Advertisements

ΠΟΣΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΚΑΙ GRAFFITI Ν’ ΑΝΤΕΞΕΙ Η ΠΟΛΗ;

ΠΟΣΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΚΑΙ GRAFFITI Ν’ ΑΝΤΕΞΕΙ Η ΠΟΛΗ;

Η κακογραφία της ελληνικής πρωτεύουσας και η αντιμετώπιση του δημόσιου χώρου

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Μια κακοδαιμονία κατατρέχει την ελληνική πόλη· και κατά βάσιν την ελληνική πρωτεύουσα, π’ αποτελεί το −κακό− πρότυπο του ελληνικού αστικού γίγνεσθαι. Είναι η ασωτία των συνθημάτων, της αφίσας και της ζωγραφικής απανταχού όπου ημπορείται να εκδηλωθεί στην πόλη, και που συνιστά την εύτρωτη πλευρά της, την ανορθογραφία ή την κακογραφία της. Για την ακρίβεια, αποτελεί καταστρατήγηση της ανοχής στην έκφραση που επιδείχνεται ως προς την ελευθερία του λόγου και της πράξης, καθ’ υπέρβαση καταστατικών κανόνων, μιαν ανοχή που απορρέει από τη γεννήτρα σχέση του ανθρώπου με την ιδέα και την τέχνη, που τις επιθυμεί στα πλαίσια του δημιουργικώς ζην, καθώς και της δυνατότητάς του να επικοινωνεί και να συστήνεται. Το σύνθημα γίνεται κραυγή, λόγος σημειολογικός, αιχμηρός μα και βλάστημος, άλλες δε φορές εμφανίζεται ως η ποιητική μποεμία της έκφρασης, ενώ με το graffiti αποδίδεται η τέχνη του δρόμου, που αποτελεί την έντεχνη απόδοση της έκφρασης. Η επικοινωνία συνίσταται στην έπαφη σχέση του διακοινωνητή με τον προσλήπτορα.

Ο γράφων στην πόλη καλουργεί ή κακουργεί ως προς την αντιμετώπιση του δημόσιου χώρου;

Επικοινωνία όμως σε ποια βάση και με ποια κοινωνική θεώρηση; Είναι σκεπτικό, στοχαστικό κι αγωνιστικό το σύνθημα, κι αντίστοιχα καλλιλογικό, καλλωπιστικό κι ευγενές το ζωγραφικό δημιούργημα στην τέτοια του μορφή και διάσταση; Πόσο φόρτο τούτων μπορεί ν’ αντέξει η πόλη; Ποια τα όρια για να θεωρηθεί μια τέτοια πράξη καταστρατήγηση της ηθικής για την πόλη, για το εύκοσμον της κατοίκησης, για το κοινωνικό κεκτημένο, για το περιβαλλοντικό μας δικαίωμα, για την αισθητική μας; Πότε η ελευθερία (της έκφρασης) καθίσταται ελευθεριότητα; Ας τα δούμε αυτά παρακάτω.

Περπατώ στους δρόμους της πρωτεύουσας, την κοιτώ από το τζάμι του αστικού στις πορείες του βίου μου, κι αγανακτώ, θλίβομαι! Τοίχοι γεμάτοι συνθήματα, τώνα πάνω στ’ άλλο, παντού όπου φτάνεται η γραφίδα του συνθηματοποιού, στο δημόσιο και ιδιωτικό χώρο −αρκεί ο χώρος αυτός νάχει το προνόμιο της εμφάνειας κι ανάδειξης−, λόγος καταχρηστικός, σπάταλος, άμετρος εν σχέσει με τη δυνατότητά του να χωρείται, με τον προορισμό του, με τη νομιμοποίησή του. Δεν ημπορώ, όσο και να το προσπαθώ δικαιολογώντας συμπεριφορές, να ωραιοποιήσω τούτη την κατάσταση, την ασχήμια εντέλει, να κλέψω motto των συνθημάτων, να προσλάβω τσιτάτα για να τα παρουσιάσω ως φιλοσοφικές ρήσεις· όχι στην τέτοια αναρχία πράξης, κατάχρησης χώρου, υπερβολής λόγου, δε μπορώ να λειτουργήσω! Με θίγει αυτή η κατάσταση, με καταβάλλει.

Αφίσες επίσης παντού, σε μια διαπάλη τοιχοκόλησης, σε μιαν «αγωνία» επικράτησης του κενού χώρου· η μια δίπλα στην άλλη, η μια πάνω στην άλλη, σε σημείο μάλιστα, μετά από τη χρόνων συσσώρρευση χαρτιού, να φαρδαίνει ο τοίχος και ν’ αλλάζεται η διάσταση της πόλης! Ζωγραφικές αλλού, με σπρέυ και μπογιές τοίχων, όπου ημπορείται σε εμφανή πεδία· είναι το graffiti που ως τέχνη του δρόμου επικοινωνείται και ως τέτοια τής αποδίδεται το δικαίωμα να καταλαμβάνει κάθε δυνάμενο στοιχείο του, ό,τι τον συνοδεύει και μπορεί ν’ αποτελέσει υπαίθριο πίνακα ζωγραφικής έκφρασης.

Μια πόλη λες παραδομένη στους διαμορφωτές της κακοστρέφειάς της, της ασχημίας της με τον τρόπο που αυτοί τής συμπεριφέρονται, με τον τρόπο που λειτουργούν εκφραζόμενοι στα πεδία της. Μια πόλη αφημένη στην καταδίκη της, από την οποία αισθάνεσαι πως δεν έχει τη δυνατότητα της διαφυγής της, τη δυνατότητα ν’ ανακάμψει αναδυόμενη στην ομορφιά της, που τόσο της την έχουν στερήσει! Μια δυστυχής πόλη! −χθες η κατάληψη της Πρυτανείας του Πολυτεχνείου και η βεβήλωση του εκεί και του γύρωθεν δημόσιου χώρου με τα συνθήματα και τα πανώ, προχθές το graffiti στο Πολυτεχνείο, παραπροχθές η αποκεφάλιση αγαλμάτων και το βέβηλο βάψιμό τους, …και συνεχώς το graffiti και η συνθηματογραφία στα μνημεία, στα διατηρητέα, στις πλατείες, στα σχολεία…

Χθες η κατάληψη της Πρυτανείας του Πολυτεχνείου και η βεβήλωση του εκεί και του γύρωθεν δημόσιου χώρου με τα συνθήματα και τα πανώ, προχθές το graffiti στο Πολυτεχνείο, παραπροχθές η αποκεφάλιση αγαλμάτων και το βέβηλο βάψιμό τους…

Αισθάνομαι διερχόμενος μέρη της πόλης που έχουν αφεθεί στην εκβαρβάρησή τους λόγω της καθολικής επικράτησης των στοιχείων της απομοίωσής της, αφημένη στην αναρχία των εξαουσιαστών της, ότι βρίσκομαι σε σκηνικό της ταινίας «Τα παιδιά των ανθρώπων» («Children of Men», ταινία του 2006 σε σκηνοθεσία Αλφόνσο Κουαρόν, από το ομώνυμο μυθιστόρημα της Φ. Ντ Τζέιμς), όπου αποκλεισμένες από την κοινωνία περιοχές της πόλης είχαν καταστεί άβατο της αντίδρασης με τον άναρχο μετασχηματισμό τους, που κατά το μάλλον ή ήττον προσιδιάζει στην εμφάνιση περιοχών της πρωτεύουσας, με τη διαφορά όμως ότι εν προκειμένω βιώνω/βιώνουμε, χωρίς δηλαδή νάναι σκηνικό, την κατάσταση της εγκατάλειψης της πόλης και της παράδοσης της κοινωνίας στην καταδίκη της!

Παραθέτω το εξής περιστατικό πώχει προσωπική αναφορά.

Ευρισκόμενος πριν κάποιο καιρό σε κεντρικό σημείο της πρωτεύουσας βλέπω να εισβάλλει ομάδα ατόμων συγκεκριμένου πολιτικού χώρου με κόλλα σε κουβάδες κι αφίσες σε ρολλά, και να επιδίδεται στη γνωστή τέχνη της αφισοκόλλησης σε τοίχους και κολώνες της πόλης. Η προκλητική αυτή συμπεριφορά, που τη θεώρησα ευθεία προσβολή του δημόσιου χώρου στον οποίο συμμετέχω κι έχω άποψη, μ’ έκανε ν’ αντιδράσω και να τον υπερασπιστώ. Ζήτησα να μη συνεχίσουν αυτό που άρχισαν, επικαλούμενος όχι το νόμο περί αφισοκόλλησης, όπως ίσως να περίμεναν, αλλά τη λογική, το κοινό περί δικαίου αίσθημα, που κείνη τη στιγμή μ’ έπνιγε. Σε τούτη μου την κίνηση διέγνωσα αρχικώς την έκπληξή τους, καθώς ήμουν ο μόνος από το πλήθος τ’ οποίο διέρχονταν αδιάφορο χωρίς να δίδει σημασία, ο οποίος αντέδρασε, μετέπειτα όμως θεώρησαν εμέ προκλητικό (και προσβλητικό!) που τους παρατήρησα, καθώς η δική τους στάση αποτελεί μια «μη αμφισβητίσιμη» διά των χρόνων πρακτική, κι γι’ αυτό ανελήφθη δράση!

Αφισοκολλώντας… Επενδύοντας την πόλη με συνεχή ανάρμοστη ύλη…

Αίφνης με περιτρυγύρισαν άτομα της ομάδας και μου ζήτησαν απειλητικά ν’ απομακρυνθώ χωρίς δεύτερη κουβέντα, αλλιώς η συνέχεια δε θα μου ήταν ευχάριστη. Μπρος στον κίνδυνο που διέτρεχα από τον όχλο που συγκροτήθη για να υπερασπισθεί την υποβάθμιση του δημόσιου χώρου, απομακρύνθηκα. Έκανα όμως κάτι που ήταν ενάντια στις αρχές μου, όμως ακολούθησε ως αντίδραση της στιγμής, την οποία εξήγησα στον εαυτό μου σα λόγο όχι της προστασίας μου, αλλά της προστασίας του δημόσιου χώρου. Απευθύνθηκα στο οικείο αστυνομικό τμήμα αναφέροντας το περιστατικό. Μου απάντησαν πως πρόκειται για σύνηθες περιστατικό και πως μπορώ εάν το επιθυμώ να καταθέσω μηνυτήρια αναφορά για την απειλή που δέχτηκα. Βρισκόντουσαν αλλού· η τοιαύτη προτροπή τους δεν μ’ ενδιέφερε. «Και η απειλή του δημόσιου χώρου;», τους απάντησα. Μειδίασαν και το προσπέρασαν. Επιβεβαιώθηκα το λοιπόν σε σχέση με ό,τι πιστεύω, πώς η διαφύλαξη των κοινών είναι βασικά ζήτημα της κοινωνίας, είναι όμως κατά πρώτον προσωπικό ζήτημα του καθενός, που ανάγεται σε κοινωνικό με τον τρόπο που ο καθένας το καθιστά μέρος του κοινού ζητήματος, και πως πρέπει στα πλαίσια της καλλιέργειας στα θέματα αυτά να συγκροτείται τ’ όλο εγχείρημα της διαφύλαξης του δημόσιου χώρου.

Εξουσιαστικές λοιπόν οι σχέσεις του πολίτη στον τόπο όταν σε αυτόν εκφράζεται καταχρηστικά, εξουσιαστικές εντέλει οι σχέσεις του πάνου στην κοινωνία που συνθέτει το όλον οπού συμμετέχει ο καθείς ενεργώντας στον τόπο. Λες και η πόλη στην οποία λειτουργούμε είναι πόλη απείθαρχων, αν όχι ανάγωγων, πολιτών, αυθαίρετων ανθρώπων, που δεν υπακούουν στο φυσικό κανόνα (δε λέγω στο νομικό) της σχέσης τους με τον τόπο, και γι’ αυτό αποκτούν δικαιωματική εξουσίαση πάνου του καταστρατηγώντας τα δικαιώματα του πολίτη, την χρήση/απόλαυση στα κοινά πράγματα. Λες και η κοινωνία στη σχέση της με τον τόπο (τον δημόσιο και τον ιδιωτικό) να μη συνέχεται, λες και η πολιτεία να μην υφίσταται! Στην κατάσταση τούτη δε θέλουμε την επιβολή, δε θέλουμε την τιμωρία ως μέτρο αποτροπής −αν έρθει θάναι ύστατο μέτρο. Θέλουμε το σεβασμό των κανόνων, την παιδεία ως πρόληψη, θέλουμε τον συνειδητό άνθρωπο, που τιμά τον περίγυρο και τον φροντίζει, πώχει άποψη και σχέση για τα γύρα και τα περιφρουρεί με τον τρόπο της ζωής του. Θέλουμε τον συναισθανόμενο τα κοινά να τα κοινωνεί έχοντας σχέση λειτουργική, δημιουργική, αγωνιστική στον τόπο· όχι διαβρώνοντάς τον στην τέτοια του δράση, αλλ’ αναδεικνύοντάς τον.

Διαφέρει το χθες με το σήμερα ως προς τη λειτουργία της αφίσας στο αισθητήριο του Έλληνα;

Τι είναι το graffiti; Είναι η αναγραφή κειμένου ή συνθημάτων, καθώς και ζωγραφικής σ’ επιφάνειες που συνήθως βρίσκονται σε δημόσιους χώρους (για παράδειγμα σε τοίχους). Πρωτοεμφανίστηκε την ίδια περίοδο και στα ίδια μέρη που αναπτύχθηκε το κίνημα του Χιπ Χοπ, από τον ίδιο καταπιεσμένο κόσμο. Γι’ αυτό πολλοί θεωρούν ότι αποτελεί μέρος της κουλτούρας Χιπ Χοπ. Θυμούμαι χαρακτηριστικά ως μαθητής στις αρχές της δεκαετίας του 1980 τη φιλόλογο καθηγήτρια να μας αναλύει σ’ ένα πρωτοποριακό μάθημα έκθεσης το κίνημα του Χιπ Χοπ και να μας συστήνει την τέχνη του graffiti, προτρέποντάς μας μάλιστα να παρατηρήσουμε την ασκούμενη για πρώτη φορά αυτή τέχνη στην πόλη μας, στο Βόλο, σ’ έργα που δημιουργήθηκαν σε τοίχους στο έμπα της, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο σταθμός των ΚΤΕΛ −τ’ οποία αν δεν απατώμαι ενθαρρύνθηκαν στο να δημιουργηθούν με προτροπή του δήμου για να ομορφύνει το συγκεκριμένο σημείο της πόλης! Η σχέση μου επομένως με την εν λόγω μορφή τέχνης ανάγεται στους χρόνους της μαθητείας, έχοντας οικειωθεί με αυτήν πρωτογενώς μέσα από τις καινοτόμες διδαχές άξιων δασκάλων. Έχοντας επομένως τέτοια βιώματα δε θα ήταν δυνατό να «κατηγορηθώ» γι’ αδόκιμη, άδικη κι εχθρική συμπεριφορά προς το graffiti, ξεκαθαρίζοντας έτσι τη στάση μου ως προς αυτό το ζήτημα, διότι στους στρεβλούς καιρούς που ζούμε οτιδήποτε λέγεται που είναι μη δεκτικό σε συγκεκριμένα ώτα, ξεσηκώνει μήνη και πάθη. Το αγαπώ το graffiti ως μορφή τέχνης και το επιθυμώ στο επίπεδο που ακολουθεί το ρόλο του ως τέχνη και δεν παρεκκλίνει στην αναρμοστία της κατάχρησης σε βάρος της ίδιας της πόλης, στην οποία ως τέχνη οφείλει να συμβάλλει.

Η πόλη έχει ανάγκη την τέχνη για να δηλωθεί, την τέχνη του δρόμου που θα την εκφράσσει ουσιαστικά, πλην όμως η τελευταία δεν πρέπει καταχρηστικά να λειτουργήσει και να καταστεί αρνητική για την πόλη, εκμεταλλευόμενη την αδυναμία της σε σχέση με τις ποιότητές της.

Πέραν τούτων, πέραν δηλαδή της απόδοσης της εν λόγω έκφρασης στα πλαίσια ενός κινήματος, βλέπουμε στους τοίχους και στις λογής εξωτερικές επιφάνειες της πόλης ν’ αναπτύσσονται συνθήματα πολιτικά, ως έκφραση ενός αγώνα με ιδεολογικό περιεχόμενο, που τα συμπληρώνει ως προς τούτο η αφίσα στους τοίχους, κάτι που ιστορικά έχει αναφορά και συνέχεια, και φυσικά την ανάλογη σημασία, καθώς και συνθήματα ή ρήσεις με συμβολικό ή δηκτικό περιεχόμενο, συνθήματα ακόμα εναντίωσης ή αντίστασης/αντίδρασης σε μια (κατά τους γράφοντες) κατεστημένη αρχή (πάλι κι εδώ η αφίσα έχει ρόλο). Επίσης, υπάρχουν συνθήματα που αναφέρονται σε μια κατάσταση, σ’ ένα γεγονός ή αναγράφονται στα πλαίσια του συνεγελαστικού βίου, της «πλάκας» και της ανέξοδης −κι ανεμπόδιστης όπως αποδείχνεται στην απανταχού έκφρασή της− ελαφρότητας ή και ηλιθιότητας του ζην. Τέλος, μιαν ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι −άνευ σχετικής αδειοδότησης− διαφημίσεις στους τοίχους της πόλης, που πολλές φορές συμπλέκονται με τα λογής συνθήματα και τις ζωγραφικές, βρίσκοντας σε αυτόν τον τόπο, τρόπο να εισχωρήσουν και να προσληφθούν από το βλέμμα του παρατηρητή. Ενώ με την αφίσα, πέρα της διακίνησης του μηνύματος, παρέχεται ενημέρωση, καθώς και διακίνηση της πληροφορίας.

Κάποτε το σύνθημα στους τοίχους λειτουργούσε, καθώς αναφέρονταν στο νόημα του αγώνα κι υπό αυτή του την έννοια είχε ανταπόκριση στον Έλληνα –σήμερα;…

Με τα αναφέρομενα προηγουμένως δείξαμε, χωρίς όμως να τις κατατάξουμε, καθώς λίγο ενδιαφέρει, τις κατηγορίες των «γραφιστών» της πόλης, των εκφραστών της −όπως ως τέτοιοι δυστυχώς επιβάλλονται! Αυτών που την «κοσμούν» με τα «έργα» τους και την παραδίδουν τοιχογραφημμένη και σημαδεμένη από τη γραφίδα του άναρχού της −ή του κυρίαρχού της κατά μια άλλη έννοια. Αυτός λογίζεται ως τέτοιος διότι επιβάλλεται με το αποτύπωμά του, αν και δεν τον θέλησε η πόλη με το συγκεκριμένο ρόλο. Δεν τον επικύρωσε και δεν του έδωσε το δικαίωμα να ενεργεί πάνου της. Το πήρε μόνος του, για τους λόγους που θεώρησε την πράξη του ως νομιμοποιημένη από τον ίδιο ή από τον υποστηριχτικό του κύκλο σύμφωνα με το σκοπό της πραγματοποίησής της, κι έτσι νοήθηκε να παραλλάσσει τη φυσιογνωμία της πόλης, αλλοιώνοντας τα γύρα και δημιουργώντας ένα μικρό χάος, ενάντια στις αρχές και τους κανόνες του κοινού τόπου της κοινωνίας. Είναι τούτη από τη φύση της πράξη αντίνομη στο συλλογικό καλό, ανάρμοστη με το «καλώς γίγνεσθαι», με το ποιείν που αποδέχεται την αυτενέργεια και την πρωτοβουλία όταν συνάδει με την κοινωνική αρχή του βίου και δε συνιστά έκτροπον. Είναι η αρχή αυτή που θέλει τον άνθρωπο να συγκλίνει ενεργούμενος κι όχι ν’ αποκλίνει παρενεργούμενος −προσέξατε ότι αποφεύγουμε ν’ αναφερόμαστε στους νόμους του κράτους που κανοναρχούν τον τρόπο ενέργειας του ανθρώπου, που άλλωστε, όπως η πρακτική δείχνει, ελάχιστα τηρούνται;· θέλουμε με τούτο να μείνουμε στη σφαίρα ελευθερίας του νοείν που δημιουργεί το συνειδητώς πράττειν και βάσει αυτού καθορίζεται το ορθώς και ποιοτικώς ζην.

Κατά την προεκλογική περίοδο άλλων εποχών η αφισοκόλληση αποτελούσε μια «παράβαση» νομιμοποποιημένη από το εθιμοτυπικό της κατάστασης!

Καλλιτεχνικός λοιπόν ο λόγος «γραφιστικής» της πόλης; Πολιτικός; Κοινωνικός; Αντιδραστικός; Διαφημιστικός; Διασκεδαστικός; Καλλουργεί ο ενεργός σε αυτήν ή κακουργεί;

Ας δούμε τα πράγματα στις διαστάσεις που πρέπονται, χωρίς εκ των προτέρων αποκλεισμούς και διακρίσεις· διότι όπως ειπώθηκε, ο άνθρωπος επιθυμεί στα πλαίσια της κοινωνίας το ετερόκλιτο, τον έτερο λόγο, κι έχει ανοχή στην καθ’ υπέρβαση κατασταστικών κανόνων διαφορετική έκφραση, αρκεί αυτή να μη συνιστά εκτροπή −παρόλο που φαίνεται αντιφατικό ως εγχείρημα, εντούτοις στην πράξη τούτο ισχύει και στο βαθμό που δεν αντιβαίνει στον κανόνα της ανοχής, είναι και δημιουργικό! Αυθαιρεσία, προσβολή αισθητικής, περιβαλλοντική έκπτωση, βλάβη ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας βρίσκονται απέναντι στην ανάγκη της έκφρασης στον αποκλεισμένο από το κοινωνικοπολιτικό σύστημα λόγο, στην κραυγή του ανθρώπου ως πράξη πολιτική ή απόγνωσης, στην προσπάθεια επικοινωνίας κι επαφής σε μια κοινωνία απαθή κι ανέγνωμη, στην τέχνη που κατεβαίνει στους δρόμους για να κοινωνηθεί και να γενεί μέρος του κοινού γίγνεσθαι, αλλιώς χάνεται αποσβησμένη στην αφάνειά της. Σχέσεις διαπλέκονται σε μια διελκυστίνδα πράξεων, συναρτήσεων, συνευρέσεων, αντιθέσεων, που συνιστούν το όμορφο δημιούργημα της κοινωνίας. Πρέπει δε αυτήν, για να μπορεί να λειτουργήσει με τους κανόνες που εκ της φύσεώς της συγκροτείται, να συνίσταται ως πανδέκτης ενεργειών που απορρέουν από μια παιδεία πώχει ως βάση την καλλιέργεια του ανθρώπου στο επίπεδο του πολίτη· νάναι δηλαδή ο άνθρωπος σε αυτήν ον πολιτικό, έχων κοινωνική αναφορά, και ως τέτοιος να συμβάλλει στ’ όμορφο κοινωνικό γίγνεσθαι.

«Έχεις φανταστεί ποτέ πώς είναι να μεταμορφώνεις ένα γκρίζο κι άχαρο τοίχο σε έργο τέχνης;», μου έλεγε φίλος καλλιτέχνης του δρόμου. Ναι το καταλαβαίνω, νοιώθω την αίσθηση της δημιουργίας να διαπερνά ως ρεύμα ζωής τον καλλιτέχνη, καθώς κι εγώ επιθυμώ την τέχνη, θέλω την αισθητική να χαρακτηρίζει τον περίγυρο, κι όχι την ασχημία· και θεωρώ πως έχω το κριτήριο για την αντίληψη της τέχνης. Το graffiti είναι τέχνη. Μπορεί ν’ αποτελεί και διαμαρτυρία ή τέλος πάντων να έχει κάτι να πει, όταν πραγματοποιείται στα πλαίσια της τέχνης ή ενός τρόπου απόδοσης του γεγονότος ή του νοήματος που δεν υποβαθμίζει την αισθητική, που δεν προσβάλλει το χώρο οπού διατυπώνεται, αλλά και την ίδια την ποιότητα του συνθήματος. Όμως είναι μια τέχνη που δεν απέχει πολύ από το χαρακτηριστεί ρύπανση, αισθητική παρέκκλιση, και να στιγματιστεί ως αυθαίρετη πράξη κι εντέλει απόβλητη, που υποβαθμίζει την πόλη και προσβάλλει το δημόσιο χώρο, τον πολίτη αυτής, ακόμα δε και τον ιδιωτικό χώρο, όταν τον θίγει συνιστώντας προσβολή της ιδιοκτησίας. Θέλει το λοιπόν προσοχή το graffiti στην άσκησή του διότι, ναι μεν είναι μιαν αυθόρμητη, εκφραστική τέχνη, μιαν αγαπητή τέχνη του δρόμου, που πολλά έχει να δώσει, πλην όμως κινδυνεύει να στιγματιστεί εάν δεν ορθώς ιδωθεί.

Θετικό graffiti που μεταμορφώνει τις άχαρες αθηναϊκές μεσοτοιχίες.

Όταν το graffiti εξαπλούται άναρχα και παντού, καθιστάμενο κυριαρχικό, προσβάλλοντας τόπους κι αξίες (π.χ. την ιστορικότητα τόπων ή την οπτική τους), αλλοιώνοντας τοπία, καταπατώντας την ανθρώπινη ιδιωτικότητα και μη σεβόμενο την ιδιωτική περιουσία, προσβάλλοντας την αισθητική ανθρώπων και τις ποιότητές τους…, ε τότε μετατρέπεται σε πρόβλημα· είναι ρύπανση κι όχι τέχνη. Ποιος φέρει την ευθύνη για την παρέκκλιση από το σκοπό της τέχνης, από το επιζητούμενο που προσπαθεί ο καλλιτέχνης; Ευθύνη για την παρέκκλιση τούτη φέρουν κατά πρώτον οι ίδιοι οι καλλιτέχνες του δρόμου ή οι εκφραστές αυτής της δημόσιας πράξης, που αυθαιρετούν με τον τρόπο που λειτουργούν σε σχέση με την τέχνη τους ή με τον τρόπο απόδοσης της έκφρασής τους. Ο καλλιτέχνης γίνεται άναρχος με την τέχνη του κι όχι με την αυθαίρετη πράξη του. Και τούτο πρέπει γίνεται συνειδητό ως απορρέον από την ευθύνη του καλλιτέχνη προς την τέχνη του.

Ευθύνη σαφώς φέρουν οι λογής συνθηματολόγοι των τοίχων, των κτηρίων, καθώς και κάθε κατασκευής της πόλης, που τη ρυπαίνουν με τα συνθήματά τους, τα οποία συνιστούν προσβολή της δημόσιας αισθητικής, έλλειψη παιδείας και συνείδησης για το δημόσιο χώρο, και καταπάτησης του ιδιωτικού χώρου. Τέλος, ευθύνη φέρουν οι εντεταλμένοι λειτουργοί και διαχειριστές του δημόσιου χώρου, κυρίως οι δήμαρχοι των πόλεών μας, που αφήνουν να εξελίσσεται αυτό το τραγικό για τις πόλεις φαινόμενο, ενώ αντίστοιχα δεν καλλιεργούν νοοτροπία ανάσχεσής του. Σε πόλεις της Εσπερίας, διατίθενται κτήρια και δημόσιοι χώροι υποβαθμισμένων κυρίως συνοικιών για ελεγχόμενο graffiti, π’ αποδίδεται ως τέχνη, συνιστώντας η πράξη τούτη στοιχείο αναβάθμισης των εν λόγων περιοχών. Ενώ, δήμαρχοι διεξάγουν και διαγωνισμούς graffiti, μ’ έπαθλα διευκολύνσεις στην άσκηση της τέχνης του graffiti στην πόλη. Έτσι υπάρχει άσκηση της ευγενούς δραστηριότητας της τέχνης με προσφορά της στην πόλη, στον πολίτη, στην ίδια την τέχνη. Και τούτο διότι, με τον τρόπο που το graffiti ασκείται κοσμείται η πόλη με τέχνη, σε περιοχές μάλιστα όπου τούτη αναδεικνύεται ως αναγκαία για την (αισθητική τουλάχιστον) αναβάθμισή τους.

«Καρδιές» στην Ακαδημία Πλάτωνος και graffiti στα Πειραϊκά Τείχη: Ο πολιτισμός των Νεοελλήνων αντιπαραβαλλόμενος με τον αρχαίο!

Το επαχθέστερο βεβαίως σε σχέση με όσα λέγουμε είναι η συνθηματολογία των τοίχων (είτε συνοδευόμενη από graffiti, είτε όχι). Αυτή σε παλαιότερους καιρούς αποτελούσε πηγή έκφρασης, μια μορφή επικοινωνίας και διάχυσης μηνυμάτων. Σήμερα, με τα τόσα μέσα που προσφέρονται για την επικοινωνία και την επαφή, αλλά και με την αλλαγή του τρόπου που ο άνθρωπος λειτουργεί, εκφραζόμενος περισσότερο με την εικόνα και το λόγο, και λιγότερο με το σύνθημα, θάπρεπε η συνθηματολογία των τοίχων νάχει εκλείψει. Τουναντίον όμως, γιγαντώνεται!.. Οι άνθρωποι βλέπουμε πως «μιλούν» μέσω τοίχων, εκφραζόμενοι λες στ’ αδιέξοδά τους, πως εκφράζονται με το σύνθημα αλλά και με τον δι’ αυτού πολλές φορές χύδην, βίαιο και προσβλητικό λόγο. Τούτο δηλώνει κοινωνία ασυνάρτητη, μη συγκροτημένη, μη ευγενική, ψυχοφοβική, παραβατική, ανάρμοστη με τις αρχές και της αξίες της δημοκρατίας της, που θέλει τον πολίτη κοινωνό ζωής κι όχι εκφραστή ή και συντελεστή της απώλειάς της.

Graffiti σε εγκαταλελειμμένη κατοικία, χαρακτηριστική του τρόπου θεώρησης του ζην από τον δημιουργό της, π’ αποδίδει μιαν κατάσταση έκπτωσης κι απώλειας…

Η ρύπανση των συνθημάτων, ως έκφραση του καιρού μας, είναι το ακραίο που έχουμε εντάξει στο σύστημά μας γιατί γίνηκε οικείο και προσλαμβάνεται ως σύνηθες. Είναι το ανοίκειο που καταδικάζουμε, θεωρώντας ότι, ως καταχρηστικώς γενόμενο, ναι μεν μας προσβάλει, όμως δεν το αποβάλλουμε από τον περίγυρό μας, αφηνόμενοι ως ανήμποροι στην κατάχρησή του, αποτελώντας ένα αναγκαίο κακό που δεν ενοχλεί! Το καθιστούμε οικείο παρά το ανοίκειο του χαρακτήρα του, παραδομένοι θαρρείς στην κυριαρχική τούτη κατάσταση, εντάσσόντάς την σε μέρος της καθημερινότητάς μας, ως μιαν αναπόφευκτη τραγικότητα του καιρού μας! Σε κάποιες δε περιπτώσεις, συνειδητά ή ασυνείδητα προσλαμβάνεται το σύνθημα θετικά κι επικροτείται για τον αντιδραστικό, αγωνιστικό ή δεικτικό του χαρακτήρα, με την αποδοχή του ν’ αποτελεί εκδήλωση του προοδευτισμού που πρέπει να διακατέχει τις ανοικτές κοινωνίες. Αυτή η ανοικτότητα, η ανοχή στο ακραίο, η ανοχή στην ελευθεριότητα, συνιστά εν προκειμένω μιαν αποδεκτή από μέρος της κοινωνίας «παρεκτροπή» −βεβαίως αναφερόμαστε στη λειτουργία της πόλης και γενικότερα της κοινωνίας σε καιρούς ομαλούς, κατά τους οποίους δεν απαιτείται η έκφραση στα πλαίσια ενός αγώνα για την κοινωνία και τη χώρα, και φυσικά δεν αναφερόμαστε στις περιπτώσεις αγώνα που η κοινωνία με τον τρόπο που λειτουργεί «πολεμά» τον εαυτό της.

Ο άνθρωπος στις πορείες του στην πόλη προσλαμβάνει εικόνες οι οποίες αφομοιώνονται στο υποσυνείδητο ως πράξεις του βίου και ως τοπία ζωής. Η οπτική αντίληψη παίζει βεβαίως πρωταρχικό ρόλο στη διαδικασία της προσεγγιστικής και προσανατολιστικής αντιληπτικής επίγνωσης του τοπίου. Όλα τ’ άλλα που προσλαμβάνονται κατά την αντίληψη του τοπίου, μετά την οπτική εντύπωση, είναι συνακόλουθα ή τυχαία γνωστικά συμπτώματα που οφείλονται στη δεκτικότητα των αντιληπτικών συστημάτων. Σε αυτά όμως τα «κατοπινά» που ακολουθούν την αντίληψη της ματιάς, οφείλουμε την κατασκευή της εικόνας μέσα από τη διεργασία της εντύπωσης κατά τη διαδικασία της πρόσληψης, π’ οδηγεί στη θεώρηση για τον τόπο. Αυτή η θεώρηση μπορεί απλά να λέγεται θέαση, όμως εμπεριέχει βαθύτερη εντύπωση πέρα από τη ματιά: είναι ανάγνωση της εικόνας κι επεξεργασία της, τόσο με τις αισθήσεις όσο και με τη νόηση. Σε αυτό το επίπεδο η ματιά γίνεται βλέμμα. Η αίσθηση για τον τόπο προέρχεται από τη θεώρησή του, που προκύπτει από την ανάγκη να θωρείς (Καπετάνιος, 1999 & Καπετάνιος, 2018).

Καθαρίζοντας τον Παλαμά από τις μπογιές των βανδάλων!

Με τούτα συντελείται η βίωση του τόπου μέσα από τη διαδικασία της πρόσληψής του. Ένα τοπίο στο συνεχές του (το καθημερινό) ανάγνωσμα γίνεται μέρος του κοινού τόπου στον οποίο προσδιορίζεται, και σε αυτή τη βάση αξιολογείται ο περίγυρος από τον αντιλήπτορα. Μνήμες, συναισθήματα, βιώματα μπορεί να συνοδεύουν και να διαμορφώνουν την εντύπωση, όμως ο τόπος τελικώς κρίνεται κι εντέλει προσλαμβάνεται, έστω κι αποβαλλόμενος, σύμφωνα με την εικόνα που τον χαρακτηρίζει κατά το χρόνο της θεώρησής του. Ο αντιλήπτορας κατά το χρόνο αυτόν θάναι αυστηρός κριτής του τόπου, έχων βεβαίως τη συγκρότηση και το κριτήριο της ακριβούς κι ορθής απόδοσής του (Καπετάνιος, 2018).

Μόλις ανακαινίστηκε…, και γίνηκε «βορά» των συνθηματολόγων!

Αυτός ο αντιλήπτορας, τον άναρχο τόπο των συνθημάτων, της αφίσας, του graffiti, της διαφήμησης θα τον απορρίψει, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Γιατί ν’ αποδεχθεί τον τέτοιο τόπο όταν δε νομιμοποιείται στην αντίληψή του περί αισθητικής, όταν αποτελεί ξένο σώμα στο λειτουργικό του πεδίο, όταν τον θίγει και τον βαραίνει, όταν τον προσβάλλει και τον καταβάλλει, όταν στη συνείδησή του, ακόμα και στην ηθική του, είναι μη νόμιμος. Συνήθως τον προσπερνά διότι ό,τι τον χαρακτηρίζει έχει καταστεί ανάρμοστο κι απορριπτικό γι’ αυτόν. Δε θα λειτουργήσει επομένως το σύνθημα, δε θα ληφθεί το περιεχόμενο της αφίσας, δε θα νοηθεί ως τέχνη η ζωγραφιά του graffiti. Θ’ αποστρέψει την κεφαλή ο θεωρός από την εκτιμώμενη κατ’ αυτόν ασχημία που γιομίζει το πεδίο του και καταστρέφει την εντύπωσή του. Από έναν τέτοιο τόπο δεν έχει τίποτα να πάρει, δεν του προσφέρει, και μάλιστα, επειδή του δημιουργεί δυσαρέσκεια έχει φροντίσει να «κατεβάσει τα ρολλά του βλέμματος» αφήνοντας μόνο τη ματιά ασκόπως να περιπλανηθεί. Έναν τέτοιο τόπο τον έχει κατατάξει στο μη-τόπο, καθώς αυτός έχει απωλεσθεί και γενεί ανυπόστατος στη συνείδησή του, ακόμα και στο λειτουργικό του πεδίο. Ο τόπος γίνεται α-τοπικός (μη-τόπος) όταν ο άνθρωπος είναι απών με τις πράξεις του −αν και παρών ο ίδιος!..−, όταν δεν τον «γεμίζει» με τις ποιότητές του, αλλά τον βαραίνει με τις ποσότητές του, ή όταν κατά σύστημα τον υποβαθμίζει για ίδιον όφελος –γενικώς, όταν είναι ασύνειδος κι ανεύθυνος σε σχέση με αυτόν (Καπετάνιος, 2006 & Καπετάνιος, 2018).

Προσβολή της ιδιωτικής περιουσίας, καθώς και της δημόσιας εικόνας της πόλης… Ταυτοχρόνως προσβολή ενός αρχιτεκτονικού πολιτισμού της πρωτεύουσας, που αφορά στα νεοκλασικά και μοντέρνα κτήρια του Μεσοπολέμου, τα οποία βανδαλίζονται από τους αυθαίρετους που «ασελγούν» σε αυτά!

Λύσεις υπάρχουν; Ποια η διέξοδος στ’ αστικά μας αδιέξοδα; Πώς οι τοίχοι οπού προσκρούουμε μπορούν να γενούν πίνακες ζωής;

Ν’ ακολουθηθεί, λέμε, το παράδειγμα πόλεων της Δύσης, οπού με πρωτοβουλία των δήμων αποδίδονται τοίχοι, κτήρια, κοινόχρηστοι χώροι κ.ά., ακόμα κι ολόκληρες περιοχές, για graffiti, ενθαρρύνοντας με τούτη την ενέργεια την υπέρ της τέχνης και της πόλης προσπάθεια· όμως επιλεγμένα, στοχευμένα, βάσει σχεδιασμού και δίνοντας κίνητρα να γίνει αυτό, που θα εξυπηρετεί την αισθητική αναβάθμιση της πόλης και την ποιοτικότερη κατοίκηση, ενώ ταυτόχρονα θ’ αναδεικνύεται η τέχνη του δρόμου και δε θ’ αποτελεί έκφραση του περιθωρίου. Σε αυτή την προσπάθεια, πάλι με πρωτοβουλία του δήμου, θα συμμετέχουν και πολίτες που θ’ αποδίδουν κτήρια ή άλλες ιδιόκτητες κατασκευές για τον εν λόγω σκοπό, προκειμένου να καλλωπιστούν και, σε συνδυασμό με άλλες δράσεις (π.χ. με τη δημιουργία pocket parks) ν’ αναβαθιστεί ο περίγυρος σ’ επίπεδο γειτονιάς, ακόμα και περιφέρειας (εφόσον υπάρχει συνδυασμένη υπερτοπική δράση). Το ίδιο θα μπορούσε να γενεί με το σύνθημα και την αφίσα, σε τόπους που θα διατίθενται για επικοινωνιακή επαφή, για τη διάδοση του μηνύματος, της ιδέας, για την ενημέρωση και τη διακίνηση της πληροφορίας (όπως με τη δυνατότητα αφισοκόλλησης σε συγκεκριμένες θέσεις), για τη γνωριμία και τη συγχρώτιση, με τη δημιουργία χώρων αλληλεγγύης, συνεύρεσης, κοινωνικότητας (π.χ. τα στέκια), οπού εκεί θ’ αναπτύσσονται δράσεις λειτουργισμού τέτοιου τύπου. Βεβαίως, η επικοινωνία σε αυτό το επίπεδο μπορεί να πραγματοποιείται και ηλεκτρονικά, χωρίς τα βάρη και τις εκτροπές που συμβαίνουν στην πόλη, ακολουθώντας την εξέλιξη των καιρών, μην αποκλειομένης ωστόσο της διαπροσωπικής επαφής, για τη συνεύρεση και το διάλογο –που σαφώς προτιμάται διότι έτσι ενισχύεται και η κοινωνικότητα.

Επιθυμητό graffiti σε κτήριο της πόλης με συναίνεση του ιδιοκτήτη του· ιδού μια λύση στ’ αστικά μας αδιέξοδα, μια λύση που δεν προσβάλλει την ιδιοκτησία κι αναβαθμίζει την αισθητική της πόλης, δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα στον καλλιτέχνη του δρόμου να εκφραστεί διά της τέχνης του (κατοικια του Μοντέρνου Κινήματος του Μεσοπολέμου επί της οδού Καλλιδρομίου 55 στα Εξάρχεια, στο κέντρο της Αθήνας).

Όχι το λοιπόν στην αρνητική κι αυθαίρετη δημιουργία, όχι στην έκφραση του περιθωρίου, αλλά ναι στη θετική και γόνιμη δημιουργία, ναι στην έκφραση στα πλαίσια της κοινωνίας.

Θ’ αντιτείνουν κάποιοι ότι η φύση του λόγου με το σύνθημα, η έκφραση με το graffiti προαπαιτεί την ελευθερία, τη μη διαμόρφωση πλαισίων δράσης, το να μην υπάρχουν καλούπια έκφρασης, αλλιώς χάνει το νόημα της, δεν αποδίδεται σύμφωνα με το σκοπό της. Αντιλέγουμε σε αυτό αναφερόμενοι στην αξία του τόπου, του δημόσιου χαρακτήρα της πράξης κατά τη λειτουργία του ανθρώπου ως πολίτη, που προϋποθέτει το σεβασμό στον άνθρωπο που λειτουργεί κι εκφράζεται στον τόπο. Έχει λοιπόν η πράξη του ανθρώπου στον τόπο απόκριση στον άνθρωπο που κοινωνεί στον τόπο, και σε αυτή τη βάση πρέπει να ιδούμε την ενέργεια στα πλαίσια της έκφρασης. Μοιραία λοιπόν, κατά την κοινωνία των ανθρώπων απαιτείται η χρήση κανόνων συμβίωσης, κάτι που επιβάλλει περιορισμούς στην έκφραση στον κοινό τόπο. Η ελευθερία δεν αναιρείται κατά την έκφραση του δημιουργού, αρκεί να μην καταπιέζεται η κοινωνία κι αναιρείται με την ενέργεια του πράττοντα ο θεσμός της ως σύνολο ανθρώπων με δικαιώματα κι ελευθερίες, που για να εκφραστούν πρέπει να βασίζονται σε κανόνες λειτουργίας. Η ελευθερία της κοινωνίας μέσα στην οποία λειτουργεί ο δημιουργός και σε αυτήν αναφέρεται, είναι το ζητούμενο. Διαφορετικά η ελευθερία του ανθρώπου μετατρέπεται σε ελευθεριότητα. Το δικαίωμα στην έκφραση γίνεται σεβαστό εφόσον λαμβάνει υπόψη το δικαίωμα του πολίτη στα πλαίσια της κοινωνίας, που αποτελεί το πρώτιστο στ’ οποίο εκφράζεται το ατομικό δικαίωμα.

Σχολείο που διατέθηκε για graffiti στη Νέα Υόρκη κι αντίστοιχα ελληνικό σχολείο στο Δουργούτι –προτιμούμε το ελληνικό σχολείο!

Στο γενικό κακό που επικρατεί στην πόλη σε σχέση με την αισθητική και λειτουργική κακοποίησή της, και μπρος στην –εντέλει– αδυναμία αντιμετώπισής του (!), ή στην αδιαφορία ως προς το ζήτημα τούτο που επιδεικνύεται, μπορεί/πρέπει ο πολίτης να οργανώσει τις άμυνές του αναπτύσσοντας τρόπους δράσης που θα ξεπερνούν το πρόβλημα, με δική του πρωτοβουλία –χωρίς βεβαίως μια τέτοια κατάσταση να συνιστά λύση, καθώς απαιτούνται πολιτικές αντιμετώπισης του ζητήματος και μιαν άλλη κουλτούρα ζωής, όμως δύναται να διαμορφώσει ένα μπλοκ πρακτικών για την ανάσχεσή του. Η αντίδραση σ’ επίπεδο γειτονιάς και συλλογικοτήτων θάταν μιαν ουσιαστική αντιμετώπιση του ζητήματος από την οποία μπορούσαν να υπάρξουν λύσεις. Η οργάνωση σχέσεων ως αντιστάθμισμα στην αποκοινωνικοποίηση συμβάλλει στην επανασυνειδητοποίηση πράξεων και στην επανεκτίμηση του τρόπου ζωής.

Σε πιο πρακτικό επίπεδο, θα μπορούσαν να προταθούν κάποιες άμεσες λύσεις. Θα μπορούσε επί παραδείγματι η περιτοίχιση ιδιοκτησιών να γίνεται με κάγκελα που θα ξεκινούν έρριζα στο έδαφος κι εφόσον επιθυμείται να συνδυάζονται με φυτεύσεις ή ακόμα ν’ αναπτύσσονται φυτοφράχτες για το σκοπό αυτόν. Εν προκειμένω συστήνεται η οριοθέτηση εκτάσεων να μην πραγματοποιείται με τοίχους π’ αποτελούν τα «ιδανικά» πεδία έκφρασης για τη γραφή, για την αφίσα, για τη ζωγραφιά, αλλά με τρόπους όπως αυτοί που προαναφέρθηκαν, που δεν κάνουν επιδεκτική την επέμβαση. Επίσης, οι τοίχοι κτηρίων θα μπορούσαν να καλυφθούν με φυτά, σε αλτάνες ή πρασιές ή ζαρντινιέρες, που θα δημιουργηθούν έμπροσθέν τους, καθώς και με αναρριχητικά φυτά που θ’ αναπτυχθούν σε αυτούς. Με τον συγκεκριμένο τρόπο μειώνεται η εκτεθειμένη στην πόλη τοιχισμένη επιφάνεια, με οφέλη στην κλιματική αστική απόδοση, ενώ αυξάνεται το αστικό πράσινο συντελώντας στην περιβαλλοντική κι αισθητική αναβάθμιση της πόλης, και γενικότερα στην αύξηση των ποιοτήτων της· συντελώντας παράλληλα στην αποτροπή του «θίγοντα» να εκφραστεί τους τοίχους της πόλης. Θα μπορούσε τέλος ως ύστατη λύση να χρησιμοποιηθούν ειδικές τεχνικές στους τοίχους και γενικότερα στις εξωτερικές αστικές επιφάνειες για μόνιμη προστασία αντιγκράφιτι κι αποβολής των συνθημάτων, που συστήνονται στο εμπόριο.

H μεταμόρφωση ενός εγκαταλειμμένου και σφραγισμένου σπιτιού κοντά στον Σταθμό Λαρίσης, στο Μεταξουργείο, στην διασταύρωση των οδών Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Σάμου, δείχνει ότι η τέχνη μπορεί να συμβάλλει στη βελτίωση των συνθηκών στην τραγική και απόκοσμη πόλη, έστω κι αισθητικά. Στα πλαίσια λοιπόν του φεστιβάλ «Το μικρό Παρίσι των Αθηνών» δημιουργήθηκε το έργο «Knowleadge speaks – Wisdom listens». Το σχόλιο του καλλιτέχνη, που συστήνεται με τα αρχικά WD, είναι: «H κουκουβάγια συμβολίζει την σοφία και την ίδια στιγμή είναι το σύμβολο της θεάς Αθηνάς, αυτής που έδωσε το όνομα της στην πόλη της Αθήνας. Από την άλλη η κουκουβάγια ως πουλί είναι διάσημη για την εξαιρετικά καλή όραση της σε μακρινές αποστάσεις ιδιαίτερα σε χαμηλό φωτισμό. Σήμερα η Ελλάδα, και όχι μόνο, βιώνει μία πολύ σκοτεινή φάση και νομίζω ότι είναι ώρα για εμάς να θυμηθούμε την σοφία αυτού του πλάσματος».

Η δημιουργία αστυνομίας αισθητικής θα ήταν μια «κάποια λύση» (!), που βεβαίως, σκωπτικά αναφερόμενοι λέμε ότι θα μας άξιζε εν σχέσει με τον τρόπο που γενικώς λειτουργούμε στην πόλη κι ειδικώς στον περίγυρο, ακόμα δε και στον προσωπικό μας χώρο, όμως, σαφώς κάτι τέτοιο είναι απορριπτέο καθόσον η αντιμετώπιση στον τόπο αποτελεί ζήτημα αστικής και γενικότερα περιβαλλοντικής, αισθητικής και κοινωνικής κουλτούρας, η οποία πρέπει να διαμορφωθεί καθιερώνοντας συμπεριφορές και νοοτροπίες. Όσο δεν κατατείνουμε σε αυτό, οι λύσεις αστυνόμευσης αποτελούν τη συνήθη πρόταση για την προστασία των τόπων, που όμως, κρινόμενες σε σχέση με την ιδέα της αστυνόμευσης, καθώς και εκ του αποτελέσματος, σύμφωνα με τις έως σήμερα (μη) εφαρμογές κανόνων (βλέπε την εφαρμογή του νόμου περί αφισοκόλλησης, το νόμο περί ηχορύπανσης κ.ά.), δε μπορεί ν’ αποτελέσουν τρόπο αντιμετώπισης ζητημάτων που ρυθμίζονται από παράγοντες που έχουν σχέση με την κουλτούρα του ανθρώπου και τη διαμόρφωση νοοτροπίας ορθής λειτουργικής του δράσης.

Πρέπει λοιπόν να υπάρξει μιαν αστική κουλτούρα στον Έλληνα, με σεβασμό στον κοινόχρηστο χώρο και στην ιδιωτική περιουσία η οποία συμμετέχει στο αστικό σύνολο. Πρέπει να υπάρξει περιβαλλοντική παιδεία, καλλιέργεια πολίτη, λειτουργία αντιλήπτορα, πράξη δημιουργού. Σ’ ένα επίπεδο γνώσης, ευθύνης, συνείδησης, επαφής, ενέργειας, που θα πραγματώνεται στα πλαίσια της κοινωνίας των πολιτών, π’ απαιτείται για τη λειτουργία της πόλης, με την ατομική πράξη να βρίσκει ανταπόκριση και ν’ αναφέρεται στην κοινή, μπορεί η πόλη να σταθεί όρθια, νάναι υγιής και στην εξέλιξή της να διαμορφώνει τις ποιότητες που την κάμνουν αξιοβίωτη, π’ αναβιβάζουν την κατοίκηση και κάμνουν σεβαστό το βίο σε αυτήν.

Αφίσα με στοχευμένο κοινωνικό, πολιτικό και περιβαλλοντικό περιεχόμενο, αφού αναφέρεται στη διεκδίκηση 7.500 στρ. του Ποικίλου όρους και περιοχής του σχεδίου πόλεως Πετρούπολης από τον Ιερό Ναό «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» Λαμίας, η οποία αναρτήθηκε το 2016 σε επιλεγμένα σημεία του Δήμου Πετρούπολης σεβόμενη το δημόσιο χώρο, εκπληρώνοντας έτσι ορθά την αποστολή της· και τούτο αποτελεί σωστή χρήση της αφίσας…

Είν’ η Αθήνα μια πόλη γκρίζα, κατηφής, βαρυγκωμούσα, λυγισμένη από τα βάρη της, πληρωμένη από ασχημία κι αφημένη στην κακοστρέφειά της. Κι όμως, είναι τόσο ωραία στη λιτή της χάρη, τόσο ολύμπια και διάπνοη, τόσο πνευματική και θάλλουσα, που είναι αμάρτημα να τη χαλνούμε, που είναι σπίλωση να την ασχηναίνουμε, που είναι εκβαρβάρηση να τη δηώνουμε. Κι όμως το κάμνουμε, καθημερινά κι ανύποπτα, έχοντας χαυνωθεί σ’ έναν ασυνάρτητο, αδιάφορο, φθαρτό βίο· με τον τρόπο που της συμπεριφερόμαστε· με τον τρόπο που την εννοούμε και την προσδιορίζουμε (στο παρόν και το μέλλον της)· με τον τρόπο που λειτουργούμε σε αυτήν! Η κακή της εικόνα απορρέει από τις συμπεριφορές των πολιτών της, που την αποδομούν και τη συντελούν, και ως φευ τη χαρακτηρίζουν μεταστρέφοντάς την από το ευ της φύσης της, του αιθέριου χαρακτήρα της που στραγγαλίσθη στο ανάρμοστο που επιβλήθη ως τρόπος του γίγνεσθαι σε αυτήν. Είναι τα βάρη της κακής της εξέλιξής της που κατά το παρελθόν την αποδόμησαν (βλέπε την αντιπαροχή και την κατεδάφιση, την άναρχη δόμηση…), είναι τα βάρη της τωρινής της συνέχειας που την καταστέλλουν (βλέπε την αόριστη, απρόσωπη κι απροσδιόριστη σημερινή εξέλιξή της, το πώς την εννοούμε κι ενεργούμε σε αυτήν κατά το αστικό μας ζην…)

Το graffiti, το σύνθημα, η αφίσα που έχουν να πουν και να προσφέρουν είναι σεβαστά και προσλήψιμα από τον πολίτη στοιχεία του δημόσιου χώρου, αρκεί αυτά με τον τρόπο που αποδίδονται να σέβονται το δημόσιο χώρο και κατ’ επέκτασιν τον πολίτη που εκφράζεται σε αυτόν ως ον κοινωνικό.

Δεν πάει άλλο. Όχι άλλο σύνθημα στην πόλη, όχι άλλη αφίσα, όχι άλλη κακογραφία, όχι άλλη άμορφη και καταδικαστική σκηνογραφία… Φτάνει πια, βάρυνε απ’ όλα αυτά η Αθήνα, κάμφθηκε. Δεν ημπορεί άλλο να καταστέλλεται· κορέστηκε· κουράστηκε· απόκαμε. Θέλει ν’ ανασάνει, οι τοίχοι της να πνοήσουν, να μιλήσουν οι τόποι της και να δηλωθούν διά της κατοίκησης· με φωνή να υπάρξει η πόλη κι όχι με κραυγή. Το δηλοποιητικό της φως να εκφραστεί και στις κοινωνικές γειτονιές να πνοηθεί η ζωή, και μην απόξενη βρεθεί, απόβλητη στο θόρυβο των συνθημάτων κι απεγνωσμένη στον τάραχο του απόστεργου και καταβατικού βίου. Πρέπει η πόλη ν’ αναφανεί στα θέμελά της, στα γεννήμματά της, κι όχι στη συντέλεια και τη σκοτεινιά της. Να πορευτεί με σεβασμό στις αξίες της. Πρέπει γι’ αυτό να την εννοήσουμε κατά τη φύση της, ώστε το πνεύμα του τόπου να εκφραστεί και ν’ απαλλαγεί από τη βάσανο των βαρών της. Ως πολίτες οφείλουμε με βλέμμα να την ιδούμε κι εμβαθυμένα να τη θεωρήσουμε. Είναι μια πόλη η Αθήνα που της πρέπει το κάλλος, το θάλλος, το φως, τ’ οποία δικαιωματικά τα κατέχει μα της τα αποστερούμε…

Βιβλιογραφία

1. Βαρελάς Γιάννης «Η τέχνη του δρόμου», kaput.art magazine, 10/11/2010.

2. Γιαννακόπουλος Κ. & Γιαννιτσιώτης Γ., «Αμφισβητούμενοι χώροι στην πόλη», εκδόσεις Αλεξάνδρεια και Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Αθήνα 2010.

3. Ελελεύ, «Για το δικαίωμα στην πόλη», εκδόσεις Πολύτροπον – Πανεπιστήμιο Αθηνών/Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, Αθήνα 2006.

4. Καπετάνιος Αντ., «Η δίκη της πόλης», περιοδικό Nature, τεύχος 35, Ιούνιος 1999.

5. Καπετάνιος Αντ., «Αθήνα, ζεις; Η πόλη που έφυγε, η πόλη που μένει», εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2006.

6. Καπετάνιος Αντ., «Το ελληνικό τοπίο. Σπουδή του τόπου και θεώρηση του ελληνικού τοπίου», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2018.

7. Καλβίνο Ιτ., «Αόρατες πόλεις», εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1983.

8. Κονδύλης Π., «Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού: Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία», εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2007.

9. Ντόβρος Β., «Η ουτοπία αναίρεσης των ορίων στον ιδιωτικό – δημοσιο χώρο και η μεταβολή τους μέσα από την αρχιτεκτονική πρακτική για την ανάδυση του κοινωνικού χώρου», πρακτικά συνεδρίου με θέμα «Δημόσιος Χώρος…Αναζητείται», 20-22/10/2011.

10. Phillips A. S., «Wallbangin’: Graffiti and Gangs in L.A.», University of Chicago Press, Chicago 1999.

11. Ρέντζος Γ., «Ανθρωπογεωγραφίες της πόλης. Διεπιστημονική, διαθεματική και διαπολιτισμική προσέγγιση του αστικού φαινομένου», εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2006.

12. Ρούσου Ευφρ., «Η κουλτούρα του graffiti», greekarchitects.gr magazine, 26/9/2016.

13. Sennett R., «The Conscience of the Eye: the design and social life of cities», Faber & Faber, London 1991.

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 04.04.2018


.

 

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: