Ποιο το ελληνικό τοπίο; (Μέρος 2ο)

Ποιο το ελληνικό τοπίο;

(Μέρος 2ο)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Με τούτα βεβαίως που λέγουμε δεν πρέπει να θεωρήσουμε, όπως λανθασμένα συνέβαινε με αξιολογότατους Έλληνες και ξένους στοχαστές, που έμεναν σε μια συγκεκριμένη εικόνα της Ελλάδας, ότι αυτή είναι μόνο το λιτό κι απέριττο, το γυμνό κι ακόσμητον, των νησιών μας (κατά βάσιν του Αρχιπελάγους), της Μάνης, της Αττικής κι άλλων περιοχών της χώρας με ξηροθερμικό περιβάλλον και βλάστηση ξηροφυτική, που τις χαρακτηρίζει ο βράχος και η τα στεγνά τοπία. Υπάρχουν, πέραν αυτών, «γιομάτες» με βλάστη περιοχές της χώρας, που ξεχειλούν από φύση (όπως, π.χ. της Κεντρικής και της Βόρειας Ελλάδας). Αυτές, φυσικά, δεν υπολείπονται κείνων της Μεσευρώπης και της Βόρειας Ευρώπης, όμως χαρακτηρίζονται από το τραχύ κι άγριο του τόπου, κάτι που στην ιδέα πολλών τις εξομοίωνε με το άγονο και απόκοιτο των νησιών μας!

Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στο οδοιπορικό στην Ήπειρο της Βρετανίδας περιηγήτριας Έμιλυ Μπόφορτ το 1860: «…φαινόταν να υπάρχει πάντα μια κάποια τραχύτητα (στο τοπίο της Ηπείρου), που μάλλον την ένοιωθες παρά την έβλεπες, ένα κάτι, που αφαιρούσε τη χλιδή από το πράσινο, ακόμη και στις κοιλάδες, και κατέστρεφε το πέπλο των χρωμάτων που σκεπάζει και ομορφαίνει και τις πιο άνυδρες χώρες σε θερμότερα κλίματα».[1]

Ο λόρδος Βύρων όμως, όντας βαθύνοος καθότι ποιητής, είδε το τοπίο της Ηπείρου στην πραγματική του διάσταση, ως τοπίο της αρμονίας του όλου, κατά τη φυσική συνθήκη. Σημείωνε: «Πέτρα, ποτάμι, δάσος, βουνά ολόγυρα, με τον πιο γαλανό ουρανό να δένει αρμονικά τα πάντα. Τα ψηλά βουνά και οι ζωντανές κοιλάδες αλληλοσυμπληρώνονται: ο ταξιδιώτης αδράχνει γνήσια χαρά όσο μπορεί».[2]

Τα παραπάνω περιβάλλοντα συντίθενται από βαθιά φαράγγια, απότομες ψηλές βουνοκορφές, μικρά οροπέδια, χειμάρρους κι ορμητικά ποτάμια κ.ά., που φτιάχνουν οικότοπους μοναδικούς και χαρίζουν σημαντική βιοποικιλότητα. Στα στοιχεία τούτα συνίσταται η διαφορά τους σε σχέση με τα πλούσια σε βλάστηση ευρωπαϊκά περιβάλλοντα, τα οποία όμως, παρά τον τέτοιο πλούτο τους, κατά κανόνα δεν έχουν την οικολογική και αισθητική αξία των ελληνικών. Τα περιβάλλοντα αυτά, που −ομολογουμένως− τ’ αγνόησαν (ή δε θέλησαν να τα ιδούν και να τ’ αναλύσουν) οι στοχαστές της «ελληνικότητας» −μάλλον γιατί θεώρησαν ότι στην Ελλάδα αρμόζει (ή την Ελλάδα αντιπροσωπεύει) η ξηρότητά της, με όλες τις συνδηλώσεις της−, και οι περιηγητές τα είδαν αρνητικά, είναι σημαντικά διότι πέραν της μεγάλης οικολογικής τους αξίας και της σημαντικής περιβαλλοντικής προσφοράς τους, συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό στην αρχιτεκτονική του ελληνικού τοπίου, παρέχοντας στοιχεία του χαρακτήρα του σ’ εθνικό επίπεδο, σύγκροτώντας το.

Βλέποντας συνεπώς το ελληνικό τοπίο με την ιδέα της εντύπωσης και όχι της θεώρησης και της εντρύφησης στο πνεύμα του, βλέποντάς το τεχνοκρατικά κι αξιοποιητικά, υποπίπτεις στο σφάλμα της απόρριψής του ή της αγνόησής του διαμορφώντας εσφαλμένη κρίση, ακριβώς διότι δεν έχεις ενσκήψει σε αυτό. Το βλέπεις και το κρίνεις, δεν το μελετάς, δεν το νοιώθεις και το αγνοείς μην έχοντάς το εννοήσει. Τούτο συμβαίνει διότι το ελληνικό τοπίο απαιτεί εντρύφηση, θέλει βαθύτερη οπτική κι ανάλυση για να κατανοηθεί· κάτι που, φυσικά, με τη γρήγορη οπτική και την προσπέλασή του δεν επιτυγχάνεται. Να νοιώσεις πρέπει το τοπίο, μα για να συμβεί αυτό πρέπει να το κατανοήσεις. Πρέπει, σύμφωνα με τους αισθητικούς Klaus Vrieslander και Τζούλιο Καΐμη, να θεωρείς στηριζόμενος στην αρχή ότι «η ψυχή του φυσικού περιβάλλοντος επιδρά στον άνθρωπο, μα και η ψυχή του ανθρώπου επιδρά στο περιβάλλον». Τούτο στην πράξη πετυχαίνεται όταν «ο άνθρωπος συλλαμβάνει τη μορφή από τη φύση, και τη φωτίζει με την παράδοση, που τη συγκεντρώνει και της δίνει αιώνιο ρυθμό».[3]

Ρόλο σημαντικό συνεπώς στην αντίληψη του τοπίου −και δη του ελληνικού− έχει η παράδοση, καθώς με αυτήν φτάνεις στη ρίζα της δημιουργίας και τη θεωρείς στη βάση της συνέχειας, χωρίς τελικώς να ξεχωρίζεις το ανθρώπινο έργο από το φυσικό. Είναι το ελληνικό τοπίο έτσι βιωματικό, είναι δημιουργημένο στη βάση του ελληνικού τρόπου ζωής σύμφωνα με τη φύση του, καθώς και με τον αγώνα του ανθρώπου για να σταθεί εν αυτώ και να το ουσιώσει, που αποκτά μιαν ουσιαστική συντέλεια, έναν χαρακτήρα θέμελο· όχι καταστατικό κι όχι κανονιστικό. Τούτο του δίδει μιαν ενέργεια διαχρονική και διαιώνια. Έχει ζωτική και ιστορική βάση· και σίγουρα δεν είναι απρόσωπο, ουδέτερο, δεν είναι σκηνικό –σου «μιλά», το ζεις στο παρελθόν και στο παρόν του.

Έχοντας εννοημένο τούτο τον παράγοντα ο ιστορικός Γουίλιαμ Μακ Νηλ εξηγεί τον Έλληνα και τον τρόπο του να ενεργεί, ενώ ταυτοχρόνως επικρίνει τον Δυτικό (τον Αμερικάνο) για τον τρόπο του ν’ απαιτεί την προσαρμογή του Έλληνα στα δεδομένα του, που θεωρείται ότι συγκροτούν την εξέλιξη. Λέγει: «Κανένας νεοφερμένος Έλληνας στην πόλη δε θεωρεί ότι, αφήνοντας πίσω του τη ζωή στο χωριό, θα μεταβάλει έστω και στο ελάχιστο τους παλιούς κανόνες που πρέπει να τηρεί κανείς για να προκόψει. Τα κατάλοιπα λοιπόν της αγροτικής νοοτροπίας είναι έντονα. Η εκτεταμένη αστικοποίηση, που προέκυψε σε διάστημα τ’ οποίο μόλις αντιστοιχεί σε μια ανθρώπινη ζωή, καθιστά οτιδήποτε άλλο αδύνατο. Ως εκ τούτου, η ελληνική κοινωνία, η ελληνική πολιτική σκηνή και η οικονομική συμπεριφορά των Ελλήνων παρουσιάζουν αισθητές διαφορές σε σύγκριση με χώρες που δε μοιράζονται την ελληνική κληρονομιά. Οι ξένοι, ιδίως οι Αμερικανοί, δε συνειδητοποιούν πάντοτε αυτό τον παράγοντα. Υπερήφανοι για τα επιτεύγματά μας και βέβαιοι για την ανωτερότητα του αμερικανικού τρόπου δουλειάς, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι και επιχειρηματίες συχνά θεωρούμε ότι αρκεί οι Έλληνες ν’ αποκτήσουν τις δικές μας διαχειριστικές δεξιότητες και, στη συνέχεια, χάρη στην εισαγώμενη τεχνογνωσία, θα πετύχουν τα ίδια αποτελέσματα που επιτυγχάνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες και οπουδήποτε αλλού. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει πάντα. Ακόμα κι όταν η πανίσχυρη μηχανή μιας απρόσωπης αγοράς βάζει πάνω απ’ όλα τη σύγχρονη τεχνολογία, υπάρχει πάντα χώρος για προσωπικές επιλογές, και αυτές οι επιλογές μερικές φορές αντανακλούν βαθιά ριζωμένες αξίες και συμπεριφορές, προς έκπληξη των ξένων, οι οποίοι ελάχιστα γνωρίζουν –και ακόμα λιγότερο ενδιαφέρονται– για το παρελθόν του τόπου».[4]

Ιδού πώς νοεί για το ελληνικό τοπίο ο Νίκος Καζαντζάκης, ένας σημαντικός του αντιλήπτορας: «Είναι αληθινή χαρά, πλούτος μεγάλος να τριγυρνάς την Ελλάδα. Τόσο το ελληνικό χώμα είναι ποτισμένο με δάκρυα, ίδρωτα κι αίμα, τόσο τα ελληνικά βουνά είδαν ανθρώπινο αγώνα, που ανατριχιάζεις λογιάζοντας πως στα βουνά ετούτα και στ’ ακρογιάλια παίχτηκε η μοίρα της λευκής φυλής. Παίχτηκε η μοίρα του ανθρώπου. (…) Το κάθε τοπίο το ‘χουν αγιάσει οι Έλληνες με τον αγώνα τους, το ‘χουν υποτάξει σε αψηλό νόημα, και το νόημά του αυτό αποτελεί πια την ουσία του· μετέτρεψαν, με την ομορφιά και το πειθαρχημένο πάθος, τη φυσική του σε μεταφυσική· αναμέρισαν τα χόρτα, τα χώματα, τις πέτρες και βρήκαν, βαθιά χωμένη, δροσερή, την ψυχή του. Και στην ψυχή αυτή της έδωκαν σώμα, πότε ένα χαριτωμένο ναό, πότε ένα μύθο και πότε ένα χαρούμενο ντόπιο θεό».[5]

Ζείται το ελληνικό τοπίο και γίνεται προσλήψιμο με βάση την αίσθηση του πονητή κι έπαφου του τόπου, που βλέπει στο μικρό τη μεγαλοσύνη του, που το αξιώνει για την αναξιολόγητη αξία του, κείνη που δε βλέπεται από τον αμύητο και μη εμβαθυμένο θεωρό. Αυτός θέλει να βιώσει με τη σπουδή τον τόπο για να τον νοιώσει στη βαθιά του υπόσταση, να τον προσλάβει νοητά. Και τούτο διότι οι μικροχαρές του τοπίου μόνο αν βιώνονται προσλαμβάνονται και γίνονται αφομοιώσιμες. Ο ένστιχτός στον τόπο τον ζει με τα στοιχεία του, με τη φύση του. Γι’ αυτό και ο Έλληνας, ως τοπιακός και βιωματικός, ζούσε βίο υπαίθριο, προσλαμβάνοντας τον τόπο στη φυσικότητά του. Ήθελε την επαφή με τον περίγυρο, τη νοιώση των γύρω. Γι’ αυτό και λέγει παρατηρώντας το βίο του Έλληνα ο Ισπανός λογοτέχνης Ενρίκε Γκόμες Καρρίγιο ντε Αλβορνός, που διήλθε την Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα και κατέγραψε τις εντυπώσεις του στο έργο του «Αιωνία Ελλάς»: «Ο λαός αυτός ζει στο δρόμο. Οι Έλληνες ζουν περισσότερο από τους άλλους λαούς στους δρόμους κι αυτό αποτελεί τρόπο της ζωής τους. Χαρακτηρίζονται από χαριτωμένη εξωτερική ματαιοδοξία και χαρά ζωής. Θα έλεγε κανείς ότι ο ελληνικός λαός αρέσκεται στο να εκθέτει τις ιδιωτικές στιγμές του».[6]

Όμως και ο ένστιχτος θεωρός κατέχει τον τόπο, όντας συνειδητός ως προς τις αξίες του, γιομάτος ιδέα θα τον ιδεί βαθιά του και θα εντρυφήσει σε αυτόν, παρά το γεγονός ότι δεν πράττει ως πονητής και δεν έχει (άμεση τουλάχιστον) λειτουργική σχέση μαζί του. Μπορεί να μην τον ζει, αλλά τον βιώνει σ’ ένα άλλο επίπεδο από τον πονητή, στο επίπεδο της ιδέας και της συνείδησης. Δέστε όμως πώς αποδίδεται η σχέση του έντρυφου Έλληνα με τον τόπο, του ανθρώπου που τον ζει, από τον συγγραφέα και κινηματογραφιστή Αντώνη Γεωργάκι, ο οποίος αναφέρεται στο νησί του, τη Νίσυρο: «Μα πώς μπορεί να είναι ευτυχισμένος κανείς δίχως να ‘χει τα σύκα του, τις ελιές του, τα σταφύλια του. Ακόμα και οι μύγες του τόπου σου είναι καλές. Μια μύγα που σ’ ενοχλεί, που στριφογυρίζει πάνω από το κεφάλι σου, στ’ αφτιά, είναι καλό κι αυτό, είναι κομμάτι της ζωής σου. Σε καθησυχάζει. Έχει δα μύγες τέτοιες στις μεγάλες πόλεις;».[7]

Ο Φώτης Κόντογλου προχωρά βαθιά κι αναλύει τον τόπο σε σχέση με τον Έλληνα, θεωρώντας τη συγκρότηση του τελευταίου ως απότοκο της ζήσης του στον τόπο. Είναι σαφώς μιαν άποψη ορθή, που μας λέγει κάτι σημαντικό, ότι ο Έλληνας παίρνει από τον τόπο διαμορφούμενος, δίνοντας ταυτόχρονα σε αυτόν και διαμορφώνοντάς τον. Είναι μια σχέση εξίσωσης της προσφοράς και της ζήτησης και από τις δύο πλευρές, του ενεργού και του ενεργούμενου, στο δημιουργικό γίγνεσθαι. Λέγει ο Κόντογλου: «Λένε πως τους αρέσει η Ελλάδα για τον ήλιο, για το φως, για τον γαλανό ουρανό, για τη λαμπρή θάλασσα. Μα αυτά είναι τα εξωτερικά, και πολλά από αυτά βρίσκονται και σε άλλους τόπους. Εκείνο που κρύβεται πίσω από την εξωτερική, φυσική ομορφιά είναι κάποιο μυστηριώδες πράγμα, που δίνει στον άνθρωπο μια λύτρωση, ένα ψυχικό ξεκούρασμα, ένα κέφι για τη ζωή, ένα είδος μακαριότητας. Με όλο το φως που λάμπει στην πλάση, υπάρχει μέσα στη φύση της Ελλάδας, στα τοπία της, ένα μυστήριο που δίνει μια θρησκευτική συγκίνηση στην ψυχή του ανθρώπου, που δεν παραμορφώθηκε από τον “πολιτισμό”».[8]

Και συνεχίζει: «Όποιος μετρά την ευτυχία και τη χαρά της ζωής με τα χονδροειδή μέτρα της υλικής καλοπέρασης, δε θα καταλάβει τίποτα απ’ την Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι πνεύμα και στα υλικά της. Η Ελλάδα είναι τ’ ασκητικά βουνά με τα ευωδιασμένα χαμόκλαδα, που έχουνε τη δροσιά ή τον ήλιο πάνω τους να λάμπουν σαν πολύτιμα πετράδια, χωρίς εκείνα τα πνιγερά δάση που μαυρίζουνε και καταπλακώνουνε τις βορινές χώρες. Τα αραιά δεντράκια είναι σαν ανθρώποι που στέκουνται στην πλαγιά, ή που είναι καθιστοί σ’ ένα βράχο, ή που κοίτουνται ξαπλωμένοι για να ξαποστάσουνε. Ο αγέρας τους έχει δώσει ένα σχέδιο εκφραστικό, σαν να ‘ναι ανθρώποι, σαν να ‘ναι ψυχές. (…) Φύση σεμνή. Φύση αγιασμένη. Έχει τη γέψη του σταρένιου ψωμιού που μοσκοβολά σαν ψήνεται στον φούρνο του χωριού. Γι’ αυτό και ο Έλληνας είναι ζεστός στην ψυχή. Τι να τα κάμεις τα εξωτερικά πλούτη, που έχουνε οι μεγάλες πολιτείες της Ευρώπης, τα κρύα πάρκα που είναι καμωμένα με τ’ αλφάδι, γραμματικές και σχολαστικά συντακτικά της “επιστήμης των κήπων”, με την απελπιστική συμμετρία, με τους τεχνητούς βράχους και με τους ηλεκτρικούς γλόμπους; Οι άνθρωποι εκεί είναι ψυχροί όπως τα τοπία τους. Όλα τα φυσικά κτίσματα στην Ελλάδα είναι στα μέτρα του ανθρώπου. Είναι σα να γινήκανε γι’ αυτόν όλα, τα βουνά, οι θάλασσες, οι κόρφοι, τα νησιά, τα λαγκάδια, τα ποτάμια… Σ’ άλλες χώρες η φύση παρουσιάζει ένα χάος, που φοβερίζει τον άνθρωπο –χάος γεμάτο αντάρες, υγρασίες, σκοτάδι, μούχλα».[9]

Γι’ αυτό λέμε ότι για να εννοηθεί το ελληνικό τοπίο, πρέπει πρώτα να κοιταχθεί βαθιά και να «σπουδαχθεί». Άλλως είναι καταδικασμένο από τον κριτή του, νάν’ απορριπτέο κι αγνοημένο. «…Πίσω από τ’ αγνοημένο βουναλάκι υπάρχει ένα συναίσθημα. Δεν έχει δάκρυα ούτε συνείδηση», μας λέγει ο Οδυσσέας Ελύτης στα «Παράθυρα προς την πέμπτη εποχή». Αυτό το συναίσθημα, με όλες τις συνδηλώσεις του, δεν το βλέπει ο αγύμναστος του ελληνικού τοπίου· κι έτσι ανάξιός του γένεται, απορρίπτοντάς το. Μιαν τέτοια όμως καταδίκη του ελληνικού τοπίου δε σημαίνει την αποτυχία του, δε σημαίνει την αστοχία του να συνεγείρει. Είναι ευθύνη του θεωρού που δεν το βλέπει. Όσο υφίσταται όμως, και δεν καταστρέφεται από τον κακό Έλληνα, μπορεί ν’ απαιτεί από αυτόν να γυμναστεί στο πεδίο του, για να του προσφέρει. Κι όποιος γυμνασμένος το νοιώσει και το εκτιμήσει, θάχει πάρει μεγάλη σπουδή και το προνόμιο να κατέχει την αξία ενός ανεκτίμητου ιδανικού: της συνείδησης της γης. Με τέτοια συγκρότηση θάχει λόγο σοβαρό, αξιακό, υπαρξιακό, μιαν υποχρέωση και μια τιμή, να προστατέψει το ελληνικό τοπίο από τον «κακό» συνάνθρωπό του, που το υποβαθμίζει και το καταστρέφει…

Είναι ζήτημα άσκησης λοιπόν, το να κατανοήσεις και να συμμετέχεις στο ελληνικό τοπίο. Ο Άγγλος φιλόσοφος Φιλίπ Σέραρντ (Rhilip Sherrard), αναλύοντας τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό, εξηγεί τον τρόπο της άσκησης του ανθρώπου στον τόπο, στην κατά τον ποιητή θεώρηση του κόσμου −μια, τρόπον τινά, ντιρεκτίβα για τη ζωή−, που στηρίζεται ακριβώς στην αντίληψη της ενάσκησης στα κοινά, η οποία απορρέει από την μύηση στη ζωή του πνεύματος και τη συγκρότηση αξιακά και συνειδητά. Πρόκειται δηλαδή για σπουδή προκύπτουσα από εσωτερική άσκηση, κάθαρση κι ανάταση του ατόμου, που το φτάνει στο επίπεδο του δημιουργού −να νοιώθει και να είναι τέτοιος. Λέγει ο Sherrard: «Ο κόσμος δεν είναι απλό παιχνίδι μιας τυφλής τύχης που δεν ξέρει διακρίσεις. Είναι η έκφραση μιας διαδικασίας που μπορεί να γίνει κατανοητή, μολονότι η φύση της μένει θαμπή για τον άνθρωπο από ελάττωμα της ίδιας του της μέσα οργάνωσης. Έτσι η έμφαση δίνεται στην εσώτερη οργάνωση, κι όχι στην εξωτερική συμπεριφορά. Είναι η μύηση που ενδιαφέρει. Το άτομο πρέπει να περάσει από διάφορα στάδια εξελικτικά ώσπου να αισθανθεί στα βάθη του το άγγιγμα της θεότητας και να εγκατασταθεί στη ζωή του πνεύματος. Εκείνος που βλέπει δεν ξεχωρίζει πια από το αντικείμενο της όρασής του. Είναι ένα με το κέντρο της ζωής του, που είναι το κέντρο των πάντων και είναι το παν. Η υπέρτατη πραγματικότητα κατοικεί μέσα στο κάθε τι και κινεί τα πάντα. Είναι το πράσινο των φύλλων, το τραγούδι του κορυδαλλού, ο τρόμος του κεραυνού και της θύελλας, το μεγαλείο του ηλιοβασιλέματος, το απόμακρο μήνυμα των άστρων. Είναι δίχως σχήμα, απρόσωπη, αγνή, δίχως πάθος, αλλά και σύγχρονα η θερμή μ’ όλο το αίμα της ζωή μες την ανθρώπινη αναπάλλουσα καρδιά».[10]

Γι’ αυτό, συνεχίζει ο Sherrard, το ταξίδι της ζωής σημαίνει «το να ξαναβρείς τον “πρώτο σου εαυτό”, που δεν είναι απλώς ο ατομικός εαυτός σε χώρο και χρόνο, η ατομικότητα ή το εγώ, αλλά ο βαθύς, υπερατομικός εαυτός, πίσω από κάθε παράδοση, πίσω από κάθε σύμβολο και δόγμα, ρίζα και της ατομικής και της κοσμικής ζωής, ο απώτατος υποκειμενικός χώρος υπάρξεως και η ρυθμική δύναμη που κινείται μέσα στα πάντα». Ο ειδικός δε ρόλος της παράδοσης, προσδιορίζεται ως εξής: «Η ζωή πρέπει να έχει σχήμα, αν πρόκειται να τη ζήσουμε με αξιοπρέπεια και με σκοπό, και το σχήμα αυτό είναι το αποτέλεσμα της ιδιαίτερης υφής σκέψης και αισθήματος που διασώζονται σε μια παράδοση. Όπου απουσιάζει η παράδοση, η ζωή γίνεται άσχημη και στείρα και ο λαός γίνεται πλήθος, άσχετα από το υλικό ή φυσικό επίπεδο όπου μπορεί να βρίσκεται. Παράδοση που να μπορούσε να δώσει σχήμα στην αναρχική και ατιθάσευτη ιδιοσυγκρασία της φυλής του ζητούσε ο Σικελιανός. (…) Αυτό ακριβώς έπρεπε ν’ ανακτηθεί, η αίσθηση του εσωτερικού νοήματος της ζωής, προκύπτουσα από τις αρχές της παράδοσης, για ν’ αποκτήσει η ζωή μορφή κι αξιοπρέπεια, να μην παρασυρθούν (οι Έλληνες) στους άθεους και πλανερούς δρόμους της σύγχρονης Δύσης, που είχε αντικαταστήσει την πνευματική γνώση με ιδέες υλικής δεξιότητας και σωματικής ευεξίας».[11] −αυτά τα απλά ήθελε ο Άγγελος Σικελιανός από τον Έλληνα, για ν’ ακτινοβολεί ο ίδιος και η χώρα του με δύναμη και ζωή…

Συνεχίζει στο ίδιο θέμα ο Sherrard –δυστυχώς αδυνατούμε να τον ανακόψουμε στην όμορφη ροή του λόγου του, στη συντεταγμένη απόδοση της σκέψης του: «Ακριβώς όπως το Κλήμα, και το άτομο, αν πρόκειται να καρποφορήσει, δεν πρέπει να διακόψει την επαφή του μ’ αυτή την ανώτερη πηγή γνώσης και σοφίας, που ο Σικελιανός παριστάνει θηλυκή, τη Μάνα – Γη· δεν πρέπει ν‘ αποκόψει τις γήινες ρίζες μέσα του, γιατί αυτές ακριβώς θρέφουν την εσωτερική ανάπτυξή του. Από τη Γη αντλεί τροφή ο κορμός που υψώνει τα κλαδιά του στον ουρανό της ασώματης πραγματικότητας, όπου κατοικούν τα “πετεινά του ουρανού”. Αυτό το χωρισμό από τη Γη και την αποκλειστική καλλιέργεια του ατομικού “αρσενικού” λόγου έβλεπε ο Σικελιανός ν’ αντανακλάται −γιατί τα πράγματα εδώ κάτω είναι απλά αντίγραφα− στην ανάπτυξη των μεγάλων βιομηχανικών πόλεων, στη μηχανοποίηση σχεδόν κάθε όψης της ζωής και στην αποκοπή των ανθρώπων από τη γη. Γι’ αυτό ακριβώς ολόκληρος ο «επιστημονικός» πολιτισμός της Δύσης τού φαινόταν μια παραφωνία, για να μην πούμε διεστραμμένος, γιατί αποτελούσε προβολή του μυαλού χωρισμένου από τις γήινες ρίζες του, κι επομένως ανίκανου για κάθε οργανική, δηλαδή σημαντική, ανάπτυξη:

«Και μη χωρίστε από τη Γη, θαρρώντας
ψηλότερα από τούτη να καθίστε
σε θρόνο δόξας ψεύτικης, το θρόνο
της Γης σαν έχετε όλο. Άλλ’ ότι βγαίνει
από τη Γη, στυλώστε το, είτ’ αμπέλι,
είτε δεντρί. κι αν γέρνει, δώσετέ του
και το ίδιο Σας ραβδί να το στεριώσει,
το ίδιο Σας δόρυ…»

(Διθ. Ροδ., 28)

Στον σύγχρονο κόσμο ο άνθρωπος χωρίστηκε από τη Γη κι εγκαταστάθηκε “σε θρόνο δόξας ψεύτικης”, επάνω δηλαδή στον ατομικό νου του. Στερημένος όμως τη μητρική τροφή του ο νους είναι ανίκανος να γίνει πνεύμα, και έτσι χάνει λίγο λίγο την επαφή του με την πραγματικότητα. Αποκομμένος κατ‘ αυτό τον τρόπο γίνεται “ψεύτικος βασιλιάς”».[12]

Ίδια με τον Σικελιανό −παλαιότερα βεβαίως από αυτόν−, ως πνοός ζητούσε φύση, τοπίο και μνημεία να βρει στην Ελλάδα ο Γάλλος συγγραφέας και πολιτικός Σατωμπριάν (François – René, Viscount of Chateaubriand), ένας βαθύς φιλέλληνας…, κατά το ταξίδι του στην Ανατολή το 1806 και 1807. Όχι ξέχωρα από τα γύρα να στέκουν αυτά και να παρίστανται σκηνικά, αλλά αρμονικά και συνταιριασμένα ν’ αποδίδονται, ιδωμένα στο κλίμα της Ελλάδας, λουσμένα από  φως να λάμπουν στον ήλιο τον ελληνικό. Έδινε μεγάλη σημασία στο φως ο Σατωμπριάν (όπως και πολλοί κατοπινοί του στοχαστές), και θεωρούσε ότι το φως το ελληνικό μεταμορφώνει το τοπίο, του δίνει άλλην αίσθηση και προοπτική, καθώς γαληνεύει τον τόπο και καλεί τις αισθήσεις να τον γευτούν. Η ερήμωση του τόπου, λόγω της υποδούλωσης στον Τούρκο, τον λυπούσε, αλλά δεν τον κατέβαλλε, καθώς έβλεπε το διαφορετικό που αντιπροσώπευε, αυτό που αντανακλούσε. Είχε συνεπώς μέλλον ο τόπος, είχε προοπτική. Αυτός έλαμπε, ακτινοβολούσε, επειδή τα στοιχεία του τον ιδιαιτεροποιούσαν: απέπνεαν, ανέδιδαν, μιλούσαν. Αν και ρομαντικός ο Σατωμπριάν, δεν ιδανικοποίησε τον τόπο, αλλά τον είδε στη διάσταση του ύψους του, όπως του αρμόζει. Παραμέρισε έτσι το συναίσθημα, και μίλησε με τον αποδεικτική λογική, φτάνοντας τελικά εκεί που το συναίσθημα και η αίσθηση των πραγμάτων οδηγούν: στην εξήγηση του τόπου με διάνοια.[13]

Λέγει σχετικά: «Τα κλίματα επηρεάζουν λίγο ή πολύ το γούστο των λαών. Στην Ελλάδα, να πούμε, όλα είναι γλυκά, όλα είναι απαλά, όλα είναι γαλήνια −στη φύση, καθώς και στα κείμενα των αρχαίων. ΄Οταν δει κανείς τα χαριτωμένα τοπία της Αττικής, της Κορίνθου και της Ιωνίας, καταλαβαίνει γιατί η αρχιτεκτονική του Παρθενώνα έχει τόσο ευτυχισμένες αναλογίες, γιατί η αρχιτεκτονική του Παρθενώνα είναι τόσο αδιατάρακτη και τόσο ειρηνική. Στην πατρίδα των Μουσών η φύση καθόλου δε συμβουλεύει παρεκκλίσεις· αντίθετα, η ροπή της είναι να ξαναφέρνει το πνεύμα στον έρωτα των ομοιόμορφων κι αρμονικών πραγμάτων».[14],[15]

Το ελληνικό τοπίο δομήθηκε πάνω στην ελληνική φύση, που αποτέλεσε το πεδίο συγκρότησης του ελληνικού όλου. Δεν είναι φύση άφθονη, δεν είναι πλουμιστή και πομπώδης. Είναι πηγαία, είναι ενεργητική, φύση της εντροπίας, της διηνέκειας, της συνεχούς πάλης –οπού ο άνθρωπος λειτουργεί ως διαχειριστής και χορηγός. Είναι φύση που συγκινεί και λιγότερο που συγκλονίζει. Είναι φύση που πάλλει, παρά φύση που εκστασιάζει. Επί αυτής, σε κάθε της έκφανση, συγκροτήθηκε το ελληνικό τοπίο. Αποτέλεσε το αναγκαίο οικοσύστημα για να υπάρξει τοπίο και να δημιουργηθεί ο ελληνικός πολιτισμός. Καθότι το τοπίο είναι εργώδης διεργασία, ένα συνεχές ποιείν, μια πράξη που δεν τελειούται…

Πρόκειται κατ’ ουσίαν για πνευματική διεργασία του πνοού ανθρώπου, του Τεχνίτη της ζωής, του έντρυφου του τόπου, που είτε ως πονητής του είτε ως θεωρός του νοεί, πνοεί και θάλλει στο Σύμπαν του, συμμετέχοντας στη διαμόρφωσή του, γενόμενος ποιητής στην πλάση· δηλαδή ενεργός του ποιείν, του πλάθειν δημιουργία. «Η φύσις αποκαλύπτεται διά μέσου των ίδιων της των αρμονιών», έλεγε ο Άγγελος Σικελιανός. Και συμπλήρωνε: «Ο Τεχνίτης αποκαλύπτεται διά μέσου της επιλογής των αρμονιών αυτών».[16]

Φύση και λελογισμένη, εμπνευσμένη και μετρημένη ανθρώπινη δραστηριότητα φτιάξαν την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου (την παράδοσή του), ψυχώνοντας τα συνθέματα εν αυτής, κάμοντάς τα τέχνη της ζωής. Ο Αμερικανός συγγραφέας Χένρυ Μίλλερ εξηγεί τούτη τη δημιουργική σχέση του πονητή ανθρώπου, του λειτουργού στο σύστημα της ζωής, με τα παρακάτου: «Η Φύση από μόνη της δεν ημπορεί να κάνει τίποτε. Η Φύση μπορεί να γιατρέψει μόνο όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει τη θέση του μέσα στον κόσμο, που δε βρίσκεται στη Φύση, όπως στα ζώα, μα είναι ο κρίκος ανάμεσα στο υλικό και το θεϊκό».[17]

Φύση, λοιπόν, και άνθρωπος πορεύτηκαν αντάμα κι έφτιαξαν περιβάλλοντα, έφτιαξαν το ελληνικό τοπίο, τον ελληνικό πολιτισμό. Πού κενό στη φύση, πού κενό κι έλλειψη σε αυτήν, πέρα από ζωή, που ξεχύνεται στο όλον της ή φανερώνεται όμορφα από τις χαραμάδες της ή από της αυλακιές της ζήσης. Μια σοφία δημιουργίας διακατέχει το σύμπαν, μιαν ταπεινή ολοζωή, που προκύπτει από αυτό που χαρακτηρίστηκε σε παλιότερους χρόνους ως «ελληνικός τρόπος» ζωής.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο: στενός ο τόπος του νησιού, λίγες οι προσφορές του. Ο νησιώτης όμως τον «πάλεψε», στάθηκε στις αντίξοες συνθήκες της ζωής, σμιλεύοντάς τον, βρίσκοντας παροχές στο ολίγο του. Προσάρμοσε τη ζωή του στη στέρηση. Κι έφτιαξε τέχνη υψηλή, αρμοστή της φύσης. Σπίτια άσπρα, που διώχναν τη ζέστη με το αντανάκλασμα του ήλιου, με λίγα δοκάρια, χωρίς εξώστες και ξυλοδεσιές, λόγω της έλλειψης ξυλείας, και με ταράτσες γεμάτες με αργιλλικό χώμα, για να περνά το νερό της βροχής σε δεξαμενές, λόγω της έλλειψης νερού στο νησί. Χρήση του ασβέστη παντού, που έδινε παστρικότητα στον τόπο, πέτρα μπιχτή ή χτιστή, αυλές μπαχτσεδωτές. Και πιο πέρα, μια ύπαιθρος αιθρία. Γη σκαλωτή, βαθμιδωτή, καρπερή στα διαζώματά της −μια σοφία της γης, δημιουργημένη από τον απλό νησιώτη, μια προσαρμογή στον τόπο. Κι όλα λουσμένα στο φως, όλα κατάλαμπα κι ολοφανέρωτα, ως αξίες αποδοσμένα!..

Ένας φιλόλογος και παιδαγωγός, ο Αλέξανδρος Δελμούζος, μιλά για την ιδιαιτερότητα της ελληνικής φύσης, που συγκροτεί την αξία της. Και καταλήγει στο «δώρο» που χαρίστηκε στην Ελλάδα, νάχει ήλιο ολόλαμπρο δίνοντας φως και ζωή στον τόπο. Λέγει: «Η δική μας φύση εκτός από τα γνωρίσματα, τα κοινά σε όλους τους τόπους, έχει και ιδιαίτερο, ατομικό χαρακτήρα, έτσι που μπορούμε να μιλούμε για “ελληνική φύση”. Το καταλαβαίνουμε καλλίτερα με τη σύγκριση. Ας φανταστούμε μιαν άλλη χώρα, τη Γερμανία π.χ. Κάμποι μεγάλοι και βουνά χοντρά και μονοκόμματα ή πανύψηλα, όγκοι που η κορυφή τους συνήθως δε φαίνεται, χαμένη στα σύννεφα και στην ομίχλη. Λίμνες πολλές και μεγάλες, ποτάμια πλατιά κοιμισμένα ή ορμητικότατα, δάση απέραντα, μαύρα, χωρίς μυρουδιά. Θάλασσα απεριόριστη, βαριά, σκοτεινή. Ο ήλιος συχνά αδύνατος και κάποτε μάλιστα μέρα μεσημέρι θυμίζει χειμωνιάτικο φεγγάρι δικό μας τυλισμένο σε νέφη. Βροχές κι ομίχλες άφθονες, ατμόσφαιρα όχι καθαρή, έτσι που τα περιγράμματα παρουσιάζονται συχνά αβέβαια. Άλλος ήλιος, άλλο φως, άλλο χρώμα. Παντού κάτι βαρύ, πελώριο, ακαθόριστο και σκοτεινό. Βγείτε, αντίθετα, ένα πρωί, μεσημέρι ή δειλινό στο Ζάππειο. Μια ατμόσφαιρα διάφανη, πλημμυρισμένη στο φως και στο χρώμα αφήνει να ξεχωρίζουν όλα με καθαρά, φωτεινά διαγράμματα. Όλα συγκρατημένα σε λιτή, απέρριτη μορφή. Τίποτα ακαθόριστο και άμορφο. Όλα εύγραμμα, μετρημένα, με ένταση, με ψυχή. Βουνά, θάλασσα, δένδρα, περιορισμένα σε ήρεμες, πλαστικές γραμμές. Παντού διαύγεια, πλαστικότητα, ελαφρότητα, ένα πλούσιο, πολύχρωμο παιχνίδισμα του φωτός. Η επίδραση δε της ελληνικής φύσης σε όσους ζουν κοντά της, σε άμεση επαφή μαζί της, είναι ολοφάνερη σε πνευματική και συναισθηματική ζωή. Το βλέπομε στ’ αυθόρμητα λαϊκά δημιουργήματα: τη γλώσσα, το δημοτικό τραγούδι, τους χορούς κ.ά. Παντού φως, παραστατικότητα και πλαστικότητα, τίποτα άμορφο, όλα καθορισμένα, υποταγμένα στο λιτό αίσθημα».

Συνεχίζει σοφισμένα την αφήγησή του: «Την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος απάνω στα λαϊκά δημιουργήματα δεν μπορούμε να την αρνηθούμε, όσο κι αν μικρύνουμε τη σημασία της μέσα στους κληρονομικούς ή άλλους όρους. Όπως δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε και τον αντίχτυπο των γεωγραφικών όρων στη ζωή των τόπων μας. Πλήθος βουνά, εκτός από δυο τρεις μεγάλους κάμπους, μικρά κομμάτια γης απομονωμένα. Έπειτα θάλασσα, που χώνεται μέσα βαθιά στη στεριά με πολλούς μικρούς και μεγάλους κόλπους. Κέντρο στη Μεσόγειο με πολλά νησιά σκορπισμένα κατά την Ασία και την Αίγυπτο. Μικρές πόλεις και χωριά, το καθένα περιορισμένο στον εαυτό του, αποκεντρωτικό σύστημα, τοπικισμός, μικροαστικός κυρίως πληθυσμός· εμπόριο, ψυχολογία εμπόρου, κοντά στον τοπικισμό, ανοιχτό μάτι προς τα έξω κ.τ.λ.»[18] Ο Le Corbusier αναφέρεται στην αρμονία του ελληνικού τοπίου, σε κείμενό του το 1939 που επιγράφεται «Στην Ελλάδα, σε ανθρώπινη κλίμακα», μιλώντας για το ελληνικό χωριό: «Από τα ελληνικά χωριά και τα σπίτια τους, ο άνθρωπος παίρνει ένα μάθημα αρμονίας που τον εδραιώνει, αυτόν και τη σκέψη του στη σοφία ή στην απορρύθμισή του. Εδώ η αρμονία. Εδώ η ανθρώπινη κλίμακα». Προηγούμενως, αναφερόμενος στον δυτικό νεοπολιτισμό μιλούσε για «αντιανθρώπινες ενέργειες», και για την «ολέθρια αστυφιλία», καθώς και για την «παρακμή της αρχιτεκτονικής εδώ κι εκατό χρόνια».[19]

Ο Γάλλος ελληνιστής Jacques Lacarriere εξηγεί το ελληνικό τοπίο ως δημιουργία του ανθρώπου, ο οποίος το «σμίλεψε» χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της ελληνικής φύσης. Λέγει: «Ένα τοπίο δεν είναι αποκλειστικά και μόνο ένα συνονθύλευμα ή ένα μωσαϊκό από θάλασσες, στεριές, κάμπους, δάση και βουνά. Είναι επίσης και πάνω απ’ όλα αυτό που ο άνθρωπος έκανε με αυτά: παντού στη Μεσόγειο συναντάει κανείς ήλιο, λιόδεντρα, καΐκια, εξωκκλήσια… Αλλά καθένα από τα στοιχεία αυτά είναι το προϊόν μιας επιθυμίας, μιας ανάγκης, μιας δουλειάς που χαρακτηρίζει τον κάθε πολιτισμό με την ευρεία έννοια του όρου».[20]

Και συνεχίζει: «Στην Ελλάδα έχουμε συχνά την εντύπωση ότι μύριοι εργάτες, τεχνίτες, καλλιτέχνες ή ανώνυμοι αρχιτέκτονες εργάστηκαν σε κάθε χωριό, σε κάθε νησί, για να οικοδομήσουν αυτά τα γεμάτα φως, ομορφιά και λιτή αρμονία αριστουργήματα. Παντού στην Ελλάδα, σε κάθε γωνιά αυτής της χώρας που δουλεύτηκε, κατεργάστηκε, καλλωπίστηκε, εμπλουτίστηκε από τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, παντού μπορούμε να βρούμε τ’ αποτυπώματα και τη σφραγίδα του ανθρώπου, είτε είναι ψαράς, είτε είναι τεχνίτης, ερημίτης, ναυτικός ή εργάτης. (…) Η ουσία είναι ότι το ελληνικό κάλλος είναι το ίδιο λιτό και εξαγνισμένο όσο ένας κυβιστικός πίνακας, όσο κι ένα παιχνίδι σκιάς και φωτός πάνω σ’ έναν τοίχο, σα γεωμετρικό σχέδιο του Ευκλείδη, σαν το απόλυτο γαλάζιο των τρούλων ή τη λευκότητα μιας εκκλησιάς πάνω σ’ ένα ερημονήσι. Διότι σ’ αυτήν τη χώρα η ομορφιά είναι αυθόρμητη, δεν είναι φτιαγμένη με υπολογισμούς, με μεγαλεία ή μ’ επιτήδευση, αλλά με αέναη ευτυχία στις καθημερινές λεπτομέρειες. Είναι δηλαδή φτιαγμένη από ό,τι ο άνθρωπος αντικρύζει κάθε μέρα της ζωής του: ξερολιθιές ασβεστωμένες στην κορυφή, προσκυνητάρια στις άκρες των δρόμων, μπλε σκιά από τα στρογγυλά τραπεζάκια των καφενέδων, βαμμένα σκαλοπάτια των νησιώτικων σπιτιών, αποξηραμένα μπουκέτα των εκκλησιών, χαϊμαλιά των γαϊδουριών, ζωγραφισμένα χέρια πάνω σε κάποιους τοίχους να υποδεικνύουν το δρόμο της αλήθειας ή και πολύ συχνά διαφημιστικές επιγραφές και ναΐφ ζωγραφική, όλα ενταγμένα σ’ ένα αρμοστό σύνολο. (…) Στην Ελλάδα η ομορφιά δε μαθαίνεται ποτέ, είναι αυθόρμητη, αυτόχθονη όπως τ’ άσπρα κεντίδια των κυμάτων πάνω στην άμμο, όπως η μελετημένη συμμετρία των κυπαρισσιών σε όλο το μήκος των δρόμων, σαν μια πανδαισία χρωμάτων σε πόρτες και παράθυρα, ή σαν το πολύχρωμο έμβλημα των ελληνικών εμδυμάτων και κοσμημάτων. Διότι η ομορφιά είναι μια μάχη, είναι η νίκη του φωτός πάνω στη σκιά. Κι όπως έλεγε ένας από τους παλαιότερους και μεγαλύτερους Έλληνες φιλοσόφους, ο Ηράκλειτος, η ομορφιά είναι η αρμονία των αντιθέσεων. Ειδικότερα εδώ, είναι επίσης η συνάντηση και ο καρπός της ένωσης της Ελλάδας του χθες με αυτήν του σήμερα».[21]

Τι καλλίτερη απόδοση του ελληνικού τοπίου, από αυτή που παρατέθηκε προηγούμενα από τον Lacarriere, ο οποίος το στοχάστηκε ως έργο των ανθρώπων του, που συμπορεύτηκαν στον τόπο αρμοστά με τα φυσικά στοιχεία, στα πλαίσια μιας συνέχειας κι ενός όλου. Έδωσαν στον τόπο πράξη, με την ενέργεια και τη σοφία τους, και πήραν από αυτόν αίσθηση, πνοή, αξίες, τη δυνατότητα της κατοίκησης και φυσικά τα προϊόντα της παραγωγής τους. Η θετική εντροπία λειτούργησε στον τόπο δίνοντας τοπία υψηλής αισθητικής και πολιτιστικής αξίας, τοπία κοινωνικά και συνάμα φυσικά. Σε αυτή τη βάση το ελληνικό τοπίο αποκτά τη συμβολικότητα του εμβληματικού στον τόπο που θεωρείται, αποδιδόμενο με χαρακτηριστικά που το καθιστούν μοναδικό.[22]

(απόσπασμα από το βιβλίο “Το ελληνικό τοπίο. Σπουδή του τόπου και θεώρηση του ελληνικού τοπίου”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2018).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Από το συλλογικό έργο «Στη χώρα του φεγγαριού. Βρετανίδες περιηγήτριες στην Ελλάδα (1718-1932)», εισαγωγή – επιμέλεια: Βασιλική Κολοκοτρώνη – Ευτέρπη Μήτση, μετάφραση: Σοφία Αυγερινού, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2005, σελ. 130.

[2] Lord Byron, «The major works includinig “Don Jouan” and “Childe Harold’s Pilgrimage”», editing: J. J. McGann, Oxford 1986, p.p. 66-67.

[3] Vrieslander K., Καΐμη Τζ., «Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα», προλογικό σημείωμα: Άρης Κωνσταντινίδης, εισαγωγή: Δημήτρης Φιλιππίδης, επίμετρο – επιμέλεια: Μισέλ Φάις, πρώτη έκδοση 1934, εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 1997, σελ. 31 & 32.

[4] McNeill W. H., «Η μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», μετάφραση: Νίκος Ρούσσος, επιμέλεια – διόρθωση: Αλέξανδρος Καρατζάς, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2017, σελ. 26-27.

[5] Καζαντζάκης Ν., «Αναφορά στον Γκρέκο», εκδόσεις Καζαντζάκη (Νίκη Σταύρου), Αθήνα 2015, σελ. 194 & 195.

[6] Καρρίγιο Ενρ. Γκ., «Αιωνία Ελλάς», μετάφραση: Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, έκδοση Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Αθηναίων, Αθήνα 2000, σελ. 39.

[7] Γεωργάκις Αντ., «Το νησί της ελαφρόπετρας. Το τελευταίο καλοκαίρι ενός ελληνόπουλου», εκδόσεις Χατζηνικολή, Αθήνα 1987, σελ. 134.

[8] Κόντογλου Φ., «Η ελληνική φύση. Ο θησαυρός του κόσμου», κείμενο δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Ελευθερία» στο φύλλο της 11ης-9-1955, περιλαμβανόμενο στον τόμο «Ευλογημένο καταφύγιο», εκδόσεις Άγκυρα, Αθήνα 2009, σελ. 57-58.

[9] ο.π. σελ. 58-60.

[10] Sherrard Rh., «Δοκίμια για τον νέο ελληνισμό», εκδόσεις Αθηνά (σειρά “Σύνορο”), Αθήνα 1971, σελ. 208-209.

[11] ο.π. σελ. 212-213, 224-225 αντιστοίχως.

[12] ο.π. σελ. 268-270.

[13] Το οδοιπορικό του Σατωμπριάν στην Ανατολή εκδόθηκε σε βιβλίο στο Παρίσι το 1811 με τον τίτλο «Itineraire de Paris a Jerusalem a Paris». Στην Ελλάδα εκδόθηκε το 1860 σε μετάφραση του σημαντικού Έλληνα πεζογράφου του 19ου αιώνα Εμμανουήλ Ροΐδη, με τον τίτλο «Οδοιπορικόν», τόμοι Α΄ & Β΄, από το «Τυπογραφείον της Αυγής». Ανατύπωση του έργου αυτού πραγματοποιήθηκε σε επιμέλεια Τάσου Βουρνά από τις εκδόσεις Αφών Τολίδη το 1979. Άλλη έκδοση του ταξιδιού του Σατωμπριάν στην Ελλάδα την ίδια εποχή πραγματοποιήθηκε από τις εκδόσεις Δωδώνη το 1979 σε επιμέλεια – μετάφραση του σημαντικού λογοτέχνη και κριτικού Αντρέα Καραντώνη.

[14] Francois – Rene de Chateaubriand, «Το ταξίδι στην Ελλάδα», πρόλογος-μετάφραση: Αντρέας Καραντώνης, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1979, σελ. 56.

[15] Λέγει αλλού ο Σατωμπριάν κάμοντας εύστοχες επισημάνσεις: «Γενική αρμονία των ελληνικών μνημείων, σχέση τους με την ολόγυρά τους φύση και τα τοπία, καταλληλότητά τους για τη χρήση που ‘χαν σαν προορισμό τους, εντέλεια των μερών τους». Και συνεχίζει, για τη σχέση του ελληνικού φωτός με το αρχαίο μνημείο: «Τα μνημεία των Αθηνών (που μεταφέρθηκαν από τον Έλγιν στην Αγγλία), αποσπασμένα από τους χώρους για τους οποίους πλάστηκαν, θα χάσουν όχι μονάχα ένα μέρος από την ομορφιά τους τη συνταιριασμένη με το περιβάλλον τους, αλλά και το ίδιο τους το κάλλος αισθητά θα ελαττωθεί. Γιατί μονάχα το λαμπρό τους φως φανερώνει τη λεπτότητα κάποιων γραμμών και κάποιων χρωμάτων. Λοιπόν αυτό το φως λείπει από τον ουρανό της Αγγλίας κι έτσι αυτές οι γραμμές κι αυτά τα χρώματα θα χαθούν ή θα μείνουν κρυμμένα» (Σατωμπριάν, «Το ταξίδι στην Ελλάδα», πρόλογος-μετάφραση: Αντρέας Καραντώνης, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1979, σελ. 189 & 192 αντιστοίχως).

[16] Από το αφιέρωμα στον Άριστο Καμπάνη, με τον τίτλο «Προσφορά στον Ήφαιστον».

[17] Μίλλερ X., «Ο κολοσσός του Μαρουσιού», τίτλος πρωτοτύπου: The Colossus of Maroussi (Νέα Υόρκη 1941), μετάφραση: Ανδρέας Καραντώνης, εκδόσεις Γαλαξίας, Αθήνα 1965, σελ. 77.

[18] Δελμούζος Αλ., «Δημοτικισμός και Παιδεία», εκδόσεις Ράλλη, 1926.

[19] Le Corbusier, «Κείμενα για την Ελλάδα. Φωτογραφίες και σχέδια», μετάφραση: Λήδα Παλλαντίου, εισαγωγή – επιμέλεια: Γιώργος Σημαιοφορίδης, εκδόσεις Άγρα, Α΄ ανατύπωση, Αθήνα 1987, σελ. 163.

[20] Lacarriere J., «Ερωτικό λεξικό της Ελλάδας», μετάφραση: Χάρης Παπαδόπουλος – Ιωάννα Χατζηνικολή + 7 συνεργάτες, εκδόσεις Χατζηνικολή, Αθήνα 2001, σελ. 153.

[21] ο.π. σελ. 153, 154.

[22] Αναφερόμαστε στο τοπίο της Ελλάδας που τη διαμόρφωσε και της έδωσε τη μοναδικότητά της, κι όχι σε αυτό των σύγχρονων χρόνων, που την «παραμόρφωσε» και της αφαίρεσε το προνόμιο της αυτοπραγμάτωσής της και του θεμελιακού προορισμού της!

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 14.02.2018

 


.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s