Advertisements

Το πλουσιότατον του ελαχίστου

Το πλουσιότατον του ελαχίστου

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

«Τι γράφει στο πίσω μέρος της παλάμης
της χώρας μας η τύχη;
Όχι, Όχι.
Το μόνο που γράφεται είναι το
ΠΛΟΥΣΙΟΤΑΤΟΝ ΤΟΥ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ,
χαραγμένο στα πρυμναία των καραβιών
με κεφαλαία Ελληνικά.
Δηλαδή χώμα και νερό.
Ελληνιστί, βράχος και θάλασσα».

(«Ο κήπος με τις αυταπάτες», Οδυσσέας Ελύτης)

Σκαλωτή γη

Το ελληνικό τοπίο ζυμώνεται, πλάθεται με πληρότη και στέρηση. Έχει σύμπαν μικρό, αλλά γιομάτο με πνεύμα και νόηση, δυναμωμένο με την προσπάθεια και τη δημιουργία. Είναι ως τέτοιο, «τοπίο μικρογραφικό». Η φύση του το θέλει έτσι, για ν’ αντέχει στις συνθήκες του. Υπόκειται στην περιοριστική αυτοσυντηρησία της μικρογραφίας, που πραγματώνεται με τη δυναμογόνα δημιουργία του μικρού και τη συνειδητή τάξη του λίγου.

Τούτο δε σημαίνει ότι υπολλείπεται, ότι υστερεί, ότι πάσχει, έναντι του τοπίου της πλησμονής, του άφθονου, του ξέχειλου. Με αρμονία κι ευρυθμία στέκει, με ομορφιά και λιγοσύνη, ταπεινό και πνοϊμένο˙ όλο έγνοια κι αψηλοσύνη· με μέτρο και σκοπό. Είναι το τοπίο που χαρακτηρίζεται για το λίγο που σου δίνει, αλλά για το πολύ που παίρνεις. Είναι το πολύμορφο, όχι σε πλάτη αλλά σε φούχτα γης. Και τούτο διότι στον μικρούλη τόπο βρίσκεις πλούτο στοιχείων που τον ανάγουν, που τον κάμνουν πλούσιο, χωρίς να είναι άφθονος· ούτε φυσικά φτωχός.

Δέστε πώς ο υψηλονόητος ποιητής αποδίδει την εικόνα τούτη της Ελλάδας:

«Κυκλαδινό κυκλάμινο
στου βράχου τη σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς
πού μίσχο και σαλεύεις.
Μέσα στο βράχο σύναξα
το γαίμα στάλα στάλα
μαντήλι ρόδινο έπλεξα
κι ήλιο μαζεύω τώρα».

(«Κυκλαδινό κυκλάμινο», Γιάννης Ρίτσος)

Την ίδια αντίληψη συναντούμε και στους παρακάτω όλο αίσθηση και ιδέα στίχους υψηλής ποιητικής:

«Στάλα νερού δε μπρίζει από το βράχο
μήτε κι ιδρώνει ιδέα δροσιάς το χώμα
κανείς νερόλακκος τριγύρω ή γούβα˙
με λάσπης καν στεγνής απομεινάρι˙
κι όμως η γης θρασομανάει ολούθε
φαρομανούν οι φράχτες μ’ άνθια πλήθια
κι η κάθε πέτρα ανθεί μουσγό χορτάρι
και μούσκουλη ο ξερόβραχος ντυμένος
χρυσάφι αναλυτό στο φως φαντάζει».

(«Χίμαιρα», Ιωάννης Γρυπάρης)

Όλα στον τόπο τον ελληνικό συμπιέζονται, συμπυκνώνονται, στριμώχνονται, για να χωρέσουν και να σταθούν. Για να φανούν στο αδιαχώρητο του μικρού, για να στέρξουν στο ολίγο οπού ποιήθηκαν. Τούτο για να επιτευχθεί, απαιτείται σοφία, πόνος, γνώση, συνείδηση, ώστε να υπάρξουν ως οντότητες, ως αξίες, ως ποιότητες, ως σύμβολα, ως πρότυπα, ως αρχέτυπα.

Απαιτείται γι’ αυτό, τούτα να συνεργήσουν, να συνεργαστούν, να «διαλεχθούν». Ο διάλογος είναι βασικός κι απαραίτητος στη «δημοκρατία της μικρογραφίας», οπού ο σεβασμός και η αίσθηση συντελούν καθοριστικά στη λειτουργία του όλου, ώστε με ισορροπία κι αρμονία να σταθεί. Γι’ αυτό και δε θα ιδείς το πολύ ή το μεγάλο στο ελληνικό τοπίο, που λογίζεται ως αντινομία στη φύση του –μπορεί και ύβρις–, γιατί είναι ανάρμοστο στην πορεία του και με τούτο χαλνιέται, γίνεται ασταθές, ετεροβαρές κι ανισόρροπο· κι εντέλει ετοιμόρροπο.

Μια τέτοια αντίληψη στη θεώρηση του τοπίου, τέτοια σκέψη γι’ αυτό, δεν υφίσταται κατά κανόνα στη μέρες μας, επειδή στις πράξεις των συγχρόνων επικρατεί η αξιοποιητική λογική του τόπου, που εντέλει, με την οικονομική λογική της εκμετάλλευσής του, μεταπίπτει σε πόρο αναλώσιμο, που δεν είναι· καθώς το τοπίο αναφέρεται στο πνεύμα του τόπου και εξ αυτού του λόγου είναι αναντικατάστατο. Τούτη η κατάσταση οδηγεί σε αποστέρηση του αγαθού (του τοπίου) και σε χάσιμο (σε απώλεια) του τόπου, λόγω της υποβάθμισής του ή της καταστροφής του −αφού, όπως προείπαμε, ο τόπος και εν προεκτάσει το τοπίο, καθίστανται με την τέτοια αντιμετώπιση, ασταθή κι ετοιμόρροπα, μη δυνάμενα ν’ αντισταθούν στη βλάβη τους ή ν’ ανταπεξέλθουν σε αυτήν.

Ο διανοητής της Ελλάδας Φώτης Κόντογλου, νοητός σε σχέση με τον τόπο και τις αξίες του, κι αντίστοιχα με τον άνθρωπο (τον Έλληνα) που τον κατοικεί στη μικρή του διάσταση, παρουσιάζει αυτόν αναφερόμενος στην ελληνική φύση, στη σωστή του απόδοση· βλέποντάς τον στο «πλούσιον της πτωχείας του»! Λέγει χαρακτηριστικά: «Πρώτα – πρώτα η φύση μας είναι “τη πτωχεία πλουσία”, δηλαδή φαίνεται απ’ έξω φτωχή, μα στο βάθος είναι πλούσια. Ένα μάτι που βλέπει μοναχά εξωτερικά και ξώπετσα δε μπορεί να νοιώσει το πνευματικό βάθος που υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα. Η ελληνική φύση είναι απλή και λεπτή: Βουνά που είναι σπανά τα περισσότερα, δίχως δέντρα ή με λιγοστά δεντράκια, μικρά λαγκάδια ανάμεσα στις πλαγιές, ξεροπόταμα με δάφνες, λυγαριές και λίγες ταπεινές ιτιές, κάμποι κίτρινοι, δίχως πολλές πρασινάδες, αμπέλια κατάχλωρα, ακριθαλασσιές ήμερες, νησιά πολλά και ξέρες, βράχοι σκουριασμένοι. Παντού λίγη βλάστηση, λίγος σκοίνος, μα τα λιγοστά δέντρα και τα πολλά αγριόκλαρα είναι εκφραστικά στον υπέρτατο βαθμό, λες κι είναι ζωντανά πλάσματα, με ψυχή και με μιλιά. (…) Στη φύση μας όλα είναι απλά, καθαρά, λιγοστά, όχι πλήθος που κουράζει το μυαλό. Γι’ αυτό και τα αισθήματά μας είναι τα ίδια, απλά, όσο είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και δε θέλουμε να κάνουμε τον Ευρωπαίο. Αυτή, λοιπόν, η απλότητα που υπάρχει στη φύση μας και στην ψυχή μας, είναι η πλούσια φτώχεια που είπαμε».[1]

Το πλουσιότατον του ελαχίστου πρέπει του ελληνικού τοπίου, το ολίγο που γίνεται πολύ στη σωστή θεώρησή του, κι αυτό αποτελεί την ελληνική ευδία, μια έννοια απλή βεβαίως της αίσθησης, που ως αξία πρέπει να διατηρηθεί λόγω της μεγαλοσύνης της· αφού, σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη, (στο ελληνικό, και δη στο αιγαιακό, τοπίο) «ο νους ξεπερνιέται από μερικά κύματα και λίγες πέτρες».[2] Ο δε Νίκος Καζαντζάκης, πάντα νοός και ξυπνός σε σχέση με τον τόπο, αναφέρεται στο «καλοδουλεμένο, λιγόλογο, λυτρωμένο από τα περιττά πλούτη, δυνατό και συγκρατημένο» αττικό τοπίο, όπου «η γη είναι πλούσια ντυμένη με τη γύμνια της».[3]

Αναφέρει περαιτέρω, σε σχέση με τα παραπάνω, ο, πάντα στοχαστικός κι ερευνητικός του ελληνικού τοπίου, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος: «Το ελληνικό τοπίο δεν είναι ο μονόλογος, που συγκινεί όσους περιορίζονται σε μια τυπική γνωριμία μαζί του. Είναι ένας ασταμάτητος διάλογος. Η θέση κ’ η αντίθεση. Η κατάφαση κ’ η άρνηση. Και το αδιάκοπο ξάφνιασμα. Ένας διάλογος πλατωνικός, που οδηγεί, στο τέλος, στη σύζευξη, την ισορρόπηση και την εναρμόνιση. Αυτό είναι το νόημα της μικρογραφίας. Κι όταν μιλούμε για μικρογραφία, δε θέλουμε, φυσικά, με τούτο να πούμε, πως ζούμε σ’ ένα τόπο στενό, περιορισμένο, που μπορείς μ΄ ένα πήδημα να τον περάσεις και να βρεθείς μακριά του. Θέλουμε να σημάνουμε την πολυμορφία του. Ένα σύμπαν σε μια σπιθαμή γης. (…) Η μικρογραφία δημιουργεί μια ψυχή, που αισθάνεται εξουσιαστική την ανάγκη της αλλαγής. Εδώ πέρα δεν υπάρχει ο απέραντος κάμπος, να ταξιδεύεις νύχτα και μέρα και να μην τελειώνει, δεν υπάρχουν τα μεγάλα ποτάμια, δεν υπάρχουν τ’ αδιάκοπα ψηλά βουνά. Τα πάντα μοιάζουν απεικάσματα…»[4]

Το μικρογραφικό χαρακτηριστικό του ελληνικού τοπίου δεν εντοπίζεται μόνο, όπως λανθασμένα νομίζεται, στο σκληρό τόπο των νησιών μας, κει οπού απαιτήθηκε να στριμωχθεί η ζωή για να σταθεί, για να δηλωθεί και να υπάρξει, αλλά παρατηρείται και στην ηπειρωτική ορεινή χώρα, την επίσης σκληρή κι αγρία, με τους στενεμένους από τα βουνά και τα δάση (όπου υφίστανται) ορίζοντες. Και στην αφθονία της βλάστης λοιπόν η μικρογραφία… Και κει, ίδια με τα νησιά μαζεύτη ο οικισμός, οργανώθη με μέτρο η δραστηριότητα στη γη και λογίσθη η ανθρώπινη πράξη κατά την ανάγκη. Πουθενά σπατάλη γης, πουθενά ενέργεια α(συλ)λόγιστη. Το παρελθόν δίδαξε στους διαχειριστές του στενεμένου τόπου να στέκονται με σεβασμό σε αυτόν και με σύνεση να πράττουν. Τα παθήματα που «μείωσαν» τον τόπο, τους έκαμαν σοφότερους. Και δεν ενήργησαν κατόπιν αλλότρια, μακριά από τη γη και τις αξίες της. Συνειδητοποίησαν ότι μόνο ο στέρεος τόπος θα τους κρατήσει όρθιους, θα τους κάμει δυνατούς και πλέριους, ικανούς να παράξουν χωρίς να υποβαθμίσουν ή να καταστρέψουν. Τους βλέπουμε έτσι ν’ ακολουθούν πρακτικές αειφορικής διαχείρισης της γης, να υποστηρίζουν εμπειρικές πολιτικές ανάπτυξης του τόπου βασισμένες στη διατήρηση του τοπίου ως φυσικού αγαθού, να υπερασπίζονται σθεναρά το λίγο του παράδεισου που έφτιαξαν για να υπάρξουν.

Και τούτο διότι έχει καταστεί ξεκάθαρο σε αυτούς που βλέπουν τον τόπο συνειδητά, ότι το περιβάλλον όπου ζουν αποτελεί την επένδυση της ζωής τους, είναι η ανάγκη τους, καθώς κι ότι αυτό δίνει την προστιθέμενη αξία στην όποια δραστηριότητά τους, για την επιτυχία της. Η εκμεταλλευτική επένδυση της γης τους τούς αφήνει αδιάφορους, εφόσον εκτιμηθεί από τους ίδιους ότι θίγει τον τόπο, και τους κάμει πολέμιούς της όταν επιβληθεί, ακριβώς διότι ακολουθεί την εισπρακτική λογική/πολιτική της αξιοποίησης των πόρων του τόπου, που είναι αντίθετη στη θεώρησή τους για τη διαχείριση του, σύμφωνα με τη φιλοσοφία και τον τρόπο ζωής τους σε σχέση με αυτόν. Δεν είναι αντίληψη τούτη προσκολημένη στο παρελθόν, μη αναπτυξιακή και στείρα. Είναι η σοφισμένη αντίληψη τής συνείδησης για τα γύρα, που στηρίζεται στη γνώση και την αίσθηση του τόπου. Διεκδικούν έτσι το δικαίωμά τους σε αυτόν, τον διεκδικούν αξιακά και τον απαιτούν σύμφωνα με το πνεύμα του (το «πνεύμα του τόπου»), που καλά το γνωρίζουν καθόσον τον ζουν…

Στην άλλη Ελλάδα, στην ύπαιθρο γη, οπού η δημιουργία δεν υποκαταστάθηκε από την εκμετάλλευση και το ελάχιστο είναι ακόμα πλούσιο, ζεις σε έναν άλλον κόσμο, έχεις άλλην προοπτική. Εκεί συναντάς ποικιλότητα φυσικών τοπίων, καθαρότητα μορφών, ανοικτότητα οριζόντων, ομορφιά λιτή κι απλή, απέριττη και ταπεινή, συναντάς βιοποικιλότητα μοναδική, συναντάς υγιή – αρμονική σχέση των ανθρώπων με τη γη και τα φυσικά στοιχεία. Το χαρακτηριζόμενο ως παραδοσιακό ελληνικό τοπίο, αυτό της υπαίθρου, «αγκάλιασε» τα φυσικά και τ’ ανθρώπινα που το συγκρότησαν −το φως, τις γραμμές, τη φύση, τα στοιχεία της πρακτικής του τόπου, το αρχαίο μνημείο, την ανθρώπινη κατοικία κ.ά.−, τα οποία άρμοσαν παρά την όποια μεταξύ τους συγκρουσιακή υπόσταση. Έτσι συγκροτήθηκαν τοπία μ’ ενέργεια, με ζωτικότητα και πάλη εσωτερική, με ισορροπίες και συνέργειες, με αλληλεξαρτήσεις και διαδοχές. Τοπία μ’ έντονη δυναμική μα κι ευαισθησία, τοπία δυνατά και μαζί εύθραυστα.

Ο Έλληνας λοιπόν, στο ελάχιστο που προορίστηκε, έπρεπε ως συνετός διαχειριστής να δημιουργήσει το πλούσιο του τόπου, για να σταθεί όρθιος αλλά και πλήρης. Τούτο προϋποθέτει μιαν ευγένεια ψυχής, που αντικατροπτρίζεται στη συμπεριφορά του προς τα γύρα, στον τρόπο που λειτουργεί στο φυσικό κόσμο. Τούτο το αποδίδει ο Φώτης Κόντογλου με τα εξής λόγια: «Σ’ αυτό το μέρος το κάθε τι ήτανε μικρό κ’ ήμερο, για τούτο το μυαλό τ’ ανθρώπου δεν κουραζότανε, μόνο ειρήνευε».[5] Μια τέτοια όμως ανθρώπινη συμπεριφορά δεν ημπορεί στη χώρα μας να συνδυασθεί με την περίσσεια, παρά με τη διαχείριση του ελαχίστου, καθώς στο μικρό κι ολίγο εκφράζεται η χώρα, και στη μικρογραφία της απαιτείται να λειτουργήσει ο διαχειριστής της. Είναι μια συμπεριφορά που πρέπει του Έλληνα για να διατηρεί τον τόπο του ισόρροπο, στο μέτρο που του αρμόζει.

Ο Οδυσσέας Ελύτης φτιάχνει μιαν μαθηματική πράξη της αίσθησης για ν’ αποδώσει τα παραπάνω. Ξεκινά με τη διαπίστωση ότι «η περίσσεια, το αδικαίωτο στολίδι, ο μορφασμός, αποτελούν ήδη για τον Έλληνα μιαν “ύβρη”», για να καταλήξει: «Η ευγένεια, όταν γίνεται κοινό κτήμα, τρισμεγεθύνεται. Και τότε αποζητά την αναγωγή της στο ελάχιστο».[6] Αλλού, ο ίδιος μιλά για την «ικανότητα να μεταβάλλεις τα ελάχιστα σε θησαυρούς, χάρη στον τρόπο που τα χειρίζεσαι», αποτελώντας «ένα σημάδι ακόμη αυτό της μεγάλης και φυσικής ευγένειας». Λέγει δε συμπερασματικά: «Η μεγάλη τέχνη βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει ν’ αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες το ελάχιστο».[7]

Παρόλο που στοιχειώνει τον Έλληνα η αλήθεια της φράσης του Ηρόδοτου, ότι «η φτώχεια είναι η κληρονομιά της Ελλάδας», εντούτοις ο ίδιος ο Έλληνας φρόντισε να διαψεύσει την ιστορία −κατά βάσιν, τον πατέρα αυτής, τον Ηρόδοτο− αλλάζοντας τη μοίρα του, κάμοντας πλούσιο το ολίγον της γης που του αναλογούσε. Δεν έφυγε από τον τόπο τον «φτωχό» και τον πλέριωσε δημιουργώντας τοπία που θαυμάστηκαν για τη μεγαλοσύνη τους, ακολουθώντας μεθόδους και πρακτικές που δεν έθιγαν τη γη, που δεν πρόδιδαν την εμπιστοσύνη της στον πονητή της και την κινούσαν στο να δίνει, στο να προσφέρει το δυνατό της· και να γένεται έτσι πλουσιότερο το σύμπαν στο ελάχιστό του. Η πράξη τούτη είναι η επικύρωση του αυτονόητου, που επιτυγχάνεται με τη σωστή διαχείριση της γης, κι εντέλει με τη στάση ζωής του διαχειριστή, αφού το ελάχιστον για να πληρωθεί δεν απαιτεί ποσότητα, αλλά ποιότητα προσφοράς, και κόπο, και συνεχή προσπάθεια. Και τούτο διότι, ο τόπος του ελαχίστου μπορεί να είναι φτωχός (σύμφωνα με τον Ηρόδοτο), αλλά πλουταίνει με τη δημιουργία· κι όχι με την εκμετάλλευση (η τελευταία αυτή έννοια, στο λεξικό του εκσυχρονιστή, του σημερινού τεχνοκράτη, αποδίδεται ως αξιοποίηση). Για να επιτευχθεί τούτο απαιτείται συνείδηση της γης από τον διαχειριστή της και «απέραντος σεβασμός για τη φύση, με υψηλή γεωαισθητική συνείδηση».[8]

Μελετώντας δε το οικιστικό περιβάλλον του χώρου της υπαίθρου, διαπιστώνουμε ότι στη γενικότερη θεώρησή του είχε προσαρμογές στη φύση του τόπου κι ακολουθούσε το πνεύμα του. Φτιάχτηκε μεν σύμφωνα με την ανάγκη του ανθρώπου, τις κοινωνικές κι οικονομικές του συνθήκες, αλλά υπολόγισε τις δυνατότητες του τόπου κι είχε προσαρμογές στο φυσικό περιβάλλον, τέτοιες που «έδεσε» με αυτό κι αποτέλεσε βασικό δομικό στοιχείο του όλου φυσικού χώρου. Βλέπουμε έτσι, μελετώντας το, ότι στη Σαντορίνη κατασκεύαζαν χυτούς θόλους στα σπίτια, γιατί εκεί έλειπε το ξύλο, αλλά ήταν σε αφθονία η θηραϊκή γη. Στα νησιά του Αιγαίου έφτιαχναν δώματα στα σπίτια, διότι έπρεπε επί αυτών να συντηρούνται στέρνες, για να συγκεντρώνεται το νερό της βροχής, αφού στα εν λόγω νησιά υπήρχε μεγάλη έλλειψη νερού. Στα νησιά αυτά ο ασβέστης ήταν άφθονος, γι’ αυτό κι υπήρχε το άσπρο των σπιτιών, κάτι που δε συνέβαινε σε άλλα νησιά, όπως π.χ. στη Λήμνο, όπου εκεί υπήρχε έλλειψή του. Στην ηπειρωτική Ελλάδα αντίθετα, η ανάγκη απομάκρυνσης του νερού της βροχής ή του χιονιού από τα σπίτια, οδήγησε στη δημιουργία της ξύλινης στέγης, με κεραμίδια ή σχιστόπλακες. Στα νησιά του Αιγαίου επίσης, όπου ο κίνδυνος των πειρατών ήταν συνεχής, τα σπίτια χτιζόταν κολλητά το ένα με το άλλο, έτσι ώστε, λόγω και των κλίσεων του εδάφους, η αυλή του ενός, ν’ αποτελεί δώμα του άλλου, για νάναι ευκολότερη η διαφυγή, όταν δημιουργούνταν κίνδυνος πειρατικών επιδρομών. Ενώ στη Μάνη, οι διαμάχες των φατριών, επέβαλλαν την κατασκευή σπιτιών – πύργων, που θ’ άντεχαν στις επιθέσεις των αντιπάλων.

Δέστε όμως παρακάτω, διότι τούτο τελικά έχει πιότερη σημασία, την αποκαλυπτική αίσθηση του Έλληνα της Μεσογείου για τον τόπο του −δέστε τη λυρική και ταυτόχρονα τη γιομάτη παλμό αίσθηση του απλού Έλληνα: «…Στα καμπιά κοκκινίζει η παπαρούνα, με τα σατινένια φύλλα της, με κεφαλάκι στη μέση μαλιαρό, καπελωμένο με καλυμμαύκι παπαδίστικο. Η μαργαρίτα μοσχοβολά, γελά στον ήλιο, τον βλέπει κατάματα με τα κίτρινα μάτια της. Ξεβλασταίνουν τα ραδίκια κι απάνω – πάνω στο βλαστάρι τους στήνουν λουλούδι κίτρινο, με γύρο ακτινωτό, σα μικρό ξεφτέρι. Εδώ ανθεί ο αμπέλωχας, εκεί το ξυνόχορτο και το κορίμπι, πιο πέρα η βρούβα, η ραπανίδα κι ο βίκος. Στις καυκάρες ντύνεται τ’ αχινοπόδι, ο αλήφονας κι η ξερή αστοιβή, με καινούρια φυλλαράκια, που παραγεμίζουν τον αγκαθωτό τους σκελετό κι είναι σα μεγάλοι πράσινοι αχινοί κολλημένοι στο χώμα. Μοσχομυρίζει η ρίγανη, η φασκομηλιά και τ’ αθμάρι. Ανάμεσά τους ξεπετάγονται κρινάκια και ζαφόρες, φουσκιές και χωνάκια και λεπτεπίλεπτα χορταράκια, που κανείς δε ξέρει τ’ όνομά τους, μ’ ανθάκια σταυροπέταλα, ντελικάτα, άσπρα και κίτρινα και μπλε. Και στ’ απότοιχα, πρασινίζουν ασκαλιάροι γαλατεροί, σκάρφια και φουφλιές, σταυράγκαθα κι απουράνοι μ’ αγκαθωτή αγκινάρα. Περνά η Άνοιξη, αποστρέφονται τα χόρτα και τα λουλούδια της. Πυρώνει την πέτρα ο ήλιος του καλοκαιριού, καίει τον κόσμο. Μα τ’ αθμάρι ρουφά την ανεπνιά της νύκτας, γεμίζει με λουλουδάκια μαβιά. Ανθίζει ο βάτος στα λαγκάδια κι η αλυγαριά στις αμμουδαριές και μέσα απ’ τα γκρεμνά απλώνει καταπράσινα φύλλα η κάπαρη. Κρατά το λουλούδι της κλεισμένο σε βαβούλι σφιγκτό, σα μικρή καρδούλα, κι όταν ανοίγει είναι σα φούντα από στήμονες, πολύχρωμους, μακριούς, πάνω σε πέταλα κουφετιά και άσπρα».[9]

Και μιαν άλλη ωραία, λυρική αυτή τη φορά, περιγραφή της ελληνικής υπαίθρου δίνουμε από τον συγγραφέα – δημοσιογράφο Βασίλη Ηλιάδη, σε χρονογράφημά του το 1930 με τον τίτλο «Η ρεμματιά»: «Η θεία γαλήνη απλώθηκε σ’ ολόκληρο το ακραίο ελληνικό νησάκι του Αιγαίου −τη Νιο. Το δείλι αγκάλιασε με τους μενεξέδες του το καθετί και οι ίσκιοι που κατέβηκαν αρμονικά από τις υψηλές βενετσιάνικες βίγλες εγέμισαν την ατμόσφαιρα από τρυφερότητα, νοσταλγία και παράδοξο μυστικισμό. Ωραίες στιγμές του αγνού νησιού οπού αισθάνεται κανείς κάτω από ένα κόσμο ρεμβασμών την ψυχική του περισυλλογή ακέραια! (…) Τα λευκά σπίτια της μικρής πολιτείας που είναι σκαρφαλωμένα απάνω εις τα γκρεμνά γίνουνται αριστοτεχνικός πίνακας της εποχής της Αναγεννήσεως και οι χιονάτοι μύλοι που υψώνονται απάνω από τη λευκή νησιώτικη πολιτεία παίρνουνε την μορφή δερβισάδων που ετοιμάζουνται για τον θρησκευτικό των βακχικό χορό. Είναι η ώρα του κάμπου. Η μεγάλη ρεμματιά του που οδηγεί προς το γιαλό ανοίγει την αγκαλιά της προς τη χαρά και τον έρωτα. Οι φουντωμένες αλυγαριές και οι ανθισμένες ροδοδάφνες της συνθέτουν ατμόσφαιρα αισθησιασμού, και η θρησκευτική ποίησις απλώνει σιγά και αρμονικά πίσω από τους λόφους με τα κοπάδια και πίσω από τους φράχτες τους φορτωμένους με τις αμυγδαλιές και τις συκιές. Η χαρά της ρεματιάς γίνεται ολοένα νησιώτικο τραγούδι, τρυφερή μαντινάδα, ερωτική εκδήλωσι, ψιθύρισμα, σβυσμένος ήχος φιλιού. Πελώριες βεντάγιες οι αλυγαριές ανεμίζονται ρυθμικά και η πανσέληνος τυλίγει με το ασημί της, όσο προχωρεί η νύχτα, την ερωτική γοητεία της ρεμματιάς».[10]

Ο Οδυσσέας Ελύτης, διεισδυτικός στη σκέψη του για τον Έλληνα και τον τόπο, αναφέρεται στη διαμόρφωση του ελληνικού τοπίου σύμφωνα με το βίο του Έλληνα, μέσα από μια σχέση αρμοστή κι ειλικρινή, έτσι που το τοπίο να προκύπτει ως «η προβολή της ψυχής του λαού πάνω στην ύλη». Ιδού τα λόγια του: «Πήρε να χειμωνιάζει. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει τη γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντίκρυ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει, ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο· που, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις· ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τ’ ασήμαντα, και διαμορφώνει, κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στέρεο έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου −παραλίγο να πω η ψυχή μου. Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων· είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη. Θέλω να πιστεύω −και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση− ότι, όπως και να το εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε και εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρυθρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί, από περιστερώνες και γλάστρες με γεράνια. Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες…»[11]

Προχωρώντας τη σκέψη του ο Ελύτης γίνεται πιο συγκεκριμένος σ’ ότι αφορά στη βιωματική σχέση του Έλληνα με το περιβάλλον του. Λέγει: «Τα μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών, μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή υπάρχουν διάχυτα στον αέρα για τον καθένα ή δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται οι ολίγοι. Και, μολονότι το άτομο στα χρόνια εκείνα έμοιαζε το ίδιο ισχυρά σβησμένο πίσω από την τεχνουργία όσο και στα χρόνια της πλέον ακμαίας χριστιανοσύνης, θα έλεγε κανένας ότι προηγουμένως είχε προσφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει λουλούδι και για να το χαίρεται και για να το εκμεταλλεύεται, χωρίς να σημειώνεται πουθενά το παραμικρό χάσμα, χωρίς να υπάρχει κενό».[12]

Κείνο στ’ οποίο καταλήγουμε σε σχέση με το ελληνικό τοπίο και τη δραστηριότητα του Έλληνα σε αυτό, είναι ότι κάθε έκφραση δημιουργίας στις περιοχές της Ελλάδας, προέκυπτε βάσει των ιδιαιτεροτήτων των περιοχών της και των κοινωνικών απαιτήσεων που υπήρχαν, όμως η όλη συγκρότηση επήλθε μες το ιδιαίτερο περιβάλλον του μεσογειακού γεωγραφικού χώρου, γεγονός που επέβαλλε στη δημιουργία την ύπαρξη κοινών κωδίκων λειτουργίας στη Μεσόγειο. Οι κώδικες αυτοί εκφράστηκαν διαφορετικά στα εθνικά και στα τοπικά όρια περιοχών της Μεσογείου, σύμφωνα με τις ιστορικές, τις πολιτιστικές, τις πολιτικές, τις κοινωνικές, τις οικονομικές, τις περιβαλλοντικές καταβολές και συνθήκες των περιοχών αυτών, μ’ αποτέλεσμα να προκύπτουν τοπία ιδιαίτερα και σημαντικά για το ρόλο τους στη συγκρότηση και το χαρακτήρα του τόπου. Τοπίο τέτοιο είναι το ελληνικό, ως σύνολο και κατά τοπική αναφορά, τ’ οποίο είναι μεν μεσογειακό, δεν είναι μολοντούτο ίδιο με άλλο της Μεσογείου, καθώς διαφοροποιείται έχοντα την ιδιοσυστασία του· ούτε ίδιο είναι και μέσα στον ελληνικό τούτο χώρο, καθώς παρουσιάζει σε αυτόν ποικιλία μορφών κι αποδόσεων!

(απόσπασμα από το βιβλίο του Αντώνιου Β. Καπετάνιου “ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΠΙΟ. Σπουδή του τόπου και θεώρηση του ελληνικού τοπίου”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2018).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Κόντογλου Φ., «Τη πτωχεία τα πλούσια. Η γνήσια ελληνική τέχνη», κείμενο δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Ελευθερία» στο φύλλο της 11ης-12-1955, περιλαμβανόμενο στον τόμο «Ευλογημένο καταφύγιο», εκδόσεις Άγκυρα, Αθήνα 2009, σελ. 160-161.

[2] Ελύτης Οδ., «Σχέδιο για μια εισαγωγή στο Αιγαίο» (1972), στο «Εν λευκώ», εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1993, σελ. 17.

[3] Καζαντζάκης Ν., «Η γη της Ελλάδας», περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος», 25 Απριλίου 1959.

[4] Παναγιωτόπουλος Μ. Ι., «Θέσεις και αντιθέσεις του ελληνικού τοπίου», έκδοση Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης, Αθήνα 1953, σελ. 15 & 24.

[5] Κόντογλου Φ., «Τ’ Αϊβαλί, τα Μοσκονήσια κ’ η αρχαία Ποροσελήνη», από τη συλλογή διηγημάτων «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου», εκδόσεις Παπαδημητρίου, Αθήνα 2001, σελ. 73.

[6] Ελύτης Οδ., «Τα επιτύμβια», που περιλαμβάνονται στον τόμο «Εν Λευκώ», εκδόσεις Ίκαρος, πρώτη έκδοση, Αθήνα 1992, σελ. 30, 32.

[7] Ελύτης Οδ., «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», που περιλαμβάνεται στον τόμο «Εν Λευκώ», ο.π. σελ. 70, 71, 105.

[8] Φράση του Μανώλη Γλέζου στο έργο του «Η συνείδηση της πετραίας γης. Κυκλαδογραφίες», εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 1997.

[9] Αλεξόπουλος Κ., «Τήνος. Το μικρό οδοιπορικό», εκδόσεις Ερίννη, Αθήνα 1993, σελ. 58-59.

[10] Ηλιάδης Β., «Η ρεμματιά», χρονογράφημα, εφημερίδα «Η Ακρόπολις», φύλλο 2-2-1930.

[11] Ελύτης Οδ., «Δημόσια και τα Ιδιωτικά», στον τόμο «Εν Λευκώ», εκδόσεις Ίκαρος, πρώτη έκδοση, Αθήνα 1992, σελ. 365-366.

[12] ο.π. σελ. 367-368.

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 26.01.2018

.


Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , , , , , ,

Απάντηση

No announcement available or all announcement expired.
Αρέσει σε %d bloggers: