Advertisements

Ο «τρελός» Ξεριάς!

Ο «τρελός» Ξεριάς!

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου

«Θρασήμι ο άνεμος σφυρά με θύμο και μ’ αψάδα
τραντάζει τα πορτόφυλλα, το σύμπαν ξελιθώνει
γρούζει η θάλασσα, θεριά, ξεσπά πάνου στα βράχια
και τα σκορπά και τα διαλυά σε χίλια δυο κομμάτια.
Φουσκώνει ο κατακλυσμός και ο νύλακας γιομίζει
άφθονο, αφριστό νερό, βρωμιάρικο π’ ορμίζει
και νοιώθεις πως θα καταπιεί τη γη που πονεμένη
στη μοίρα της αφήνεται, στο σάλο ριζικό της.

(…)

Ω τέτοια αγρία ταραχή, τέτοιο χωλό ορμάδι
τέτοια αγριομάνητα, τέτοια σειστή αντάρα
δεν είδε πιότερη η γης −λες κι είν’ Αρμαγεδώνας,
λες κι είναι Αποκάλυψη, το τέλος ενός κόσμου,
ένοχου κι απόσκληρου, ενός μοιραίου κόσμου!
Έργο σου ο κατακλυσμός, δική σου η καταδίκη,
άνθρωπε που εχάλασες τη γη κι εγίνη έρμη,
τόσο φτωχή και σκοτεινή, τόσο μικρή και λίγη!..»

(απόσπασμα από το ποίημα «Αρμαγεδώνας», από την ποιητική συλλογή του Αντώνιου Β. Καπετάνιου «Κλήρα», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2017)

Μια αληθινή ιστορία θα διηγηθώ για τον συνήθη Ξεριά (τον κάθε ξεροπόταμο, δηλαδή τον επικίνδυνο χείμαρρο) των ελληνικών τόπων. Μια ιστορία για τον «τρελό του χωριού», για το φυσικό του στοιχείο που στο θύμωμά του αναταράζει το σύμπαν. Μια ιστορία «ελληνική», που ίδια λέγεται σε όλες τις περιοχές της χώρας πώχουν τον Ξεριά ως «δαιμονικό»! Μια ιστορία που συνέβη προπολεμικά σε κάποια ελληνική περιοχή, όμως ήτο (και είναι) η κοινή ιστορία των τόπων στην Ελλάδα, που πλήττονταν (και πλήττονται) από το χειμαρρικό κακό. Είναι αυτό που αποδίδεται ως έργο της φύσης, όμως κατ’ ουσίαν πρόκειται για έργο ανθρώπου, αφού η φύση λειτουργεί καταστροφικά σε σχέση με τον άνθρωπο λόγω ακριβώς των ενεργειών του σε βάρος της.

Το χειμαρρικό κακό προσπαθήθηκε για δεκαετίες μ’ επιμέλεια κι ευθύνη της δασικής υπηρεσίας ν’ ανασχεθεί κι εντέλει να εξαλειφθεί, με τα έργα διευθέτησης που πραγματοποίησε αυτή στους χειμάρρους της χώρας και στη λεκάνη απορροής τους, και που το κατόρθωσε σε σημαντικό βαθμό, όμως αλί στις μέρες μας επανέρχεται εφιαλτικά λόγω ακριβώς της εγκατάλειψης της μεγαλειώδους κείνης προσπάθειας, με ευθύνη πολιτική κι όχι διοικητική (της ίδιας της δασικής υπηρεσίας δηλαδή).

Ήταν η 29η του Θεριστή κι όλο το χωριό ζούσε στους εργατικούς ρυθμούς κείνης της εποχής, όπως το πρόσταζε το προσωνύμιο που εδόθη στο μήνα που τη χαρακτήριζε, τον Ιούνη. Οι πρώτες ζέστες του καλοκαιριού έφερναν μια γενική χαύνωση και κινούσαν τον ακούραστοτραγουδιστή της φύσης, τον ελληνόφωνο τέττιγα, τον τζίτζικα, κάπου χωμένο στις φυλλωσιές των αγροτικών δενδρών και στα σκόρπια αγριόδενδρα, να ρουφά τον «εωθινό» του, που τον έψαλλε εξοργιστικά και μονότονα, χωρίς σταματημό, σα να βιαζόταν να τελέψει το πρόγραμμα της καλοκαιρινής του συναυλίας και ν’ αποχαιρετίσει τους αναγκαστικά ακούοντες ακροατές του. Οι μύγες, λόγω ζέστης, είχαν γίνει επιθετικές και τσιμπούσαν τους ξεκάλτσωτους θεριστάδες, που ήταν ξαπλωμένοι στα θερισμένα χωράφια για τον μεσημεριανό αποσταμό τους, κάτου από τις γκορτσιές, για να γλυτώσουν από την αφόρητη λαύρα. Ο ήλιος, πάντα πεθυμητός στην Ελλάδα, φάνταζε θύτης σε τούτες τις στιγμές της ακρότητάς του.

Όλος ο λυρισμός της αγροτικής ζωής, ο προκύπτων από την αγαστή σχέση φύσης κι ανθρώπου, φαινόταν πολύ ιδανικός για την πράξη του βίου, και τούτο έκαμε τους ανθρώπους που συμμετείχαν στο γίγνεσθαι καχύποπτους για τη συνέχεια. Καθότι, φαίνεται πως ξενίζει η μακαριότητα στον κόσμο των ανθρώπων, γι’ αυτό και βλέπεται τάραχος στην αιθρία· λες κι επιζητείται το κακό ως επιβεβαίωση της θραυστής σχέσης του ανθρώπου με τη γης. «Σα νάρχεται μεγάλη μπόρα, σήκω, πρέπει να βιαστούμε…», είπε ο αρχιθεριστής στον σύντροφό του, παρατηρώντας τα μαύρα σύγνεφα που πύκνωναν στο βάθος του ορίζοντα.

Τα σύγνεφα όλο και πύκνωναν, γκριζάριζαν και γινόταν μαυρωπά κι άγρια. Ο ουρανός έκλεινε, όλος αντάρα ίσκιωνε τη γης, γινόταν πλέον βίαιος κι απειλητικός. Τα αγριοπούλια πετούσαν ανήσυχα προς τις πυκνές φυλλωσιές για να κουρνιάσουν εκεί, τ’ άγρια τετράποδα τρέχαν να προφυλαχτούν στις φωλιές τους φοβισμένα −μια γενική ανησυχία σε ανθρώπους και ζώα προμήνυε λες ένα φυσικό κακό, τ’ οποίο το δήλωναν τα μηνύματα του καιρού, και τούτο δημιουργούσε την έγνοια της προφύλαξης στην κοινωνία των ανθρώπων, καθώς και της φύσης.

Και να που το κακό δεν άργησε ν’ αρχίσει. Βαριές στάλες μαστίγωναν με ορμή τη γης, βροντές κι αστροπελέκια μετέτρεπαν σε βίαιη φαντασμαγορία του παντός το σύστημα της γης, που πλάνταζε σύγκορμο κι αποδίδοντανσύστολα στην κοσμική έξαψη. Ριπιές οι βρόχινες στάλες στην αρχή, καταρράκτες γίνηκαν στη συνέχεια έχοντας δυναμωθεί σε ουράνιο χειμάρρι φέρνοντας μαζί πετριές από χονδρά άσπρα καρύδια, που ως χαλάζι συνόδευε το κατακλυσμιαίο κύμα και καρουμπάλιαζε όποιον δυστυχή πετύχαινε. Έπινε ορεκτικά νερό αρχικά η καυκαλισμένη γης, η κατάξερη από την αναβροχιά πολλών θερμών εβδομάδων, όμως κατόπιν χόρτασε, δεν άντεξε την τόση πόση και πνίγηκε· άρχισε τότε να κρατεί πάνου της το νερό, και στη συνέχεια να το ρέει στ’ αυλάκια της. Οι λίμνες των νερών στα βαρκά των χωραφιών δώσαν τη θέση τους σε νεροφαγωματιές, σε χαραγιές κι αυλακιές της γης γιομάτες ορμιό νερό π’ έρρεε στα κατάντι, στα ξερά κανάλια της υπαίθρουσε μικροχείμαρρους, οι οποίοι κατέληγαν με βία στην κύριο αγωγό, στον μεγαχείμαρρο, τον Ξεριά, που διέτρεχε περιφερειακά το χωριό. Αυτός, κοιμώμενος έστεκε για καιρό, χωρίς να δηλώνεται ως κακός, και γι’ αυτό, για τους υποψιασμένους και πονεμένους του από παλιά, ήτο ύπουλος!

Το νερό μούγκριζε στον Ξεριά, όντας βίαια ηχηρό στην κατεβασιά του. Άναρχο, με στροβιλισμούς και φοβερές δίνες παράσερνε καθετί στο πέρασμά του, έριχνε ραχόβουνα πέφτοντας υγρή η γης στην ορμητική ροή· ο κόπος του θερισμού χάνονταν· τα χωράφια σβήνουνταν. Έλεγες πως γίνεται κατακλυσμός όπως της Βίβλου, πως σείεται το σύμπαν σα νάναι Αρμαγεδώνας!

Ο αφρισμένος ξεροπόταμος γέμιζε με ανάκατα θολωμένα νερά κι όλο φούσκωνε, κυλώντας ως μάζα θυμωμένη γεμισμένη με βράχους, πέτρες, κλαδιά, δένδρα και θάμνους, που ξεριζώθηκαν στην ορμή των νερών, με σύνεργα των ανθρώπων από την πρακτική τους στην ύπαιθρο, που εγκαταλείφθηκαν στη βιαστική προσπάθειά τους να προφυλαχθούν από το κατακλυσμιαίο κακό, με κατασκευές τους ακόμα (καλύβια, στάνες, ξερολιθιές, φράχτες, υδραύλακες κ.ά.), που δεν άντεξαν στην πίεση των χειμαρρικών νερών και παρασύρθηκαν, με γη αγροτική διαλυμένη από το σφοδρό νερό, με γη διαβρωμένη των γύρω βουνών και λόφων.

Όλος αυτός ο συρφετός έπεφτε χύμα στο έβγα του Ξεριά, στο άπλωμά του στον κάτω κάμπο, όπου ξερνιόνταν καλύπτοντας κάθε ανθρώπινη δημιουργία εκεί, που ήταν προορισμένη σύμφωνα με τον αγροτικό της σκοπό. Πρώτα όμως διέλυε τις υποδομές του χωριού και το βιό των ανθρώπων, έχοντας ξεχειλιστεί με μανία στον οικισμό και παρασύρει καθετί στο διάβα του. Άνθρωποι έβλεπαν στην ορμή του το χάρο, κινδύνευαν κι αναζητούσαν σωτηρία σε ψηλώματα, σε στέγες, σε πατάρια, σε λόφους, σε δένδρα. Το νερένιο θεριό ορμιόταν ακράτητο κι έμπαινε σε σπίτια από τα παράθυρα και τις πόρτες, που δεν άντεχαν στην πίεσή του κι έσπαγαν με δύναμη, και στη συνέχεια παράσερνε μπαούλα, τραπέζια, καθίσματα, στρωσίδια κ.ά., όλο το νοικοκυριό, οδηγώντας το σε μια πορεία χωρίς προορισμό. Όλο το κακό εντοπισμένο στο χωριό, κείθε οπού συγκεντρούται η ζωή, καθώς ο οικισμός εγίνη η συνιστάμενη της κρίσης και κει κορυφώθη η καταστροφή.

Την επόμενη μέρα ο πρωινός ήλιος έλαμψε λαμπρός καλώντας τους ανθρώπους να συμμετέχουν στο λυρισμό της ζωής, όπως και πρώτα. Όμως, φευ, τίποτα δεν ήταν ίδιο σύμφωνα με τη χθεσινή μακαριότητα του θερισμού, τίποτα δεν ημπορούσε να εννοηθεί ως συνέχεια μιας κανονικότητας. Όλα είχαν αλλάξει όντας παραδομένα στην καταστροφή και τον όλεθρο του κατακλυσμού, στο φονικό που συνετελέσθη από το χειμαρρικό κακό. Πνιγμένοι άνθρωποι και ζώα (οικόσιτα μα κι άγρια), περιουσίες κατεστραμμένες, η γη, η τόσο πολύτιμη για τη συνέχιση της ζωής, απωλεσθείσα. Πόνος βαρύς απομένει από τούτο το κακό, δάκρυα, απόγνωση και κουράγιο· όμως η ζωή των ανθρώπων συνεχίζεται, σοφότερη θέλουμε να πιστεύουμε από τα λάθη τους!..

Αυτό το συμβάν δεν είναι φυσικό, από κείνα τ’ αναπόφευκτα που μοιραία τα δέχεσαι, όπως για παράδειγμα το σεισμό. Είναι βεβαίως ο κατακλυσμός φαινόμενο φυσικό, όμως τ’ αποτελέσματά του, που τα προσλαμβάνεις ως τραγικό συμβάν, προκύπτουν από τις ανθρώπινες ενέργειες στη φύση. Διότι μπορεί ο λυρισμός στη σχέση των ανθρώπων μαζί της, όπως η πρωτινή των θεριστάδων, να φαντάζει ως κατάσταση ιδανική, όμως εάν ο διαχειριστής άνθρωπος έχει ενεργήσει αντίνομα στη φύση καταστρατηγώντας τους κανόνες της, καταπατώντας π.χ. την αφιερωμένη στη λειτουργία της γη, τα ρέματά της, κι εκμεταλλευόμενος ληστρικά τα δάση της, εκχερσώνοντάς τα ή υπερυλοτομώντας τα, τότε φυσικό είναι η φύση να εκφραστεί ακραία αναζητώντας διεξόδους στη λειτουργία της, πάνου στων ανθρώπων τα έργα που ακύρωσαν τους μηχανισμούς της, και δυστυχώς στων ανθρώπων τις ζωές.

Τελικά, μάλλον ο άνθρωπος έχοντας την καχυποψία των θεριστάδων στη σχέση τους με τη φύση, όπως την προείδαμε, έτσι που να μην ημπορείται αυτή να γίνεται απολαύσιμη στις λυρικές στιγμές της χωρίς υποσυνείδητη φοβία, δηλώνει τις ενοχές του ως προς τις ενέργειές του προς αυτήν, ενοχές που προκύπτουν από τις πράξεις του στη διαχείριση του φυσικού χώρου. Τούτο, ως άνθρωπο συνειδητό και γνωστικό τον κάμει −ή θα έπρεπε να τον κάμει…− σκεφτικό ως προς τη συνέχειά του κι ανήσυχο ως προς το μέλλον της γης, γι’ αυτό και η ταραχή των θεριστάδων στα σημάδια των καιρών, καθόσον είχαν αίσθηση του φυσικού κανόνα και της αντινομίας που μοιραία από τον άνθρωπο συνετελέσθη στη φύση στα πλαίσια της δραστηριοποίησής του στο φυσικό χώρο −τούτη θα τη χαρακτηρίζαμε ως υποσυνείδητη σχέση ενοχής. Άλλως, κατά τον τρόπο τον νέων καιρών, οπού ο άνθρωπος στέκει αποστασιοποιημένος από τη φύση κι εκμεταλλευτικός της γης, όντας ασύνειδος κι ευφησυχασμένος, γένεται θύτης του εαυτού του και θύμα του καταχρηστικού, σιδηρού κι απόλυτου τρόπου της ζωής του, αφού δεν εννοεί τη φύση στη νομοτέλειά της και τις αξίες της (μπορεί η γνώση για τη φύση να έχει προχωρήσει πολύ κι αυτή να εξηγείται βαθιά στα πλαίσια της επιστήμης, όμως η εννόησή της στα πλαίσια της διαχειριστικής της πρακτικής, πολύ λίγο υφίσταται και τούτο δηλούται στον τρόπο που ο άνθρωπος την αντιμετωπίζει, αποσυνθέτοντας και υποβαθμίζοντας το φυσικό σύστημα ενεργώντας «αναπτυξιακά»).

Για τον Έλληνα, ο Ξεριάς αποτελεί ένα «κακό» σύμβολο, μη προβεβλημένο βεβαίως κι εντέλει μη δηλωμένο ως τέτοιο, ακριβώς λόγω της αρνητικότητας που το χαρακτηρίζει, και που ανέγνωστα ή προσποιητά αποκρύπτεται. Υποδηλώνει τη σχέση του με τη γη και τον τρόπο να θεωρείται ως προς αυτήν. Κοιμώμενος τού δείχνει τι πρέπει να κάμει στη λειτουργία του στη γη ως διαχειριστής της, για να μην ξυπνήσει ταραγμένος και καταστροφικός· ξυπνητός τού αποδείχνει δραματικά τι γένεται όταν ξυπνήσει θυμωμένος, λόγω της αντίνομης λειτουργίας του στη σχέση του με τη γη, ακριβώς επειδή δεν έκαμε αυτά που όφειλε ως σοφός διαχειριστής να κάμει, και πως ο κανόνας δεν είναι ο ένας, ο άνθρωπος, αλλά το όλον, το σύστημα της ζωής!

(Σημείωση: οι φωτογραφίες του κειμένου ανήκουν στο αρχείο του συγγραφέα)

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 18.06.2018

.


 

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , , , ,

Απάντηση

No announcement available or all announcement expired.
Αρέσει σε %d bloggers: