Οι δήμοι βάζουν «στον πάγο» το Κτηματολόγιο

Με… ντρίμπλα επιχειρούν οι δήμοι να μπλοκάρουν το Κτηματολόγιο. Ενα μπαράζ προσφυγών στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) ανάβει φωτιές στη διοίκηση της εταιρείας Ελληνικό Κτηματολόγιο, καθώς υπάρχει κίνδυνος να φρενάρει η έναρξη λειτουργίας πολλών κτηματολογικών γραφείων.

Τράτσα Μάχη  | TO BHMA

Τι λένε οι δήμαρχοι

Η αρχή έγινε από τον Διόνυσο, τον Αγιο Στέφανο, τη Ροδόπολη και τη Σταμάτα τον περασμένο Αύγουστο, οπότε το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα του Δήμου Διονύσου και «πάγωσε» προσωρινά τη λειτουργία του κτηματολογικού γραφείου στην περιοχή ως την εκδίκαση της υπόθεσης. Σήμερα τη σκυτάλη έχουν πάρει οι δήμοι Αλίμου, Γλυφάδας και Ηλιούπολης, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι και άλλοι δημοτικοί άρχοντες, περί τον Υμηττό, ετοιμάζουν σχετικούς φακέλους για να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη. Ενας-ένας οι δήμοι ακολουθούν το ίδιο… μονοπάτι για το ΣτΕ, «πατώντας» σε σειρά αποφάσεων που είχαν πάρει οι ανώτατοι δικαστές το 2016, οι οποίοι έκριναν ότι δεν μπορεί να «κλειδώσει» η κτηματογράφηση μιας περιοχής αν δεν έχουν κυρωθεί και οριστικοποιηθεί προηγουμένως οι δασικοί χάρτες.

Το ερώτημα είναι γιατί οι δήμοι επιχειρούν να εμποδίσουν τη λειτουργία του Κτηματολογίου. Σύμφωνα με τον δήμαρχο Γλυφάδας κ. Γιώργο Παπανικολάου, στόχος είναι να μην οριστικοποιηθούν τυχόν καταπατήσεις. Οπως εξηγεί μιλώντας στο «Βήμα», ειδικά στην περιοχή της Γλυφάδας υπάρχει το πρόβλημα της Αιξωνής, το οποίο επηρεάζει περιοχές τόσο εντός όσο και εκτός σχεδίου, λόγω μιας παλαιάς απάτης που ολοκληρώθηκε το 1920, με την οποία μια ομάδα επιτηδείων επιχείρησε να καταπατήσει μια τεράστια έκταση. «Ως εκ τούτου, ο Δήμος Γλυφάδας είναι υποχρεωμένος να προστατέψει καλόπιστους τρίτους, οι οποίοι θα επιχειρήσουν να συναλλαχθούν με ακίνητα που έχουν αποκτήσει τίτλο διά της διαδικασίας κτηματογράφησης χωρίς προηγουμένως να υπάρχει άλλος τίτλος και οι οποίοι ενδέχεται, όταν συνταχθούν οι δασικοί χάρτες, να διαπιστώσουν ότι εξαπατήθηκαν» σημειώνει ο δήμαρχος.

Παράλληλα, ο δήμος έχει υποχρέωση να φροντίζει το φυσικό περιβάλλον της περιοχής του αλλά, όπως λέει ο κ. Παπανικολάου, και να προστατεύσει τυχόν δασικές εκτάσεις του Δημοσίου ή τρίτων, «που έχουν καταπατηθεί στη διάρκεια της διαδικασίας κτηματογράφησης».

Αλλωστε, αποφάσεις του ΣτΕ αναφέρουν ότι η Διοίκηση πρέπει να λάβει μέτρα ώστε δάση και δασικές εκτάσεις οι οποίες έχουν δηλωθεί από «τρίτους» στο Κτηματολόγιο να μη χάσουν τον δημόσιο χαρακτήρα τους. «Το ΣτΕ λέει ότι οι δασικοί χάρτες πρέπει να προηγούνται του Κτηματολογίου και ότι αν δεν υπάρχει κυρωμένος χάρτης σε μια περιοχή, το Δημόσιο δεν υποβάλλει δήλωση. Ομως το 2002 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αναφέρει ότι δεν χρειάζεται κυρωμένος χάρτης για να υποβάλουν δήλωση οι δασάρχες, αλλά μπορούν με βάση τον θεωρημένο χάρτη που πλέον υπάρχει για όλη τη χώρα. Εμείς στο Κτηματολόγιο επεξεργαζόμαστε τις δηλώσεις αυτές σαν να υπάρχει κύρωση» αναφέρει στο «Βήμα» ανώτατο στέλεχος του Ελληνικού Κτηματολογίου.

Οι θέσεις του υπουργείου

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, το 65%-70% των εκτάσεων (στις περιοχές όπου έχει ολοκληρωθεί η κτηματογράφηση) που δήλωσαν οι δασάρχες έχει αποδοθεί κατά κυριότητα στο Δημόσιο. Στον Δήμο Διονύσου από τα 31.000 στρέμματα εκτός ορίων σχεδίου πόλης έχουν αποδοθεί τα 29.000 στρέμματα στη δημόσια κτήση. «Οι προσφυγές των δήμων είναι υποκινούμενες από ορισμένους που θέλουν να δημιουργήσουν προσκόμματα στη λειτουργία του Κτηματολογίου» σημειώνουν παράγοντες του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Τα προβλήματα και οι διενέξεις

Οπως καταγγέλλουν νομικοί σύμβουλοι των δήμων, κατά την κτηματογράφηση οι παλαιοί τίτλοι είναι μόνο μία πηγή που αξιοποιείται για τη δημιουργία νέων τίτλων στο Κτηματολόγιο. Υπάρχουν ακόμα δύο πηγές: Η πρώτη αφορά την έκτακτη χρησικτησία, η οποία δεν απαιτεί πια τελεσίδικη δικαστική απόφαση αλλά πιστοποιείται, μεταξύ άλλων, με λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, δηλώσεις Ε9 ή ακόμα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων. Η δεύτερη αφορά το δικαίωμα ιδιοκτησίας του Δημοσίου σε όσα ακίνητα δεν δηλωθούν καθόλου και καταστούν «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Η ευκολία με την οποία μπορεί να δηλώσει κανείς ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία αποτελεί ισχυρό κίνητρο για καταπατητές είτε να νομιμοποιήσουν παλαιότερες καταπατήσεις είτε να προχωρήσουν σε νέες, στις περιπτώσεις που το Δημόσιο ή ιδιώτες δεν έχουν δηλώσει την περιουσία τους, κατά την κτηματογράφηση. «Υπό το ελληνικό κτηματολογικό σύστημα η καταχώριση – ύστερα από επτά έτη – δημιουργεί δικαίωμα ιδιοκτησίας, και μάλιστα αμάχητο. Δηλαδή το σύστημα του Κτηματολογίου επιτρέπει και να γίνουν καταπατήσεις και να οριστικοποιηθούν» σημειώνει ο δήμαρχος Γλυφάδας.

Προβλήματα με την κτηματογράφηση αντιμετωπίζει και ο Δήμος Αλίμου, κυρίως με δύο περιοχές εκτός σχεδίου, στις οποίες υπάρχει ακόμη δασική βλάστηση, ένα ρέμα, αλλά και δόμηση, κυρίως για επαγγελματική χρήση. Σοβαρό ζήτημα ωστόσο, σύμφωνα με τον δήμαρχο Αλίμου κ. Ανδρέα Κονδύλη, έχει ανακύψει και με άλλα περίπου 200 στρέμματα (στον Αγιο Κοσμά), τα οποία στο Κτηματολόγιο εμφανίζονται εντός των ορίων του Δήμου Ελληνικού – Αργυρούπολης. Η διένεξη των δύο δήμων, η οποία εξελίσσεται στη …σκιά της επένδυσης στο Ελληνικό, συνδέεται με πολλαπλά οφέλη, αλλά και υποχρεώσεις (δημοτικά τέλη, έκδοση οικοδομικών αδειών, αποκομιδή απορριμμάτων κ.λπ.).

Στο ΣτΕ έχει προσφύγει και ο Δήμος Ηλιούπολης, υποστηρίζοντας ότι το Κτηματολόγιοστην περιοχή δεν πρέπει να λειτουργήσει. Σύμφωνα με τον αντιδήμαρχο κ. Γιώργο Χατζηδάκη, σε κεντρικά σημεία της πόλης υπάρχουν περί τα 60 οικόπεδα τα οποία διεκδικεί ο δήμος, αλλά το δασαρχείο τα έχει δηλώσει κατά την κτηματογράφηση ως δημόσια δασικά. Οπως υποστηρίζει ο ίδιος, «πολλά από αυτά είναι κοινόχρηστοι χώροι και έτσι θέλουμε να τους διατηρήσουμε. Αν περάσουν στη δικαιοδοσία του δασαρχείου, θα ρημάξουν».

http://www.tovima.gr/society/article/?aid=937465&wordsinarticle=%CE%9A%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF

Advertisements

One thought on “Οι δήμοι βάζουν «στον πάγο» το Κτηματολόγιο

  1. Σκοπός της κτηματογράφησης είναι η ορθή και ακριβής αποτύπωση των υφιστάμενων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί της εγγείου ιδιοκτησίας. Ο σκοπός αυτός, δεν μπορεί να επιτευχθεί, όσον αφορά στη δημόσια κτήση, επί των δασών και δασικών εκτάσεων, χωρίς την κύρωση των δασικών χαρτών. Και αυτό, γιατί ο δασικός χαρακτήρας, επηρεάζει άμεσα και σε ορισμένες περιπτώσεις καθορίζει ουσιαστικά τις προϋποθέσεις κτήσης εμπράγματου δικαιώματος επί των εκτάσεων αυτών, αποτελώντας έτσι προκριματικό ζήτημα, για τη διερεύνηση του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος. Η επίδραση του ζητήματος του δασικού χαρακτήρα μιας έκτασης στον καθορισμό των προϋποθέσεων κτήσης εμπράγματου δικαιώματος επ’ αυτών καταδεικνύεται από μία δέσμη διατάξεων και ιδίως του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3208/2003, σύμφωνα με τις οποίες, για τη μη προβολή ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του Δημοσίου επί δασικών περιοχών απαιτείται να έχει αρμοδίως αναγνωρισθεί, σύμφωνα με τις παρατιθέμενες στο άρθρο αυτό διατάξεις, ιδιωτικό δικαίωμα επ’ αυτών. Αυτό αποτυπώνεται και στο άρθρο 28 του ν. 2664/1998, το οποίο επιχειρεί να ρυθμίσει τα ζητήματα, που ανακύπτουν σε παράλληλες εκκρεμείς διαδικασίες κτηματογράφησης και αναγνώρισης ιδιωτικού δικαιώματος σε δάση και δασικές εκτάσεις και στο οποίο ορίζεται, ότι η εγγραφή κατά την κτηματογράφηση ιδιωτικού δικαιώματος σε δάσος ή δασική έκταση προϋποθέτει την, κατά τις κείμενες διατάξεις, αναγνώρισή του.
    Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι, χωρίς κυρωμένους δασικούς χάρτες, αυτό που θα αποτυπωθεί στα κτηματολογικά βιβλία δεν είναι οι, βάσει νόμιμων τίτλων, δικαιούχοι, αλλά οι υφιστάμενες ενδεχομένως καταπατήσεις των δημοσίων δασών, όλες δε οι σχετικές διενέξεις δασικές – ιδιοκτησιακές θα μεταφερθούν στο στάδιο λειτουργίας του Κτηματολογίου, οδηγώντας σε ενδεχομένως λανθασμένες πρώτες εγγραφές, οι οποίες, εάν δεν διορθωθούν κατ΄ άρθρο 6 του ν. 2664/1998, να ενδυθούν το αμάχητο τεκμήριο ακριβείας του άρθρου 7 του ιδίου ως άνω νόμου.
    Θα μπορούσε βέβαια να υποστηριχθεί, ότι η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998 δεν ξεκινά, πριν την κύρωση των δασικών χαρτών και ότι η παρέλευσή της δεν δύναται, πάντως, να οδηγήσει στην αναγνώριση ιδιωτικού δικαιώματος σε δασικές περιοχές, η οποία γίνεται επί τη βάσει ειδικών διατάξεων. Ωστόσο, η άποψη αυτή αντιστρατεύεται το σκοπό θέσπισης της αποσβεστικής αυτής προθεσμίας και του αμάχητου τεκμηρίου που γεννάται, αδιακρίτως και έναντι όλων, από την παρέλευσή της, η οποία αποτελεί, κατά την εισηγητική έκθεση, απολύτως αναγκαία, για τη δημιουργία μιας σταθερής βάσης, για το συνολικό οικοδόμημα του Κτηματολογίου. Υποτιμά επίσης τις επιπτώσεις, που θα έχουν εκ των υστέρων επεμβάσεις (νομοθετικές ή κανονιστικές) στις αμάχητες πρώτες εγγραφές, ως προς την ασφάλεια των συναλλαγών και τη δημόσια πίστη του Κτηματολογίου, το οποίο με τον τρόπο αυτό κινδυνεύει να καταστεί αναξιόπιστο και να απαξιωθεί πλήρως στην πράξη. Θα πρέπει, εξ άλλου, να παρατηρηθεί, ότι και η δυνατότητα που παρέχεται με το άρθρο 6 παρ. 6 του ν. 2664/1998 στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση να ρυθμίζει τις μεταβολές, που επέρχονται στις πρώτες εγγραφές, λόγω της μεταγενέστερης κύρωσης των δασικών χαρτών – η οποία ουδέποτε εκδόθηκε -, περιορίζεται χρονικά στο διάστημα, πριν την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας, πριν δηλαδή αυτές καταστούν οριστικές και αμάχητες.
    ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΕΤΑΝΓΙΑΝΝΗΣ
    ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΔΑΣΩΝ Ν. ΚΑΒΑΛΑΣ

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.