Advertisements

Η δυστοπική πόλη (μέρος 2ο)

Η δυστοπική πόλη

(Τα χελιδόνια δε θα ξανάρθουν πια εδώ…)

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου

μέρος 2º

→ μέρος 1º

Η θερμική νησίδα και το ευεργετικό πράσινο

Ας μιλήσουμε για τη θερμική νησίδα. Η δημιουργία της θερμικής νησίδας εμφανίζεται κατά τη θερινή περίοδο στην πρωτεύουσα. Η μεγάλη θερμοαγωγιμότητα και θερμοχωρητικότητα των χρησιμοποιούμενων σήμερα υλικών (άσφαλτος, σκυρόδεμα, γυαλί κ.λπ.), τα μετατρέπουν σε τεράστιους θερμοσυσσωρευτές που κάμνουν, κατά τη θερινή περίοδο, το κλίμα της Αθήνας (της σύγχρονης πόλης γενικότερα) εξόχως βασανιστικό, αφού αυτή ομοιάζει κυριολεκτικά με καμίνι. Πιο συγκεκριμένα, τα υλικά κατασκευής των σύγχρονων κτηρίων, ακτινοβολούμενα από τον ήλιο θερμαίνονται, με την επιφάνειά τους να φτάνει σε μια θερμοκρασία της τάξης των 50-60° C, η οποία, συνδυασμένη με τις συνθήκες της θερμοχωρητικότητας και θερμοαγωγιμότητας των υλικών, διαμορφώνουν την κατάσταση του θερμοσυσσωρευτή, με τη δημιουργία της αποκαλούμενης «θερμικής νησίδας» (heat island).

Η θερμική νησίδα (heat island) αποτελεί δημιούργημα της σύγχρονης πόλης, του τρόπου κατοίκησης του ανθρώπου σε αυτήν.

Η λειτουργία του φυσικού θερμοσυσσωρευτή έγκειται στην αποταμίευση θερμότητας κατά τη διάρκεια της ημέρας από τα υλικά και μέσα του περιβάλλοντος και στην απόδοσή της κατά τη διάρκεια της νύχτας. Έχει διαπιστωθεί ότι οι περιοχές της υπαίθρου αποβάλλουν τη θερμότητα που απέκτησαν κατά τη διάρκεια της ημέρας του θέρους το πολύ σε τρεις ώρες από τη δύση του ήλιου, ενώ οι αστικές περιοχές σε επτά τουλάχιστον ώρες. Τούτου δεδομένου κι έχοντας σε λειτουργία τον φυσικό θερμοσυσσωρευτή, υπολογίστηκε από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία των ΗΠΑ ότι η θερμοκρασία των πόλεων μπορεί ν’ αυξηθεί κατά 3° C κατά τη νύχτα του θέρους, ενώ υπολογίστηκε ότι αυξάνονται σε πέντε από δύο ώρες οι περίοδοι που δεν είναι υποφερτή η ζέστη κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Θερμική νησίδα νοείται όταν στο αστικό περιβάλλον καταγράφονται θερμοκρασίες αέρα τουλάχιστον κατά 2° C υψηλότερες σε σχέση με τις κανονικές τιμές, ενώ το φαινόμενο συνδέεται με τον υψηλό βαθμό δόμησης της περιοχής κι επικάλυψης της επιφάνειας του εδάφους (υπολογίστηκε ότι η κατάσταση της θερμικής νησίδας δημιουργείται όταν, συντρεχουσών και των λοιπών συνθηκών, το 30% της επιφάνειας του εδάφους είναι καλυμμένο από δομικά υλικά). Επίσης, η θερμική νησίδα συνδέεται με την κατανάλωση ενέργειας, κυρίως από τ’ αυτοκίνητα, καθώς και με τις μικροκλιματικές αλλαγές που πραγματοποιούνται με τη λειτουργία των κλιματιστικών μηχανημάτων. Η θερμική νησίδα διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα, συνήθως σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, αν και το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερο προς το τέλος της θερινής περιόδου, διότι τότε έχει ήδη συσσωρευτεί στα υλικά η μεγαλύτερη ποσότητα θερμότητας. Η παραπάνω κατάσταση εξυπηρετείται από την μειωμένη κίνηση του αέρα μέσα στην πόλη, που δε βοηθά στην πτώση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος, καθώς και από τα σωματίδια της ρύπανσης, τα οποία με τον εγκλωβισμό τους για μεγάλο χρονικό διάστημα στην ατμόσφαιρα, λόγω των θερμοκρασιακών αναστροφών που προκαλούνται από τις υψηλές θερμοκρασίες, συντελούν στη μείωση της διαφάνειας του αέρα.

Είναι, πάντως, λανθασμένη η άποψη ότι η θερμική νησίδα παρατηρείται κυρίως, ή είναι εντονότερη, στην περιοχή του κέντρου της Αθήνας. Έχει παρατηρηθεί με σχετικές μετρήσεις του εργαστηρίου Φυσικής Κτιριακού Περιβάλλοντος του Φυσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, ότι το φαινόμενο είναι εντονότερο στις δυτικές και νότιες περιοχές του λεκανοπεδίου, σε σχέση με το κέντρο. Μάλιστα υπολογίστηκε ότι αυτή η διαφορά μπορεί να είναι της τάξης έως και των 12° C σε σχέση με άλλες περιοχές του λεκανοπεδίου της Αττικής, όπως επί παραδείγματος χάριν συμβαίνει στην περίπτωση του Δήμου Αιγάλεω, που καταναλώνει μέχρι και 41,3 κιλοβατώρες το χρόνο περισσότερη ενέργεια για τη λειτουργία των κλιματιστικών μηχανημάτων, σε σχέση με τον κάτοικο της Ηλιούπολης, που τον επηρεάζει λιγότερο η θερμική νησίδα.

Τα γυάλινα κτήρια δεν ενδείκνυνται στη μεσογειακή πόλη,
καθώς επιτείνουν το πρόβλημα της θερμικής νησίδας·
κι όμως, στην Αθήνα εντάχθηκαν!

Η θερμοκρασιακή διαφορά περιοχών της πρωτεύουσας, υφίσταται και κατά τη χειμερινή περίοδο, που τότε η διαφορά μεταξύ προαστίων – κέντρου μπορεί να φτάσει τους 8° C. Σε αυτή την περίπτωση, ωφελημένοι είναι οι κάτοικοι του κέντρου, οι οποίοι εξοικονομούν έως και 30% ενέργεια, όμως σ’ ετήσια βάση η κατανάλωση ενέργειας από τα κλιματιστικά είναι σχεδόν διπλάσια στο κέντρο της πόλης απ’ ότι στα προάστιά της. Μελέτη που διενεργήθηκε το έτος 1996 από τον τομέα Βιοκλιματολογίας του πανεπιστημίου του Βερολίνου και από το Εργαστήριο Γεωργικής Μετεωρολογίας της Γεωπονικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, κατέληξε στο συμπέρασμα πως, η κατά τη θερινή περίοδο μεγαλύτερη θερμοκρασία των 3-4° C στις δυτικές συνοικίες του λεκανοπεδίου, σε σχέση με τις βορειοανατολικές, οφείλεται στο γεγονός ότι το Αιγάλεω όρος, όντας γυμνό και βραχοποιημένο, λειτουργεί ως θερμοσυσσωρευτής, που επηρεάζει την ευρύτερη υποκείμενη αστική περιοχή. Μάλιστα διαπιστώθηκε ότι οι αρνητικές αυτές συνέπειες φτάνουν μέχρι το κέντρο της πρωτεύουσας!

Η λειτουργία της πόλης ως φυσικού θερμοσυσσωρευτή λοιπόν, έγκειται στην αποταμίευση θερμότητας κατά τη διάρκεια της ημέρας από τα υλικά της πόλης (μπετόν, άσφαλτος, γυαλί κ.λπ.) και στην απόδοσή της κατά τη διάρκεια της νύχτας (οι περιοχές που επηρεάζονται από τη θερμική νησίδα είναι λιγότερο ψυχρές το χειμώνα και πολύ περισσότερο ζεστές το καλοκαίρι). Η θερμότητα που ακτινοβολείται κατά τη νύχτα, δημιουργεί ανοδικά ρεύματα θερμού αέρα, που απλώνονται πάνω από την αστική περιοχή και παραμένουν. Εκεί λοιπόν που θα περίμενε κανείς, όπως παλιά, να έλθει το βραδάκι για να δροσίσει, σήμερα όχι απλώς δε δροσίζει, αλλά η ζέστη παραμένει, και μάλιστα, συνδυασμένη με την άπνοια και την υγρασία της ατμόσφαιρας, εμφανίζεται εντονότερη και μας τρελαίνει! –ανεξαρτήτως εάν είναι ημέρα ή νύχτα, η θερμοκρασία πλέον διατηρείται σε υψηλές τιμές.

Καμίνι η πρωτεύουσα στην κάψα του καλοκαιριού, αφόρητη η πόλη στον υπαίθριο βίο της, γι’ αυτό κι επιζητείται από τον απελπισμένο εν αυτής κάθε τρόπος δροσιάς!

Στοιχείο καθοριστικό ως προς τα παραπάνω, αποτελεί το γεγονός ότι η λυτρωτική αύρα του καλοκαιριού, δε φτάνει πια στο εσωτερικό της πρωτεύουσας. Και τούτο οφείλεται στη δομή της πόλης, στη διάταξη και στο ύψος των κτηρίων της (στα ψηλά και κακώς χωροθετημένα κτήριά της), στην κοντινή μεταξύ τους απόσταση, στο «τείχος» των κτηρίων που υψώθηκε μπρος από τη θάλασσα σταματώντας τις ευεργετικές της επιδράσεις στο εσωτερικό της πόλης, στους στενούς, κακώς χωροθετημένους και χωρίς πράσινο δρόμους που «τεμαχίζουν» την πόλη. Καθώς και στο γεγονός, ότι το αστικό πράσινο και τα ρέματα, που θα διευκόλυναν την πορεία αυτή ως φυσικοί αεραγωγοί, ως εξισορροπιστικοί παράγοντες του κλίματος και ως μηχανισμοί καθαρισμού της ατμόσφαιρας, δεν υπάρχουν πια.

Λύση ουσιαστική στο πρόβλημα της θερμικής νησίδας μπορεί να δώσει το αστικό και περιαστικό πράσινο, έχοντας την κατάλληλη εκτατική, χωροταξική και χλωριδική παρουσία και συγκρότηση. Το πράσινο, πέραν του ιδιαιτέρου μικροκλίματος που διαμορφώνει, διατηρεί «υπό σκιάν» τις επιφάνειες που δύνανται να λειτουργήσουν ως θερμοσυσσωρευτές, περιορίζοντας τις αρνητικές τους επιπτώσεις. Το καλοκαίρι η θερμοκρασία σε αστική περιοχή πρασίνου εμφανίζεται κατά 2-3° C χαμηλότερη σε σχέση με τις γύρω «μη πράσινες» περιοχές, και τις νύχτες του χειμώνα υψηλότερη. Εάν το θερμόμετρο στην πόλη δείχνει 39° C υπό σκιάν, τότε η θερμοκρασία σε άλσος της πόλης είναι 36-37° C, σε πάρκο αυτής 37-38° C, σε κεντρικό της δρόμο χωρίς σκίαση 43-45° C, στα Ι.Χ. αυτοκίνητα, ταξί και λεωφορεία χωρίς κλιματισμό που κυκλοφορούν στους δρόμους της 41-42° C, στα διαμερίσματα-ορόφους χωρίς κλιματισμό 31-32° C και στα υπόγεια διαμερίσματα 23-25° C (έχει μετρηθεί κατά το θέρος διαφορά θερμοκρασίας έως και επτά βαθμών Κελσίου στην πλευρά του δρόμου που βρίσκεται ο Εθνικός Κήπος σε σύγκριση με την αντίθετη, που είναι τα κτήρια).

Υπολογίζεται ότι τα φυτά απορροφούν το 80% της ηλιακής ακτινοβολίας και συμβάλλουν αποτελεσματικά στο δρόσισμα της πόλης. Ο κρύος αέρας είναι βαρύτερος και μένει στο έδαφος, με αποτέλεσμα η θερμοκρασία του αέρα κάτω από τα δένδρα να είναι μέχρι και 14° C χαμηλότερη σε σχέση με αυτή πάνω από την κόμη τους. Μελέτες του Lawrence Berkeley Laboratory έδειξαν ότι οι ημερήσιες μέσες θερμοκρασίες αέρα είναι 2-3° C χαμηλότερες σε γειτονιές με δένδρα, σε σχέση με αντίστοιχες που δεν έχουν δένδρα.

Τα «δάση» της πρωτεύουσας, αυτά των λόφων της και τα περιαστικά,
καθώς και τα, δυστυχώς λιγοστά κι ασύνδετα, άλση και πάρκα της,
αποτελούν τις φυσικές παρουσίες στο λεκανοπέδιο της Αττικής
που διαμορφώνουν το –μικρό έστω, σε σχέση με τη δυνάμενη
παρουσία τους– θετικό αντιστάθμισμα στο κλιματικό και
περιβαλλοντικό πρόβλημα της Αθήνας
(εικόνα από το «δάσος» του Φιλοπάππου).

Το πράσινο, με το μεγάλο πορώδες που διαθέτει, αφήνει το νερό να διεισδύσει στο έδαφος για ν’ αποθηκευθεί, εμποδίζοντας την διά της επιφανείας του ενεργοβόρο εξάτμιση. Συγκρατεί, επίσης, μεγάλο ποσοστό ρυπαντών και μικροσωματιδίων του αέρα, λειτουργώντας ως ένα φυσικό φίλτρο και απορροφά το βλαπτικό διοξείδιο του άνθρακα που παράγεται στην πόλη, με τις δραστηριότητες που ασκούνται σε αυτήν. Ενώ, αποστειρώνει την ατμόσφαιρα από τη βλαπτική μικροχλωρίδα της.

Ένα δένδρο μέσης ηλικίας διαπνέει περίπου 400 λίτρα νερού/24 ώρες, καταναλώντας σε ενέργεια 250.000 kcal περίπου, όση δηλαδή εννιά (9) μέσης απόδοσης συσκευές κλιματισμού, που λειτουργούν επί εικοσιτετράωρο (χωρίς αυτές ν’ απομακρύνουν τη θερμική ενέργεια –αντίθετα την ενισχύουν). Η σχετική υγρασία του αέρα υπολογίζεται ότι είναι κατά 7-14% μεγαλύτερη σε μια αστική περιοχή πρασίνου από τη γύρω περιοχή της. Η συμβολή τής βλάστησης συνίσταται στ’ ό,τι αμβλύνει τις υψηλές θερμοκρασίες της θερινής περιόδου και συμβάλλει εξισορροπιστικά στα χειμερινά κλιματικά φαινόμενα. Όμως, οι πολύ υψηλές τιμές σχετικής υγρασίας του αέρα, λειτουργούν ανασταλτικά σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών και κάνουν τη ζέστη αφόρητη, ενώ παράλληλα εμποδίζουν τον αυτοκαθαρισμό της ατμόσφαιρας. Είναι λάθος, για παράδειγμα, να δημιουργούμε υδάτινους χώρους στην πόλη, χωρίς να τους συνδιάζουμε με επαρκές πράσινο, ώστε να διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερο μικροκλίμα, διότι η εξάτμιση των νερών λόγω της ζέστης, αυξάνει σε μεγάλο βαθμό τη σχετική υγρασία του συγκεκριμένου περιβάλλοντος.

Μια άλλη σημαντική προσφορά του αστικού πρασίνου, η οποία όμως παραβλέπεται, είναι η λειτουργία του ως φυσικού ιονιστή του αέρα. Τα φυτά είναι φορτισμένα αρνητικά και δεσμεύουν τα θετικά ιόντα, που δεν ωφελούν ψυχολογικά τον άνθρωπο, ενώ ταυτοχρόνως απωθούν τ’ αρνητικά, που έχουν θετική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό. Έτσι, ετούτα μπορούν να προσληφθούν από τον άνθρωπο, αφού είναι διαθέσιμα. Επιπλέον, τα πράσινα μέρη των φυτών, με την επίδραση του φωτός ενός ορισμένου μήκους κύματος, εκπέμπουν ηλεκτρόνια που ιονίζουν τον αέρα.

Μια αλέα απάρεσκων μεσογειακών δένδρων κουτσουπιάς και μια αλτάνα γιομάτη φύση, των μη εκτιμημένων μεσογειακών θάμνων, φτιάχνουν το «θάμα» της φυσικής ομορφιάς σε τούτο το δρόμο «φύσης» της αξιοκατοίκητης, για το σεβασμό της κατά πρώτον στο πράσινο, Φιλοθέης –τόσο απλά! Μ’ ελάχιστα το λοιπόν στοιχεία, παρμένα από την ελληνική φύση, μεταμορφώνεις τόπους και δημιουργείς υψηλή ομορφιά –αρκεί νάχεις τη συγκρότηση για να τα ιδείς και τη θέληση για να πράξεις.

Φαύλος κύκλος

Το πρόβλημα φαίνεται πως έχει πάρει πολύ κακό δρόμο, αφού ουσιαστική λύση στο κλιματικό και περιβαλλοντικό αστικό αδιέξοδο δε φαίνεται να επιζητείται. Αναφερθήκαμε στην ευεργετική προσφορά του πρασίνου στο θέμα αυτό. Η λύση τούτη όμως, παραδόξως δεν επιδιώκεται, και τούτο συνιστά πρόβλημα, που μάλλον απαιτεί τη χείρα βοηθείας ειδικού επί της ψυχολογίας (για να μην πούμε, επί της ψυχιατρικής…) για την εξήγησή του. Το ίδιο μπορούμε να ισχυριστούμε για τη στάση του λειτουργού της πόλης και στη σχέση του με τα λοιπά φυσικά της στοιχεία (τα ρέματα, την πανίδα, τον αέρα, του λόφους κ.λπ.)

Η διαχείριση του προβλήματος, από την άλλη πλευρά, προάγεται ως η δυνατή και μόνη λύση! Υφισταμένου δηλαδή ως τέτοιου και συντηρούμενου στη βασική του κατάσταση, καθόσον διαμορφώνει τη συνθήκη ζωής στην πόλη, επιδιώκεται η άμβλυνση των αρνητικών συνεπειών του. Δεν αποτελεί λύση όμως η κατεύθυνση αυτή, παρά συντήρηση μιας παθολογικής κατάστασης, η οποία έτσι επιδεινώνεται χωρίς να συνειδητοποιείται στην τέτοια της διάσταση, καθόσον η απάλυνσή της ή η αποφόρτισή της δημιουργεί την ψευδαίσθηση της λύσης. Δεν επιδιώκονται μέτρα ανατροπής της δυσμενούς κατάστασης κι αναίρεσης του προβλήματος. Κατά την εφαρμοζόμενη πρακτική λοιπόν, λύση σ’ αυτή την τρέλα, φαίνεται π.χ. να είναι «μιαν άλλη τρέλα»: η τεχνητή δροσιά, ο ενεργοβόρος κλιματισμός. Ο οποίος, όχι μόνο δεν απομακρύνει τη θερμική ενέργεια, αλλά αντίθετα την ενισχύει, δημιουργώντας επιπρόσθετα προβλήματα στο περιβάλλον (στο κλίμα της πόλης ειδικότερα), λόγω της επίτασης του φαινομένου της θερμικής νησίδας. Τα κλιματιστικά λειτουργούν ως αντλίες θερμότητας, την οποία μεταφέρουν, αυξημένη κατά το ποσό που δαπανούν για τη λειτουργία τους, στον εξωτερικό χώρο. Φαύλος κύκλος δηλαδή…

Ο κλιματισμός προήχθη ως λύση ανακούφισης του αστού στο κλιματικό του πρόβλημα, διατηρουμένου μολοντούντο του προβλήματος και μάλιστα, επιδεινούμενου!.. (διαφήμηση της δεκαετίας του 1950, για να πειστεί ο υπαίθριος ακόμα τοτινός αστός, των μπαλκονιών, των ταρατσών, των αιθρίων, των υπαίθριων σινεμά, των μαντρών με τα διασκεδαστήρια, των πλατειών κ.λπ., για τη χρήση των air conditions ώστε να τα εντάξει στη ζωή του –κάτι που γίνηκε αρκετά αργότερα, όταν οι συνθήκες στην πόλη, κι όχι μόνον…, έγιναν αφόρητες).

Σε παγκόσμιο επίπεδο, λόγω κυρίως του φαινομένου του θερμοκηπίου, παρατηρείται άνοδος της θερμοκρασίας, έξαρση των ακραίων μετεωρολογικών φαινομένων και συχνή εμφάνισή τους. Όπως είναι γνωστό, όταν ένα φυσικό σύστημα το ζεστάνει κάποιος, τότε αυτό μεταβαίνει από την μια κατάσταση στην άλλη απότομα και με μεγάλες διακυμάνσεις. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τ’ ακραία καιρικά φαινόμενα, θα εμφανίζονται συχνότερα· κάτι που, προϊόντος του χρόνου, άρχισε ήδη να γίνεται δραματικά αισθητό.

Μοντέλα ανάλυσης κλιματικών δεδομένων μιλούν για αύξηση της θερμοκρασίας στην πρωτεύουσα μέχρι το 2100 της τάξης των 7-8° C, σε σχέση με σήμερα (Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, 2005). Ως πραγματικό γεγονός προκύπτει ότι η μέση θερμοκρασία στην Αθήνα αυξήθηκε κατά 1,9° C, σε σύγκριση με τις θερμοκρασίες της δεκαετίας του 1970. Σε σύνολο 16 ευρωπαϊκών πρωτευουσών, η Αθήνα βρίσκεται μέσα στην πρώτη «μαύρη τετράδα» πόλεων με τη μεγαλύτερη μέση θερμοκρασιακή αύξηση, με πρώτη τη Μαδρίτη, στην οποία η μέση θερμοκρασία αυξήθηκε την τελευταία 25ετία κατά 2,2° C (Ε.Ε., 2007). Βλέπουμε, δηλαδή, πως τα πράγματα δεν είναι διόλου ευοίωνα για την Αθήνα, όπως και για της περιοχές της Ελλάδας, καθώς και της Μεσογείου γενικότερα, που τις χαρακτηρίζει ο μεσογειακός τύπος κλίματος, αφού θα τις πλήξει καίρια και καθοριστικά το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Αφόρητη λόγω ζέστης η Αθήνα σήμερα, ένα «καμίνι» μελλοντικά!.. (δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», φύλλο 20-2-2005, που παρουσιάζει έρευνα του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών).

Βεβαίως, το πρόβλημα σήμερα εντοπίζεται στη συχνή και παρατεταμένη εμφάνιση των υψηλών θερμοκρασιών, καθώς και στην αιφνίδια εμφάνιση ακραίων κλιματικών φαινομένων. Η Ελλάδα και ιδιαίτερα το λεκανοπέδιο της Αττικής, επηρεάζονται άμεσα από την παραπάνω κατάσταση. Η ιδιαιτερότητα όμως σ’ ό,τι αφορά συγκεκριμένες περιοχές της χώρας μας, έγκειται στο γεγονός ότι οι αφόρητες συνθήκες που δημιουργεί η υψηλή θερμοκρασία, δεν έχουν να κάνουν με την οριακότητα του φαινομένου. Η Αθήνα, για παράδειγμα, βιώνει συνθήκες διαρκούς καύσωνα, παρόλο που οι κλιματικοί δείκτες που υποδηλώνουν καύσωνα, δε βρίσκονται στις κρίσιμες τιμές τους.

Και τούτο διότι, για να υπάρξει καύσωνας, θα πρέπει η ανώτερη θερμοκρασία περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου να βρίσκεται πάνω από τους 37° C, ενώ η κατώτερη να μην πέφτει κάτω από τους 27° C. Επιπλέον, να υπάρχει άπνοια και μεγάλη σχετική υγρασία της ατμόσφαιρας. Οι παραπάνω δείκτες πρέπει να διατηρούνται στις προαναφερόμενες τιμές, τουλάχιστον για περισσότερο από μία ημέρα. Αυτή η συνδυασμένη δράση –τόσο στο λεκανοπέδιο, όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα– εμφανίζεται για μικρές μόνον περιόδους κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Συνεπώς, οι συνθήκες καύσωνα που διαρκώς βιώνουμε, δεν είναι αποτέλεσμα «του κακού μας του καιρού», αλλά του μικροπεριβάλλοντος που δημιουργήσαμε και στ’ οποίο ζούμε, δηλαδή «του θερμού μας του καιρού», με τη θερμική νησίδα να έχει ρόλο πρωταγωνιστικό σε αυτή την κατάσταση και τ’ αποτελέσματά της να γίνονται με βασανιστικό τρόπο αντιληπτά.

Το ζήτημα έγκειται στο γεγονός ότι ο συνδυασμός θερμικής νησίδας κι ατμοσφαιρικής ρύπανσης μετατρέπει το λεκανοπέδιο σε κλειστό κύκλωμα ανακύκλωσης ρύπων, που κάμνει την κατάσταση εξόχως δραματική. Αυτό συμβαίνει διότι τ’ ανοδικά ρεύματα του αέρα που δημιουργούνται με την αύξηση της θερμοκρασίας στα σημεία της πόλης όπου «κατοικοεδρεύει» η θερμική νησίδα, όταν φτάσουν σ’ ένα συγκεκριμένο ύψος μεταφέρονται, υπό ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες, γεμάτα από ρύπους προς τα προάστια, και το κενό που προκύπτει αναπληρώνεται από τις αέριες μάζες που μετακινούνται στα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας από τα προάστια προς το κέντρο της πόλης. Τούτο σημαίνει ότι τα προάστια των πόλεων, και εν προκειμένω τα βόρεια προάστια του λεκανοπεδίου, προς τα οποία προσβλέπουμε για την απόκτηση ποιότητας κατοίκησης, δεν αποκλείονται από την αρνητικότητα που το φαινόμενο του κλειστού κυκλώματος ανακύκλωσης ρύπων διαμορφώνει. Όταν μάλιστα, με τον τρόπο που αυτά αναπτύσσονται και συγκροτούνται (έντονη και ευρείας κλίμακας οικοδομική δραστηριότητα, πολυκατοικιοποίηση, έλλειψη χώρων πρασίνου και καταστροφή υπαρχόντων –κυρίως φυσικών–, κατασκευή περιβαλλοντικά εχθρικών κτηρίων κατά το πρότυπο της μητρόπολης κ.λπ.), οδεύουν μαθηματικώς στην υποβάθμισή τους, ενώ θεωρείται βέβαιο ότι στο εγγύς μέλλον θα συμμετέχουν ενεργότερα στο φαινόμενο της ανακύκλωσης των ρύπων.

Καυστικός ο ΚΥΡ στον γελοιογραφικό σχολιασμό του για την κατάσταση στην ελληνική πρωτεύουσα!..

Το σύγχρονο κολαστήριο

Το κλίμα που διαμορφώσαμε προκύπτει ως αποτέλεσμα των δράσεων και των πρακτικών μας, του τρόπου ζωής μας και της λειτουργίας μας στην πόλη. Το κοκτέηλ των δηλητηρίων που μας πνίγει [το διοξείδιο του θείου, τα οξείδια του αζώτου, το όζον, το μονοξείδιο και το διοξείδιο του άνθρακα, οι υδρογονάνθρακες, o καπνός και κυρίως τα αιωρούμενα σωματίδια (ΡΜ10 και ΡΜ2,5), τα μέταλλα, όπως π.χ. ο μόλυβδος, οι ρυπαντές που τους παράγει κυρίως η βιομηχανία], το βαρύ μπετόν που μας πλακώνει, (εσχάτως, λόγω οικονομικής κρίσης) η πνιγηρή αιθαλομίχλη των τζακιών, οι «ορδές» των αυτοκινήτων που μας ταλαιπωρούν, αντίς να μας εξυπηρετούν, κ.λπ., όλα τούτα καταλήγουν με αναφορά στο κλίμα, το οποίο το υφιστάμεθα ως βάσανο –ένα εκρηκτικό δηλαδή μίγμα υλικών, μέσων και πρακτικών, που αποτελούν απότοκο του τρόπου ζωής μας, δημιουργεί το αποτέλεσμα ενός εντέλει φαύλου κύκλου ζωής. Την κόλασή μας την κάμνει, τελικά, η ίδια η ζωή που διαμορφώσαμε…

Είναι τραγικό στην πόλη που το ελληνικό φως τη χαρακτηρίζει, στην Αθήνα, να μη μπορεί αυτό να εκφραστεί, λόγω νέφους!..

Σύμφωνα με Κοινοτικό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Μάρτιος 2005), το νέφος της Αθήνας εξαπλώνεται και πέραν του λεκανοπεδίου, ακολουθώντας την προς ανατολικά και νοτιοανατολικά οικιστική ανάπτυξη της Αττικής. Ενώ, διαχρονικά παρατηρείται μια προοδευτική μεταφορά των υψηλότερων συγκεντρώσεων ρύπανσης από τα δυτικά του λεκανοπεδίου προς τ’ ανατολικά. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στην τωρινή εποχή, εάν παραμείνει ένα μέταλλο απροστάτευτο στον αέρα, οξειδώνεται σε διάστημα ενός ή δύο το πολύ ετών, ενώ πριν από 50-60 χρόνια η οξείδωση του μετάλλου αυτού θα ολοκληρωνόταν σε δέκα χρόνια!!! Αυτό δηλοί το μεγάλο βαθμό οξειδωτικότητας του αέρα, ο οποίος πλέον καθίσταται επικίνδυνος για τις κατασκευές, τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά (είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι τα φυτά αντιδρώντας στις οξειδωτικές ουσίες του αέρα κλείνουν τα στομάτιά τους και υπόκεινται έτσι σε μια κατάσταση συνεχούς στρες).

Σε ό,τι αφορά στον άνθρωπο, συνήθως τα προβλήματα υγείας από τη ρύπανση δε γίνονται άμεσα αντιληπτά και η συνειδητοποίηση γι’ αυτά δεν είναι η αρμόζουσα. Έρευνα που διενήργησε τον Μάϊο του 1998 το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθηνών με θέμα «Συνθήκες διαβίωσης και εργασίας των εργαζομένων», στο ερώτημα «Πόσο συχνά αντιμετωπίζετε προβλήματα υγείας λόγω της ατμοσφαιρικής ρύπανσης;», μόνο το 5,6% των ερωτηθέντων απάντησε «πολύ συχνά» και το 22,1% «αρκετά συχνά». Σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (Μάρτιος 2006), 60.000 θάνατοι ετησίως προκαλούνται σε μεγάλες πόλεις της Ευρώπης λόγω της μακροχρόνιας έκθεσης των θυμάτων στην ατμοσφαιρική ρύπανση.

Η αντιστοίχηση ρύπου (όταν βρίσκεται σε υψηλές συγκεντρώσεις) με νόσημα ή με παθολογικό σύμπτωμα (σ’ ότι αφορά στην υγεία του ανθρώπου), είναι η εξής: Το όζον προκαλεί ερεθισμό στην αναπνευστική οδό, διαταραχή της αναπνευστικής λειτουργίας, μολύνσεις του αναπνευστικού, ξηρότητα στο λαιμό, πόνο στο στήθος, βήχα, άσθμα, φλεγμονή στους πνεύμονες. Το μονοδείδιο του άνθρακα μειώνει την ικανότητα του ανθρώπου να μεταφέρει οξυγόνο σε βασικούς ιστούς, επιδρώντας κυρίως στο καρδιαγγειακό και νευρικό σύστημα. Το διοξείδιο του αζώτου προκαλεί αναπνευστικές ασθένειες. Τα αιωρούμενα σωματίδια επηρεάζουν το αναπνευστικό σύστημα και προκαλούν ασθένειες σε αυτό και τους πνεύμονες. Το διοξείδιο του θείου προκαλεί κι αυτό αναπνευστικά προβλήματα. Ο μόλυβδος επηρεάζει δυσμενώς την πνευματική ανάπτυξη και δραστηριότητα, τη λειτουργία των νεφρών και τη χημεία του αίματος. Το βενζόλιο ενοχοποιείται για μορφές καρκίνου, γενετικές ανωμαλίες, στείρωση και αναπνευστικά προβλήματα. Το διοξείδιο του άνθρακα προκαλεί δύσπνοια, ταχυπαλμίες, πονοκεφάλους, ναυτία, εφίδρωση, απώλεια προσανατολισμού, ανησυχία και διαταραχές στην όραση.

Ο καθηγητής Πνευμονολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Παναγιώτης Μπεχράκης παρατηρεί, σε σχέση με τα παραπάνω: «Σήμερα, οι πρακτικές έρευνες και οι μελέτες του εργαστηρίου Επιδημιολογίας υπολογίζουν ότι τις ημέρες ”αιχμής” της ρύπανσης έχουμε 6-8 θανάτους περισσότερους από το κανονικό… Τα μικροσωματίδια έχουν την ίδια κατανομή σε όλη την Αττική, ενώ το όζον έχει μεγαλύτερες ποσότητες στα προάστια! Ξέρετε, αυτό ήταν το σφάλμα του Δακτυλίου. Συγκράτησε την υπέρμετρη αύξηση των τιμών των ρύπων στο κέντρο της Αθήνας και ταυτόχρονα τους διέσπειρε. Αποτέλεσμα ήταν να έχουμε λίγο χαμηλότερη μεν –από τη γενικά υψηλή– ρύπανση, αλλά σε μεγαλύτερη έκταση» (συνέντευξη στο περιοδικό «ΟΙΚΟ» της «Καθημερινής», τεύχος 25ο, Οκτώβρης του 2004).

Βιαστική η περπατησιά στην αθηναϊκή οδό, διερχόμενη, και σίγουρα μη απολαύσιμη σε συνθήκες περιβαλλοντικές και κλιματικές που είναι αρνητικές για την πρόσληψη της πόλης… (στη φωτογραφία, διερχόμενοι στην πλατεία Ομονοίας κατά τη δεκαετία του 1960, όταν ακόμα η βίωση της πόλης ήταν δυνατή στην υπαίθρια μορφή της).

Μιαν άλλη διάσταση του φαινομένου της ατμοσφαιρικής επιβάρυνσης του λεκανοπεδίου της Αττικής με «δηλητήρια», η οποία δεν έχει επισημανθεί όσο θα έπρεπε, είναι η εξασθένιση και, από ένα σημείο κι έπειτα, ο θάνατος της αττικής φύσης (μα και κάθε οικοσυστήματος του ελλαδικού χώρου που υπόκειται στο φόρτο των «δηλητηρίων»). Ειδικά για το όζον, θα πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι σύμφωνα με μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στην περιοχή των Σπάτων, διαπιστώθηκε ότι εξαιτίας της λειτουργίας του αεροδρομίου στην περιοχή αυτή, οι τιμές του στον Υμηττό και την Πεντέλη αυξήθηκαν κατά 90%. Τούτο οφείλεται, αφενός στην κλειστή γεωμορφολογία της περιοχής, αφετέρου στην ιδιαίτερα αυξημένη παραγωγή οξειδίων του αζώτου και υδρογονανθράκων, που δευτερογενώς, με την επίδραση του ηλιακού φωτός, μετατρέπονται σε όζον (εξάλλου, πλέον, μιλούμε για ρύπανση της Αττικής στο σύνολό της και όχι αποκλειστικά στο λεκανοπέδιο αυτής).

Το όζον ως ρυπαντής διαταράσσει τη φωτοσυνθετική δραστηριότητα των φυτών, αφού, λόγω της οξειδωτικής του δράσης, καταστρέφονται τα κύτταρα και οι ιστοί των φύλλων, και περιορίζει την ετήσια αύξησή τους (αφού τα φυτά αντιδρώντας, δημιουργούν νέα κύτταρα και χημικές ενώσεις άμυνας). Μία τέτοια κατάσταση επαναλαμβανόμενη, υπό τη συνεργία κι άλλων δυσμενών παραγόντων, που ενδέχεται να «συνεισφέρουν» δευτερογενώς στο φαινόμενο (ξηρασία, προσβολές από έντομα κ.λπ.), οδηγεί στην εξασθένιση των φυτών και στο θάνατό τους.

Κάτι, επίσης, που παρουσιάζει ιδαίτερο ενδιαφέρον, και δύναται να συναρτηθεί με την υγεία των κατοικούντων στα βόρεια του λεκανοπεδίου, είναι το γεγονός ότι οι βόρειες περιαστικές περιοχές της πρωτεύουσας (όπως οι Θρακομακεδόνες και η Πεντέλη) παρουσιάζουν σε μόνιμη σχεδόν βάση υψηλές συγκεντρώσεις σωματιδιακών ρύπων, καθώς αυτοί μεταφέρονται και καταλήγουν εκεί λόγω της γεωμορφολογίας του λεκανοπεδίου της Αττικής.

Κι όμως, η λύση στο παραπάνω μείζον πρόβλημα είναι γνωστή, πλην όμως μη εφαρμόσιμη! Σε τι συνίσταται; Στα εξής τέσσερα μέτρα: Στη μείωση της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης μέσα στην πόλη, στην απομάκρυνση από αυτήν και τοποθέτηση έξω από το λεκανοπέδιο των ρυπογόνων βιομηχανιών και των βιοτεχνιών, στη δημιουργία βιοκλιματικών κτηρίων και στη χρήση υλικών και μέσων που δεν επιτείνουν το πρόβλημα της θερμικής νησίδας, καθώς και στη σημαντική αύξηση του αστικού και περιαστικού πρασίνου στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Προθέσεις πάντα υπήρχαν, μέτρα πάντα εξαγγέλονταν, τα ημίμετρα όμως επικρατούσαν και το αποτέλεσμα πολύ λίγο μεταβάλλονταν. Ειδικά στον τομέα του πρασίνου, τα βήματα που γίνηκαν τα τελευταία χρόνια ήταν μηδαμινά έως «νηπίου», τη στιγμή που θα έπρεπε να γίνουν άλματα, ενώ μεταπολεμικά το πράσινο εκδιώχθηκε από το λεκανοπέδιο χαρακτηριζόμενο ως το «αντίπαλον δέος» στην ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας!

Το πράσινο στην πρωτεύουσα δεν εννοήθη κατά την εξέλιξή της στα πλαίσια λειτουργίας της πόλης, γι’ αυτό και η αγνόησή του διαμόρφωσε λογικές και νοοτροπίες προσβολής του, καθώς κι εκμετάλλευσης της πολύτιμης γης του! (ο Αναστασίου εν προκειμένω σαρκάζει με τη γελοιογραφία του τον τραγικό αστό).

Η Αθήνα έχει «υψηλό πυρετό». Είναι δηλητηριασμένη και νοσεί. Όμως, το πύρινο, δηλητηριώδες καμίνι των τωρινών καιρών, αυτό που ως μάρτυρες βιώνουμε, είναι αποτέλεσμα των δικών μας επιλογών, πολιτικών, χειρισμών, συμπεριφορών και πρακτικών, του τρόπου ζωής μας, του τρόπου που δημιουργήσαμε τον κόσμο μας, τον περίγυρό μας, το πώς εννοούμαστε και συμπεριφερόμαστε κατά την κατοίκηση στην πόλη. Την κάναμε αποπνικτική κι αφιλόξενη· μια πόλη θερμοκήπιο· ένα θάλαμο αερίων… Που σε αυτόν διαβιούμε αυτοκτονώντας!..

Ο πάντα καυστικός και επίκαιρος Γεώργιος Σουρής, ας μας σαρκάσει λοιπόν, διότι μας αξίζει (αναφέρεται βεβαίως στις συνθήκες του καιρού του, όμως ο σαρκασμός του βρίσκει πεδίο αναφοράς στο σήμερα, στη  λειτουργία του Έλληνα ως αστού):

«…Όλοι καταϊδρωμένοι
μες τον ήλιο περπατούμε,
ή στα σπίτια μας κλεισμένοι
σαν μαντρόσκυλοι δαρμένοι
με χασμούρημα περνούμε.
Κι όσο η ζέστη πιο πυρώνει
κι όσο καιγ’ η αντηλιά,
ολοένα μεγαλώνει
των Ρωμιών η τεμπελιά.»

(«Τι ζέστη! Τι καμίνι! Κι ακόμη τι θα γίνει!», Μάϊος του 1883)

← μέρος 1º

Βιβλιογραφία

1. Aναγνωστόπουλος Α., «Η ρύπανση του περιβάλλοντος», εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1985.

2. Αποστολίδης Χρ., «Ανάπτυξη πρασίνου σε πυκνοδομημένες περιοχές», πρακτικά επιστημονικής ημερίδας του ΓΕΩΤΕΕ με θέμα «Ανθρώπινες πόλεις και οικισμοί – Το φυσικό περιβάλλον», Θεσσαλονίκη 27/11/1999.

3. Αραβαντινός Αθ., Κοσμάκη Π., «Υπαίθριοι χώροι στην πόλη», Ε.Μ.Π., Αθήνα 1988.

4. Atchley Sh., «Wild flowers of Attica», Oxford Clarendon Press, London 1938.

5. Boudot-Lamotte Em., «Athenes», 1941.

6. Breuste J., Feldmann H., Uhlmann O., «Urban Ecology», Springer, Berlin 1998.

7. Burgel G., «Αθήνα, η ανάπτυξη μιας μεσογειακής πρωτεύουσας», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1976.

8. Burgel G., «Η επιστροφή της πόλης», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2008.

9. Burton A. J., «Nature in the city», The living Earth, London 1976.

10. Γεντεκάκης Ι., «Ατμοσφαιρική ρύπανση. Επιπτώσεις, έλεγχος και εναλλακτικές τεχνολογίες», εκδόσεις Τζιόλας, Θεσσαλονίκη 1999.

11. Γετίμης Π., «Οικιστική πολιτική στην Ελλάδα. Τα όρια της μεταρρύθμισης», εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1989.

12. Γιάσογλου Ν., «Η ερημοποίηση στην Αττική και ο ρόλος των Μεσογείων», ημερίδα με θέμα τη χωροταξία στο λεκανοπέδιο των Μεσογείων, Αθήνα 2001.

13. Δοξιάδης Κ., «Η πρωτεύουσά μας και το μέλλον της», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1960.

14. Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθήνας, «Η Αττική πρέπει να ζήσει: μελέτη για τα προβλήματα της ανάπτυξης στο λεκανοπέδιο», Αθήνα 1995.

15. Εταιρεία Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων Αθήνας Α.Ε., «Η αισθητική των πόλεων και η πολιτική των παρεμβάσεων. Συμβολή στην αναγέννηση του αστικού χώρου», ΕΑΧΑ Α.Ε., Αθήνα 2004.

16. ΕΥΔΑΠ, «Ο κύκλος του νερού στην Αττική γη», www. eydap.gr.

17. Forman R., «Urban ecology. Science of cities», Cambridge University Press, U.K. 2014.

18. Greenpeace, «Η ατμοσφαιρική ρύπανση σε Αθήνα – Πειραιά – Θεσσαλονίκη. Αποτελέσματα του προγράμματος μέτρησης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης», Ιούνιος – Ιούλιος 1998.

19. Greenpeace, «Βιώσιμες πόλεις», εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1997.

20. Ζαμπάκας Ι., «Γενική Κλιματολογία», Α.Π.Θ., Αθήνα 1981.

21. Ζερεφός Χρ., «Μαθήματα φυσικής της ατμόσφαιρας και φυσικής του περιβάλλοντος», Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1984.

22. Θεοχάρη Χρ., «Η επίδραση των χώρων πρασίνου στο μικροκλίμα του οργανισμού», ημερίδα του Ε.Κ.Α. με θέμα «Οι ελεύθεροι χώροι της Αθήνας», Αθήνα 28/6/2002.

23. Kαμπούρογλου Γρ. Δ., «Ιστορία των Αθηνών», τόμοι 3, Αθήνα 1959.

24. Καμπούρογλου Γρ. Δ., «Αι παλαιαί Αθήναι», Αθήνα 1922.

25. Καμπούρογλου Γρ. Δ., «Ο αναδρομάρης της Αττικής», Αθήνα 1920.

26. Καπετάνιος Αντ., «Αθήνα, ζεις; Η πόλη που έφυγε, η πόλη που μένει», εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2006.

27. Καρακώστα Γ., «Πλημμύρες και λειψυδρία στον Ελλαδικό χώρο και το παγκόσμιο σύστημα», περιοδικό «Γεωτεχνική Ενημέρωση», 2ος/1995.

28. Καραμέρης Α. Κ., «Το πράσινο στις πόλεις», περιοδικό «Η Νέα Οικολογία», 2ος/1987.

29. Καραμέρης Α. Κ., «Ο ρόλος του πρασίνου στη βελτίωση της ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος», επιστημονική επετηρίδα του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τόμος ΛΒ, Θεσσαλονίκη 1989.

30. Καρβούνης Σ., «Διαχείριση περιβάλλοντος», εκδόσεις Α. Σταμούλης, Αθήνα – Πειραιάς 1995.

31. Κιλικίδης Στ., «Οικολογία – Δομή, λειτουργία και ρύπανση των οικοσυστημάτων», Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1979.

32. Λίννερ Στ., «Μια Σουηδέζα στην Ελλάδα», εκδόσεις Προσκήνιο, Αθήνα 1997.

33. Λυτ Χρ., «Μια Δανέζα στην αυλή του Όθωνα», εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1981.

34. Λυτ. Χρ., «Στην Αθήνα του 1847-48», εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1991.

35. Μαριολόπουλος Η., «Το κλίμα της Ελλάδος», Αθήνα 1938.

36. Μαρμαράς Εμ., «Η αστική πολυκατοικία της μεσοπολεμικής Αθήνας», Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1991.

37. Μιχελή Λ., «Η Αθήνα σε τόνους ελάσσονες», εκδόσεις Δρώμενα, Αθήνα 1987.

38. Μοντεσάντος Μ., «Το ένοχον κράτος και οι εργολάβοι», Αθήνα 1964.

39. Moses Higgins G., «Greece of today», The National Geographic Magazine, October 2015.

40. Μπαλούτσος Γ., «Το πλημμυρικό πρόβλημα της Αθήνας και η συμβολή της φυσικής ορεινής βλάστησης στην εξομάλυνση αυτού», περιοδικό «Γεωτεχνική Ενημέρωση», 12ος/1997.

41. Μπαλούτσος Γ., Μιχόπουλος Π., Μπουρλέτσικας Αθ., «Επιπτώσεις του όζοντος στα δασικά είδη της Ελλάδας», επιστημονική έκδοση «ΕΘΙΑΓΕ», τεύχος 20ο, Απρίλιος – Ιούνιος 2005.

42. Μπελαβίλας Ν., «Τόποι ανθρώπων», εκδόσεις «Η Αυγή, ο Πολίτης», Αθήνα 2005.

43. Μπενιζέλος Ι., «Ιστορία των Αθηνών», εκδόσεις «Εκδοτική Αθηνών», Αθήνα 1986.

44. Μπίρης Κ., «Αθηναϊκαί μελέται», Αθήνα 1938.

45. Μπίρης Κ., «Αι Αθήναι, από τον 19ον εις τον 20ον αιώνα», Αθήνα 1966.

46. Μπωνιέ Αντρ., «Το χαμόγελο της Αθηνάς», έκδοση του Δήμου Αθηναίων, Αθήνα αχρονολόγητο.

47. Νέεζερ Χρ., «Τα πρώτα έτη της ιδρύσεως του ελληνικού βασιλείου» (απομνημονεύματα Χριστόφορου Νέεζερ), Αθήνα 1936, εκδόσεις Πελασγός, επανέκδοση, Αθήνα 2003.

48. Ντάφης Σπ., «Δασοκομία πόλεων», εκδόσεις Art of Text, Θεσσαλονίκη 2001.

49. Παντέλογλου Κ. Π., «Περί των πλημμυρών εν τω λεκανοπεδίω Αθηνών – Πειραιώς. Κείμενο διακεκριμένου νομομηχανικού, κατόχου ευρυτάτης αρχαιογνωσίας, δημοσιευθέν το παρελθόν», Ιστορικό Αρχείο Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Αθήνα 2018.

50. Παπαγεωργίου-Βενέτας Αλ., «Αθήνα», εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1996.

51. Παπαγεωργίου-Βενέτας Αλ., «Ίχνη Ελληνικά (κείμενα ιστορίας και τέχνης)», εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2005.

52. Παπαδολαμπάκης Μ., «Οι δικτάτορες των πόλεων: πολεοκράτορες & τεχνοκράτες», εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 1976.

53. Παπαδόπουλος – Βρεττός Μ, «Αι νέαι Αθήναι», τυπογραφείο Α. Σακελλαρίου, Αθήνα 1860.

54. Πασαγιάννης Κ., «Αττικοί περίπατοι», εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκης, Αθήνα 1922.

55. Πετράκης Κ. Μ., «Η ατμοσφαιρική ρύπανση στην Αττική», εσπερίδα Ecocity, Αθήνα 30-3-2005.

56. Πικιώνης Δ., «Κείμενα», έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1985.

57. Προβελέγγιος Αρ., «Το πνεύμα της πόλης», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1974.

58. Puaux R., «Grece, terre aimee des Dieux», Paris 1932.

59. Ραγκαβής Αλεξ. Ρ., «Τοπογραφικά των Αθηνών», Αθήνα 1888, αναστατική έκδοση, εκδόσεις Καρδαμίτσας, Αθήνα 1991.

60. Ραδόγλου Κ., «Δασικά δένδρα και ξυλώδεις θάμνοι για φυτεύσεις σε αστικούς χώρους», περιοδική έκδοση του ΕΘΙΑΓΕ, τεύχος 14ο, Οκτ. – Δεκ. 2003.

61. Ροίδης Δ. Εμ., «Αι εξοχαί των Αθηνών», από το λεύκωμα «Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς αγώνας του 1896», Τυπογραφείο της Εστίας, Αθήνα 1896.

62. Ρωμανός Α., «Αθήνα. Το πολεοδομικό ζήτημα από τη σκοπιά του πολίτη», εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2004.

63. Σακαλής Β., «Το κλίμα της πόλεως. Συμβολή εις την μικροκλιματικήν έρευναν των Αθηνών και γενικώς των μεγαλουπόλεων», έκδοση Οργανισμού Πνευματικής Αναπτύξεως, Αθήνα 1951.

64. Σαρηγιάννης Μ. Γ., «Αθήνα 1830-2000. Εξέλιξη – Πολεοδομία – Μεταφορές», εκδόσεις Συμμετρία, Αθήνα 2000.

65. Σκλαβούνος Γ., «Οι ελεύθεροι χώροι της κεντρικής περιοχής της Αθήνας και οι αγώνες των κινήσεων των πολιτών», ημερίδα του Ε.Κ.Α. με θέμα «Οι ελεύθεροι χώροι της Αθήνας», Αθήνα 28/6/2002.

66. Σταθακόπουλος Π., «Στοιχεία αστικής εξυγίανσης», εκδόσεις Γ. Δεδούσης, Θεσσαλονίκη 1993.

67. Στεφάνου Α., «Πένθιμες σελίδες από το πράσινο της Αττικής», περιοδικό «Το βουνό», 9ος/1945.

68. Stein M.R., «The Eclipse of Community», New York 1960.

69. Sombart V., «Ο αστός», εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998.

70. Συλλογικό, «Βιώσιμες πόλεις», απόδοση Κώστας Μπίθας, εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2001.

71. Τραυλός Ι., «Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών», β΄ έκδοση, Αθήνα 1993.

72. Τσιφόρος Ν., «Η ιστορία της Αθήνας», Εκδοτική Ερμής Ε.Π.Ε., Αθήνα 1979.

73. Tuckerman Ch., «The Greeks to-days», New York 1872, μετάφραση: Α. Ζυγομαλά, Αθήνα 1875.

74. Υπουργείο Γεωργίας, «Τα πράσινα “τείχη” των ελληνικών πόλεων. Προστασία και ανάδειξη των περιαστικών δασών», πρακτικά ημερίδας που διοργανώθηκε στην Αθήνα την 20η-3-1998.

75. Waterfield R., «Athens, a history», Macmillan 2004.

76. Weber M., «The city», New York 1958.

77. WWF, «Αστικό πράσινο: η ανάσα της πόλης χάνεται», www.wwf.gr.

78. Φαλτάϊτς Κ., «Λαϊκά πάρκα και παιδικαί εξοχαί εις τας Αθήνας», τύποις «Δ. Δελής-Ι. Τσίπης», Αθήνα 1929.

79. Φαλτάϊτς Κ., «Οι εχθροί του αθηναϊκού δένδρου και της αθηναϊκής εξοχής», τύποις «Δ. Δελής-Ι. Τσίπης», Αθήνα 1929.

80. Φιλαδελφεύς Θ. Α., «Ιστορία των Αθηνών», τόμοι 2, Αθήνα 1902.

81. Φιλιππίδης Δ., «Για την ελληνική πόλη. Μεταπολεμική πορεία και μελλοντικές προοπτικές», εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1990.

82. Φόρσεν Μπ., Καρδάσης Β. «Αγαπητή, μισητή μου Αθήνα! Στιγμιότυπα από τη ζωή του Φινλανδού ελληνιστή Βίλχελμ Λάγκους», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009.

83. Χάρη Χ., «Φαινόμενα διάχυσης της πόλης στο τοπίο», πρακτικά ημερίδας του τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2003 στο Βόλο, εκδ. «Νησίδες».

84. Χρονόπουλος Ι., «Το πράσινο της Αθήνας – Υφιστάμενη κατάσταση – Προοπτικές ανάπτυξης», ημερίδα του Ε.Κ.Α. με θέμα «Οι ελεύθεροι χώροι της Αθήνας», Αθήνα 28/6/2002.

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 01.06.2018

.


Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , , , , , , , , ,

1 reply

  1. Ευχαριστούμε, Αντώνη.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: