Advertisements

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΑΣΟΠΥΡΟΣΒΕΣΗ

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου

Τη δασοπυρόσβεση την πρόλαβα για 6 χρόνια, όντας υπάλληλος (δασολόγος) στο Δασαρχείο Αιγίου, όταν αυτή βρισκόταν ακόμα στην αρμοδιότητα της δασικής υπηρεσίας και πριν μεταφερθεί στην πυροσβεστική υπηρεσία. Ήμουν πρωτοδιορισμένος ως δημόσιος υπάλληλος στη συγκεκριμένη θέση, και τολμώ να πω πως η με τόσο έντονο τρόπο ένταξή μου στο σύστημα της διοίκησης, με την ενασχόλησή μου με υπεύθυνη θέση σ’ έναν τομέα κρίσιμο, δύσκολο κι επίπονο, όπως η δασοπυρόσβεση σε Δασαρχείο Α΄ επικινδυνότητας σε σχέση με τις πυρκαγιές, υπήρξε για μένα αφενός συγκλονιστική, αφετέρου διδακτική.

Θα έλεγα πως κείνα τα (δυστυχώς λίγα) χρόνια κατά τα οποία βίωσα τις έντονες καταστάσεις της δασοπυρόσβεσης, ήταν από τα πιο μεστά δημοσιοϋπαλληλικά μου χρόνια, όλο διδαχές κι εμπειρίες· ήταν ένα ανεπανάληπτο σχολείο διοίκησης, γνώσης στο πεδίο και πρακτικής εφαρμογής. Τα χρόνια κείνα συνετέλεσαν, εμμέσως πλην σαφώς, και στη διαμόρφωση ενός χαρακτήρα και μιας κουλτούρας αναφορικά με την ευθύνη για το περιβάλλον και τα κοινά πράγματα, και τον τρόπο που αισθάνεσαι και λειτουργείς προσπαθώντας για τα πράγματα αυτά, όντας ευρισκόμενα εν κινδύνω.

Βεβαίως, το αρνητικό είναι ότι, με τη μεταφορά της δασοπυρόσβεσης στην πυροσβεστική υπηρεσία εχάθη όλη κείνη η πολύτιμη εμπειρία, η μεταβιβαζόμενη ανεκτίμητη γνώση της δασοπυρόσβεσης κατά την πρακτική εφαρμογή της, που είχε μια συνέχεια στο επίπεδο της διοίκησης, παρά τα όποια προβλήματά της−ήταν ένα μοιραίο πολιτικό σφάλμα κείνο, που δυστυχώς συνετελέσθη σε βάρος της φύσης! Αυτή η γνώση δεν αποκτάται στα πανεπιστημιακά έδρανα, καθώς εκεί σπουδάζεις το αντικείμενο και μεθοδεύεσαι ως προς αυτό, παίρνεις δηλαδή επιστήμη, αλλά προσλαμβάνεται με την άσκηση στο πεδίο και την εμπειρία της πράξης, που αφορά στην άσκηση της επιστήμης, κάτι που είναι εξόχως σημαντικό και δύσκολο.

Ας είναι… Έμεινε όμως σ’ εμάς που βιώσαμε καταστάσεις μέσα από τη δασοπυρόσβεση, η πολύτιμη σχέση μας με το φυσικό στοιχείο στο επίπεδο της διακινδύνευσής του, κάτι που οδήγησε στη συγκρότησή μας ως προς το περιβαλλοντικό γίγνεσθαι, που πλάστηκε κι από τη σχέση αυτή, αποτελώντας μοναδική παρακαταθήκη για την παραπέρα πορεία μας!

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος» η δασοπυρόσβεση για εμάς. Το όλο γεγονός δεν διαρκούσε μόνο κατά την κρίσιμη αντιπυρική περίοδο, μα και τον υπόλοιπο χρόνο δουλεύαμε προετοιμαζόμενοι για τη δασοπυρόσβεση. Αναλόγως των πιστώσεων, πραγματοποιούντο έργα πρόληψης και δασοπροστασίας, καθώς κι αποκατάστασης στις περιοχές που προσβλήθηκαν από φωτιές. Έπρεπε να συντηρηθεί ο δασοπυροσβεστικός εξοπλισμός για να είναι «ετοιμοπόλεμος» για τον αντιπυρικό αγώνα, να προετοιμαστούν τα μέσα και οι εγκαταστάσεις που αφορούσαν στον αντιπυρικό αγώνα (τα πυροσβεστικά οχήματα, τα πυροφυλάκια, οι σημάνσεις κ.λπ.), να σχεδιαστούν τα πλάνα της ερχόμενης αντιπυρικής περιόδου (τυχόν κλείσιμο με μπάρες δασικών δρόμων, ενημέρωση των τοπικών αρχών και φορέων, καθορισμός του προσλαμβανόμενου εποχιακού προσωπικού και προετοιμασία του κ.λπ.), να πραγματοποιηθούν καθαρισμοί εάν αυτό ήταν δυνατό σύμφωνα με τις διατιθέμενες πιστώσεις κ.τλ.

Η δασική υπηρεσία δεν είχε δυστυχώς τη δυνατότητα της ολοκληρωμένης στελέχωσής της με μόνιμο δασοπυροσβεστικό προσωπικό, και για το λόγο τούτο προσλάμβανε κάθε χρόνο εποχιακό, τ’ οποίο έπρεπε να εκπαιδεύσει στα θέματα δασοπυρόσβεσης κι ασφάλειας, να το προετοιμάσει στις συνθήκες της πυρόσβεσης και να το εξοικειώσει με το αντικείμενο αυτό, να του γνωρίσει την περιοχή όπου θα δραστηριοποιηθεί και να το εντάξει στο πνεύμα του αντιπυρικού σχεδιασμού, ώστε να λειτουργεί με συγκεκριμένους κανόνες και βάσει πρωτοκόλλου. Τούτα όλα συνιστούσαν μεγάλη ευθύνη για τους έχοντες εμπλοκή στη σχετική διαδικασία, κι απαιτούσαν δαπάνη χρόνου κι ενεργειών, η οποία δε θα υπήρχε εάν το προσωπικό δασοπυρόσβεσης ήταν μόνιμο και κατάλληλα εκπαιδευμένο (με μια βασική δασοπυροσβεστική εκπαίδευση), αξιοποιούμενος ο χρόνος και η ενέργεια που δαπανώνταν για το σκοπό αυτόν σε άλλες παραγωγικές δραστηριότητες κατά στην άσκηση της υπηρεσιακής λειτουργίας. Όμως, αυτή η παράμετρος, που είχε και οικονομική επίπτωση, δε γινόταν αντιληπτή από τις τότε πολιτικές ηγεσίες, οι οποίες επέμεναν σ’ ένα σύστημα άσκησης της δασοπυρόσβεσης, που στον τομέα που προαναφέραμε ήταν δυσλειτουργικό, κοστοβόρο κι αναχρονιστικό!

Υπήρχε «δέσιμο» της δασικής υπηρεσίας με τη δασοπυρόσβεση, καθώς το έργο αυτό λογίζονταν ως μέρος της σύνολης δασικής αποστολής που ασκούσε η εν λόγω υπηρεσία. Ήταν βεβαίως από τις κορυφαίες ενέργειες στο έργο της δασικής υπηρεσίας, χωρίς όμως να είναι ξέχωρη. Ο κάθε δασικός υπάλληλος, σε όποια θέση κι επίπεδο της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας βρισκόταν, λόγιζε την προσφορά του στο έργο της δασοπυρόσβεσης στο πλαίσιο της σύνολης δασικής αποστολής, και δε θεωρούσε αυτό ως κάτι επιπρόσθετο ή, πολύ περισσότερο, ως πάρεργο. Για το λόγο τούτο κι όταν πάρθηκε η δασοπυρόσβεση από τη δασική υπηρεσία υπήρξε ένα κενό στη συνέχειά της, και λογίστηκε ως μαχαιριά στην αποστολή της η μη άσκησή της, της οποίας η πληγή ποτέ δεν επουλώθηκε.

Και κάτι ακόμα, πολύ σημαντικό: ο δασικός υπάλληλος είχε έγνοια για το δάσος, καθώς ζούσε με αυτό μέσα από τη δασική αποστολή του, το ενέτασσε στην καθημερινότητά του και –κατά το μάλλον ή ήττον– το αγαπούσε βαθιά, ειλικρινά κι ένστιχτα, έχοντας αίσθηση για τη φύση κι ορμέμφυτη ενέργεια (αυτά που λέγω αποτελούν τον κανόνα, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και οι αρνητικές εξαιρέσεις). Αυτός (ο δασικός υπάλληλος) δε θα ημπορούσε να λειτουργήσει παθητικά, μαλθακά, μηχανικά ή κι αδιάφορα στο γεγονός της πυρκαγιάς στο δάσος, ενεργώντας κατά την κοινώς εννοούμενη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, αλλά δινόταν ολοκληρωτικά στον αγώνα της δασοπροστασίας, είτε αυτή ασκούνταν στο επίπεδο της πρόληψης είτε της πυρόσβεσης.

Για το λόγο τούτο και βλέπαμε τον δασικό υπάλληλο να ρίχνεται με πάθος στη φωτιά, να την «παλεύει» χωρίς μολοντούτο να κινδυνεύει αυτός ή τα μέσα του από κείνη, καθώς γνώριζε, είτε σ’ επιστημονικό και τεχνικό επίπεδο είτε σ’ εμπειρικό, να την αντιμετωπίζει. «Δούλευε» τη φωτιά έχοντας τη γνώση της, ξέροντας πώς να την αντιμετωπίσει, παρά τους κινδύνους της. Έμπαινε στην πυρόκαυστη περιοχή και «κτυπούσε» τη φωτιά, την ακολούθουσε στο διάβα της, την πλαγιοκοπούσε και την έφθειρε, τη διάβρωνε, την έσβηνε. Δεν την περίμενε στις οδούς, δεν επαφίονταν στα εναέρια μέσα –ήξερε πως αυτά δε σβήνουν τις φωτιές, παρά τις «ρίχνουν», τις «κατεβάζουν»· αυτός τις σβήνει. Ήξερε να κάνει διαχείριση της φωτιάς, να οργανώνεται και να λειτουργεί επιχειρησιακά σύμφωνα με τις συνθήκες της πυρκαγιάς, με τρόπο άμεσο κι αποτελεσματικό. Βλέπαμε έτσι στην εκδήλωση του συμβάντος το δασικό προσωπικό να παίρνει «θέσεις μάχης» χωρίς ν’ απαιτείται εντολή για να το πράξει. Ήξερε το ρόλο του και την αποστολή του. Βεβαίως, πάντα ο ηγήτορ ήταν παρών, όχι όμως για να υποδείξει, αλλά για να καθοδηγήσει και να κατευθύνει.

Και φυσικά, ως προς τον τέτοιο τρόπο λειτουργίας του δασικού υπαλλήλου δεν ήταν μόνο το αίσθημά του για το δάσος που τον οδηγούσε, που βεβαίως αυτό μετρούσε πολύ, μα και η γνώση του, και η εμπειρία του στο αντικείμενο του δάσους… –στοιχεία που είτε προσλαμβάνονταν είτε καλλιεργούνταν, πάντως για την αφομοίωσή τους απαιτούνταν η επαφή με το φυσικό αντικείμενο, κάτι που ο δασικός υπάλληλος, εκ της φύσεως του επαγγέλματός του, τα κατείχε στο μέγιστο βαθμό! Ο δασικός υπάλληλος γνώριζε την κάθε σπιθαμή της δασικής περιοχής όπου ασκούσε τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, γνώριζε τους δασικούς δρόμους, τα δασικά μονοπάτια, το είδος της βλάστησης που συνθέτει το δασικό οικοσύστημα και πώς αυτή λειτουργεί στη φωτιά. Γνώριζε τα χαρακτηριστικά της δασικής περιοχής, το φυσικό ανάγλυφό της, την τοπογραφία της, και μπορούσε με τον εμπειρικό, τεχνικό ή κι επιστημονικό μηχανισμό της γνώσης και της πρακτικής να τα συνδυάζει με τα χαρακτηριστικά της φωτιάς, κι αναλόγως να λειτουργεί. Ζούσε και δούλευε στο δάσος, και μπορούσε να κινηθεί άνετα στα γνώριμά του μέρη, χωρίς να κινδυνεύει να εγκλωβιστεί, να χαθεί ή να καταπέσει στα γκρεμνά του. Γνώριζε πώς να ενεργεί για ν’ αντιμετωπίσει τη φωτιά, καθώς γνωρίζοντας το δάσος ήξερε και πώς η φωτιά συμπεριφέρεται σε αυτό (την πορεία της και την ταχύτητά της σύμφωνα με το είδος και την πυκνότητα της βλάστησης, τους στροβιλισμούς του αέρα στο δάσος κ.λπ.) Ο δασικός υπάλληλος λειτουργούσε στο φυσικό του αντικείμενο και είχε συνολική αντίληψη του χώρου–και κείνο που μπορώ να πω είναι ότι από τους παλιούς εμπειρικούς δασικούς υπαλλήλους, τους δασοφύλακες, έμαθα πολλά σε σχέση με τον τρόπο που έπρεπε να κινούμαι στο πεδίο και ν’ αντιμετωπίζω το γεγονός της φωτιάς.

Δεν ανιστορώ με αυτά που λέγω, ούτε παρελθοντολογώ, ούτε εξιδανικεύω, αλλά δείχνω ένα παρελθόν στην πραγματική του διάσταση, που εχάθη ανεπίγνωστα, ώστε ν’ αποτελέσει οδηγό για ένα νέο μέλλον. Έχω μπροστά μου την εικόνα όλων κείνων των συναγωνιστών στον αγώνα υπέρ του δάσους στη δασική υπηρεσία, στο πώς λειτουργούσαν και συνέπρατταν απέναντι στο «κακό» της φωτιάς, που δεν έπρεπε να έλθει –και σε αυτό το επίπεδο κατά πρώτον εστίαζαν–, μα σαν έλθει έπρεπε να κατασταλεί με όλες τις δυνάμεις και με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Και με αυτό το backround λειτουργώ. Η φιλοσοφία της δασικής υπηρεσίας τότε, όταν ασκούσε τη δασοπυρόσβεση, που εντάσσονταν στο όλο σύστημα της στρατηγικής της στον τομέα αυτόν, ήταν η εξής: έριχνε όλες τις δυνάμεις της στην κατάσβεση της δασικής πυρκαγιάς διότι θεωρούσε, και πολύ ορθά, όπως αποδείχτηκε κι από την κατοπινή πορεία των πραγμάτων, ότι καταστέλλοντας αυτήν, δουλεύοντας δηλαδή στο πεδίο της κρίσης, μειώνεις τις πιθανότητες δημιουργίας νέων κρίσεων, που συνεπάγονταν καταστροφή ανθρώπινων περιουσιών ή απώλειας ανθρώπινων ζωών, αφού δε θα δινόταν η δυνατότητα στη φωτιά να δημιουργήσει πρόβληματα τέτοιου επιπέδου με την επέκτασή της.

Το motto που σήμερα χρησιμοποιείται ευρέως, ότι «δεν κινδυνεύουν (ή κινδυνεύουν) οικισμοί, ανθρώπινες ζωές και περιουσίες από τη φωτιά», ως στοιχείο κρισιμότητας της κατάστασης ή επιπέδου του γεγονότος, δε χρησιμοποιούνταν τότε από τη δασική υπηρεσία, στο βαθμό (τουλάχιστον) που σήμερα χρησιμοποιείται, καθώς η στόχευση ήταν να κατασταλθεί η πυρκαγιά για να μη συμβεί αυτό. Βρισκόταν δηλαδή η δασική υπηρεσία σ’ επίπεδο ενεργειών, στρατηγικής και διαχείρισης της πυρκαγιάς μπροστύτερα από αυτό που σήμερα αναδεικνύεται. Σε περίπτωση δε που κάτι τέτοιο ήταν αναπότρεπτο (να κινδυνεύσει δηλαδή οικισμός κ.λπ.), ανατίθονταν στην πυροσβεστική υπηρεσία, που συνέδραμε στο έργο της δασοπυρόσβεσης, η αποστολή της προστασίας του οικισμού κ.λπ., καθώς είχε και τη σχετική εμπειρία και τεχνογνωσία στις οικιστικές πυρκαγιές, κι ήταν γνώστης των διαδικασιών που επάγονται αυτών των πυρκαγιών (διαδικασίες κατάσβεσης, εκκένωσης, διάσωσης, προστασίας υποδομών κ.τλ.) Η δασική υπηρεσία μπορούσε να συνεχίσει τη δασοπυρόσβεση, για να περιοριστούν οι όποιες απώλειες αυτού του επιπέδου με την εξέλιξη της φωτιάς και την επιδείνωση της κατάστασης. Μετακίνηση των δυνάμεων της δασικής υπηρεσίας στον οικισμό κ.λπ. γίνονταν υπό συνθήκες ακραίου γεγονότος, που τέτοιες κατά την εποχή που αυτή δασοπυρόσβενε ήταν λιγοστές. Εξάλλου, λιγοστές ήταν τότε και οι καταστροφές οικισμών, πολύ περισσότερο δε ανθρώπινων ζωών, ως θυμάτων της φωτιάς, σε σχέση με σήμερα… (πρέπει να κάνω προσπάθεια για ν’ ανακαλέσω στη μνήμη μου κάποιες τέτοιες περιπτώσεις).

Υπήρχε άλλη φιλοσοφία διαχείρισης κι αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών σε σχέση με σήμερα, μια φιλοσοφία που εμπεριείχε πέρα από την ειδική τεχνογνωσία της δασοπυρόσβεσης, τη διαφορετική οργάνωση του αντιπυρικού αγώνα, αλλά και το συναισθηματισμό των ασχολούμενων με αυτήν, λόγω της επαφής τους με το αντικείμενο της φύσης, κάτι που δεν πρέπει να παραβλέπουμε, να το περιγελούμε ή να το θεωρούμε γραφικότητα, καθώς έδινε μεγάλη ζωτικότητα και κουράγιο στο έργο τους, κι έκαμε την προσπάθειά τους περισσότερο δυνατή, δυναμική κι αποτελεσματική. Ένοιωθαν οι δασικοί υπάλληλοι πως πάλευαν για την υπεράσπιση ενός αγαθού και για την προάσπιση μιας αξίας.

Υπήρχε, ακόμα, η λογική της γρήγορης κι άμεσης καταστολής, για την αντιμετώπιση του περιστατικού εν τη γενέσει του, όπως επίσης και της ευθείας προσβολής της φωτιάς επιγείως (σημαντική ως προς τούτο ήταν η συνεισφορά των δασοκομάντος, που κακώς δε χρησιμοποιήθηκαν κατόπιν, όπως και της χρήσης εκσκαπτικών μηχανημάτων και μπουλντοζών, που χρησιμοποιούνταν πολύ από τη δασική υπηρεσία, για την προσέγγιση των εστιών της φωτιάς με τη διάνοιξη διόδων επικοινωνίας των πεζοπόρων τμημάτων προς αυτές).

Ενώ, στον παράγοντα της πρόληψης δίνονταν μεγίστη σημασία και δαπανώνταν μεγάλο μέρος των δυνάμεων της δασικής υπηρεσίας για την άσκησή της. Για το λόγο τούτο θεωρούνταν σημαντική η λειτουργία των πυροφυλακίων, καθώς επίσης και των περιπόλων στα δάση, μεικτών (της δασικής υπηρεσίας, της αστυνομίας και του στρατού) ή μη (μόνο δασικών υπαλλήλων). Θυμούμαι τον «άγραφο νόμο» που τότε επικρατούσε, που ήταν: «να μην καπνίζει ούτε φούρνος» ! Για το λόγο τούτο, κι ιδιαίτερα όταν οι συνθήκες για την έκρηξη πυρκαγιάς ήταν κρίσιμες, δε στεκόμασταν λεπτό, κινούμασταν διαρκώς στους δασικούς δρόμους, επιτηρούσαμε στην ύπαιθρο, περιπολούσαμε στα χωριά, κι είχαμε συνεχή επικοινωνία διά ασυρμάτου για την επόπτευση των περιοχών και τον έλεγχο της κατάστασης. Δεν είναι τυχαίο ότι τότε δεν είχαμε μεγα-πυρκαγιές, όπως συμβαίνει σήμερα, ούτε το επίπεδο των ζημιών που σήμερα υπάρχουν –κι ας μην τ’ αποδίδουμε όλα για τη σημερινή ακραία κατάσταση των πυρκαγιών στην κλιματική αλλαγή, καθώς η διαφορετική αντιμετώπιση στον τομέα της ενεργού πρόληψης, της διαφορετικής διαχείρισης κι οργάνωσης του αντιπυρικού αγώνα, καθώς και του μοντέλου και της φιλοσοφίας κατάσβεσης, θα μπορούσε να έχει εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα και σήμερα, και μάλλον γι’ αυτό πρέπει να κοιτάξουμε πίσω, στο παρελθόν…

Δέστε το εξής περιστατικό, που είναι χαρακτηριστικό του τρόπου λειτουργίας των τότε εμπλεκόμενων υπηρεσιών κατάσβεσης των δασοπυρκαγιών (της δασικής υπηρεσίας, που είχε την ευθύνη της κατάσβεσης, και της πυροσβεστικής υπηρεσίας που συνέδραμε). Συνέβη επί της παλαιάς οδού Αιγίου – Πατρών, σε πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο πευκοδάσος τού πάνω μέρους της οδού (και κάτω από την εθνική οδό). Ειδοποιηθήκαμε και φθάνοντας εκεί βρίσκουμε όχημα της πυροσβεστικής υπηρεσίας στην άκρη της οδού που περίμενε, χωρίς μάλιστα να έχει απλώσει εγκατάσταση. Η φωτιά έκαιγε στο βάθος της πευκόφυτης επικλινούς έκτασης. Αμέσως τα οχήματα της δασικής υπηρεσίας έστησαν εγκατάσταση κι άρχισαν να επιχειρούν προσεγγίζοντας τη φωτιά στο δύσκολο επικλινές έδαφος και πλαγιοκοπώντας την. Πλησιάζω τους πυροσβέστες που μας κοιτούσαν και τους ζητώ να συνδράμουν. Μου απαντούν πως οι διαταγές που έχουν είναι να περιμένουν επί της οδού τη φωτιά για να επιχειρήσουν. Τους ανταπαντώ πως εάν φτάσει η φωτιά στην οδό θα είναι ήδη αργά, καθώς αυτή θα έχει δυναμώσει γενόμενη επικόρυφη και θα περάσει στην από κάτω πλευρά του πρανούς, που έχει επίσης πευκοδάσος και καταλήγει στη θάλασσα. Τους λέγω ότι είναι επιτακτική ανάγκη στο συγκεκριμένο χρόνο και σημείο να «κτυπήσουμε» τη φωτιά διότι είναι οι καταλληλότερες συνθήκες αντιμετώπισής της, καθώς η φωτιά έχει «εγκλωβιστεί» στο συγκεκριμένο μέρος λόγω του αναγλύφου της περιοχής κι ότι δεν πρέπει να την αφήσουμε να εξελιχθεί. Αρνήθηκαν και πάλι να συνδράμουν.

Ο διάλογος έγινε έντονος, δεδομένης και της κατάστασης, και τότε, ως εκ του θαύματος, καταφθάνει στο σημείο ένα πυροσβεστικό όχημα της αεροπορικής βάσης Ανδραβίδας ή Αράξου (δεν είμαι σίγουρος για την προέλευσή του…), που επέστρεφε από μεγάλη πυρκαγιά στην οποία συνέδραμε στην Αττική, συνοδευόμενο από αξιωματικό. Με ρώτησε ο αξιωματικός το τι συμβαίνει και του εξήγησα. Απευθύνθηκε στους πυροσβέστες, οι οποίοι τού απάντησαν ότι, κοντολογίς, «θέλω να τους βάλω στο στόμα της φωτιάς και ότι θα τους κάψω», καθώς κι ότι οι διαταγές που έχουν είναι να περιμένουν εκεί. Τους ζήτησε τότε κι αυτός να συνδράμουν, θεωρώντας ορθή την ενέργειά μου. Στην άρνησή τους ζήτησε τα στοιχεία τους λέγοντάς τους πως εάν δεν υπακούσουν θα τους αναφέρει. Μπρος σε αυτή την εξέλιξη και παίρνοντας άλλες εντολές, μετά την επαφή τους με το κέντρο, οι πυροσβέστες υπάκουσαν και συνέδραμαν. Με τη βοήθεια και του στρατιωτικού πυροσβεστικού, που ήταν γεμάτο και λειτούργησε ως δότης, η φωτιά σβήστηκε.

Δεν υπήρχε ωράριο τότε. Ένα εσωτερικό καθήκον μάς καλούσε να είμαστε επί ποδός, σε συνεχή επιφυλακή. Ακόμα κι όταν δε βρισκόμασταν σε υπηρεσία, κυκλοφορούσαμε μ’ έναν ασύρματο αρχικά και μ’ ένα κινητό στη συνέχεια, από κείνα τα πρώτα που μοιάζαν με ασύρματο, μήπως μας καλέσουν για περιστατικό. Θυμούμαι μια φορά που έφυγα για σαββατοκύριακο στα πάτρια εδάφη, στο Βόλο, και μόλις έφτασα στον προορισμό μου ενημερώθηκα για πυρκαγιά στην Αιγιάλεια. Επικοινώνησα με την υπηρεσία και μου απάντησαν ότι με χρειάζονται. Επέστρεψα αμέσως, και «ρίχτηκα» στον αγώνα της φωτιάς, αν και προερχόμουν από συνεχές ταξίδι οκτώ ωρών (στο «πήγαινε» και στο «έλα» της διαδρομής).

Δεν εφησυχάζαμε, δουλεύαμε τη φωτιά με σκαπανικά (τσαπί και φτυάρι) στο όριο καμένο – άκαφτο, για να την «πνίξουμε», μειώνοντας ή απομονώνοντας τους παράγοντες που διέπουν το τρίγωνο της φωτιάς, ήτοι το οξυγόνο, τη θερμότητα και την καύσιμη ύλη, για την κατάσβεσή της. Δουλεύαμε επίσης τη φωτιά το βράδυ, που έπεφτε ο αέρας και οι συνθήκες ήταν ευνοϊκότερες για την κατάσβεσή της· κάτι που δυστυχώς, όπως παρατηρώ, δε γίνεται σήμερα! Χρησιμοποιούσαμε γι’ αυτό προβολείς ή τα φώτα των αυτοκινήτων, ή εφόσον είχε φεγγάρι, δουλεύαμε με το φως του. Θυμούμαι μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση πυρκαγιάς με δυνατό άνεμο, που ξέσπασε αργά το απόγευμα σε δυσπρόσιτη περιοχή στην Κουνινά της Αιγιάλειας (αν δεν με απατά η μνήμη μου), και δόθηκε από τα ΜΜΕ ως κρίσιμο περιστατικό που ανησύχησε πολύ. Μας πήρε το σκοτάδι αλλά δεν καμφθήκαμε. Ως είμασταν συνηθισμένοι, δουλέψαμε το βράδυ. Χρησιμοποιήσαμε μπουλντόζα, η οποία με προβολείς διάνοιξε δίοδο και προσεγγίσαμε την εστία της φωτιάς με επίγειες δυνάμεις, και με τα ευέλικτα οχήματά μας (τα unimog και τα dakota) κάναμε κατάσβεση. Την «χτυπήσαμε» τη φωτιά και τη σβήσαμε. Τις πρωινές ώρες κατέφθασαν «ανήσυχοι» οι πολιτικοί άρχοντες της περιοχής και ο νομάρχης, για να ενημερωθούν και να «επιληφθούν» του συμβάντος, όπως συνήθως το έπρατταν, αλλά φωτιά δεν υπήρχε!

Η φύλαξη της φωτιάς, με παράλληλη κατάσβεση όλων των μικροεστιών στα καμένα, αποτελούσε μεγάλη ευθύνη για εμάς, καθώς ήταν απαγορευτικό να υπάρξει αναζωπύρωση ή μετάδοση της φωτιάς υπό καθεστώς φύλαξης της καμένης έκτασης. Εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε, είχες την επόμενη μέρα να υποστείς τις συνέπειες μιας ΕΔΕ (ένορκης διοικητικής εξέτασης), ή ενός ενδεχόμενου εισαγγελικού ελέγχου, με ό,τι αυτό συνεπάγονταν· η απόδοση ευθυνών ήταν ένα μοιραίο επακόλουθο. Αντιστοίχως, εάν η φωτιά σού «ξέφευγε» από τον τομέα όπου ήσουν υπεύθυνος, είχες επίσης μεγάλη πιθανότητα να ελεγχθείς. Υπό αυτή την έννοια, τότε ως δασική υπηρεσία λειτουργούσαμε πιο αυστηρά και από σώμα ασφαλείας στον τομέα αυτόν, καθώς σήμερα δεν αποτελεί λόγο εκκίνησης μιας τέτοιας διαδικασίας ελέγχου, από μόνο του το γεγονός που προαναφέραμε.

Είναι χαρακτηριστικό το εξής περιστατικό, που αφορά σε μια περίπτωση ελέγχου. Στη φωτιά της Ζήριας Αχαΐας, στην περιοχή ευθύνης του Δασαρχείου Πατρών, όπου συνδράμαμε με τη δασοπυροσβεστική δύναμη του Δασαρχείου Αιγίου έχοντας την ευθύνη της κατάσβεσης στην αντιπυρική ζώνη στην κορυφή του βουνού, ήλθε με «τρελή» ταχύτητα η φωτιά και κυριολεκτικά μάς «καπάκωσε» ξεπερνώντας την αντιπυρική λωρίδα και, περνώντας στην απέναντι πλευρά του βουνού, επεκτάθηκε περαιτέρω. Κινδυνεύσαμε και μάλιστα έπιασε φωτιά ένα όχημα του Δασαρχείου Πύργου που επιχειρούσε στην αντιπυρική λωρίδα κι επίσης συνέδραμε. Και τούτα συνέβησαν έχοντας λάβει επιπρόσθετα μέτρα αποτροπής μετάδοσης της φωτιάς, καθώς αυξήσαμε με μπουλντόζες το πλάτος της αντιπυρικής λωρίδας, κόψαμε όλα τα κρασπεδικά στην αντιπυρική λωρίδα πεύκα, κατευθύναμε τα πυροσβεστικά αεροσκάφη να κάνουν συνεχείς ρίψεις στο ανοδικό μέτωπο της φωτιάς, για να την «κατεβάσουμε». Μα παρόλα ταύτα η φωτιά πέρασε –άλλη μια απόδειξη ότι οι αντιπυρικές ζώνες δεν είναι αποτελεσματικές σε ακραίες συνθήκες πυρκαγιάς. Μπαρουτοκαπνισμένοι κι εξαντλημένοι κατόπιν, έχοντας πάνω από έξι μέρες στη φωτιά, μάθαμε σαν τα πράγματα ηρέμησαν πως ο τότε πολιτικός προϊστάμενός μας, ψάχνοντας προφανώς για εξιλαστήρια θύματα, μας θεώρησε υπεύθυνους για την επέκταση της φωτιάς και ζητήθηκε ο διοικητικός μας έλεγχος! Αυτή ήταν δυστυχώς η επιβράβευση για τον αγώνα μας!..

Μιλώντας για όλα τούτα, έχω μπροστά μου την εικόνα του τότε δασάρχη Αιγίου, του Παναγιώτη Γυφτόπουλου, του απόντα σήμερα από τη ζωή, με τον οποίο μπορώ να πω πως είχα πολλές διαφωνίες σε υπηρεσιακό επίπεδο, αλλά στον τομέα της δασοπυρόσβεσης και γενικότερα του αντιπυρικού αγώνα θα πω ειλικρινώς κι ευθαρσώς πως ήταν εξαιρετικός –τον παραδεχόμουν. Ήταν πρωτοστάτης στη φωτιά, βρισκόταν στην πρώτη γραμμή κάθε φορά, του πυρός!, δίνονταν ψυχή τε και σώματι στην προσπάθεια για την προστασία των δασών από την πύρινη λαίλαπα. Είχε πάθος με τη φωτιά κι έλεγε: «όλοι πάνω της (της φωτιάς), θα τη φάμε…». Κι ορμούσε μπροστά πρώτος, και φορές τον έβλεπες να παρασύρεται και ν’ αρπάζει τη μάνικα κάνοντας πέρα τον δασοπυροσβέστη, πραγματοποιώντας αυτός την κρίσιμη κατάσβεση. Οργάνωνε, συντόνιζε, αγωνίζονταν, πολεμούσε. Όρθιος σε όλα τα πόστα, από στρατιώτης μέχρι στρατηγός. Μπράβο του!.. Και τον θυμούμαι ότι, ακόμα και στις χαλαρές στιγμές του, να τον απασχολεί η δασοπυρόσβεση και ν’ ασχολείται με αυτήν. Έτσι, σαν έπαιρνε το βαρκάκι του και ξανοίγονταν στον Κορινθιακό, παρατηρούσε από τη θάλασσα με τα κυάλια την ηπειρωτική Αιγιάλεια, ειδοποιώντας με τον ασύρματο για τα σημεία που εντόπιζε ότι κάπνιζαν για να επέμβουμε. Τέτοιο το πάθος του, η έγνοια του, η αγωνία του, η ανησυχία του, η φροντίδα του… Περιπολία λοιπόν (εποπτεία αν θέλετε) των δασών της περιοχής διά θαλάσσης! Μια πρωτοτυπία, μοναδική κι ανεπανάληπτη!.. –τουλάχιστον η Αιγιάλεια είχε αυτό το προνόμιο, να τη διατρέχει οριζοντίως η θάλασσα και νάχει ορίζοντα προς αυτήν η περιφέρειά της…

Στάθηκα με τις παραπάνω ενθύμησες σε κάποιες αλλοτινές στιγμές του έντονου μα όμορφου και διδαχτικού παρελθόντος. Στιγμές της υπηρεσιακής μου πορείας που σχετίστηκαν με τη δασοπυρόσβεση, που τότε την ασκούσε η δασική υπηρεσία, και οι οποίες στάθηκαν καθοριστικές για τη συνέχειά μου. Απ’ όλες όμως κείνες τις στιγμές, από τις δυνατές εικόνες του παρελθόντος, μία είναι αυτή που βαθιά με χαρακώνει και πολύ με λυπεί: η τελική στιγμή! Ήταν τότε, την επόμενη χρονιά που μεταφέρθηκε η δασοπυρόσβεση στην πυροσβεστική υπηρεσία, που κάηκε το μοναδικό οικοσύστημα του Βουραϊκού, αυτό που με περισσή προσπάθεια και συνεχή προσοχή το φυλάγαμε. Πολύ η προσπάθειά μας για τη διαφύλαξή του, διότι ξέραμε ότι η φωτιά σε αυτό, που δημιουργεί συνθήκες τούνελ, θα ήταν δύσκολο να κατασβεστεί εάν συμβεί. Όμως συνέβη μετά από εμάς, όταν τη δασοπυρόσβεση δεν την ασκούσαμε…

Σαν πήγα κατόπιν να καταγράψω τη πυρκαγιά, για να κηρυχθεί η έκταση του Βουραϊκού ως αναδασωτέα, λύγισα! Τότε δάκρυσα για τη φύση συναισθανόμενος τον άδικο χαμό της, φορτισμένος μάλλον κι από την άδικη αντιμετώπιση της δασικής υπηρεσίας, που δεν υπολογίστηκε ο σημαντικός αγώνας της ενάντια στη φωτιά όλα τα προηγούμενα χρόνια, κι απετάχθη, αλί, ως μη δυνάμενη στο ρόλο της αυτόν!

 


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 05.8.2018

.


Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασική Υπηρεσία, Επιλογές - Προτάσεις, Πυρκαγιές - Κηρύξεις - Αναδασώσεις

Tags: , , , , , ,

1 reply

  1. Σπουδαίο κείμενο. Πολύ χρήσιμο για συμπεράσματα. Μπράβο.

Απάντηση

No announcement available or all announcement expired.
Αρέσει σε %d bloggers: