραφείς και ποιητές, οι οποίοι στέκονται επικριτικοί μπρος σε αυτή την κατάσταση. Βλέπουμε έτσι, ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ., τον Ησίοδο να μιλά για τη «σιδερένια γενιά» των ανθρώπων, που είναι η γενιά της εποχής του Σιδήρου (από τον 11ο αιώνα μέχρι των 8ο αιώνα π.Χ.), κατά την οποία άρχισε να κάμπτεται η «δύναμη» της φύσης και ν’ αναφαίνεται ο άνθρωπος ως κυρίαρχός της. Συγκρίνει ο αρχαίος ποιητής τη «σιδερένια γενιά» με την προηγούμενη, τη «χρυσή γενιά» όπως τη χαρακτηρίζει, κατά την οποία ο άνθρωπος ζούσε αρμονικά με τη φύση, ως γεωργός και ποιμένας. Ο δε Ηράκλειτος στο, δυσνόητο κι ακατάληπτο κατά πολλούς, «Περί Φύσεως» έργο του, βλέπουμε να ψέγει τους ανθρώπους που δεν υπακούουν στο Λόγο τον κοινό, αλλά γίνονται ασύνετοι κι ενεργούν διαιρετικά στη φύση. Εννοεί ως Λόγο, που τον θέλει κοινό κι εφαρμόσιμο απ’ όλους τους ανθρώπους, το Πνεύμα, τη λογική, τη δομή του κόσμου, νοώντας τον ως ενιαίο κι αδιαίρετο. Αντίστοιχα ο Πλάτων στον «Κριτία», αναφερόμενος στο γυμνό –λόγω της αποψίλωσης των δασών– αττικό τοπίο, μιλά για «νοσούντος σώματος οστά», αποδίδοντας με τα χαρακτηριστικά αυτά λόγια την έντονη υποβάθμισή του (αποκαλύφθηκε, λόγω της υποβάθμισης, το μητρικό πέτρωμα της αττικής γης).

Παρατηρούμε έτσι ότι οι συγγραφείς της εποχής διακατέχονταν από έκδηλη απαισιοδοξία για το παρόν και το μέλλον του ανθρώπου, κάνοντας ορθές διαπιστώσεις και καυστικές επισημάνσεις για την κατάσταση του περιβάλλοντος όπου ο άνθρωπος δραστηριοποιείτο. Τούτη η στάση τους εξηγείται από την πίστη τους στην αρχική αγνότητα της φύσης, και στην απώλεια των παλαιών αξιών που υπήρξε στη συνέχεια. Προκύπτει κατ’ αυτούς το παρόν ως προϊόν κρίσης, ιστορικής και ηθικής του πολιτισμού, που βαίνει επιδεινούμενη, κι έτσι το μέλλον της γης φαίνεται ζοφερό. Τούτο ερμηνεύεται και από το γεγονός ότι δεν έφταναν σε αυτούς παρήγορα μηνύματα για την ασφάλεια και την παγιότητα του υπάρχοντος πολιτισμού. Κυριάρχησε στην αντίληψή τους η ιδέα ότι ο άνθρωπος εξέπεσε εξελικτικά από μια κατάσταση ευδαιμονίας σε κατάσταση παρακμής κι ασέλγησης στη φύση, κατά τη θλιβερή εποχή που ζούσαν, αφού η φύση είχε καταστεί θύμα των ανθρώπινων ενεργειών, και από την κακή της κατάσταση προέκυπταν τ’ ανθρώπινα δεινά. Γι’ αυτό λέγει με πόνο ο Ησίοδος:

«Αχ!, να μην έσωνα κι εγώ μαζί με τούτους να είμαι,
στου πέμπτου γένους (του “σιδερένιου”) τη σειρά,
παρά νάχα πεθάνει πρωτύτερα
ή να φύτρωνα σ’ άλλη σπορά κατόπι
για θ’ αφανίσει ο Δίας κι αυτό το γένος των ανθρώπων».[3]

Είχαν οι αρχαίοι Έλληνες, παρά τις καταστροφές του φυσικού περιβάλλοντός τους που παρατηρούντο κι απέρρεαν από λανθασμένες πρακτικές διαχείρισής του, σεβασμό στην ίδια τη φυσική ζωή, ως αξία και ως ανάγκη στα πλαίσια της συνέχειας της ζωής. Τούτο προέκυπτε από μια κατ’ αρχήν φιλοσοφία που είχαν για τη γη, που είχε αναφορά στη ζωή και την αξία της, και με βάση αυτήν λειτουργούσαν. Τούτο το διαπιστώνουμε σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής τους, σε πράξεις και πρακτικές. Ως παράδειγμα αναφέρεται η έννοια του «ριζοτόμου» που χρησιμοποιείτο για τους συλλέκτες βοτάνων, τα οποία βότανα αξιοποιούντο κυρίως στη φαρμακευτική. Με τη χρήση της έννοιας αυτής, που τη βρίσκουμε από τα χρόνια του Ιπποκράτη (460-370 π.Χ.), δηλούται η σπουδή στη συνέχιση της φυσικής ζωής, αφού τομούνταν το φυτό στη ρίζα αποκόπτοντας το άνωθεν στέλεχός του (ριζο-τομούνταν), που ήταν και το χρήσιμο μέρος του για το λόγο που το ήθελαν, και δεν εκριζώνονταν το φυτό, όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των συλλεκτών βοτάνων κι αρωματικών φυτών σήμερα, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε αυτό ν’ αναβλαστήσει και να συνεχίσει να παράγει, να δίνει ζωή. Στην έννοια δε αυτή δόθηκε περαιτέρω σημασία, αποδίδοντας την αξία της σε σχέση με τη χρήση της, δηλώντας το άτομο με τάση για ριζικές αλλαγές, το άτομο που ελκύεται από καινοτομίες.

Ήταν παράλληλα οι αρχαίοι Έλληνες, πέρα από συνειδητοί χρήστες, φυσιολάτρες και η ατομικότητά τους τούς ωθούσε ν’ απολαμβάνουν τη φύση αποσκοπώντας στην καθυπόταξή της από το πνεύμα και τις αισθήσεις. Επιδίωκαν να υποτάξουν την ύλη στη μορφή, γι’ αυτό και βλέπουμε να προστρέχουν στις τέχνες για να το πετύχουν αυτό. Τ’ αρχιτεκτονικά έργα τους είναι ισορροπημένα ως σύνολο, με συμμετρία κι αρμονία σε σχέση με το φυσικό σύνολο, έχοντας ενότητα με τη γη και διάλογο με τα φυσικά στοιχεία, έτσι που εντέλει να προκύπτει μια ρυθμική κατάσταση που χαρακτηρίζει τον τόπο σύμφωνα με το πνεύμα του. Επιπροσθέτως, τα οικοδομήματα «μιλούσαν» αντηχώντας τη φύση, αφού σε αυτά υπήρχαν τα στοιχεία της: η συμμετρία των γραμμών, η προβολή του φωτός, η φυσική ακουστική, το παιχνίδι των αντιθέσεων κ.ά., λες και η φύση έμπαινε στ’ οικοδόμημα και το φυσικοποιούσε!

Η αρχαία ελληνική πόλη (ο οικισμός και η ύπαιθρος χώρα) είχε μιαν υποδειγματική χωροταξία χρήσεων, με τον οικισμό, τις καλλιέργειες και τη φύση να έχουν αυστηρά αφιερωμένα πεδία, ούτως ώστε ν’ αποδίδεται ο τόπος σε χρήσεις διατηρώντας όμως μιαν ισορροπία και φυσική αρμονία ως όλον. Το παράδειγμα της αρχαίας Αθήνας ως προς τούτο, όπως δείχνει η απεικόνισή της, είναι χαρακτηριστικό (πηγή: Ancient Athens, by design in blenderunderground.com/ forums/ viewtopic).

Ακόμα βαθύτερα προχωρώντας, βλέπουμε ν’ αναζητείται μέσα από τη φιλοσοφία η προέλευση του νοήματος του κόσμου, πέραν από την αρχή του, διαμορφώνοντας την κοσμοαντίληψη περί φύσεως. Στη φύση βρίσκεται η αρχή του ανθρώπου ως οντότητα, σε αυτήν ουσιώνεται και βρίσκει νόημα το νοείν και πεδίο ουσιαστικής έκφρασης το πράττειν. Κείνο μετά τούτων που πετυχαίνεται, είναι η παρασκευή του πνεύματος σύμφωνα με τη φύση, έτσι που υπάρχει εξάρτηση του ανθρώπου από αυτήν και τελικά διαμόρφωση του ελληνικού χαρακτήρα από το πνεύμα που μεταμορφώνει τη φύση σε δική του έκφραση. Το πνεύμα δεν εκδηλώνεται με όργανο τη φύση (την ύλη), αλλά τη χρησιμοποιεί για τη διέγερσή του. Η διασύνδεση επομένως του τόπου και του πνεύματος του ανθρώπου, κατά τον φύσει προορισμό του, με το πνεύμα να ενεργεί στον τόπο, είναι αυτονόητη και προκύπτει από την οργανική σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Η καλλιέργεια μετά τούτων του ανθρώπου σε σχέση με τα γύρω του και η κουλτούρα του για τη γη, διαμορφώνουν τον τρόπο αντιμετώπισής της, που είναι τρόπος του ζην. Η αποσύνδεση του ανθρώπου από τη γη, αποκόπτοντας το πνεύμα του από τη φύση κι ενεργώντας ενάντια στο πνεύμα του τόπου, αποτελεί μιαν αντίληψη που ήταν άγνωστη στους αρχαίους Έλληνες κι οπωσδήποτε εχθρική για τη γη˙ είναι δε η κυριαρχούσα σήμερα!

Το πολίτευμα της δημοκρατίας συμβάδιζε με την ηθική των αρχαίων Ελλήνων για τη φύση, αφού έθετε το πνεύμα και την αίσθηση του ζην, την αντίληψη δηλαδή του ωραίου, υπό τη συνθήκη της πρακτικής, και γινόταν βίωμα της κοινής ζωής, έτσι που ο αγώνας για το ωραίο ήταν το πρακτικά ενεργούμενο, το κοινώς εννοούμενο. Το «συμφέρον» του πνεύματος είχε καταστεί συμφέρον της ανθρώπινης ζωής, συμφέρον δηλαδή της πολιτείας –τέτοια υψηλή ήταν η θεώρηση του ζην!.. Στην αθηναϊκή δημοκρατία του Σόλωνα και του Κλεισθένη, αλλά ακόμα και στην τυραννία του Πεισίστρατου, η έννοια της ιδιοκτησίας ουσιώθηκε με την ενίσχυση της μικρής ιδιοκτησίας (επισημαίνουμε ότι στα χρόνια εκείνα η τυραννία εκπροσωπούσε τον μικρό κι αδύναμο πολίτη ο οποίος, αδύναμος όντας μπρος στη δύναμη των ολιγαρχών, δεν ημπορούσε ν΄αναδειχτεί και να εκφραστεί παρά με τη βίαιη ανάληψή της εξουσίας από έναν εκπρόσωπό του, που ήταν ο τύραννος). Τα μεγάλα κτήματα μοιράστηκαν στους ακτήμονες, στους άκληρους εργάτες της γης και στους φτωχούς Αθηναίους. Δημιουργήθηκε έτσι μια ρωμαλέα φυλή μικρών γεωργών που ρίζωσαν στη γη και οι οποίοι άρχισαν ν’ ασχολούνται με τις κοινοτικές υποθέσεις, που έως τότε τούς ήταν αδιάφορες, λόγω της μη αναφοράς τους στον τόπο και της μη ένταξής τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι ως ελεύθεροι πολίτες. Καλλιεργήθηκε με τον τρόπο αυτόν το ιδανικό της αγροτικής κι αστικής δημοκρατίας, με την παράλληλη ενίσχυση των τεχνιτών, των εμπόρων και των ναυτικών. Ο Σόλωνας μάλιστα απάλλαξε τους εκτημόρους από τα βάρη που τους κρατούσαν δουλικούς των ολιγαρχών, επιβάλλοντας τη Σεισάχθεια, και απελευθέρωσε έτσι τη γη, δίνοντας τη δυνατότητα στους καλλιεργητές ν’ ασχοληθούν απερίσπαστοι με την εργασία τους παράγοντας ως ελεύθεροι πολίτες για το καλό τους και για το καλό του τόπου. Η άνθηση της αθηναϊκής δημοκρατίας προέκυψε κατά πρώτον από την αίσθηση του ελεύθερου πολίτη που ένοιωθε ο Αθηναίος.

Οι Αθηναίοι πολίτες παρήγαγαν μέσα στην αττική φύση ακολουθώντας τον κανόνα της αυτάρκειας κι όχι της αφθονίας, διατηρώντας ένα μέτρο στην εκμετάλλευση της γης και μιαν ισορροπία στη διαχείρισή της. Απέφυγαν την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, όπως αυτή προκύπτει με την εκμετάλλευση της φύσης και την καταστροφή της με την επιδίωξη της αφθονίας, η οποία δημιουργείται με συγκέντρωση της εξουσίας σε συγκεκριμένα πρόσωπα, που έχουν την κατοχή της γης. Κάτι τέτοιο δεν απέφυγαν οι Ρωμαίοι, με τη δημιουργία των λατιφούντιων, δηλαδή με τη μεγάλης κλίμακας γεωργία στο Λάτιο και τη δημιουργία της τάξης των γαιοκτημόνων, που είχαν το δικό τους κοβέρνο στην περιοχή που κατείχαν, δηλαδή το δικό τους τρόπο να διοικούν και να εκμεταλλεύονται τη γη και τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτήν. Η μεγέθυνση δε των πόλεων οδήγησε στη μεγάλη παραγωγή, καθώς δεν επαρκούσε η μικρή της αυτάρκειας, με την οποία πια δε μπορούσε να τραφεί η μεγάλη πόλη. Εξάλλου, οι νέες οικονομικοκοινωνικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν, κυρίως με την ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας, διαμόρφωσαν ένα καθεστώς σχέσεων κι αναγκών που ξεπερνούσε αυτό της μικρής κι αυτάρκους πόλης. Ο τρόπος όμως με τον οποίο οι Έλληνες λειτούργησαν, σε αντίθεση με τους Ρωμαίους, δημιουργώντας την αυτάρκη ελληνική πόλη και διατηρώντας στο πλαίσιο της λειτουργίας της τη φύση, έμεινε αξιομνημόνευτος, ονομαζόμενος ως «ελληνικός τρόπος», κι είναι αυτός που χαρακτηρίζει τον τρόπο του ζην κατ’ ισορροπία με τη φύση.

Φύση και μνημείο μαζί. Οι αρχαίες κολώνες, σαν μίμηση κορμών δένδρων θαρρείς, δένουν αρμοστά με το άλσος που τις περιβάλλει, φτιάχνοντας ένα θαυμαστό τοπίο στ’ οποίο κυριαρχεί η φύση. Είχε προς τούτο η θεώρηση του αρχαίου Έλληνα κατεύθυνση φυσική (στη φωτογραφία: σειρά κιόνων στην Αρχαία Ολυμπία τη δεκαετία του 1960 καταμεσής της Ηλειακής φύσης, οπού φύση και αρχαίο μνημείο έχουν δέσιμο σφιχτό κι αρμονία φυσική).

Η έννοια του πολίτη, με την έννοια του κοινωνού στην ανθρώπινη κοινωνία, καλλιεργήθηκε στη βάση αξιών που εκπήγαζαν από την Ιδέα για τη φύση, αφού ο κάθε άνθρωπος, ως μοναδικό ον, έχει την ιδιαιτερότητά του, μ’ ευθύνη σύμφωνα με αυτήν και με ρόλο στην κοινωνία κι αντίστοιχα στη φύση˙ καθόσον είχε αναφορά στον τόπο. Ο ρήτορας Δημοσθένης αποδίδει αυτή την αίσθηση εμπλέκοντας την έννοια της φύσης (ως έννοια συγκεκριμένη ή γενική) με αυτή του νόμου, στο εξής απόσπασμά του: «Όλη η ζωή των ανθρώπων, είτε κατοικούν σε μια μεγάλη πόλη είτε σε μια μικρή, διοικείται από τη φύση και από τους νόμους. Ενώ η φύση είναι χωρίς κανόνα και μεταβλητή ανάλογα με τα άτομα, οι νόμοι είναι ένα πράγμα κοινό για όλους και δοσμένο σε όλους χωρίς διαφορές… Οι νόμοι επιθυμούν και αναζητούν το δίκαιο, το ωραίο και το χρήσιμο. Όταν το ανακαλύψουν, το καθιστούν γενική διάταξη, ίδια και ομοιόμορφη για όλους˙ αυτό είναι που ονομάζεται νόμος. Όλοι τού οφείλουν υπακοή για πολλούς λόγους και γιατί κάθε νόμος είναι εύρημα και δώρο των θεών, και συγχρόνως εντολή σοφών ανθρώπων και κοινό συμβόλαιο μιας πόλης, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να ζουν όλοι μέσα στην πόλη»[4] –παρατηρούμε εν προκειμένω ότι, ενώ στη λειτουργία της πόλης ο Δημοσθένης δίδει κανονιστικό χαρακτήρα με την εφαρμογή των νόμων, στη φύση το αποφεύγει αυτό, θεωρώντας ότι, ως κάτι φυσικό, αποτελεί μεταβλητή και χωρίς κανόνα έννοια.

Η δημοκρατική κοινωνία, ακριβώς επειδή λογίζονταν ως συγκροτούμενη στα πλαίσια λειτουργίας του φυσικού συστήματος, έπρεπε να εξυπηρετεί, διά της θέσης και του ρόλου του ανθρώπου σε αυτήν, την ισορροπία του φυσικού όλου, φροντίζοντας, με την αρμονία και ποιότητα στην κοινωνία, δηλαδή με το υψηλό ζην, να εξυπηρετείται η αρμονία κι ισορροπία στη φύση˙ αφού η κοινωνία λειτουργούσε στο φυσικό σύστημα. Την εν λόγω αρμονία μπορούμε να την καταλάβουμε στον τρόπο που οικούσαν τη φύση οι αρχαίοι Έλληνες, φέρνοντας σταδιακά και εν αρμονία τη φύση στην οικία, διά του προαυλίου χώρου με τον οποίο εισάγαγαν τα φυσικά στοιχεία στην κατασκευή, και με το αίθριο στη συνέχεια, που τα έφταναν στο δυνατό που μπορούσαν μέσα στην κατασκευή, ενώ φροντίζονταν ώστε αυτή ν’ ακολουθεί την κλίμακα του τοπίου, εκμεταλλευόμενη τις φυσικές δυνατότητες του τόπου.

Οι Έλληνες στους κλασικούς χρόνους αντιμετωπίζουν τη φύση ως επέκταση του εαυτού τους, γι’ αυτό και βλέπουμε να οικούν τη φύση, με τον τρόπο που συγκροτούν τους οικισμούς τους –δίδουν σημασία στο φως, στον ήλιο, στον αέρα, στο νερό, γενικώς στα φυσικά στοιχεία που εισέρχονται, εγκαθίστανται ή εντάσσονται στην πόλη και την καθιστούν ως λειτουργούσα εν τη φύσει. Επιπροσθέτως, απέδωσαν σε δύο θεούς την κατασκευαστική τους παρέμβαση στη φύση, για να μη θεωρηθεί η ενέργειά τους ύβρις προς αυτήν, ήτοι στην Εστία, στην οποία αφιέρωσαν την οικία, δηλαδή την εγκατάσταση στη γη, νοούμενη ως δέσιμο μαζί της, αφού η Εστία διασυνδέονταν με τη γη, αναφερόμενη στο κέντρο της, και στον Ερμή, που απέδωσαν την κίνηση στο χώρο, διά της οποίας δικαιολογείται η σταδιακή κι αρμονική μετάβαση από το γήινο στοιχείο στο τεχνητό. Ήταν λοιπόν διασυνδεδεμένη η έννοια της φύσης με την κοινωνία και με την πολιτική της λειτουργία, καθόσον ο άνθρωπος ήτο κοινωνός και λειτουργός στη φύση διά του ρόλου του ως πολίτης στην κοινωνία.

(Μέρος 1ο από τα 2α) ←

——————–

[1] «Αργοναυτικά», Απολλώνιος, 2, 479.

[2]  «Αινείας», 3, 23-24.

[3] «Έργα και Ημέραι», Ησίοδος, 174 – 180.

[4] Δημοσθένους, «Κατ’ Αριστογείτονος» Α΄, 15 – 16 .

.

(Aπό το βιβλίο: «ΦΥΣΙΣ ΕΡΓΟΝ. νοώντας για τη φύση…», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2017).

fisis_ergon

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 01.09.2017


.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s