Διατήρηση φυσικών οικοτόπων κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έγκριση σχεδίων διαχείρισης – Προστασία του δάσους της Białowieża

Διατήρηση φυσικών οικοτόπων κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Έγκριση σχεδίων διαχείρισης – Προστασία του δάσους της Białowieża

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος, MSc.
9/12/2017

Σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη δεν έχουν απλώς μια γενική και αφηρημένη υποχρέωση λήψεως μέτρων προστασίας των οικοτόπων τους και των πτηνών, αλλά προκειμένου να εγκρίνουν επεμβάσεις καθώς και σχέδια διαχείρισης δασών σε προστατευόμενες περιοχές, οφείλουν προηγουμένως να έχουν εξακριβώσει ότι δεν θα έχουν αρνητική επίδραση στην ακεραιότητα της περιοχής για την οποία πρόκειται.

Από τις πρόσφατες αναφορές της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση της 20ής Ιουλίου 2017, υπόθεση C-441/2017,[1] Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας, που αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (Οδηγία 92/43/ΕΟΚ) σχετικά με τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις έγκρισης των σχεδίων διαχείρισης των δασών. Η υπόθεση αφορά ειδικότερα τη διαχείριση του παρθένου δάσους της περιοχής Białowieża[2] στην Πολωνική επικράτεια και συγκεκριμένα, την παράβαση της υποχρέωσης που υπέχει η Πολωνία από τη νομοθεσία της ΕΕ για τους οικοτόπους και τα πτηνά για την εξασφάλιση αυστηρής προστασίας του δάσους και των αναφερομένων προστατευομένων ειδών. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη σκέψη του Δικαστηρίου, κατά την οποία, με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο της ΕΕ, τα κράτη μέλη δεν έχουν μια γενική και αφηρημένη υποχρέωση λήψης μέτρων προστασίας των οικοτόπων τους και των πτηνών, αλλά προκειμένου να εγκρίνουν σχέδια διαχείρισης δασών σε προστατευόμενες περιοχές, οφείλουν προηγουμένως να έχουν εξακριβώσει ότι τούτο δεν θα έχει αρνητική επίδραση στην ακεραιότητα της περιοχής.[3]

Όσον αφορά τα αιτήματα που υπεβλήθησαν στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως,[4] η προσφεύγουσα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) ζήτησε από το Δικαστήριο:

α) να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6 παρ. 3 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (Οδηγία για τους οικοτόπους),[5] καθ΄ όσον ενέκρινε Παράρτημα του σχεδίου διαχείρισης δασών για τη δασική περιοχή Białowieża χωρίς να εξακριβώσει ότι τούτο δεν θα έχει αρνητική επίδραση στην ακεραιότητα της περιοχής PLC200004 Puszcza Białowieska, η οποία συνιστά τόπο κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) και ζώνη ειδικής προστασίας (ΖΕΠ),

β) να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6 παρ. 1 της Οδηγίας για τους οικοτόπους και από το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (Οδηγία για τα πτηνά),[6] καθ΄  όσον δεν θέσπισε τα αναγκαία μέτρα διατήρησης που ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις των τύπων φυσικών οικοτόπων του Παραρτήματος I και των ειδών του Παραρτήματος II της Οδηγίας για τους οικοτόπους καθώς και των πτηνών του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας για τα πτηνά και των μη περιλαμβανόμενων στο εν λόγω Παράρτημα αποδημητικών ειδών, των οποίων η έλευση είναι τακτική και για τα οποία η περιοχή PLC200004 Puszcza Białowieska έχει οριστεί ως ΤΚΣ και ΖΕΠ,

γ) να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 παρ. 1 στοιχεία α΄ και δ΄ της Οδηγίας για τους οικοτόπους, καθ΄ όσον δεν εξασφάλισε αυστηρή προστασία των σαπροξυλικών κανθάρων (Cucujus cinnaberinus, Buprestis splendens, Phryganophilus ruficollis και Pytho kolwensis) του Παραρτήματος IV της Οδηγίας για τους οικοτόπους, δηλαδή δεν απαγόρευσε τη σκόπιμη θανάτωση και παρενόχλησή τους ή τη βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής τους στη δασική περιοχή Białowieża, και

δ) να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 στοιχεία β΄ και δ΄ της Οδηγίας για τα πτηνά, καθ΄ όσον δεν εξασφάλισε την προστασία των ειδών πτηνών που περιγράφονται στο άρθρο 1 της Οδηγίας για τα πτηνά και ειδικότερα του λευκονώτη δρυοκολάπτη (Dendrocopos leucotos), του τριδάκτυλου δρυοκολάπτη (Picoides tridactylus), της σπουργιτόγλαυκας (Glaucidium passerinum) και του αιγιωλιού (Aegolius funereus), δηλαδή δεν εξασφάλισε ότι τα είδη αυτά δεν θα θανατώνονται και δεν θα παρενοχλούνται κατά την περίοδο αναπαραγωγής και φωλεοποίησης καθώς και ότι, εντός της δασικής περιοχής Białowieża, οι φωλιές και τα αυγά τους δεν θα καταστρέφονται, δεν θα βλάπτονται ή δεν θα απομακρύνονται.

Στην υπόθεση υποστηρίχθηκε ότι ο Υπουργός Περιβάλλοντος της Δημοκρατίας της Πολωνίας επικαλούμενος την εξάπλωση του βοστρύχου του χαράκτη (του φλοιοφάγου εντόμου Ips typographus), ενέκρινε στις 25 Μαρτίου 2016 Παράρτημα του σχεδίου διαχείρισης δασών (ΠΔΔ) έτους 2012, βάσει του οποίου επιτρέπεται ο τριπλασιασμός της έκτασης υλοτόμησης στη δασική περιοχή Białowieża, δηλαδή η αύξησή της από 63.471 m3 στα 188.000 m3 κατά τα έτη 2012-2021 καθώς και η πραγματοποίηση δραστηριοτήτων ενεργού διαχείρισης δασών σε ζώνες μέχρι σήμερα αποκλειόμενες από οποιαδήποτε παρέμβαση, συνισταμένων στην απομάκρυνση υπεραιωνόβιων δέντρων, θνησκόντων ή νεκρών, στα οποία συγκαταλέγονταν κυρίως ερυθρελάτες προσβεβλημένες από τον βόστρυχο τον χαράκτη (ήτοι δραστηριότητες εξυγιαντικής υλοτομίας, αναδάσωσης και αναγέννησης).

Το Παράρτημα αυτό συνιστά κατά την απόφαση «σχέδιο» κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 3 της Οδηγίας για τους οικοτόπους. Τα ακόλουθα χαρακτηριστικά αποτελούν έκφανση της ακεραιότητας της ζώνης PLC2000004 Puszcza Białowieska: χαρακτήρας του δάσους ως παρθένου, ανεπηρέαστου από τον άνθρωπο, υψηλά ποσοστά γηραιών δέντρων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και ορισμένα υπεραιωνόβια, μεγάλη ποσότητα νεκρών δέντρων κατακείμενων ή ιστάμενων (πρέμνα), παρουσία ειδών ενδημικών στα αδιατάρακτα δάση (σαπροξυλικοί κάνθαροι, τριδάκτυλος δρυοκολάπτης, λευκονώτης δρυοκολά-πτης, σπουργιτόγλαυκα, αιγιωλιός). Ως εκ τούτου, κατά την Επιτροπή, οι δραστηριότητες που διεξάγονταν στη δασική περιοχή Białowieża ήταν αντίθετες προς το άρθρο 6 παρ. 3 της Οδηγίας για τους οικοτόπους, διότι πριν την έγκριση του εν λόγω Παραρτήματος οι πολωνικές αρχές δεν εξασφάλισαν ότι η υιοθέτησή του δεν θα έχει αρνητική επίδραση στην εν λόγω δασική περιοχή.

Μετά την έκδοση της υπ΄ αριθ. 51 απόφασης του γενικού διευθυντή της υπηρεσίας κρατικών δασών, της 17ης Φεβρουαρίου 2017, άρχισε η απομάκρυνση των ξερών δέντρων και των δέντρων που είναι προσβεβλημένα από τον βόστρυχο τον χαράκτη σε όλες τις δασικές περιοχές (Białowieża, Browsk, Hajnówka), δηλαδή σε έκταση περίπου 34.000 εκταρίων (η επιφάνεια της περιοχής PLC2000004 Puszcza Białowieska ανέρχεται σε 63.147 εκτάρια).

Η Επιτροπή επεσήμανε ότι οι δραστηριότητες ενεργού διαχείρισης των δασών στους οικοτόπους 91D0 (δασώδεις τυρφώνες) και 91E0 (αλλουβιακά δάση με ιτιές, λεύκες, κλήθρες και μελίες) και στις υπεραιωνόβιες δασοσυστάδες του οικοτόπου 9170 (υποηπειρωτικά δάση δρυός και καρπίνου) καθώς και στους οικοτόπους των παρακάτω ειδών: λευκονώτης δρυοκολάπτης, τριδάκτυλος δρυοκολάπτης, σπουργιτόγλαυκα, αιγιωλιός, σφηκο-βαρβακίνα, νανομυγοχάφτης, κρικομυγοχάφτης και φασσοπε-ρίστερο και στους οικοτόπους των σαπροξυλικών κανθάρων (Cucujus cinnaberinus, Boros schneideri, Phryganophilus ruficollis, Pytho kolwensis, Rhysodes sulcatus και Buprestis splendens), όπως και η απομάκρυνση υπεραιωνόβιων νεκρών ερυθρελατών και η υλοτομία στο πλαίσιο εντατικοποίησης της δασικής εκμετάλλευσης στην περιοχή PLC200004 Puszcza Białowieska λόγω εφαρμογής της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος της Δημοκρατίας της Πολωνίας της 25 Μαρτίου 2016 και της υπ΄ αριθ. 51 απόφασης του γενικού διευθυντή της υπηρεσίας κρατικών δασών, της 17ης Φεβρουαρίου 2017, συνιστούσαν δυνητική απειλή για τους φυσικούς οικοτόπους και για τους οικοτόπους ζώων και πτηνών προσδιοριζόμενων στο Plan Zadań Ochronnych (σχέδιο προστασίας, στο εξής: ΡΖΟ) για την περιοχή PLC 2000004 Puszcza Białowieska, καθιστώντας αδύνατη την υλοποίηση των περιγραφομένων στο ΡΖΟ προστατευτικών δράσεων με σκοπό την παραμονή της περιοχής Puszcza Białowieska PLC200004 σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, πράγμα που συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Οδηγίας για τους οικοτόπους.

Εκτός αυτού, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι ανωτέρω περιγραφόμενες δραστηριότητες ενεργού διαχείρισης δασών, οι οποίες υλοποιήθηκαν βάσει του εν λόγω Παραρτήματος και συνεπάγονταν καταστροφή των οικοτόπων των αυστηρά προστατευόμενων σαπροξυλικών κανθάρων καθιστούσαν αδύνατη την ανάληψη συγκεκριμένων και ειδικών ενεργειών, προκειμένου να εξασφαλιστεί ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των τεσσάρων ειδών σαπροξυλικών κανθάρων (Cucujus cinnaberinus, Buprestis splendens, Phryganophilus ruficollis και Pytho kolwensis) που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IVa της Οδηγίας για τους οικοτόπους.

Τέλος, η Επιτροπή επεσήμανε ότι οι ανωτέρω περιγραφόμενες δραστηριότητες ενεργού διαχείρισης δασών, οι οποίες υλοποιήθηκαν βάσει του Παραρτήματος, στο μέτρο που οδηγούσαν σε καταστροφή των οικοτόπων του λευκονώτη δρυοκολάπτη (Dendrocopos leucotos), του τριδάκτυλου δρυοκο-λάπτη (Picoides tridactylus), της σπουργιτόγλαυκας (Glaucidium passerinum) και του αιγιωλιού (Aegolius funereus), συνεπάγονταν παράβαση της υποχρέωσης εξασφάλισης αποτελεσματικής προστασίας των ανωτέρω ειδών πτηνών, δεδομένου ότι δεν αποτρέπουν την καταστροφή των φωλιών τους ούτε τη σκόπιμη παρενόχλησή τους.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλ. http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?

[2] Το δάσος της Μπιαλοβιέσκα, στην Πολωνία θεωρείται το τελευταίο αρχέγονο δάσος της Ευρώπης. Κάποτε κάλυπτε ολόκληρη την περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης. Από το 1979 έχει χαρακτηρισθεί ως Μνημείο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO. Εκτείνεται μεταξύ Πολωνίας και Λευκορωσίας, σε μια περιοχή συνολικής επιφανείας 1.500 τ.χλμ. (1,5 εκατ. στρέμματα). Παραμένει σχεδόν άθικτο από το τέλος της εποχής των παγετώνων, εδώ και 12.000 χρόνια. Φιλοξενεί τα μεγαλύτερα δέντρα της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων έλατα ύψους 50 μ. Σε αυτό επίσης ζουν 20.000 είδη ζώων, ενώ αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο του Ευρωπαϊκού βίσωνα, του μεγαλύτερου ζώου της ηπείρου μας.

[3] Σχετ. βλ. και: ΔΕΕ C-142/2016 απόφαση της 26ης Απριλίου 2017, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Διατήρηση φυσικών οικοτόπων – Αρχή της προφύλαξης), σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠκΔ), τ. 1/2017 σ. 188, κατά την οποία: «Κατά πάγια νομολογία, η εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης στο πλαίσιο του άρθρου 6, παρ. 3, της Οδηγίας για τους οικοτόπους επιτάσσει η αρμόδια εθνική αρχή να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τα περιλαμβανόμενα στο εν λόγω σχέδιο μέτρα προστασίας με σκοπό την αποτροπή ή μείωση των ενδεχόμενων άμεσων επιβλαβών συνεπειών επί του τόπου αυτού, ώστε να διασφαλίζεται ότι το σχέδιο αυτό δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του προστατευόμενου τόπου. Κατά τη νομολογία, το κριτήριο έγκρισης που προβλέπει το άρθρο 6, παρ. 3, δεύτερη περίοδος, της Οδηγίας για τους οικοτόπους έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης και παρέχει τη δυνατότητα αποτελεσματικής αποτροπής των επιβλαβών συνεπειών που μπορούν να έχουν για την ακεραιότητα των προστατευόμενων τόπων τα υπό εξέταση σχέδια ή έργα. Ο κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο δεν πρέπει να υφίσταται, από επιστημονικής άποψης, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητα του οικείου τόπου, είναι ο χρόνος έκδοσης της απόφασης που εγκρίνει την υλοποίηση του σχεδίου. Τέλος, κατά πάγια νομολογία, η δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου ή του έργου στον οικείο τόπο, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται βάσει του άρθρου 6, παρ. 3, της Οδηγίας για τους οικοτόπους, προϋποθέτει ότι πρέπει να προσδιορίζονται, λαμβανομένων υπόψη των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή του έργου που θα μπορούσαν, αυτές καθαυτές ή σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους σκοπούς διατήρησης του τόπου αυτού». Βλ. και ΔΕΚ C- 371/1998 απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2000, The Queen κατά Secretary of State for the Environment, Transport and the Regions, ex parte: First Corporate Shipping Ltd, Συλλογή 2000, Ι-9235 (Οικότοποι – Ειδικές ζώνες διατήρησης) με σημειώσεις Ευγ. Πρεβεδούρου, σε: ΠκΔ τ. 4/2001 σ. 430, ΔΕΕ C-504/2014 απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2016, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, σε: ΠκΔ τ. 3/2016 σ. 594. Σχετικά βλ. και Γιώργο Μπάλια, «Νομικά ζητήματα διαχείρισης των δασών στις περιοχές Natura 2000», επιστημονική εισήγηση στο πλαίσιο Διημερίδας με θέμα: «Δασικά οικοσυστήματα – Επίκαιρες διεπιστημονικές προσεγγίσεις και Διοικητική Δικαιοσύνη», που συνδιοργάνωσαν το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Γεωγραφίας) και η Ένωση Διοικητικών Δικαστών, στην Αθήνα, την 1-2 Δεκεμβρίου 2017.

[4] Σχετικά βλ. και Ordonnance du président de la cour, 11 octobre 2017, «Procédure accélérée», Dans l΄ affaire C‑441/17, ayant pour objet un recours en manquement au titre de l΄ article 258 TFUE, introduit le 20 juillet 2017, Commission européenne contre République de Pologne (διατίθεται μόνο στη γαλλική και πολωνική γλώσσα, διαθέσιμο σε: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=196943.

[5] ΕΕ L 206, σ. 7.

[6] ΕΕ L 20, σ. 7.

.

.


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 09.12.2017

.


Κράτα τοΚράτα το

Κράτα τοΚράτα το

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s