Advertisements

Η δυστοπική πόλη (μέρος 1ο)

Η δυστοπική πόλη

(Τα χελιδόνια δε θα ξανάρθουν πια εδώ…)

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου

μέρος 1º

«Εφτάσαμε στο τέρμα των τερμάτων!
Μπροστά βουνό γρανίτινο και μόλις
μακριά πολύ, σαν όγκος αθυρμάτων,
η πόλις»

(«Λύτρωση», Γ. Μ. Μυλωνογιάννης)

Καλώς ήλθατε στην κόλαση· θα λέγαμε, με δικαιολογημένη υπερβολή βεβαίως… Στην κόλαση της σύγχρονης πόλης! Σε τι συνίσταται η κόλαση; Όχι, φυσικά, στα καζάνια με τους βασανισμένους «αμαρτωλούς». Αν και, από μια άποψη, κάπως έτσι θα μπορούσε να θεωρηθεί η κατάσταση που βιώνει ο σύγχρονος αστός στην «πόλη της κολάσεως». Ο ποιητής, παραπάνω, με την ευαισθησία που τον διακρίνει, δίνει την πραγματική/δραματική διάσταση. Η απαξίωση της ζωής, με τον τρόπο που επιτάσσουν οι νέοι καιροί, και η κατοίκηση στις αβίωτες (τερατου)πόλεις που δημιουργήσαμε, είναι η κόλαση των καιρών μας. Και στο κολαστήριο τούτο θυσιάζεται ο δημιουργός του, ο άνθρωπος, που αυτοκτονεί σε εικονικούς παραδείσους, έστω κι αν θεωρεί πως ζει, όπως ζει…, δαπανούμενος!

Ας ανατρέξουμε, όπως είναι το ορθό, στη σοφία των προγόνων μας, των αρχαίων Ελλήνων, για να ιδούμε πώς αυτοί εννοούσαν την κατοίκηση στο άστυ. Υποστήριζαν λοιπόν ότι οι «παρά φύσιν» μεγάλες πόλεις αποτελούσαν εν δυνάμει κέντρα καταναλωτισμού και παρασιτισμού. Οι άνθρωποι εκεί χάνονται και οι ανθρώπινες σχέσεις παραδίνονται στη φθορά. Μήπως είχαν άδικο; Μήπως υπερέβαλλαν; Μάλλον όχι, αν κρίνουμε από τη σημερινή πραγματικότητα. Είπαμε ότι αποτελεί ανάγκη η λειτουργία του ανθρώπου εν συνόλω· ανάγκη κοινωνική μα και λειτουργική. Ορθόν, όμως δεν υπολογίσαμε το όριο αντοχής των κοινωνικοσυστημάτων που δημιουργούμε, το όριο περιβαλλοντικής και λειτουργικής ανταπόκρισης των αστικών οικοσυστημάτων με τον άνθρωπο ενεργό. Δέστε: στην Αθήνα κατοικεί το 34% του πληθυσμού της χώρας κι εκτυλίσσεται το 60% του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος –μια απίστευτη δηλαδή συσσώρευση ανθρώπινου δυναμικού, δραστηριοτήτων, πόρων κι ενέργειας– (στοιχεία της ΕΣΥΕ έτους 2005), ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο αναμένεται ότι έως το έτος 2030, τα 2/3 των κατοίκων του πλανήτη, πάνω δηλαδή από το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού, θα κατοικεί σε αστικά κέντρα –το ποσοστό αυτό το έτος 2003 ήταν 48% και το έτος 1950 ήταν 30% (στοιχεία από την Παγκόσμια Υπηρεσία Περιβάλλοντος του ΟΗΕ έτους 2005).

Δυστοπική και βασανιστική στην κατοίκησή της γίνηκε η μακάρια πόλη, η Αθήνα, η προορισμένη για το υψηλόν, που όμως, αλί, κατέπεσε μ’ ευθύνη των διαχειριστών της, οι οποίοι την καθόρισαν αρνητικά σε σχέση με τις ποιότητες και τα προνόμιά της!

Το βάσανο του αστού στη δυστοπική πόλη

Ας μείνουμε στα ταπεινά, στα μικρά δράματα του βασανισμένου σημερινού αστού στην ελληνική πρωτεύουσα, αυτά που με τρόπο σκληρωτικό τον φθείρουν και τον καταβάλλουν, καθιστώντας τον θύμα του αυτοκτονικού τρόπου ζωής του. Ας τα δούμε στην καθημερινότητά του, στον τρόπο που τον βασανίζει η πόλη και τον καθιστά εύτρωτο στην κακοπάθεια· αυτήν που του αποδίδεται ως απότοκο των επιλογών του. Το να «βράζει ο αστός στα καζάνια της κολάσεως» στην πόλη που δημιούργησε, είναι συνέπεια του τρόπου θεώρησής του ως προς το ζην στο άστυ, που αποδίδεται ως ζήτημα κοινωνικό, οικονομικό, περιβαλλοντικό και πολιτιστικό σε σχέση με την πρόσληψη της πόλης στην καθημερινότητά του.

Το τραγικό εν προκειμένω είναι ότι στα πλαίσια της υποβολής στην αρνητικότητα και της κατάστασης μιθριδατισμού που καλλιεργείται ως προς το αστικό γίγνεσθαι, δε νοιώθεται η φθορά της ζωής, δε βλέπεται η μειωτική κατάσταση ως προς τη ζην· τουναντίον μάλιστα, επικρατεί μιαν απάθεια κι εντέλει μιαν αποστασιοποίηση για τις ποιότητές μας και μιαν ευφορία για την απόδειπνη και καταβατική ζωή! Η δυστοπία αρέσει, καθόσον γίνεται συνήθεια, επιβαλλόμενη ως αναγκαία συνθήκη ως προς το ζην. Η ευτοπία αντίθετα, θεωρείται ουτοπία, γι’ αυτό και η φυγοστρατεία από το ζωτικό σύμμετρον, καθώς τ’ ακολούθημα ενός ντετερμινισμού της αναγλησίας φτιάχνει τις κοινωνικές ωδίνες τού σήμερα και καταβάλλει τον άνθρωπο στον άγονο αγώνα της ζωής του [Δυστοπία (από το ελληνικό δυς- και τόπος) ονομάζεται η κοινότητα ή κοινωνία που είναι ανεπιθύμητη ή τρομακτική. Θεωρείται ως ένα κακό μέρος, και πρόκειται για το αντίθετο της ουτοπίας, η οποία είναι το υπόδειγμα για μία ιδανική κοινωνία χωρίς εγκληματικότητα ή φτώχεια, καθώς και της ευτοπίας, που είναι μια επιθυμητή, ποιοτική κοινωνία. Οι δυστοπικές κοινωνίες συχνά χαρακτηρίζονται από τον απανθρωπισμό, την περιβαλλοντική καταστροφή, την αποκοινωνικοποίηση ή άλλα χαρακτηριστικά συσχετισμένα με την κατακλυσμική πτώση της κοινωνίας].

Στην παλιά Αθήνα, στη λυρική και διάπνοη Πλάκα, αναζητά ανάσες ζωής, εν καταφύγιο ο σύγχρονος αστός. Τούτο δηλοί πολλά για την ανάγκη του ως προς το κατοικείν…

Δέστε τον αστό στον επίπονο, αγχωτικό και βασανιστικό ρυθμό του στην πόλη, στον άσκοπο συρμό του στον περίγυρό του, στο πώς αποστειρώνει τον εαυτό του από τις ομορφιές του κόσμου του ζώντας κλειστά κι αλλότρια, εν ασχημία σε σχέση με τα πραγματικά θέλω του. Δέστε πώς φτιάχνει τη ζωή του απόστεγνη κι ανερμάτιστη· πώς καταπέφτει στα άγη της κοντοζωής· πώς απομειώνεται ασύστολος. Ψάχνει δένδρο για καταφύγιο, όταν ο θύτης ήλιος της Μεσογείου τον πυρώνει ανελέητα· μα δεν το βρίσκει, καθώς η πόλη δεν ιδώθη σκιερά! Ψάχνει αισθητικές ομορφιές, φυσικές αξίες στην μακάρια Αθήνα, αυτήν που απέρριψε χωρίς να τη γνωρίσει και την έκαμε ολιγόφερνη και δραματική στον τρόπο που την προόρισε για τη ζήση του. Ψάχνει τον τρόπο του να εκφραστεί στο αστικό παρόν, μα κατατρέχεται από την αλλότρια φύση ως προς το ζην που επιβλήθη στην πόλη, η οποία καθορίστηκε ως ανάγκη του πάσχειν δεινώς σε αυτήν για να υπάρχεις. Ψάχνει, αλί, με αγύμναστες αισθήσεις την ευγένεια του τόπου, ψάχνει την υδρόγεια λαλιά στο πνεύμα του· μα δεν τη βρίσκει διότι δεν ημπορείται η τέχνη στην αναγλησία και θέλει ύψος το διανόημα στην ανθρωποπάθεια! Ψάχνει στα εμπορεία της αγοράς την πόλη που έχασε, τη λυρική, τη θηλυκιά, τη μακάρια πόλη, που γίνηκε μαινάδα στο άγος της παραίσθησής της. Ψάχνει σύμβολα, πηγές, θέμελα, αξίες στις γωνιές και τις σκιές της πόλης, μα και πάλι δεν τα βρίσκει διότι οι γωνίες λειάνθηκαν και οι σκιές φωτίστηκαν στα πλαίσια της εξέλιξής της! Ψάχνει την ποίηση της ζωής σ’ ό,τι ακόμα απέμεινε λυρικό, σ’ ό,τι ακόμα δεν μεταπλάστηκε και δε γίνηκε σύνθετο· μα δύσκολα πια ημπορείται το απλό, αδύνατο να υπάρξει αγώνας της ωραιότητας στα χρόνια της ασχημίας! Ψάχνει με την ψυχή του ό,τι δε βρίσκει με τη ζωή του, έστω κι αν δείχνεται αλλότριος στο μέσα του ως εναρμόνιος της εικονικής πραγματικότητάς του, μα αλί αυτή η ίδια η ζωή του τον καταδικάζει στη στέρηση…

Τρέχει ο αστός, τρέχει για να προλάβει τον εαυτό του στην πίεση της πόλης, στην πόλωση της βιαστικής ζωής του, τρέχει αρμονισμένος στον πολυώδινο βίο του. Στην πόλη αυτή την αργεία, στην πόλη οπού η διαβατική ζωή δε βρίσκει σύνδεσμο με τη γη, στην πόλη που πνίγεται στην επίφορτη προσβλητική ασχημία της των συνθημάτων και των graffiti, των πρόχειρων κατασκευών της και των αντιαισθητικών κτηρίων της, που απονευρώνεται ανερμάτιστη, που αποφυσικοποιείται στη μηχανική της ισοπέδωση, δεν έχουν θέση τα χελιδόνια ως ελπίδα, ως αξία και προοπτική. Τα ευαίσθητα τούτα πουλιά θέλουν την ομορφιά, επιζητούν τη γαλήνη των «τροφών» κτηρίων, των καταφυγίων της ζωής, κι απορρίπτουν τη σημερινή πόλη διότι δεν αρμόζει στην οργανική αρχή θεώρησής τους· διότι η φύση τους δεν ημπορεί την προσβολή και την αποπομπή. Έχουν το κριτήριο στη σχέση τους με τον κόσμο· θέλονται κει που πρέπονται. Οι αστοί, σε μιαν άσκηση ανορθοδοξίας στο φυσικό παρόν, σε μιαν επιδειξη απολυτομανίας, χαλνούν τις χελιδονοφωλιές διότι δεν επιθυμούν τη σφαλερή στο σύγχρονο γίγνεσθαι και περιττή χελιδονονοζωή· θέλουν απαλλαγμένο το πεδίο τους από την ποίηση της φύσης. Τα χελιδόνια, όχι επειδή δεν τα επιθυμούν οι αστοί, αλλά επειδή αυτά δε θέλουν τη ζωή στην ανάξια ως προς το ζην πόλη, δε θα ξανάρθουν πια εδώ…

Χαρακτηριστική γελοιογραφία του Ηλία Μακρή, με ημερομηνία 13-10-2003, με την οποία αποδίδεται με πικρό σαρκασμό –ή αλλιώς, αν θέλετε, με τρόπο δηκτικό– η κατάσταση του σύγχρονου αστού στην πόλη. Οι λύκοι που κατοικούν την πόλη δε συμμετέχουν στο παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας κατά το κάλεσμά της για επαφή. Αυτή, απομένοντας μόνη ανθρώπινη παρουσία στην κατοίκησή της, με το σπιτάκι της με τον κήπο ν’ αποτελεί μιαν παραφωνία στο γύρω αστικό παρόν με τα ψηλά κτήρια με την ασφυκτική κατοίκηση, μάταια τούς αναζητά αλλά κείνοι δεν έχουν καν τη διάθεση ν’ ασχοληθούν μαζί της, καθώς το παραμύθι που τους αφορά δεν είναι συμβατό με τα δεδομένα της νέας αντίληψης ζωής.

Διέρχομαι πεζός –σε καθημερινή βάση– τον Κηφισό ποταμό, σε τμήμα του όπου αυτός δεν υφίσταται πια, αφού έχει σκεπασθεί, στο ύψος της γέφυρας Ροσινιόλ. Εν αεράκι με πλαγιοκεί στο πέρασμά μου –το ονομάζω «ρεύμα του ποταμού»–, εν αεράκι που κατά τις θερμές ημέρες του καλοκαιριού φέρνει το ανάλαφρο δρόσισμά του, που σωτήριο είναι στην πνιγηρή κάψα της ανέπνοης ελληνικής πόλης· ενώ το χειμώνα δημιουργεί έναν ανεπαίσθητο παγερό στροβιλισμό, που πάλι θεμιτός είναι, αφού νοιώθεις την πόλη να καθαρίζει και ν’ ανανεώνεται, και η αίσθηση αυτή σε κάμνει να το ακολουθείς ευχάριστα.

Κάμνω σκέψεις στο περασμά μου, αναλογιζόμενος το κακό που κάναμε (και κάνουμε) στην πόλη και στους εαυτούς μας. Σκέψεις σαν κι αυτές: «Η πόλη ασφυκτιά, διότι εμείς την αποκλείσαμε, με την πρακτική της υπερεκμετάλλευσης και της πλήρους αξιοποίησης. Καταστρέψαμε τους φυσικούς αεραγωγούς της, τα ρέματά της, καταστρέψαμε τους “δρόμους του νερού”, τις διαδρομές της φύσης της, και τη γεμίσαμε με λογής δηλητήρια, με άζωη ύλη, με το μπετόν του πολιτισμού μας, για ν’ “ασκούμαστε” στο δράμα των καιρών…»

Παραθέτω σχετικά το σχόλιο του Γάλλου καθηγητή της Αστικής Γεωγραφίας Guy Burgel στο πανεπιστήμιο Paris X-Nanterre, π’ αποδίδει το πρόβλημα των σύγχρονων πόλεων, οι οποίες –στις περισσότερες των περιπτώσεων– επεκτείνονται δίχως λογική, αποκομμένες από τον άνθρωπο και τις ανάγκες του: «…ο κίνδυνος που ανακύπτει, είναι η υποκατάσταση του συστήματος του σχεδιασμού των πόλεων, στη θέση του συστήματος που ο σχεδιασμός προσπαθεί να οργανώσει και να κατευθύνει. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει, ότι οι μηχανισμοί που στήνουμε για να κατευθύνουμε την ανάπτυξη των πόλεων και των περιοχών όπου ζούμε, παίρνουν μιαν υπόσταση ανεξάρτητη, αποκομμένη από τις λειτουργίες που συντονίζουν και καθοδηγούν».

Η Αθήνα κάποτε…

Ως αρνητικό αποτέλεσμα από την παραπάνω κατάσταση, προκύπτει το «μεταλλαγμένο» κλίμα της πρωτεύουσάς μας (ένα από τα πολλά αρνητικά αποτελέσματα του σύγχρονου τρόπου ζωής· το κυριότερο όμως όλων, καθόσον σχετίζεται και με το γενικότερο πρόβλημα τής κλιματικής αλλαγής). Και τούτο εξαρχής πρέπει να τονιστεί: Αυτό που αντιλαμβανόμαστε, δεν είναι το κλίμα της πραγματικής μας πόλης, κείνο που κάποτε είχε η Αθήνα, ή αυτό που θα έπρεπε να έχει. Οι ανθρώπινες πράξεις το μετέβαλλαν και το κατέληξαν στη σημερινή κατάστασή του.

Μια παλαιότερη περιγραφή του κλίματος των Αθηνών, δίνεται στο βιβλίο «Αι νέαι Αθήναι» του Μ. Παπαδόπουλου-Βρεττού (τυπογραφείο Α. Σακελλαρίου, Αθήνα 1860): «Το έαρ, δύναταί τις ειπείν, ότι εν Αθήναις άρχεται υπό του Σεπτεμβρίου και λήγει μετά του Απριλίου, η μέση κατ’ αυτό θερμοκρασία είναι 13,07 βαθμοί Κ. Ολίγοι ανάπτουσι πυρ τον χειμώναν εις τας οικίας των. Το δε θέρος επανέρχεται αιφνιδίως περί τον Μάϊον αλλά οι διαρκώς πνεόντες άνεμοι και ιδίως η θαλασσία αύρα, καθιστώσι την κατά την διάρκειαν του θέρους διαμονήν εν Αθήναις, όχι δυσάρεστον».

Υπαίθριο καφενεδάκι στις όχθες του Ιλισού το 1930. Τότε που η Αθήνα διατηρούσε ακόμα τα φυσικά της στοιχεία και η πόλη ήταν ανθρώπινη… (φωτογραφία: Emmanuel Boudot-Lamotte).

Νωρίτερα, το έτος 1840, ο Ιταλός ελληνιστής Νικόλαος Θωμαζαίος, ζώντας επί μια δεκαετία στην Αθήνα, περιέγραφε το κλίμα της ως εξής: «Το κλίμα της Αθήνας είναι ζεστό το καλοκαίρι. Όμως δε γίνεται ενοχλητικό ούτε με τα κυνικά καύματα, γιατί φυσάει πολύ (σημείωση: εννοεί τη γνωστή ελληνική αύρα, την οποία στους σύγχρονους καιρούς τη “χάσαμε”, καθόσον την αποκόψαμε από το εσωτερικό της πόλης). Το χειμώνα είναι ευχάριστο διότι έχει σχεδόν πάντοτε ήλιο κι η ατμόσφαιρα είναι στεγνή χάρη στο βορεινό άνεμο».

Το μελτέμι ήταν κείνο που έδινε ζωή στον οικισμό της παλιάς πόλης κατά το «σκληρό» ελληνικό (αττικό) θέρος. Ήταν η ανάσα του. Η σημαντική προσφορά του ήταν γνωστή από τους αρχαίους χρόνους. Ο Ησίοδος κάνει ειδική αναφορά στα μελτέμια και τα ονομάζει «ετησίες».

Η παλιά πόλη των Αθηνών είχε κατασκευαστεί κατά τέτοιο τρόπο που ν’ ανταποκρίνεται στις ξηροθερμικές, ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που επικρατούσαν στο λεκανοπέδιο. Οι δρόμοι ακολουθούσαν τα ρεύματα του αέρα, ήταν στενοί, λιθόστρωτοι και σκιαζόμενοι από τα σπίτια, που ήταν προσανατολισμένα ανάλογα. Η ρυμοτομία υπάκουε σε μιαν απλή αλλά σοφή λογική: αποσκοπούσε στο ν’ αναχαιτίζει τα ψυχρά ξεροβόρια του χειμώνα και ν’ ανακόπτει τις διεισδυτικές καυτές ακτίνες του καλοκαιρινού ήλιου, που θερμαίναν την πόλη (στοιχεία από Δ. Γρ. Καμπούρορογλου «Αι Παλαιαί Αθήναι»).

Η οδοποιϊα που παραδόθηκε από τους Ατζαγιόλι (σχεδιασμός και κατασκευή), τους τελευταίους Φλωρεντίνους ηγεμόνες της Αθήνας, θεωρείτο από τις καλλίτερες για τα δεδομένα της εποχής. Αυτή δεν διατηρήθηκε, η δε ρυμοτομία του οικισμού χαλάστηκε, αφού οι ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές καταστάσεις το επέβαλλαν. Οι Αθηναίοι κατά την Τουρκοκρατία, για να μπορούν να φυγαδεύουν τ’ αγόρια τους και τα κορίτσια τους από τους Τούρκους, όταν αυτοί προέβαιναν σε απαγωγές για την επάνδρωση του γενιτσάρικου στρατού και τον εμπλουτισμό των χαρεμιών με οδαλίσκες, μετέτρεψαν την πόλη σ’ ένα λαβύρινθο σοκακιών και κρυφών περασμάτων μεταξύ των οικιών, που μόνον αυτοί γνώριζαν και δε χάνονταν. Όταν οι Τούρκοι συνειδητοποίησαν το εν λόγω εφεύρημα, γκρέμισαν τους ψηλούς τοίχους που συνόδευαν τα σοκάκια και τ’ αποκάλυψαν, όμως και πάλι δεν ήτο δυνατόν να μη χαθούν στους δαιδάλους του οικισμού ( στοιχεία από το βιβλίο του Νίκου Τσιφόρου, «Η ιστορία της Αθήνας», Εκδοτική Ερμής Ε.Π.Ε., Αθήνα 1979).

Το έτος 1915, ο Αμερικανός διπλωμάτης George Higgins Moses, σημείωνε στο «The National Geographic Magazine» για την Αθήνα και το κλίμα της: «Τα αθηναϊκά σπίτια είναι κτισμένα από πέτρα, ώστε να κρατούν έξω τη ζέστη. Έχοντας τα παράθυρα καλά σφαλισμένα, πολλοί κάθονται στη δροσιά του σπιτιού τους μέχρι το απόγευμα, οπότε οι ακτίνες του ήλιου αρχίζουν να γλυκαίνουν, προσκαλώντας τους σε υπαίθριες περιπέτειες… Αμέσως μετά τις τελευταίες ανοιξιάτικες βροχές, αρχίζει για 40 περίπου μέρες να φυσάει το καλοκαιρινό μελτέμι, ξεκινώντας σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια στις τέσσερις το απόγευμα. Το βράδυ, η θαλασσινή αύρα απλώνεται σ’ ολόκληρη την πόλη, μέχρι και πέρα από τις ρεματιές που οδηγούν στην περιοχή της Αλυσίδας (σημείωση: εξοχική τοποθεσία στο τέρμα της οδού Πατησίων)».

Ήταν η παλιά Αθήνα πόλη εύζωη, καθόσον ήταν δυνατό να προσληφθούν τα φυσικά στοιχεία και να γίνουν απολαύσιμα (φωτογραφία: Leonore Mau, πλατεία Δημαρχείου, Αθήνα 1966).

Βεβαίως, οι προερχόμενοι από τις χώρες του βορρά ταξιδιώτες και περιηγητές, όντας ασυνήθιστοι στις υψηλές θερμοκρασίες του μεσογειακού καλοκαιριού, δυσανασχετούσαν με αυτές. Είχαν, βλέπετε, άλλες προσαρμογές. Η Σουηδέζα Φρεντρίκα Μπρέμερ, σε μια επιστολή της προς τον Δανό παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, αναφερόταν στις μεγάλες ζέστες του Ιουνίου του 1860 στην Αθήνα: «…η ζέστη είναι τόσο μεγάλη που θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι βρίσκεται στην κόλαση. Νόμιζα, ότι θα πεθάνω, λυώνοντας σε κείνο το καζάνι…» (από το βιβλίο του Λίννερ Στ., «Μια Σουηδέζα στην Ελλάδα», εκδόσεις «Προσκήνιο», Αθήνα 1997). Ίδια δυσανασχετούσε και ο Φιλανδός ελληνιστής Βίλχελμ Λάγκους το 1852 με το ελληνικό καλοκαίρι, καθώς τον ενοχλούσε έντονα η ζέστη της πόλης, όπως και η σκόνη των δρόμων. Τη σκόνη αυτή την έκανε χειρότερη το μελτεμάκι που φυσούσε, αφού τη σήκωνε και την ανέμιζε γεμίζοντας το σύμπαν με κόκκους, δημιουργώντας μιαν αποπνικτική και βρώμικη –κατά τον Λάγκους– ατμόσφαιρα (στοιχεία από το βιβλίο των Μπιόρν Φόρσεν και Βασίλη Καρδάση για τον Βίλχελμ Λάγκους, με τον εύγλωτο τίτλο «Αγαπητή, μισητή μου Αθήνα!», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009).

Στον ίδιο τόνο ο αμερικανός πρεσβευτής στην Αθήνα την περίοδο 1868-1872, Κάρολος Τάκερμαν, στο βιβλίο του «Οι σημερινοί Έλληνες», σημείωνε: «…Η Αθήνα είναι γοητευτική το χειμώνα και προπαντός την Άνοιξη –ο Μάρτιος και ο Απρίλιος είναι οι πιο ελκυστικοί μήνες– είναι όμως απεχθής το καλοκαίρι. Δεν πρέπει κανείς να ζηλεύει τον ξένο που είναι υποχρεωμένος να ζει στην πρωτεύουσα από τον Μάϊο έως τον Οκτώβριο. Ο ήλιος της Ελλάδας δεν είναι ένα θαύμα, αλλά βασανιστήριο για το μάτι. Κάθε βλάστηση μαραίνεται κάτω από τις ανοικτίρμονες ακτίνες του. Ο αέρας γεμίζει τους δρόμους με σκόνη, την ίδια σκόνη που εταλάνιζε τους αρχαίους αθηναίους…»

Η παλιά αραιοκατοικημένη, ανθρώπινη, νεοκλασική πρωτεύουσα, εχάθη στη «βάσανο» της εξέλιξής της!

Η ιδιαιτερότητα του λεκανοπεδίου

Το κλίμα του λεκανοπεδίου της Αττικής το εξαρτούν τρεις φυσικογεωγραφικοί παράγοντες: Οι ορεινοί όγκοι που το περιβάλλουν, η θάλασσα που το βρέχει και η μορφολογία της περιοχής.

Οι ορεινοί όγκοι ανακόπτουν τους ανέμους του δυτικού, βόρειου κι ανατολικού τομέα, ενώ συντελούν στη δημιουργία ισχυρών καταβατικών ανέμων, στα βόρεια και βορειοανατολικά προάστια. Η Πάρνηθα και η Πεντέλη, λιγότερο ο Υμηττός, όταν είναι χιονισμένοι, κατεβάζουν ψυχρές αέριες μάζες στις άμεσα γειτνιάζουσες με αυτούς περιοχές του λεκανοπεδίου, μ’ αποτελέσμα την εκεί σημαντική πτώση της θερμοκρασίας και τη δημιουργία παγετού. Ενώ οι ίδιοι ορεινοί όγκοι, δημιουργούν τοπική νέφωση και βροχή. Η ηλιοφάνεια, στις παρά των ορεινών αυτών όγκων περιοχές, επηρεάζεται αρνητικά.

Η ανακοπή της πορείας των ανέμων στο εσωτερικό του λεκανοπεδίου, δυσχεραίνει την ανανέωση των αερίων μαζών εκεί. Η μορφολογία τού λεκανοπεδίου και ο σχεδιασμός της πόλης, συντελούν στη δημιουργία τοπικών ανοδικών θερμών ρευμάτων, τα οποία φορτίζονται από εκλυόμενους ρυπαντές και, υπό ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες (π.χ. άπνοια), παραμένουν στα ψηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας, δημιουργώντας το γνωστό φωτοχημικό νέφος.

Γη λεπτόγεως η Αττική, ξηρή, ένας τόπος το λεκανοπέδιο της Αττικής με έφεση στον πλημμυρισμό, που όμως είχε τη δυνατότητα τής, κατά το μάλλον ή ήττον, αποτροπής του, χάρις στις άμυνες που προέκυπταν από τη λειτουργία των φυσικών του στοιχείων… (φωτογραφία του 19ου αιώνα).

Η θάλασσα (ο Σαρωνικός κόλπος), σε συνδυασμό με την ξηρά, δρα ως μια δεξαμενή ψύξης κατά τη θερινή περίοδο και θέρμανσης κατά τη χειμερινή, επηρεάζοντας την ευρύτερη περιοχή. Μάλιστα, όταν το φαινόμενο συνδυάζεται με την ανάπτυξη της απόγειας ή θαλάσσιας αύρας (κυρίως κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού), τότε τ’ αποτελέσματα είναι θετικά. Η θαλάσσια αύρα δροσίζει, αφού μειώνει τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος κι αυξάνει τη σχετική κι απόλυτη υγρασία κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η θάλασσα παίζει σημαντικό ρόλο στο κλίμα του λεκανοπεδίου και η ευνοϊκή επίδρασή της, αποτέλεσε βασικό λόγο για να θεωρείται αυτό ως επιδεκτικό και επιζητήσιμο για κατοίκηση. Όμως τούτη, με τον τόσο σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει στην κλιματική ισορροπία του λεκανοπεδίου, υπέστη ανυπολόγιστη ζημιά, εξαιτίας της χωρίς λογική ανθρώπινης δραστηριότητας που αναπτύχθηκε διά των χρόνων τόσο στη χέρσα περιοχή που την περιβάλλει, όσο και στη θαλάσσια περιοχή της. Σήμερα, ο Σαρωνικός κόλπος θεωρείται ως ο «σκουπιδότοπος» της Αττικής και η πιο βρώμικη θαλάσσια περιοχή της Μεσογείου. Σύμφωνα με έρευνα του Τμήματος Ζωολογίας – Θαλάσσιας Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που δημοσιοποιήθηκε τον Μάρτη του 2005, ο πυθμένας του Σαρωνικού είναι τόσο βρώμικος που συγκεντρώνει αριθμό στερεών απορριμμάτων 251 ανά 1.000 τ.μ., όταν ο μέσος όρος στην Ελλάδα είναι 15 απορρίμματα!

Το κλίμα του λεκανοπεδίου συναρτάται από την εν γένει παρουσία των στοιχείων που συμμετέχουν στη συγκρότηση και τη γεωμορφολογία του λεκανοπεδίου. Όπως, οι λόφοι (Τουρκοβούνια, Λυκαβηττός, Φιλοπάππου κ.λπ) και τα βουνά που το περιβάλλουν (Πεντέλη, Πάρνηθα, Υμηττός, Αιγάλεω), τα ρέματα (Κηφισός, Ιλισός, Ποδονίφτης κ.λπ.) και το πράσινό του (φυσικά δάση κωνοφόρων, άλση, πάρκα κ.λπ.). Εάν ο άνθρωπος επηρεάσει δυσμενώς κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία, τότε η συνέπεια της πράξης του θα έχει αρνητική επίπτωση στο κλίμα της πρωτεύουσας. Αναφέρεται χαρακτηριστικά, σε σχέση με τα υδατορέμματα, ότι οι υδάτινες επιφάνειες θερμαίνονται και ψύχονται αργά, δρώντας εξισορροπιστικά στο κλίμα της πόλης. Το ρεύμα των ρεμάτων, βοηθά στον καθαρισμό και στην ανανέωση του αέρα αυτής.

Το παλιό λατομείο εγίνη άλσος, στο λόφο Στρέφη· ωραίες ενέργειες, ευεργετικές για την πόλη!.. (ο λόφος του Στρέφη).

Το κλίμα του λεκανοπεδίου, ως γνωστόν, έχει αλλάξει δραματικά σε σχέση με το παρελθόν. Οι πράξεις των κατοίκων του ήταν κείνες που το μετέβαλλαν. Η πυκνή κι άναρχη δόμηση, η εντός του λεκανοπεδίου ανάπτυξη βιομηχανικής παραγωγής, η αποδάσωση των ορεινών όγκων που το περιβάλλουν, η απώλεια ή μη μέριμνα ορθής διαχείρισης του αστικού πρασίνου, η εξαφάνιση των ρεμάτων και των καναλιών του, ήταν οι βασικές αυτοκτονικές πράξεις των ρυθμιστών αυτής της πόλης, καθώς και των κατοίκων της, που έκαμαν αυτήν καταπίπτουσα και ασθμαίνουσα. Κι επιπλέον, το νέφος που «ήλθε και κάθισε» πάνω από την πρωτεύουσα, αποτέλεσε «το κερασάκι στην τούρτα», που τη σκίασε βαριά και την κατέστησε δραματική…

Έτσι, η εντύπωση του Αντρέ Μπωνιέ, η οποία διατυπώθηκε το έτος 1912 κι αποτυπώνεται στα λόγια του: «…στην Αθήνα η ατμόσφαιρα είναι τόσο καθαρή, ώστε η απόσταση δεν καθιστά θολότερες τις εικόνες, αλλά απλώς μειώνει τα μεγέθη…», φαντάζει σήμερα ως μακρινή και ουτοπική, σ’ ό,τι αφορά στο «υγειινό» κατά τους παλαιότερους χρόνους λεκανοπέδιο της Αττικής.

Ιστορικά, η πρώτη επίσημη επιστημονική έκθεση για τη ρύπανση του λεκανοπεδίου και τη δημιουργία του γνωστού φωτοχημικού νέφους, συντάχθηκε από τους Αλεβιζάτο, Μπάζα, Αλεξόπουλο και Βερυκοκάκη και δημοσιοποιήθηκε τον Οκτώβρη του 1966. Παραθέτουμε, για ιστορικούς και συμβολικούς λόγους, ένα βασικό μικρό απόσπασμα των συμπερασμάτων της: «…στη χώρα μας δημιουργήθηκαν καταστάσεις, ιδίως στην περιοχή της Αθήνας και των Περιχώρων, που μετέβαλλαν τη φυσιολογική σύσταση του αέρα και ήταν δυνατόν να προκαλείται κίνδυνος κατά της ευεξίας του ανθρώπου και βλάβες στα ζώα και στα φυτά, όπως και σε αντικείμενα, μεταξύ των οποίων οι αρχαιότητες. (…) Λόγω της επέκτασης της πόλης, καταργήθηκε η βιομηχανική ζώνη που θεσπίστηκε το έτος 1936, διατηρήθηκε όμως στις περιληφθείσες μέσα στην πόλη μικρές ή μεγάλες βιομηχανίες, το ύψος των καπνοδόχων του έτους 1936!!!»

Φτιάχναν δρόμους, με το δένδρο εντός! Δε διανοούνταν να το «σπαταλήσουν» για λόγους χρηστικούς· βλέπετε…, τότε ήταν δυνατή κι είχε λογική μια τέτοια «δαπάνη» –σήμερα είναι απορριπτική! (τέλη 19ου αιώνα, Λεωφόρος Βασιλίσσης Όλγας).

Τα ρέματα που ήτανε ποτάμια!

Το λεκανοπέδιο της Αττικής, αν και κεκλιμμένο προς τη θάλασσα, με «έφεση» στον πλημμυρισμό, όσο διατηρούσε τα ρέματά του και τα βουνά του συντηρούσαν βλάστηση, δεν υπόκειτο στη συνεχή και καταστροφική βάσανο των πλημμυρών. Αυτό μπορούμε κατά το μάλλον ή ήττον να ισχυριστούμε ότι ίσχυε έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1960, μ’ εξαιρέσεις βεβαίως. Αρκεί να ειπωθεί ότι κατά το χρονικό διάστημα 1850-1950 σημειώθηκαν δεκαοκτώ σοβαρά πλημμυρικά συμβάντα στο λεκανοπέδιο, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1951-2003 σημειώθηκαν σαρανταπέντε!

Ως επισήμανση αναφέρεται ότι, εξαιτίας του παλαιόθεν πλημμυρισμού του λεκανοπεδίου και των προσχώσεων των χειμάρρων του, ενώθηκε η Αθήνα με τον Πειραιά, ο οποίος ήταν κάποτε νησί («…τον τε Πειραιά νησιάζοντα πρότερον και πέραν της ακτής κείμενον…», σημειώνε στα «Γεωγραφικά» ο Στράβων). Μάλιστα ο Ξενοφώντας αναφέρει πως, η αβαθής θάλασσα που κάποτε υπήρχε μεταξύ του Νέου Φαλήρου και του λεγομένου Μεγάλου Λιμένος του Πειραιά, είχε διαμορφωθεί από τις προσχώσεις των χειμάρρων σε λιμνοθάλασσα, η οποία κατά τους ιστορικούς χρόνους είχε μετατραπεί σε τέλμα και ονομαζόταν Αλίπεδον (Ξενοφ. Ελλην. 2, 4, 30).

Η κατάφυτη, παραδείσια Παριλίσια περιοχή το 1910, που εγίνη λεωφόρος!, με το Ολυμπιείο και την Ακρόπολη στο βάθος (φωτογραφία: Frédéric Boissonnas).

Το «κακό» με τα ρέματα του λεκανοπεδίου άρχισε με την εφαρμογή των πρώτων ρυμοτομικών σχεδίων της πόλης των Αθηνών. Σε αυτά, δε λήφθηκε μέριμνα για την πλήρη κι απόλυτη προστασία των ρεμάτων της και την ένταξή τους σ’ ένα σχεδιασμό της πόλης, ενώ για τα μεγαλύτερα προβλέφτηκε η κάλυψή τους (αναφέρεται, για παράδειγμα, ότι το μικρό αλλά επικίνδυνο ρέμα Κυκλοβόρου, μπαζώθηκε κι ασφαλτοστρώθηκε, αποτελώντας σήμερα την οδό Μάρνη). Η άναρχη κι αυθαίρετη δόμηση του Μεσοπολέμου, καθώς και η βιαστική και πρόχειρη εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων σε ρεμάτιες και παρεμάτιες περιοχές του λεκανοπεδίου, καθώς και σε αναδασωτέες προστατευτικού χαρακτήρα εκτάσεις, επιδείνωσε το ήδη οξυμένο πλημμυρικό πρόβλημα της πρωτεύουσας.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ήδη από το έτος 1898 ο νομομηχανικός Ηλίας Ι. Αγγελόπουλος είχε προτείνει σε εργασία του με τον τίτλο «Περί των πλημμυρών εν τω λεκανοπεδίω Αθηνών – Πειραιώς» μέτρα «αυτονόητα» για την αντιμετώπιση του ζητήματος του πλημμυρισμού του λεκανοπεδίου, που θα έπρεπε άμεσα να είχαν από τότε ληφθεί, πλην όμως, όχι μόνο δε λήφθηκαν, αλλά, προϊόντος του χρόνου η κατάσταση στο λεκανοπέδιο της Αττικής έβαινε επιδεινούμενη σ’ ό,τι αφορούσε στη διαχείριση των ρεμάτων του! Πρότεινε ο Αγγελόπουλος τότε: «Ν’ αποδιωχθώσιν οι καταπατήσαντες παρανόμως τας όχθας των χειμάρρων και ορισθεί ζώνη αμύνης 40 τουλάχιστον μέτρων εκατέρωθεν των οχθών. Να μελετηθεί ταχέως και ενεργηθεί βαθμηδόν και κατ’ ολίγον η αναδάσωσις των μερών, ιδία, εκεί οπόθεν κατέρχονται οι χείμαρροι…» (Παντέλογλου Κ. Π., «Περί των πλημμυρών εν τω λεκανοπεδίω Αθηνών – Πειραιώς. Κείμενο διακεκριμένου νομομηχανικού, κατόχου ευρυτάτης αρχαιογνωσίας, δημοσιευθέν το παρελθόν», Ιστορικό Αρχείο Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Αθήνα 2018, σελ. 62).

Η Αθήνα πλημμυρισμένη το 1899 σε δηκτικό πρωτοσέλιδο της «Κυριακάτικης Ακρόπολης». Η πρωτεύουσα ανέκαθεν πλημμύριζε, όμως το φαινόμενο επιτάθηκε μεταπολεμικά με την έντονη κι άναρχη κατοίκηση του λεκανοπεδίου της Αττικής.

Παρ’ όλα ταύτα, η απόκριση των εναπομεινάντων ρεμάτων ήταν –θα λέγαμε– ικανοποιητική, αν και σοβαροί πλυμμυρισμοί συνέβαιναν και προπολεμικά. Η μεταπολεμική οικιστική άλωση της πρωτεύουσας έφερε την ολέθρια ανατροπή, όταν με την άναρχη κι αλόγιστη δόμηση που σημειώθηκε, εξαφανίσθηκαν κάτω από το μπετόν και την άσφαλτο χιλιόμετρα ρεμάτων, ενώ και το απαραίτητο εξισορροπιστικό πράσινο των γύρω βούνων απωλέστηκε (ως προς το τελευταίο, πρέπει να συνυπολογίσουμε και τη σοβαρή απώλεια της δασικής βλάστησης που συνέβη κατά την Κατοχή, λόγω των επιτακτικών αναγκών των κατοίκων της πρωτεύουσας σε καυσόξυλα, που είχε ως αποτέλεσμα τη ληστρική απόληψη ξυλείας από τα δάση του λεκανοπεδίου της Αττικής). Από κείθε και ύστερα η Αθήνα πλημμυρίζει σε βαθμό που το φαινόμενο να καθίσταται ως αναπότρεπτο και μοιραίο, τ’ οποίο, αλί, ως αναγκαίο κακό θα πρέπει να το αντιμετωπίζουμε!

Με απόγνωση ο καθηγητής Δημήτριος Πικιώνης σημείωνε το έτος 1954 για την αφροσύνη των Αθηναίων, σε σχέση με τα δύο ιερά τους ποτάμια: «Τι εκάνατε τον Ιλισό και τον Κηφισό, τα δυο αγιάσματά μου; Εβάλατε μέσα τους τους υπονόμους σας, ερίξατε τα νερά των εργοστασίων σας…» (Πικιώνη Δ., «Γαίας ατίμωσις», περιοδικό «Τεχνικά Χρονικά», τεύχος 58, Αθήνα 1954).

Σήμερα, λόγω της τσιμεντοποίησης, το 65% των όμβριων υδάτων μένει στην επιφάνεια του εδάφους, ενώ παλαιότερα το 35% πήγαινε στη θάλασσα και το 65% διηθείτο στο έδαφος. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΥΔΑΠ, από τα 2.900 «κρίσιμα» χιλιόμετρα των ρεμάτων της Αττικής (σε σύνολο 4.154 χιλιομέτρων), τα 450 χιλιόμετρα έχουν καταπατηθεί (!) και μόνον σε 187 χιλιόμετρα έχουν πραγματοποιηθεί τεχνικά έργα αντιπλημμυρικής προστασίας. Το σύνολο, δε, των πραγματοποιηθέντων έργων τέτοιας μορφής, αντιστοιχούν στο 40% σε σχέση με αυτά που απαιτούνται για την αντιπλημμυρική θωράκιση της πρωτεύουσας. Στο λεκανοπέδιο της Αττικής, από τα 685 χιλιόμετρα ρεμάτων, έχουν καταπατηθεί τα 45,5 χιλιόμετρα και έχουν πραγματοποιηθεί έργα σε 78,5 χιλιόμετρα. Στα Μεσόγεια και στο Θριάσιο Πεδίο, από τα 506 και 889 χιλιόμετρα ρεμάτων αντίστοιχα, έχουν καταπατηθεί 99,5 και 88,1 χιλιόμετρα, και έχουν διευθετηθεί 6 και 3 χιλιόμετρα αντίστοιχα. Στη λεκάνη του ανατολικού και βόρειου Σαρωνικού, από τα 243 χιλιόμετρα ρεμάτων, έχουν καταπατηθεί τα 28,9 χιλιόμετρα, ενώ έργα διευθέτισης έχουν πραγματοποιηθεί στα 67,5 χιλιόμετρα. Τέλος, στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά και της Σαλαμίνας, από τα 279 χιλιόμετρα ρεμάτων, έχουν καταπατηθεί τα 31,6 χιλιόμετρα και έχουν διευθετηθεί τα 17 (ΕΥΔΑΠ, 2001).

Στην οδό Καλλιρρόης μεταπολεμικά, ο Ιλισός ήταν ακόμα «ξέσκεπος» σε τμήμα του, λειτουργών ως ανοικτός αγωγός, και καλυμμένος σήμερα, με εμφανή τη μαιανδρική παρουσία του στην οδό και το ίχνος πρασίνου που τον προσδιορίζει στο Google Earth.

Ειδυλλιακή εικόνα του Κηφισού το 1910 (σε επιστολικό δελτάριο), εμφαινόμενος αυτός ως «ποταμός» εντός της πόλης με υγροτοπική αξία, και ο Κηφισός σήμερα καλυμμένος, αντιμετωπιζόμενος από το ύψος του Περιστερίου μέχρι τις εκβολές του, ως υπόνομος!

Ο Κηφισός, κατά την επίσημη αλληλογραφία του ελληνικού κράτους με τον πρόεδρο της Επιτροπής Αναφορών του Ευρωκοινοβουλίου κ. Nino Gemelli (Δεκέμβριος 2003), αντιμετωπίζεται, από το ύψος του Περιστερίου μέχρι τις εκβολές του, ως υπόνομος!!! Στο ρέμα Χαλανδρίου, στην Α΄ ζώνη προστασίας του, έχουν καταγραφεί κέντρα διασκέδασης, κατοικίες και ένα γηροκομείο! Ίδια, ίσως και χειρότερη, είναι η κατάσταση και στ’ άλλα, εναπομείναντα, ρέματα του λεκανοπεδίου (της Πικροδάφνης, του Ασωπού, της Πύρνας, της Αγίας Άννης κ.λπ.)

Δε χωρεί αμφιβολία ότι ο πλημμυρισμός στο λεκανοπέδιο της Αττικής, ακριβώς λόγω της γεωμορφολογίας και της φύσης του, της αποδάσωσης των γύρωθε βουνών του, καθώς και της μορφής των κατακρημνισμάτων που σημειώνονται, αποτελεί ένα φαινόμενο που άγεται ως φυσιολογικό, τ’ οποίο όμως, υπό κανονικές συνθήκες, αυτορυθμίζεται από τους φυσικούς μηχανισμούς που ενυπάρχουν στο φυσικό σύστημα.

Έτσι, τα ρέματα των λόφων του Αιγάλεω, έπεφταν κάποτε κατευθείαν στο λιμάνι του Πειραιά ή έσβηναν στην περιοχή του Κερατσινίου. Άλλα ρέματα του όρους Αιγάλεω, έπεφταν μέσα στον Ελαιώνα κι έσβηναν εκεί. Όλα τα υπόλοιπα ρέματα της δυτικής πλευράς του λεκανοπεδίου, συγκεντρώνονταν στον Κηφισό και απ’ εκεί παροχετεύονταν στον Σαρωνικό κόλπο. Τα ρέματα της βόρειας πλευράς κατέληγαν στον Ποδονίφτη, ο οποίος έσμιγε σε κάποιο σημείο με τον Κηφισό. Βεβαίως, όταν ο Κηφισός «φούσκωνε» από νερά, έπεφτε (κι αυτός) ανεξέλεγκτος, αλλά πού;· στον Ελαιώνα και με την εκεί εκτόνωση επέρχονταν μιαν κατάσταση ηρεμίας και φυσικής ισορροπίας.

Στην ανατολική πλευρά κυριαρχούσε ο Ιλισός, στον οποίο συγκεντρώνονταν όλα τα νερά του Υμηττού. «Η οδός η φέρουσα εις τον Πειραιά διά του Ελαιώνος, ήτο πολύ ελώδης, ως εκ των διακλαδώσεων του τότε Ιλισού», ανέφερε ο Βαυαρός αξιωματικός Χριστόφορος Νέεζερ στ’ απομνημονεύματά του. Ενώ, νοτιότερα, τα ρέματα της Νέας Σμύρνης, του Μπραχαμίου και της Αμφιθέας, κατέληγαν απευθείας στη θάλασσα, στην περιοχή από τις Τζιτζιφιές μέχρι τον Άλιμο.

Το λεκανοπέδιο, λοιπόν, αν και χειμαρρόπληκτο, «είχε τον τρόπο του» ν’ ανταποκρίνεται σε τούτη τη δύσκολη κατάστασή του. Ήλθε όμως ο άνθρωπος, για ν’ ανατρέψει τα ισχύοντα και να επιφέρει ανισορροπίες. Η διατάραξη που υπέστη το εν λόγω περιβάλλον από τη βίαιη και χωρίς λογική ανθρώπινη παρέμβαση ήταν τόσο ισχυρή, που οι παραπάνω μηχανισμοί κατέληξαν ή υπέστησαν «ανήκεστο βλάβη» (είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι επί της κοίτης του Ιλισού είχε αναπτυχθεί προσφυγικός οικισμός, ο οποίος κατεδαφίστηκε μόλις το 1967 από τη Χούντα, για να διαπλατυνθεί η οδός Μιχαλακοπούλου και για ν’ ανεγερθεί εκεί ξενοδοχείο!) Για τους παραπάνω λόγους, το πλημμυρικό φαινόμενο στο λεκανοπέδιο εκδηλωνόταν πλέον ανεξέλεγκτο.

Η οδός Πειραιώς πλημμυρισμένη το 1952· μια κατάσταση συνήθης για το λεκανοπέδιο μεταπολεμικά.

Ο Ποδονίφτης πλημμυρίζει τη Νέα Ιωνία και τον Περισσό τον Οκτώβριο του 1994 και δημιουργεί τεράστιες καταστροφές, με δέκα άτομα να χάνουν τη ζωή τους!

Μια νεροποντή ήταν αρκετή για να πλημμυρίσει το Κολωνάκι το καλοκαίρι του 2014 –καταρράκτες γίνηκαν τα σκαλιά του!

Πως ορίζεται το ρέμα; Ως πτύχωση της επιφάνειας του εδάφους διά της οποίας συντηρείται η απορροή προς τη θάλασσα των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς, αποτελώντας ταυτόχρονα φυσικό αεραγωγό για την πόλη, διαμορφώντας μαζί με τη πανίδα και τη χλωρίδα που το συνοδεύει, ένα οικοσύστημα που συμβάλλει πολλαπλώς στην ισορροπία του αστικού περιβάλλοντος (πρακτ. Συνεδρ. Σ.τ.Ε. 195 και αποφάσεις 246/2000, 505 και 511 και 673/2001, 602/2002 κ.α.) Στα παραπάνω, που περιλαμβάνονται σε δικαστική απόφαση, προστίθεται και η επιστημονική άποψη, που αναφέρει ότι τα ρέματα θα πρέπει να μένουν ανοιχτά και να μην μετατρέπονται σε κλειστούς αγωγούς, διότι αποτελούν ελεύθερους χώρους και χώρους διέλευσης του αέρα (Γ. Τσακίρης, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα 2001).

Εφόσον, λοιπόν, η παραπάνω λειτουργία του ρέματος, για λόγους ανθρωπογενείς κυρίως, δεν εξυπηρετείται ή δεν υφίσταται, λογικό επόμενο είναι να υπάρξει πλημμυρισμός στην περιοχή όπου το ρέμα συγκροτείται, καθώς και σε αυτή που επηρεάζει με τη λειτουργία του. Επομένως, ο πλημμυρισμός του λεκανοπεδίου της Αττικής, καθώς και των περιοχών που γειτνιάζουν με αυτό κι έχουν αναφορά στους ίδιους παράγοντες κρίσης (βλέπε την περίπτωση της Μάνδρας Αττικής, όπου συνέβη η φονική πλημμύρα της 15ης-11-2017), αποτελεί συνέπεια ανθρώπινων χειρισμών κι όχι απόρροια κάποιας φυσιολογικής διαδικασίας. Αυτό ας το κρατήσουμε καλά στο μυαλό μας, διότι συνιστά την ευθύνη που ως προς τούτο έχουμε, με τις πράξεις και τις ανοχές μας. Μια ευθύνη που η συνειδητοποίησή της θα καθορίσει την παραπέρα στάση ζωής μας, σε σχέση με τη φύση και το περιβάλλον όπου διαβιούμε.

Μαθαίνοντας όμως να ζούμε με το πρόβλημα, οργανωνόμαστε στην αντιμετώπισή του, αντίς να επεμβαίνουμε στους παράγοντες της κρίσης, ούτως ώστε το αιφνίδιο φυσικό φαινόμενο να μεταβληθεί σε φυσιολογικό αφομοιούμενο στο σύστημα της πόλης. Με τεχνικά έργα προσπαθούμε να τιθασεύσουμε τη φύση, ενώ η προσαρμογή στους μηχανισμούς της θ’ αποτελούσε τη λύση που θ’ άρμοζε στα πλαίσια της οικοσυστηματικής λειτουργίας της πόλης, την οποία πρέπει να επιδιώκουμε ως λειτουργοί στο σύστημά της, κι όχι απλώς ως δέκτες και καταναλωτές στα πλαίσια της κατοίκησης. Το άνοιγμα των ρεμάτων της πόλης για παράδειγμα, που έκλεισαν για την, υποτίθεται, λειτουργία της, κάτι που στις πόλεις της Εσπερίας αποτελεί βασικό στοιχείο του αστικού τους ανασχεδιασμού, θάταν σωτήριο γι’ αυτήν· όμως δεν κάνουμε, τουναντίον συνεχίσουμε να τα καλύπτουμε!..

Ιδέστε πώς ως δίαυλος ζωής, ως φυσικός αγωγός διατρέχει το ρέμα την πόλη δεικνύοντας το σημαντικό ρόλο του στην υγιή και ποιοτική συγκρότησή της (το ρέμα της Πικροδάφνης, από τα λιγοστά εναπομείναντα φυσικά κανάλια του λεκανοπεδίου).

Κείνο επίσης που δε γίνεται συνειδητό είναι ότι το ρέμα δεν περιορίζεται στο στενό οπτικό μας ορίζοντα. Σ’ αυτόν που μάθαμε (ή καλλίτερα, που μας έμαθαν) ν’ αντιλαμβανόμαστε και σε αυτόν να λειτουργούμε. Αν κοιτάξουμε λίγο ψηλότερα, στα γύρωθέ μας βουνά, θα διαπιστώσουμε ότι κι εκείνα αποτελούν τμήματα ρεμάτων. Διότι, από εκεί θα ξεκινήσει ο μεγάλος όγκος των νερών, για να κυλήσει προς τα κατάντη. Για ν’ ακολουθήσει τα κανάλια και να καταλήξει στη θάλασσα. Όσο πιο γυμνά είναι τα βουνά αυτά, τόσο μεγαλύτερος θα είναι ο όγκος του νερού που θα ρεύσει (η βλάστηση που λείπει, θα «απορροφούσε» τη μεγαλύτερη ποσότητα υδάτων) και, κατά συνέπεια, ο πλημμυρισμός θα γίνεται μεγαλύτερος και πιο καταστροφικός.

Τα βουνά που περιβάλλουν το λεκανοπέδιο, έχουν σε μεγάλο βαθμό απολέσει τη βλάστησή τους ή αυτή έχει υποβαθμιστεί τόσο, ώστε να μη μπορεί πλέον να επιτελέσει το λειτουργικό της ρόλο. Τα εν λόγω βουνά, με την μορφή που σήμερα παρουσιάζονται, αποτελούν παράγοντα της κρίσης. Έχει, συγκεκριμένα, παρατηρηθεί ότι εμφανίζεται μεγαλύτερη πλημμυρική απορροή στις λεκάνες απορροής του Υμηττού και της Πεντέλης, όπου η δάσωση των βουνών είναι μικρή, σε σχέση με της Πάρνηθας και του Σαρανταπόταμου, όπου η δάσωση εκεί είναι μεγαλύτερη (Μπαλούτσος, 1997).

Παρατηρώντας, δε, σημεία των βουνών αυτών, διαπιστώνουμε ότι λεκάνες απορροής ρεμάτων –ένα από τα πλέον ενεργά τμήματά τους– έχουν πλήρως αλλοιωθεί, αφού υπέστησαν έως και τον «εκβαρβαρισμό» της δόμησης. Το διανοείστε; Μπορείτε να συλλάβετε το μέγεθος τούτης της ανοησίας; Δομήθηκαν οι συλλεκτήριες λεκάνες των ρεμάτων και εν συνεχεία αποκλείστηκαν οι δρόμοι διαφυγής των νερών. Δεσμευμένα κι εγκλωβισμένα λοιπόν τούτα, πού θα πάνε; Πώς είναι δυνατόν να εκτονωθεί το φαινόμενο; Τ’ αδιέξοδα που εμείς δημιουργήσαμε και τα οποία μας καταδυναστεύουν και μας τιμωρούν, είναι η αιτία του κακού. Κι όχι η «θυμωμένη φύση». Η φύση δεν εκδικείται, όπως κακώς λέγεται. Η φύση λειτουργεί (ή αντιδρά αν θέλετε), βάσει των συνθηκών και των δεδομένων που αντιμετωπίζει, προσπαθώντας νάβρει διέξοδα και ισορροπίες στα αδιέξοδα και τις ανισορροπίες που ο άνθρωπος δημιούργησε στα πλαίσια της κατοίκησης, η οποία όμως, για νάναι επιθυμητή θάπρεπε να υπακούει σε αρχές κι αξίες, που όμως δεν το κάνει!

Την πόλη αυτή, την Αθήνα, την έχει αδικήσει η φύση ως προς τούτο: δεν της έδωσε νερά και της στέρησε τις εξ αυτών χάρες· δεν της έδωσε ποτάμι(α), της έδωσε όμως ρέματα που λειτουργούσαν στο ατιικό περιβάλλον ως ποτάμια κι αποτελούσαν τις υδάτινες φλέβες της στεγνής αττικής γης –δυστυχώς όμως απωλέσθηκαν! Τη γύμνασε ώστε να μπορεί να ζει με την έλλειψη του νερού και να γεύεται την κάθε σταγόνα που τη γη της ποτίζει. Τη γύμνασε ώστε να εκτιμά το λιγοστό που της προσφέρεται ως αξία και να το φυλάττει ως κάτι πολύτιμο. Τη γύμνασε για να μπορεί να υποδεχτεί την όποια αντίδραση της φύσης, η οποία κάποιες φορές κρίνεται ως οριακή, πλην όμως προκύπτει ως απόρροια μιας λογικής που η ίδια η φύση γνωρίζει κι εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε. Αυτή τη γύμναση της Αττικής στις αξίες της, αυτή την προσαρμογή στη φύση της, ο κάτοικός της, με τον τρόπο της λειτουργίας του, την ανέτρεψε. Και διαμόρφωσε μια δραματική κατοίκηση, η οποία, όπως γίνεται κατανοητό, απορρέει από την απώλεια της σχέσης του με τη γη.

Το ρέμα διακόπηκε από δρόμο· μια κατάσταση που γίνηκε κανόνας στην άναρχη κατοίκηση του λεκανοπεδίου της Αττικής! (Νέα Σμύρνη, 1950, διασταύρωση Ελ. Βενιζέλου και Δορυλαίου).

Ως «ύδατα χαρίεντα» χαρακτηρίζει τα ρέματα της Αθήνας ο Πλάτων στον «Φαίδρο» δείχνοντας τη σημασία τους στη θεώρηση της πόλης, ως στοιχείο της και ως μέρος της συλλογικής αίσθησης σε σχέση με τη φυσική τους παρουσία. Τα ρέματα λοιπόν, που εμείς οι σύγχρονοι εξαφανίσαμε, ήταν για τους αρχαίους, για τους προγόνους αν θέλετε, στοιχείο με το οποίο αντιλαμβάνονταν την κατοίκηση στον τόπο, σημαντικό της λειτουργίας του κι αναπόσπαστο και δηλωτικό του τοπίου (του αττικού εν προκειμένω)

Σημείωνε σχετικά ο Ελβετός περιηγητής Charls Schaub (ο οποίος επισκέφτηκε την Ελλάδα τα έτη 1840 και 1862): «Πολύς λόγος έγινε και κατά τους αρχαίους και τους νεώτερους χρόνους περί του αγόνου και ανύδρου εδάφους της Αττικής, αλλά ομολογώ ότι η πραγματικότης υπερέβη παν ότι περί τούτου είχον φανταστεί. Οι αγροί, ιδίως κατά την ακμή του θέρους, είναι τόσον απεξηραμένοι, ώστε παρουσιάζουν όψιν φαιάν». O ίδιος συμπλήρωνε με νόημα: «…Εις μίαν χώραν ως η Αττική, μία πηγή είναι πράγμα πολύτιμον και εκείνοι που προβαίνουν εις την κατασκευήν των πρέπει να θεωρούνται ως πραγματικοί ευεργέται».

Η αττική γη, η τόσο λειψή κι αδύναμη, μα η διά τούτο όμορφη!, στηρίχτηκε στις λιγοστές της άμυνες και στάθηκε χρόνους ολάκερους, ακεραία και πλήρης. Ο άνθρωπος που ήλθε, ο επίγονος, την καταδίκασε σ’ έναν αργό βασανιστικό θάνατο· την τεμάχισε, την αποσύνθεσε, την αποδυνάμωσε. Της στέρησε τους υδάτινους δρόμους της, τις ρέουσες «φλέβες» της γης της, και την απέκλεισε από τη ζωή. Σε αυτήν τότε τη γη δημιούργησε· πά σε στεγνή κι άζωη γη!..

→ μέρος 2º

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 01.06.2018

.


 

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: