ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ
–η φύση που ο αγρότης δημιούργησε–

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

« …
Βουνά ξεσκάφτει το τσαπί,
χτυπάει το μελισσόχορτο,
αναπηδά το ευώδιασμα
στο λαγαρόν αιθέρα.

Παντού ο λαός και λάτρεψα
και στη λαχτάρα μου είπα:
“Βάλε το αυτί στα χώματα.
Και φάνη μου πως η καρδιά
της γης βαριά αντιχτύπα…”
… »

(«Τα γύρα μου», από τον «Αλαφροΐσκιωτο», Άγγελος Σικελιανός)

Η χωροταξία της υπαίθρου, η τέχνη της γης!

Σήμερα αποδεχόμαστε ότι η έννοια φυσικό περιβάλλον, περιλαμβάνει και το αποτέλεσμα των πράξεων του ανθρώπου που αφορούν στο φυσικό του περίγυρο, τον οποίο διαμορφώνουν κατά τρόπο που να μην υπάρχει ανατροπή των φυσικών κανόνων, οι οποίοι έτσι γίνονται σεβαστοί. Σ΄ αυτό το πλαίσιο θεώρησης του φυσικού γενόμενου, οι φυσικές δυνάμεις και η ανθρώπινη ενέργεια δε συγκρούονται, δε δαπανώνται και δεν καταναλώνονται χωρίς σκοπό, αλλά συνεργούν και παράγεται φύση. Το μεσογειακό τοπίο αποτέλεσε δημιούργημα αυτής της σύμπραξης, της αγαστής τούτης συνεργασίας.

Τα ημι-φυσικά περιβάλλοντα του μεσογειακού χώρου (τα θαμνοτόπια, τα χορτολίβαδα, τα δασολίβαδα) και τα ιδιαίτερα τεχνητά (οι παραδοσιακές αγροτικές καλλιέργειες), συμπεριφέρθη-καν μετά την ολοκλήρωση ενός κύκλου προσαρμογής, σα να ήταν φυσικά οικοσυστήματα, αναπτύσσοντας σημαντική βιοποικιλότητα κι επομένως υψηλή οικολογική κι αισθητική αξία. Έτσι, με τον άνθρωπο ως συμμέτοχο και παραγωγό, διαμορφώθηκε η μεσογειακή φύση και το μεσογειακό τοπίο. Σ’ αυτήν, κυρίαρχες δραστηριότητες είναι η γεωργική και η κτηνοτροφική, ποικίλες όμως άλλες συνυπάρχουν, πρωτογενούς ή δευτερογενούς χαρακτήρα, συγκρο-τώντας το μεσογειακό γίγνεσθαι, σ’ έναν χώρο που –με μία γενικότερη θεώρηση– χαρακτηρίζεται ως αγροτικός.

Η κατ’ ορθολογικό τρόπο ασκούμενη γεωργία και κτηνοτροφία, παίζει βασικό ρόλο στην οργάνωση και συγκρότηση της μεσογειακής υπαίθρου και στη διατήρηση της ισορροπίας σ’ αυτήν. Το τοπίο της Μεσογείου χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη δραστηριότητα, ο άνθρωπος είναι συμμέτοχος στις διεργασίες που επιτελούνται, είναι παραγωγός και υπεύθυνος για το αποτέλεσμα. Το μεσογειακό τοπίο δεν είναι νεκρό κι απρόσωπο, είναι ένα δυναμικό τοπίο, που η σταθερότητά του εξαρτάται από το πώς δραστηριοποιείται ο άνθρωπος.

Η παραπάνω διάσταση που δίδουμε στην έννοια του αγροτικού χώρου δε συνιστά υπερβολή, καθότι ο άνθρωπος, λειτουργώντας μέσα στη φύση, αποτελώντας μέρος της, διαμορφώνει το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείται και παράγει τοπίο. Βεβαίως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα προκύπτοντα από την παρέμβαση του ανθρώπου περιβάλλοντα, χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα χαμηλή ευστάθεια κι είναι ευάλωτα στους παράγοντες που θα φέρουν ανισορροπία και μη προβλέψιμες αλλαγές. Η επιτροπή Franceschini, η οποία συγκροτήθηκε στην Ιταλία το έτος 1964 για να μελετήσει το ζήτημα των πολιτιστικών και περιβαλλοντικών αγαθών και την προστασία τους, αρχικά απεφάνθη ότι ως περιβαλλοντικά αγαθά θα πρέπει να υπολογίζονται μόνον τα έργα της φύσης όπου δεν έγινε καμία ανθρώπινη επέμβαση. Στη συνέχεια όμως μετέβαλλε γνώμη, καταλήγοντας ότι μεταξύ των περιβαλλοντικών αγαθών συγκατα-λέγεται και το φυσικό και το χωροταξικό τοπίο, δηλαδή εκείνο που διαμορφώθηκε ως συνδυασμός έργων ανθρώπου και φυσικών στοιχείων. Καθοριστικό, δε, στοιχείο για το χαρακτηρισμό ενός αγαθού ως περιβαλλοντικού, είναι η μοναδικότητα και η αισθητική του αξία. Στην παραπάνω άποψη κατέληξε, αφού διαπίστωσε ότι η φύση διαμορφώνεται στην ιστορική της εξέλιξη ως συνδυασμός επεμβάσεων, που προέρχονται από τον άνθρωπο, ο οποίος δραστη-ριοποιείται στο χώρο αυτόν.

Η καλλιτεχνία του αγρού…(Φωτογραφία Ζαχαρίας Στέλλας, Αρχείο Μουσείο Μπενάκη, αρχές δεκαετίας του 1970).

Με τη λαϊκή σοφία ως οδηγό
(Λειτουργώντας στο μέτρο της ανάγκης…)

Πριν από 8.000 έτη περίπου, που εντοπίζονται στη λεκάνη της Μεσογείου οι πρώτες μορφές καλλιέργειας της γης, το σκηνικό ήταν πολύ διαφορετικό. Η άγρια φύση κυριαρχούσε ολοκληρωτικά, τα δάση ήταν παντού εξαπλωμένα –στην αυγή της γεωργίας κι ύστερα από την υποχώρηση των ηπειρωτικών παγετώνων, τα δάση βρισκόταν στη μέγιστη παγκόσμια έκτασή τους. Ο άνθρωπος πάλευε για την επιβίωσή του, έχοντας ν’ αντιμετωπίσει τα «θεριά» της φύσης –όπως περίπου παλεύουν σήμερα για την επιβίωσή τους πολλοί φυσικοί οργανισμοί, αντιμετωπίζοντας το ανθρώπινο θεριό! Η καλλιέργεια της γης, αποτέλεσε μαζί με το κυνήγι και την κτηνοτροφία, τις κύριες δραστηριότητες στις οποίες επιδόθηκε ο άνθρωπος για την επιβίωσή του.

Με τα χρόνια, κι εξελίσσοντας τις πρακτικές εκμετάλλευσης της γης ο άνθρωπος, έφτασε στο επίπεδο να οργανώνει καλλιέργειες που ικανοποιούσαν με το παραπάνω την ανάγκη του για επιβίωση, κάτι που ήταν η βασική του επιδίωξη. Λόγω της έλλειψης επαρκών καλλιεργητικών μέσων, τότε εκχερσώνονταν και καλλιεργούνταν κεκλιμένα εδάφη, τα οποία στράγγιζαν εύκολα μετά τις βροχές, κάτι που δε συνέβαινε με τα επίπεδα εδάφη του κάμπου (γι’ αυτό κι αποφεύγονταν η καλλιέργειά τους). Η καλλιέργεια των κεκλιμένων εδαφών οδηγούσε στην εξάντλησή τους και την εγκατάλειψή τους, για την αναζήτηση άλλων ιδίων. Αυτά, εκτεθειμένα κι απροστάτευτα, αφήνονταν στην τύχη της διάβρωσης. Η συνήθης πρακτική ήταν, μετά την εγκατάλειψη της καλλιέργειας, ν’ αξιοποιείται κτηνοτρο-φικά η περιοχή ως βοσκοτόπι, πρακτική που με τη χρόνια τέτοια χρήση, οδηγούσε σε περαιτέρω υποβάθμιση των εδαφών (αναφέ-ρεται ότι η βυζαντινή γεωργική ιστορία έχει «στιγματιστεί» από καταστροφικές διαβρώσεις, ενώ ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, φαίνεται πως έδινε μάχη με το νερό, αν αναλογιστούμε ότι υπήρξαν καταστροφικά αποτελέσματα από τις προσχώσεις, που οδήγησαν στο να χαθούν σημαντικά αρχαία τοπία).

Η ερμηνεία γυρεολογικών ευρημάτων έδειξε ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος (των δασών) στην περιοχή της Μεσογείου, στη νοτιοανατολική Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή, άρχισε στο τέλος της Νεολιθικής Εποχής (το 3.000 π.Χ. περίπου), ενώ η μεγαλύτερη καταστροφή εντοπίστηκε κατά την Εποχή του Χαλκού (το 2.000-1.000 π.Χ.) και συνεχίστηκε με μικρότερους, πλην όμως μεγάλους ρυθμούς, στα μετέπειτα χρόνια. Μετά το τέλος της Ρωμαϊκής περιόδου, οι βοσκότοποι στη Μεσόγειο θεωρούνταν περισσότερο αποδοτικοί από τα δάση, γι’ αυτό και υπήρξε μεγάλη υποχώρηση των τελευταίων, λόγω της συστηματικής εκχέρσωσής τους για ν’ αποδοθούν τα δασικά εδάφη στην κτηνοτροφία.

Βεβαίως, θα πρέπει ν’ αναλογιστούμε τον αγώνα που έδινε ο άνθρωπος τότε για την επιβίωσή του. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να το σταθμίσουμε πριν τον κρίνουμε αυστηρά. Στα πλαίσια του διαρκούς αγώνα του, και της επίπονης (διά των αιώνων) προσπάθειάς του για εξέλιξη, ακολουθούσε τις πρακτικές που θεωρούσε δυνατές για την ικανοποίηση των αναγκών του. Δεν εφησύχαζε παρόλα ταύτα· τον απασχολούσε η διαχείριση της γης και η εκμετάλλευσή της. Η γνώση (η εμπειρική κι επιστημονική) έτρεχε και η αφομοίωσή της κάθε φορά, ήταν πράμα πολύτιμο. Οι αναβαθμίδες, για παράδειγμα, ήταν μια σπουδαία εφεύρεση για τη συγκράτηση των καλλιεργήσιμων εδαφών και την αποτροπή της διάβρωσής τους, που αναπτύχθηκε ως τεχνική και καθιερώθηκε από κάποια στιγμή της ιστορικής πορείας του ανθρώπου, ως απαραίτητο στοιχείο του αγροτικού χώρου στον οποίο δραστηριοποιούνταν. Ήταν μιαν τεχνική που αντλήθηκε από τη φύση, βλέποντας ο άνθρωπος τη λειτουργία της.

Σημειώνει σχετικά ο σημαντικός Έλληνας αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας (1857-1934): «…(οι αρχαίοι Έλληνες) δεν συνείθιζον να κτίζωσι τας πόλεις των επί γαιών καλλιεργησίμων, αλλ’ επί των πλευρών και των κορυφών υψωμάτων ανεπιδέκτων καλλιεργείας, αι θέσεις αύται ήσαν άλλωστε και πολύ ασφαλέστεραι. Τον κανόνα τούτον σπανίως και μόνον ένεκα σπουδαίων λόγων περέβαινον» (από κείμενο με τίτλο «Εκδρομή εις το ύδωρ της Στυγός», που περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο «Ταξιδιωτικά», επιμέλεια: Στέλιος Ξεφλούδας, Βασική Βιβλιοθήκη «Αετού», συντακτική επιτροπή: Δ.  Ζακυθηνός, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ε. Π. Παπανού-τσος, εκδοτικός οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαρόπουλου, Αθήνα 1955, σελ. 219 –χρησιμοποιήθηκε η γλώσσα του πρωτοτύπου).

Ελληνικός τοιχισμένος αγρός!

Επικράτησαν λοιπόν, προϊόντος του χρόνου, σ’ ότι αφορούσε στη διαχείριση του αγροτικού χώρου, λογικές εναρμόνισης και προσαρμογής των ανθρώπινων έργων με το φυσικό τους περίγυρο, έτσι ώστε η ανθρώπινη ενέργεια να καθίσταται κατά το δυνατό λιγότερο αρνητική για το φυσικό περιβάλλον. Λογικές που, σε κείνα τα πρώτα χρόνια, δεν τις δημιούργησε η επιστήμη, μα ο κοινός νους. Η λαϊκή σοφία ήταν που καθόρισε τελικά τις όποιες συμπεριφορές. Η εμπειρική γνώση της υδραυλικής, καθώς και της αγρονομίας, αλλά και των δυνατοτήτων που προσέφεραν τα μικρο-οικοσυστήματα, προερχόταν από τους απλούς γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, οι οποίοι προσάρμοζαν τις ενέργειές τους με τις λογικές που απέρρεαν από τους κανόνες λειτουργίας της ίδιας της φύσης. Η παραδοσιακή (όπως έχει επικρατήσει να λέγεται) γεωργία περιελάμβανε επεμβά-σεις μικρής ως επί το πλείστον κλίμακας, μ’ εφαρμογή ήπιων πρακτικών εκμετάλλευσης. Τούτο οδήγησε στην παραγωγή τοπίων, ιδιαίτερων και μοναδικών, στα οποία φύση και άνθρωπος συμπορεύτηκαν, υπό αγαστή συνεργασία.

Ο Αμερικανός ανθρωπολόγος Alfred W. Crosby, αναφέρεται στον άθλο των γεωργών της Δυτικής Ευρώπης, να καλλιεργήσουν τη δύσκολη γη τους χωρίς να την αποδυναμώσουν. Σημειώνει τα εξής: «Το πιο θαυμαστό τους επίτευγμα ήταν ότι δημιούργησαν εύφορη γη με την προσεκτική εναλλαγή των καλλιεργειών, με το όργωμα και τη χρησιμοποίηση κοπροχώματος και φυτών πλούσιων σε θρεπτικές ουσίες (πράσινη λίπανση) και, πάνω απ’ όλα, θάβοντας στο χώμα τα περιττώματα των ζώων τους» [Crosby A., «Οικολογικός ιμπερια-λισμός. Η βιολογική επέκταση της Ευρώπης, 900-1900», τίτλος πρωτοτύπου: Ecological Imperialism. The Biological Expansion of Europe, 900-1900 (by Cambridge University Press 1986), μετάφραση: Γιώργος Κουσουνέλος, εκδόσεις Κωσταράκη, πέμπτη έκδοση, Αθήνα 1991, σελ. 34].

Ο Αμερικανός νατουραλιστής φιλόσοφος Henry David Thoreau αναφερόταν το έτος 1854 (στο μνημειώδες έργο του «Walden»), στην ασέβεια που επιδείκνυαν οι σύγχρονοι αγρότες στην καλλιέργεια της γης –κάτι που δεν συνέβαινε παλαιότερα–, και στην ανάγκη να μείνουν τα λιβάδια άγρια και μη γίνουν χωράφια. Ιδού οι σκέψεις του: «Στην αρχαία ποίηση και τη μυθολογία βρίσκουμε πολλές ενδείξεις ότι η καλλιέργεια της γης κάποτε αποτελούσε τέχνη ιερή. Ο σύγχρονος άνθρωπος όμως την εξασκεί με ασεβή βιασύνη και αδιαφορία, μια και ο στόχος του είναι μονάχα τα μεγάλα κτήματα και οι πλούσιες σοδειές. (…) Με την πλεονεξία και τον εγωισμό, με την ποταπή συνήθεια να θεωρούμε τη γη περιουσία, συνήθεια από την οποία δε γλυτώνει κανείς μας, παραμορφώνουμε το περιβάλλον, υποβαθμίζουμε τη γεωργία μαζί με τους εαυτούς μας και ο αγρότης καταλήγει να ζει την πιο άθλια ζωή. Δε γνωρίζει τη Φύση παρά μόνο ως λήστης [η έμφαση δική μας]. (…) Μακάρι να αφεθούν όλα τα λιβάδια της γης σε άγρια κατάσταση, μακάρι να μη γίνουν ποτέ καλλιεργήσιμα χωράφια, αν είναι αυτό το αντάλλαγμα για να αρχίζουν οι άνθρωποι να εξιλεώνονται. Δε χρειάζεται να μελετήσει κανείς ιστορία για να καταλάβει τι είναι καλύτερο για τη δική του καλλιέργεια. Αλίμονο όμως!» (Thoreau Η., «Walden, ή η ζωή στο δάσος», τίτλος πρωτοτύπου: Walden, μετάφραση: Βασίλης Αθανασιάδης, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2007, σελ. 227-228, 274).

Μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης στα Ταξιδιωτικά του κείμενα, που εκδόθηκαν το έτος 1970, να περιγράφει (στη σελίδα 124) τη φτωχή γη της Μάνης ως αθλία («…αποτελείται από κίτρινες ράπες και γαϊδουράγκαθα και απειράθους, όπου στα χαλικόστρωτα τ’ άνυδρα, τίποτα δε γίνεται, πάρεξ λίγα κουκιά, λίγα λαθούρια κι ελάχιστο κριθάρι…», λέγει), όμως τη σέβεται, στη συνείδησή του δεν απαξιώνεται, για το θάμα (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει), για την αρμονία που επιτεύχθηκε, με τη σύμπραξη ανθρώπου και φύσης, σ’ ότι αφορά τη διαχείρισή της, σ’ έναν τόπο που δεν ευνοούσε τη ζωή!

Ο δε Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ, στα τέλη του 18ου αιώνα, μ’ αυτό τον τρόπο είδε τη Μάνη: «Προσέξαμε ότι η γη ήταν καλλιεργημένη ως και μέσα στις σχισμές των βράχων, όπου είχαν φυτέψει λιόδενδρα και μουριές. Επιφάνειες με διάμετρο μερικών μόλις ποδών είχαν σκαφτεί κι ήταν σπαρμένες με σιτάρι ή καλαμπόκι, ενώ στο βάθος οι λοφοπλαγιές έμοιαζαν να είναι σκεπασμένες με μελίσσια, που το μέλι τους είναι τόσο εύγευστο όσο και του Υμηττού» (Πουκεβίλ Φραγκίσκος–Κάρολος–Ούγγος-Λαυρέντιος, «Ταξίδι στην Ελλάδα: Πελοπόννησος», μετάφραση: Νίκη Μολφέτα, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1997, σελ. 390).

Ο Γάλλος διανοούμενος Αλέξιος ντε Βαλόν το έτος 1843, περιγράφει την με κόπο καλλιέργεια της φτωχής γης της Τήνου, εκθειάζοντας τούτο τον άθλο: «Καλλιεργείται σχεδόν ολόκληρη (η Τήνος), με πολλή επιμονή και κόντρα στη φύση, αφού οι κάτοικοι οργώνουν, ελλείψει χώματος, ακόμη και τις πέτρες. Είχα μάλιστα την τύχη να δω χωράφια σπαρμένα με στάρι και κριθάρι και αρκετές συκιές και επαίνεσα την επιμονή και την εργατικότητα των κατοίκων. Αυτή τη μέρα θέριζαν. Αυτοί οι φτωχοί Έλληνες, κόβοντας με κόπο τα κατσιασμένα άχυρα που αναπτύσσονται στα χωραφάκια τους τα τριγυρισμένα από πεζούλες (ξερολιθιές) μάς έκαναν να αναπολούμε με λύπη τους ωραίους θερισμούς μας στη Γαλλία, που είχαν τόση ζωντάνια και χαρά» [Αλλέξιος Ντε Βαλόν, «Η Νήσος Τήνος», τίτλος πρωτοτύπου: Revue des deux mondes (Paris 1843), μεταγλώττιση: Ιάκωβος Ν. Καγκάδης (Τήνος 1878), απόδοση στην καθομιλουμένη: Ζωή Ρωπαΐτου-Τσαπαρέλη, εκδόσεις Ερίννη, Αθήνα 2007, σελ. 61-62].

Οι ενέργειες των ανθρώπων λοιπόν, περιορίστηκαν στο μέτρο της ανάγκης. Υπήρξε αυτό που ονομάζουμε «οικονομία εδάφους», δηλαδή μια άτυπη χωροταξική κατανομή χρήσεων γης, ανάλογα με τις ανάγκες και τις καταστάσεις, με στόχο την εξοικονόμηση του περισσότερου δυνατού εδάφους και τη διάσωσή του. Σε άλλες περιπτώσεις, με τις εφαρμοζόμενες πρακτικές, είχαμε ακόμα και δημιουργία εδάφους (ή και δάσους). Η βόσκηση δε του ορεινού, του ημιορεινού, καθώς και του νησιωτικού χώρου (σε μικρότερο βαθμό), γινόταν κατά τρόπο που ν’ αποφεύγεται η εξάντληση των λιβαδιών, αφού υπήρχε περιοδικά εναλλαγή των βοσκήσιμων γαιών, με τη βοσκοϊκανότητα του τόπου να διατηρείται περίπου σταθερή.

Ιδού πως περιγράφει την κατάσταση αυτή ο διανοητής του κυκλαδίτικου τοπίου Μανώλης Γλέζος, αναφερόμενος στην Τζιά: «Οι πετρόχτιστοι, χωρίς λάσπη κι όσο ένα μπόι, τοίχοι με τη στέψη τους, στεφανωμένοι από αγκαθωτά φύργανα (αχινοπόδια και αστοιβές και ασπαλάρθοι), όριζαν τα όρια της εγκαιριάς από την παραγκαιριά. Άλλο πάλι και τούτο. Δηλαδή; Οι εγκαιριές έμειναν οι αβόσκητοι τόποι, που πολλές φορές σπέρνονταν κιόλας με δημητριακά χορτονομής. Οι παραγκαιριές πάλι ήταν ο χώρος που μπορούσαν να βοσκήσουν τα κοπάδια με τα ζουλοπρόβατα. Την άλλη χρονιά άλλαζεν η λειτουργία του χώρου. Το κέρδος ήταν τριπλό. Πρώτον, οι χώροι που δε σπέρνονταν ξεκουράζονταν. Εφαρμογή της περιοδικής καλλιέργειας προς αγρανάπαυση. Δεύτερον, τα φυτά που φύτρωναν προλάβαιναν να βλαστήσουν, ν’ αναπτυχθούν, ν’ ανθίσουν και να καρπίσουν πριν τα καταβροχθίσουν οι λαίμαργες ζούλες. Ο σπόρος καβάλα στον άνεμο ταξίδευε παντού κι είχεν η γης ποώδη και θαμνώδη φυτοκάλυψη. Τρίτον, ο χωρισμός της γης σ’ έγκαιρα και παράγκαιρα χωράφια αποσκοπούσε και στο να εξαλείψει το επικίνδυνο τσιμπούρι. Το φοβερό αυτό παράσιτο που αποζυμά το αίμα των θηλαστικών ζώων και εικοσαπλασιάζει το μέγεθός του…» (Γλέζος Μ., «Η συνείδηση της πετραίας γης. Κυκλαδογραφίες», εκδόσεις Τυπωθήτω–Γιώργος Δάρδανος, Αθήνα 1997, σελ. 238).

“Δύσκολη” καλλιέργεια επικλινούς αγρού κατά τις ισοϋψείς.

Στο πλαίσιο της εφαρμοζόμενης τότε λογικής, ακολουθήθηκαν πρακτικές που αποσκοπούσαν στην καλύτερη απόδοση της γης, με παράλληλη διατήρηση της γονιμότητάς της και με την κατά το δυνατό μικρότερη επίπτωση στο φυσικό περιβάλλον. Η αμειψισπορά (εναλλαγή των καλλιεργειών, π.χ. σιτηρά με όσπρια), όπως και η αγρανάπαυση (μη καλλιέργεια του αγρού για ορισμένη χρονική περίοδο, για να «ξεκουραστεί το χωράφι»), ήταν πρακτικές που βοήθησαν στη διατήρηση της γονιμότητας των γεωργικών εδαφών. Με την εναλλαγή των καλλιεργειών επιτυγχάνονταν διατήρηση της ισορροπίας στο ισοζύγιο του αζώτου (με τη χρήση ψυχανθών) και βελτίωση των φυσικοχημικών και βιολογικών ιδιοτήτων του εδάφους (με βελτίωση της εδαφικής δομής του, συγκράτηση του νερού από το έδαφος κ.ά.) Η πρακτική αυτή ήταν βασική στην ορθή διαχείριση του αγροτικού χώρου. Η καλλιέργεια της γης γίνονταν με ελαφρά άροτρα κατά τις ισοϋψείς, μια πρακτική που βοηθούσε στην αποφυγή της διάβρωσης των εδαφών. Το «κόπρισμα» (φυσική λίπανση) του χωραφιού, κατά το παραδοσιακό σύστημα διαχείρισης, όπου μετά την αποκομιδή του προϊόντος, το χωράφι βοσκούνταν και κοπρίζονταν ταυτόχρονα, συνέτεινε στη διατήρηση της παραγω-γικότητάς του. Η βαθμίδωση των αγρών με κλίση (υπολογίζεται ότι το 70% περίπου των ελληνικών εδαφών, εμφανίζει διαφόρου βαθμού υπολογίσιμες κλίσεις), αποτέλεσε μιαν άλλη σοφή πρακτική των τότε καιρών. Οι αναβαθμίδες «κράτησαν» θα λέγαμε, ζωντανό τον ορεινό κι ημιορεινό χώρο, αφού διατήρησαν τη γη στέρεα –σε διαφορετική περίπτωση, με την ασκούμενη δραστη-ριότητα, θα είχε χαθεί με τη διάβρωση. Τη σημαντική τούτη προσφορά των αναβαθμίδων, σήμερα την κατανοούμε περισσότερο όταν βλέπουμε το έδαφος να παρασύρεται με τις βροχές, εκεί όπου αυτές εγκαταλείφθηκαν, όπου δε συντηρήθηκαν και κατέρρευσαν (οι αναβαθμίδες, αναλόγως του προσφερόμενου υλικού και της φύσης του εδάφους, ήταν χωμάτινες άνευ τοιχίων ή με ξερολίθινα τοιχία).

Επιπλέον, οι αγρότες φύτευαν το χώρο στον οποίο δραστηριοποιούνταν, για να τον προστατεύσουν. Χιλιάδες στρέμμα-τα κεκλιμένων ιδιόκτητων (αλλά και δημοσίων) εδαφών φυτεύτηκαν (με κυπαρίσσια κυρίως), για την προστασία τους από τη διάβρωση. Ο καθηγητής της Δασολογικής Σχολής Πέτρος Κοντός, εκ των πρώτων διδασκόντων στη Δασολογική Σχολή, μας πληροφορεί ότι έως το έτος 1930 δε γινόταν αναδασώσεις από το κράτος στην ύπαιθρο, «μόνον αγρότες τινές, ανεδάσωναν με κυπαρίσσια πολλές μικροεκτάσεις των, ώστε όχι μόνον η παραγωγή ξύλου ν’ αυξήσει εκεί, αλλά και το τοπείον ν’ αποβεί αισθητικώς πολύ ωραιότερον» (Κοντός Π., «Δασική Πολιτική, ιδία εν Ελλάδι, μετά στοιχείων αγροτικής πολιτικής», έκδοση δεύτερη, τύποις Μ. Τριανταφύλλου & Σίας, Θεσσαλονίκη 1932, σελ. 194). Τούτο συνετέλεσε στην «οχύρωση» του χώρου αυτού, αλλά και στην αισθητική του αναβάθμιση. Τα θαυμαστά αγροτικά τοπία τού όχι πολύ μακρινού παρελθόντος, «χτίστηκαν» από τον Έλληνα αγρότη, κι αποτέλεσαν υψηλής οικολογικής αξίας φυσικά τοπία.

Σε άλλες περιπτώσεις, όπως συνέβη στα Δωδεκάνησα επί Ιταλοκρατίας, επιβλήθηκαν απαγορευτικά μέτρα χρήσης της γης στους ιδιοκτήτες της, όπως το να σπέρνουν ή να καλλιεργούν επικλινή εδάφη, και να κόβουν ή να καίνε τους θάμνους ή τα δένδρα που φύονταν εκεί, για λόγους προστασίας της δασικής βλάστησης και του φυσικού τοπίου (βλέπε το Κυβερνητικό Διάταγμα 19 του 1924 «Περί Δασών»).

Η φύση του Κερκυραϊκού ελαιώνα! (Francis J. Bruguière, ημερ. 1912).

Πέρα όμως από τη θετική στάση που επέδειξαν οι παραδοσιακοί γεωργοί και κτηνοτρόφοι στη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον, υπήρξαν και εσφαλμένες πρακτικές από αυτούς, που το έθιξαν ανεπανόρθωτα. Αυτές στηρίζονταν σε λανθασμένες αντιλήψεις περί της διαχειρίσεώς του (αυτό θέλουμε να πιστεύουμε…, γιατί ποιός επιδιώκει την υποβάθμιση και την καταστροφή της γης του;), οι οποίες οδηγούσαν σε αναπότρεπτες καταστάσεις. Στα πλαίσια τούτων των πρακτικών λοιπόν, βλέπουμε τους κτηνοτρόφους να υπερβόσκουν τις βοσκήσιμες εκτάσεις και να πυρπολούν μεθοδικά και συστηματικά τα δάση, τις δασικές και τις χορτολιβαδικές εκτάσεις της χώρας, προκειμένου να «δημιουργηθούν λιβάδια» (όπως επικράτησε να λέγεται), ενώ οι γεωργοί πραγματοποιούσαν ασυλλόγιστη και χωρίς μέτρα προστασίας, καλλιέργεια της γης.

Η συγκεκριμένη δε πρακτική, του εμπρησμού των δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων (λιγότερο των δασών) για να γίνουν λιβάδια, εξακολουθεί και σήμερα να «ανθεί» στη χώρα μας. Διαβάζουμε σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Λόγος», στο φύλλο της 1ης-9-2005: «Υπό έλεγχο τέθηκαν οι φωτιές στην Ήπειρο, οι περισσότερες από τις οποίες οφείλονται σε εμπρησμούς από κτηνοτρόφους σε χορτολιβαδικές εκτάσεις, για ανανέωση του χόρτου…» Αλλά και στην εφημερίδα «Πελοπόννησος», στο φύλλο της 14ης-1-2006, αναφέρεται περίπτωση εμπρησμού δασικής έκτασης από κτηνοτρόφους που συνέβη καταμεσής του χειμώνα: «Σε βοσκούς της περιοχής που θέλησαν να βάλουν φωτιά προκειμένου με τις πρώτες βροχές της άνοιξης να φυτρώσει στην περιοχή χορτάρι, αποδίδει η Πυροσβεστική Υπηρεσία την προχθεσινή φωτιά που ξέσπασε στο Πετρωτό (περιοχή πλησίον των Πατρών)». Η απολογία δε ενός δεκαοκτάχρονου κτηνοτρόφου, καταγράφει την επικρα-τούσα νοοτροπία: «Έβαλα φωτιά για να φυτρώσει φρέσκο χορτάρι για βοσκή…» Έτσι δικαιολογήθηκε ο κτηνοτρόφος στα όργανα της τάξης, όταν τον συνέλαβαν να βάσει φωτιά το Μάρτη του 1983 σε δασική έκταση με κέδρα στη θέση «Κοδάκια» του χωριού Οχυρού Ν. Δράμας… (από ρεπορτάζ της εφημ. «Θεσσαλο-νίκη», φύλλο 17ης-3-1983).

Αποτέλεσμα των εσφαλμένων πρακτικών που εφαρμόσθηκαν (οι οποίες θα λέγαμε ότι αποτέλεσαν ολέθρια παρέκκλιση από τις πατροπαράδοτες συνετές πρακτικές διαχείρισης του φυσικού χώρου), αλλά και των λανθασμένων συμπεριφορών του ανθρώπου στη σχέση του με το φυσικό περιβάλλον, ήταν το 80% περίπου των ελληνικών εδαφών να έχει υποστεί διαφόρου βαθμού διαβρώσεις και το 30% των εδαφών των ευαίσθητων ξηροθερμικών περιοχών της χώρας να έχει περιέλθει σε διάφορα στάδια ερημοποίησης (η τάση αυτή είναι ανοδική και συνεχής). Η επίπτωση δε από τη χρόνια εσφαλμένη πρακτική διαχείρισης του φυσικού χώρου συντελεί σε τέτοιο βαθμό υποβάθμισης του οικείου φυσικού περιβάλλοντος, που δεν αντισταθμίζεται από την αντίρροπη θετική πρακτική αποκα-τάστασής του.

Θεωρείται ότι μέχρι και τα τέλη του 18ου αιώνα, οι όποιες αλλαγές στο φυσικό περιβάλλον, λόγω της δραστηριότητας του ανθρώπου, περιορίζονταν σε τοπικό επίπεδο, λιγότερο σε περιφερειακό, ενώ σε εθνικό, και πολύ περισσότερο σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν υπήρξε η μεγάλη περιβαλλοντική αλλαγή. Από τον 19ο αιώνα και μετά, οι αλλαγές στο φυσικό περιβάλλον γίνονται έντονα αισθητές σε περιφερειακό κι αργότερα σε εθνικό επίπεδο, ενώ σήμερα μιλούμε για περιβαλλοντική υποβάθμιση σε παγκόσμιο επίπεδο και εξ αυτού του λόγου για παγκόσμια κλιματική αλλαγή.

Η απώλεια παραγωγικής ελληνικής γης εντοπίζεται σε ποσοστό 35% περίπου επί των 86 εκατ. κυβικών μέτρων φερτών υλών που χάνονται κάθε χρόνο λόγω της διάβρωσης. Το ποσοστό αυτό αναφέρεται στο λεπτό επιφανειακό έδαφος, τ’ οποίο ισοδυναμεί με 30.000-40.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης. Εκτιμάται ότι οι εγκαταλελειμμένοι ορεινοί αγροί της χώρας μας, καταλαμβάνουν μιαν έκταση της τάξης των 4.200.000 στρεμμάτων, εκ των οποίων το 1/3 περίπου υπολογίζεται ότι είναι επικλινείς γαίες, που δε θα έπρεπε να καλλιεργηθούν (τουλάχιστον με τον εσφαλμένο τρόπο που καλλιεργήθηκαν). Σήμερα αυτές εμφανίζουν διαφόρου βαθμού (συνήθως έντονες) διαβρώσεις. Στην Ελλάδα καλλιεργήθηκαν εδάφη με κλίσεις έως 20% για χωράφια και έως 40% για δενδροκομικές καλλιέργειες, τη στιγμή που σε χώρες, όπως π.χ. η Γαλλία, η κλίση των εδαφών για τις πάσης φύσεως καλλιέργειες δεν υπερέβαινε το 15%.

Σε παγκόσμιο επίπεδο υπολογίζεται ότι –σε σχέση με την κατάσταση που επικρατούσε πριν από 8.000 χρόνια– χάθηκε το 60% των εύκρατων φυλλοβόλων και μεικτών δασών, το 30% των δασών κωνοφόρων, το 45% των τροπικών βροχόφιλων δασών και το 70% των τροπικών ξηρών δασών. Έως το έτος 1950 τα δάση της γης με παλαιά βλάστηση καταλάμβαναν 50 εκατ. τετραγωνικά χιλιό-μετρα ή το 40% της δίχως πάγο επιφάνειας της στεριάς. Σήμερα η έκτασή τους είναι μόλις 34 εκατ. τετραγωνικά χιλιόμετρα και μειώνεται συνεχώς.

Τις επιπτώσεις από τις παραπάνω περιβαλλοντικές αλλαγές, καταγράφει ο καθηγητής (των πανεπιστημίων Pellegrino και Χάρβαρντ) Ε. Ο. Wilson: «Ο αντίκτυπος στη βιοποικιλότητα είναι άμεσος και δριμύς. Η μείωση της περιοχής ενός ενδιαιτήματος συνεπάγεται την ελάττωση του αριθμού των ειδών που μπορούν να επιβιώσουν εντός της. Ακριβέστερα, καθώς η περιοχή συρρικνώ-νεται, ο βιώσιμος αριθμός ειδών μειώνεται κατά την έκτη έως τρίτη ρίζα της έκτασης. Μια μέση τιμή που έχει βρεθεί στη φύση είναι η τέταρτη ρίζα. Στην τέταρτη ρίζα, η μείωση ενός ενδιαιτήματος στο ένα δέκατο της αρχικής του έκτασης, τελικά κάνει την πανίδα και τη χλωρίδα να ελαττωθούν κατά το ήμισυ. (…) Στο μεταξύ, δε μπορεί να υπάρχει πλέον καμία λογική αμφιβολία για την ίδια την παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας και τις γενικά βλαβερές συνέπειές της για το περιβάλλον και την ανθρώπινη οικονομία…» (Wilson E., «Το μέλλον της ζωής», τίτλος πρωτοτύπου: The Future of Life, μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος, επιστημονική επιμέλεια: Σπύρος Σφενδουράκης, εκδόσεις Σύναλμα, Αθήνα 2002, σελ. 110, 122).

Υπερβόσκηση!..

Ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ το έτος 1814 προβληματιζόταν για την αρνητική συμπεριφορά του Έλληνα προς το φυσικό περιβάλλον της χώρας του, και για τις ολέθριες επιπτώσεις των ενεργειών του. Διέβλεπε, σύμφωνα και με όσα προαναφέραμε, τον όλεθρο που θα επακολουθούσε. Δεν έπεσε έξω. Η σημερινή πραγματικότητα τον δικαίωσε, τουλάχιστον για περιοχές της χώρας (όπως η Αττική) που η καταστροφή επέφερε αβάσταχτα δεινά. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Από το ύψος αυτό αφήνουμε το βλέμμα μας να απλωθεί πάνω από την πόλη και να αγκαλιάσει έναν ορίζοντα γύρω με πολλές ποικιλο-μορφίες και ανομοιότητες και που από μακριά παρουσιάζει την εικόνα άγονου τοπίου. Και όμως, όλη αυτή η πλευρά ήταν παλιότερα κατάφυτη από δέντρα, τα οποία οι βλάχοι συνεχίζουν να πυρπολούν κάθε χρόνο, όταν πλησιάζει το φθινόπωρο, για ν’ αφήσουν να σκεπάσει το χιόνι τη στάχτη τους και σαν έρθει η άνοιξη να σπείρουν μερικά χωράφια με σίκαλη (σημ.: την περιοχή αυτή την προσδιορίζει ως ευρισκόμενη μεταξύ Καλαριτών και Ασπροπο-τάμου). Έτσι, για ένα εφήμερο και αμφίβολο προϊόν, γιατί η γη εξαντλείται γρήγορα μέσα σε ένα δύο χρόνια, οι άνθρωποι αυτοί καταστρέφουν απερίσκεπτα όλα αυτά τα μεγαλοπρεπή δάση, που τραβούν τα σύννεφα γύρω από τους πράσινους θόλους τους και στέλνουν στις πεδιάδες τη βροχή και το φυτικό τους λίπασμα, που τις καθιστούν εύφορες. (…) Πραγματικά, ποιος θα μπορούσε τώρα να ντύσει τα βουνά της (της Ελλάδας) με βλάστηση και εύφορη γη, όταν ερημωμένα από δέντρα και ξεπλυμένα από τις βροχές δεν μπορούν να προσφέρουν πια παρά ασβεστολιθικούς όγκους και σκελετούς; Η θεά Δήμητρα βλέπει απαρηγόρητη να καταστρέφονται τα σπαρτά από την ξηρασία. Η Ναϊάδα, εξαντλημένη πεθαίνει στο βάθος της υδρίας της και η γη μάταια παρακαλεί και ζητάει την ευεργεσία της βροχής από το Δία. (…) Το θέαμα αυτών των τόπων, που έβλεπα γύρω μου, καθώς παρατηρούσα τη γύμνια της περιοχής, με έσπρωξε να κάμω αυτές τις απαισιόδοξες σκέψεις. Μια μεγάλη πυρκαϊά, που αγκάλιασε τα δάση στο Βάρσιο και στα Άγναντα θα με είχε κάμει να πιστέψω πως κάποια καινούρια σμήνη βαρβάρων έπεσαν πάνω στην Πίνδο, αν δε γνώριζα ότι αυτό ήταν το σύνθημα των βλάχων, που άφηναν τα βουνά για να κατεβούν στην Αθαμανία. Συνέχισα το ταξίδι μου, θλιμμένος από την ανικανότητά τους να δουν τα πραγματικά τους συμφέροντα, αν βέβαια, οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσαν να έχουν ενδιαφέρον για την ευφορία αυτής της γης, τη στιγμή που το πέρασμά τους απ’ αυτήν είναι σημαδεμένο με τόσα δάκρυα» (Πουκεβίλ Φραγκίσκος–Κάρολος–Ούγγος-Λαυρέντιος, «Ταξίδι στην Ελλάδα: Ήπειρος», μετάφραση: Παναγιώτα Γ. Κώτσου, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1994, σελ. 322).

———-  ———-

(απόσπασμα από το βιβλίο του Αντώνιου Β. Καπετάνιου “Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σ’ αυτή τη χώρα…”, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2009).

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 22.10.2017

.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s