Advertisements

ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΑ ΚΑΙ ΔΑΣΟΣ

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου

Τα ασβεστοκάμινα ήταν τα καμίνια στα οποία πραγματοποιούνταν η όπτησις (το ψήσιμο) του ασβεστόλιθου, για την παραγωγή της ασβέστου (καμίνι είναι η κατασκευή με ειδικές και ποικίλες κατασκευαστικές μορφές, στο εσωτερικό της οποίας πραγματοποιείται καύση με την ανάπτυξη μεγάλων θερμοκρασιών, για την παραγωγή υλικού, αναλόγως της είδους του καμινιού). Αποτελούσαν κατασκευές παραγωγής ασβέστου στην ελληνική ύπαιθρο προκύπτουσες από τον παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας της, προερχόμενες από τ’ αρχαία χρόνια (αναφερόμαστε στ’ ασβεστοκάμινα περιοδικής λειτουργίας, τα οποία προσδιορίζονται παρακάτω). Εντάχθηκαν στα δασικά περιβάλλοντα, στο φυσικό χώρο γενικότερα, ως στοιχεία της διαχείρισης που ασκούνταν σε αυτόν από τον πρακτικό άνθρωπο, ο οποίος στα πλαίσια της ισόρροπης και με μέτρο ενέργειάς του στο φυσικό σύστημα, έπαιρνε από τη φύση το επιζητούμενο για την ωφέλειά του υλικό (την άσβεστο), χωρίς όμως να την υποβαθμίζει ή να τη διαταράσσει.

Σχέδιο ασβεστοκάμινου

Δασική ασβεστοποιΐα και η αναγκαιότητα του ασβέστη

Ας δούμε όμως, πριν αναφερθούμε στην τεχνική κατασκευής του ασβεστοκάμινου, ποια η σημασία της ασβεστοποιΐας στην Ελλάδα, ποια η σημασία της ασβέστου για την ελληνική κοινωνία και την τοπική οικονομία.

Τα ασβεστοκάμινα στα οποία εν προκειμένω αναφερόμαστε, καθότι γι’ αυτά ενδιαφερόμαστε σε σχέση με το αντικείμενο του δάσους, είναι τα «περιοδικής λειτουργίας», τα προσωρινά και μη μόνιμα, τα οποία είναι χωρικού ή άλλως βιοτεχνικού χαρακτήρα ασβεστοκάμινα που λειτουργούν με δασική καύσιμη ύλη, ήτοι με καυσόξυλα, θάμνους και φρύγανα. Τα εν λόγω ασβεστοκάμινα κατασκευάζονταν πλησίον του λατομείου απ΄ όπου λαμβάνονταν η ασβεστόπετρα και κοντά σε δάσος ή δασική έκταση, για να μπορεί να εξάγεται άμεσα η δασική ύλη για την καύση. Η επιλογή της θέσης δημιουργίας τους επομένως προϋπέθετε την ύπαρξη πρώτης ύλης (ασβεστόπετρας και δασικής ύλης) στον άμεσο ή γύρωθεν φυσικό χώρο. Λόγω δε της ανάγκης ύπαρξης δασικής ύλης για τη λειτουργία αυτών των ασβεστοκάμινων, και λόγω της δημιουργίας τους σε δασικά περιβάλλοντα, η εν λόγω δραστηριότητα ονομάζονταν ως δασική ασβεστοποιΐα.

Ο άλλος τύπος ασβεστοκαμίνων, με τον οποίο δε θ’ ασχοληθούμε διότι δεν ενδιαφέρει σε σχέση με το αντικείμενο του δάσους, είναι τα «συνεχούς λειτουργίας» ασβεστοκάμινα, τα οποία είναι βιομηχανικού χαρακτήρα και καίγονταν με πετρέλαιο, με λιθάνθρακα ή και με λιγνίτη. Είναι αυτά με τις υπερυψωμένες καμινάδες, που σήμερα κατά το πλείστον προστατεύονται ως διατηρητέα στοιχεία βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, αφού πλέον η άσβεστος παράγεται εξ’ ολοκλήρου από μηχανοκίνητα μέσα. Τα μεν πρώτα ασβεστοκάμινα δημιουργούνταν στο φυσικό χώρο όπου ανευρίσκετο η πρώτη ύλη λειτουργίας τους, ενώ τα δεύτερα αποτελούσαν συγκροτημένες στεγασμένες εγκαταστάσεις, αποξενωμένες ως προς τη λειτουργία τους από το φυσικό χώρο.

Σε προηγούμενες εποχές, και σε μεγάλο βαθμό σήμερα, η άσβεστος, κοινώς ασβέστης, αποτελούσε βασικό υλικό πολλών χρήσεων στην ελληνική κοινωνία. Είναι το οξείδιο του ασβεστίου (CaO) που παράγεται κατόπιν οπτήσεως (πυρώσεως) του ασβεστολίθου, σε θερμοκρασία περίπου 1.000°C. Κι επειδή στην Ελλάδα ο ασβεστόλιθος κυριαρχεί, η χρήση τής ασβέστου ήταν μεγάλη στη χώρα μας κι έλυνε πολλά προβλήματα! Χρησιμοποιούνταν κατ’ αρχάς στην οικοδομική. Ο πολτός της ασβέστου, ονομαζόμενος κοινώς σβησμένος ασβέστης ή υδράσβεστος, αναμεμιγμένος με κονίαμα χρησιμοποιείτο (και χρησιμοποιείται) ως συνδετική ύλη μεταξύ των λίθων, των ογκολίθων, των τούβλων, των τσιμεντολίθων, των κεραμιδιών κ.ά. σε κατασκευές. Η άσβεστος επίσης ως γαλάκτωμα χρησιμοποιείτο (κι ως ένα βαθμό εξακολουθεί να χρησιμοποιείται) στ’ ασβεστοεπιχρίσματα και στα υδροχρωματίσματα των οικιών. Ειδικώς δε, λόγω της καυστικότητάς της χρησιμοποιείτο για την απολύμανση χώρων, κάτι που ήταν πολύ βασικό για την υγιιεινή των χώρων στις αλλοτινές κείνες εποχές που οι συνθήκες στον τομέα αυτόν δεν ήταν οι ενδεικνυόμενες και οι ανθρώποι γύρευαν τρόπους να προφυλαχθούν από τα μικρόβια −…και βρήκαν τον καλλίτερο κι αποτελεσματικότερο τρόπο με τη χρήση του ασβέστη.

Το ασβέστωμα των τοίχων των σπιτιών αποτελούσε απαραίτητη συνθήκη λειτουργίας των κοινωνιών στο ελληνικό περιβάλλον, που το χαρακτηρίζει ο έντονος και βασανιστικός ήλιος του καλοκαιριού, ο οποίος έκανε τις συνθήκες διαβίωσης στους ελληνικούς οικισμούς εξαιρετικά δύσκολες. Ο ασβέστης στις κατασκευές διώχνει τις ακτίνες του ήλιου κατά τις καυτές καλοκαιρινές ημέρες και διατηρείται έτσι μιαν ανεκτή θερμοκρασία στο εσωτερικό της οικίας. Ο αδρός σοβάς, ως μίγμα άμμου με ασβέστη παλαιότερα και ασβέστη με τσιμέντο νεοτέρως, και το ασβέστωμα στις εξωτερικές επιφάνειες των σπιτιών, βοηθούν στην αντανάκλαση των ακτίνων του ήλιου και στην απορρόφηση λιγότερης θερμότητας. Επίσης, ο ασβέστης «καίει τα μικρόβια» κι απολυμαίνει, ενώ ανακλώντας το φως παρέχει ακμάδα, λαμπερότητα και ζωντάνια στον οικισμό. Ιδιαίτερα δε στα νησιά μας του Αρχιπελάγους, το ασβέστωμα σε πλήρη κλίμακα των κατασκευών, διαμόρφωσε συγκεκριμένη φυσιογνωμία στους κυκλαδίτικους κατά βάσιν οικισμούς, που τους χαρακτήριζε το λευκό χρώμα, τ’ οποίο εν συναρτήσει με το γαλάζιο της θάλασσας και τα υπόλοιπα στοιχεία του φυσικού και οικιστικού χώρου (τις ξερολιθιές, τους ανεμόμυλους, τα ξωκκλήσια, τα φρύγανα κ.ά.) καθόρισε το ιδιοσύστατο αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, που γίνηκε ιδέα κι απέδωσε την Ελλάδα στη γνήσια και πρωταρχική της διάσταση (οι «άσπρες αυλές» γινήκαν σύμβολο της ελληνικής παράδοσης, ως στοιχείο που χαρακτήριζε την ελληνική κατοίκηση).

Ο ασβέστης πέραν της χρήσης του στην οικοδομική και για λόγους υγιεινής, καλύπτει ένα φάσμα έτερων χρήσεων, που τον καθιστούν πολύτιμο στοιχείο στο βίο των Ελλήνων. Χρησιμοποιείται στη λίπανση των εδαφών ως εδαφοβελτιωτικό, αφού η προσθήκη ασβέστου στα όξινα, τα βαλτώδη και γενικώς στα βαριά εδάφη τα κάνει ελαφρότερα και λιγότερα υγρά, στ’ αμμουδερά εδάφη αυξάνει τη συνεκτικότητά τους, ενώ στα μέτριας γονιμότητας εδάφη αυξάνει τη γονιμότητά τους. Η άσβεστος λόγω των αλκαλικών ιδιοτήτων της χρησιμοποιείται στη βιομηχανία για την παραγωγή καυστικού νατρίου, αμμωνίας, χλωρασβεστίου κ.ά. Χρησιμοποιείται στην υαλουργία, ως βασικό υλικό μαζί με την άμμο και τη σόδα λειτουργώντας ως σταθεροποιητής. Χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία για την αφαίρεση των τριχών των δερμάτων, καθώς επίσης και στη φαρμακοποιΐα. Χρησιμοποιείται επίσης για την παραγωγή του γνωστού«άκακου» (μη τοξικού) βορδιγάλειου πολτού για την καταπολέμηση του περονόσπορου στ’ αμπέλια, που είναι προϊόν μίξης θειϊκού χαλκού, ασβέστου και νερού. Με αυτόν ραντίζονται ακόμα τα οπωροφόρα δένδρα, τα κηπευτικά, οι σταφιδάμπελοι κ.λπ. Ενώ, με γαλάκτωμα της ασβέστου επαλείφονται οι κορμοί των δένδρων για την απολύμανση και πρόληψη ασθενειών, που προέρχονται από έντομα και μύκητες. Η άσβεστος χρησιμοποιείται επίσης ως πυρίμαχο υλικό για την εσωτερική επένδυση φούρνων, καθώς αποτελεί σώμα δύστηκτο (λιώνει στους 2.580°C). Η άσβεστος χρησιμοποιείται τέλος και στη ζαχαροπλαστική, για να γίνονται τραγανά τα γλυκά του κουταλιού.

Η ευρεία χρήση της ασβέστου, όπως προεκτέθηκε, δεικνύει τη μεγάλη σημασία της για την ελληνική κοινωνία, κάτι που δικαιολογεί την πρωταρχική τάση των Ελλήνων, πριν η τεχνολογία και η εξέλιξη των μέσων αλλάξει τα δεδομένα στην παραγωγή της ασβέστου, να δημιουργούν ασβεστοκάμινα στην ελληνική ύπαιθρο. Η δε χωρική ασβεστοποιΐα, ήτοι η δασική ασβεστοποιΐα, συνέβαλλε στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας περιοχών της Ελλάδας που δεν είχαν αναπτυξιακή δυνατότητα σύμφωνα με τα δεδομένα παλαιότερων εποχών, όπως ήταν οι ορεινές και νησιωτικές περιοχές, με την απασχόληση εργατικών χεριών και την παραγωγή του ασβεσοποιΐτικού προϊόντος (της ασβέστου), που σε ικανή ποσότητα αποτελούσε προϊόν εμπορικής συναλλαγής –ανταλλακτικού ή οικονομικού τύπου.

Κατά το εθιμικό των πρωτινών καιρών στην ελληνική επαρχία, πριν παντρευτεί κάποιος έπρεπε να παράγει ασβέστη! Τούτο κοντολογίς απέρρεε από την απαίτηση κατασκευής οικίας, όπου θα στεγάζονταν η νέα οικογένεια, κάτι που σήμαινε προμήθεια υλικών ανέγερσης της οικίας. Κύριο υλικό της κατασκευής αποτελούσε ο ασβέστης· για το χτίσιμο, το σοβάτισμα και το άσπρισμα του σπιτιού. Ο ιδιοκτήτης, για οικονομικούς κυρίως λόγους, προτιμούσε να παράγει ο ίδιος τον ασβέστη, παρά να τον προμηθευτεί. Έστηνε λοιπόν ασβεστοκάμινο γι’ αυτόν το σκοπό με τη βοήθεια φίλων, συγγενών και γενικώς των συγχωριανών του, κι έτσι, με συνεργατικό πνεύμα, παράγονταν ο απαιτούμενος ασβέστης της οικίας. Μπορούσε να συνεταιριστεί και με άλλους για το σκοπό αυτό, οι οποίοι επιθυμούσαν να παράγουν ασβέστη για ίδια χρήση. Ήταν μια πρακτική των προηγούμενων καιρών, όταν στην απομεμακρυσμένη από τα αστικά κέντρα κι αποξεχασμένη ελληνική επαρχία, που τ’ αγαθά δε διετίθεντο εύκολα, παράγονταν τα υλικά της άμεσης χρήσης από την κοινωνία σε τοπικό περιβάλλον. Ανευρίσκονταν συνεπώς λύσεις για την κατοίκηση σ’ επίπεδο κοινότητας, προκύπτουσες ως έκφραση του κοινωνισμού· με την αλληλοβοήθεια και την αλληλεγγύη.

Το ασβέστωμα αποτελούσε παλαιότερα απαραίτητη συνθήκη λειτουργίας της ελληνικής κοινωνίας.

Συνέπειες της λειτουργίας των ασβεστοκάμινων στο φυσικό περιβάλλον

Συνειδητοποιώντας την ανάγκη γι’ ασβέστη τότε, για όλες τις χρήσεις που αυτός αξιοποιείτο, όπως προείδαμε, και ιδίως στις περιοχές της χώρας που η χρήση του στην οικοδομική τούς δηλοποιούσε, όπως συνέβαινε με τους λευκούς αιγαιοπελαγίτικους οικισμούς, καταλαβαίνουμε την ευρύτατη κατανάλωση πρώτης ύλης που απαιτούνταν, όχι σ’ ό,τι αφορούσε στην ασβεστόπετρα, καθώς αυτή υπήρχε άφθονη −παρά το γεγονός ότι ανοικτές πληγές στο ελληνικό φυσικό περιβάλλον αφέθηκαν από την, εν είδει λατομικής δραστηριότητας, εξαγωγή ασβεστολίθου−, αλλά στην κατανάλωση δασικής ύλης για την καύση των ασβεστοκάμινων. Αυτή η κατανάλωση στον κλειστό κύκλο της κοινότητας και στο επίπεδο της μικρής περιφέρειας, και ιδίως στα μικρά νησιά, δεν ακολουθούσε τον κύκλο ζωής που απαιτούνταν για την επαναδημιουργία της αποληφθείσας δασικής ύλης, καθώς υπήρχε έντονη απαίτησή της και γι’ άλλες χρήσεις, έτσι που η αφαίρεση αυτής από τα δασικά οικοσυστήματα να μην αναπληρώνεται. Η ανάγκη για δασική ύλη για την ασβεστοποιΐα προστίθονταν στην αντίστοιχη ανάγκη για τη λειτουργία άλλων καμινιών, όπως για την κεραμοποιΐα, την αγγειοπλαστική, την ανθρακοποιΐα, τη σιδηροποιΐα κ.τλ., καθώς και για τις ανάγκες θέρμανσης των τοπικών πληθυσμών.

Επίσης, η ανάγκη για γεωργική γη, που εξυπηρετούνταν εις βάρος της δασικής, όπως και για την κτηνοτροφία, δημιουργούσε τελικώς ως ισχυρή πίεση στα υφιστάμενα δασικά οικοσυστήματα, τ’ οποία μοιραία υποχωρούσαν ή υποβαθμίζονταν. Ιδιαίτερα τούτο ήταν εμφανές στα νησιά του Αρχιπελάγους, που η κλειστού τύπου οικονομία η οποία αναπτύχθηκε στους στενεμένους τόπους και στα φτωχά και περιορισμένα νησιωτικά περιβάλλοντα για αιώνες, επέφερε την ανάπτυξη έντονης δραστηριότητας πρωτογενούς παραγωγής στα εκεί εδάφη και συνετέλεσε στη μεταβολή των φυσικών περιβαλλόντων, διαμορφώνοντας τη φυσιογνωμία των νησιών κατά τη σημερινή τους εικόνα· όχι βεβαίως την τουριστική αλλά την περιβαλλοντική.

Είναι ασφαλώς μακρινοί οι καιροί που κάποτε τα νησιά του Αιγαίου πελάγους καλύπτονταν από δασική βλάστηση, κάτι που σήμερα δε θα το φανταζόμασταν βλέποντάς τα βραχοποιημένα ή καλυμμένα με φρύγανα, όμως διερευνώντας τα στην ιστορική πορεία τους σε σχέση με την ανθρώπινη δραστηριότητα σε αυτά, τα ερνηνεύουμε και περιβαλλοντικά, και καταλαβαίνουμε την εξέλιξή τους εξηγώντας την εικόνα τους που από κάποια χρονική περίοδο κι έπειτα τα χαρακτήρισε. Όπως προκύπτει από ιστορικές αναφορές/πηγές, μέχρι και τα βυζαντινά χρόνια τα περισσότερα από τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά μας ήταν δασωμένα. Το δένδρο που τα χαρακτήριζε, σχηματίζοντας όμορφα δάση, ήταν η δρυς (απομεινάρια της συναντούμε ακόμα και σήμερα σε κάποια από τα νησιά του Αιγαίου πελάγους).

Μας πληροφορεί σχετικά ο υπουργός και στρατηγός του Βυζαντίου Συμεών ο Μεταφραστής ότι η Πάρος μέχρι και τον 11ο αιώνα μ.Χ. ήταν πλήρως δασωμένη κι ότι είχε πλούσια πανίδα. Μάλιστα η μετακίνηση διά ξηράς από τη Νάουσα (της Πάρου) στη Χώρα ήταν αδύνατη λόγω της σύμπυκνης βλάστησης! Ο δε ιεράρχης Σάμου Ιωσήφ Γεωργειρήνης αναφέρεται το 1678 στην πλούσια βλάστηση της Πάτμου, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει ως «εριβώλαξ και γόνιμο». Παρόμοιες αναφορές από διάφορες πηγές έχουμε για την Αμοργό, τη Σίφνο, την Κύθνο, τη Σέριφο κι άλλα αιγαιοπελαγίτικα νησιά μας. Ο καθηγητής Χ. Α. Διαπούλης αναφέρεται στους λόγους καταστροφής της δασικής βλάστησης των νησιών μας, η οποία συντελέστηκε «για θέρμανση και για τις οικιακές ανάγκες, για την παραγωγή οικοδομικής ξυλείας, για τη λειτουργία των ανθρακοκαμίνων, των ασβεστοκαμίνων και των κεραμοκαμίνων». Καταλήγει δε λέγοντας χαρακτηριστικά ότι, για τους παραπάνω σκοπούς απολήφθηκε «ως και το ξυλώδες μέρος του ριζικού συστήματος των θάμνων και των δένδρων των νησιών» (Διαπούλης, 1961).

Παρόλα ταύτα, η εκ των ασβεστοκαμίνων δραστηριότητα χαρακτηρίζονταν ως ήπιου χαρακτήρα και ως μη βλαπτική για το φυσικό περιβάλλον, αρκεί ν’ ασκούνταν με τον ισόρροπο τρόπο που επιβάλλονταν. Τούτο επέτασσε τη συνειδητή λειτουργία των ενεργούντων στη φύση ανθρώπων της υπαίθρου, τόσο ως προς την απόληψη πρώτων υλών από αυτήν όσο και ως προς τον τρόπο πραγματοποίησης της δραστηριότητας. Κατ’ αρχάς ν’ αναφέρουμε ότι η βασική πρώτη ύλη για την άσβεστο, ο ασβεστόλιθος, υπάρχει σε αφθονία στην ελληνική φύση, καθώς περίπου τα 2/3 της ορεινής και νησιωτικής επιφάνειας της χώρας καλύπτεται από ασβεστολιθικά πετρώματα. Απ’ εκεί και πέρα τίθεται το ζήτημα της ορθής περιβαλλοντικής απόληψης του υλικού, ώστε να μην πληγώνεται η φύση και δημιουργείται αισθητική και περιβαλλοντική ζημιά στο φυσικό χώρο (δημιουργία «ανοικτών πληγών» στο περιβάλλον κι εγκαταλελειμμένων υπολλειμμάτων θραύσης, προερχόμενων από τον κακό και ληστρικό τρόπο απόληψης της ασβεστόπετρας). Τούτο στα πρωτινά κείνα χρόνια του εμπειρικού τρόπου λειτουργίας του Έλληνα στη φύση, επαφείονταν στη συνειδησιακή του λειτουργία, κατά το πώς θα ενεργήσει, καθώς η σχέση του με το περιβάλλον και ο τρόπος έκφρασής του στον περίγυρο συναρτώντο με το βαθμό πρόσληψης της φύσης κι αντίληψής του ως προς τα κοινά πράγματα, που τέτοιο ήταν ο φυσικός χώρος όπου δραστηριοποιούνταν.

Και μπορούμε να πούμε, ζυγιάζοντας τα πράγματα εν σχέσει και με τις δύσκολες καταστάσεις που ο Έλληνας αντιμετώπισε κατά τη βίωσή του στους ελληνικούς τόπους, ότι κατά το μάλλον ή ήττον η φύση δεν προδώθηκε από αυτόν· μπορεί να υπερεκμεταλλεύτηκε τους φυσικούς πόρους για την επιβίωσή του, μπορεί να λειτούργησε αρνητικά στη φύση για την ικανοποίηση των αναγκών του, αλλά ποτέ δε διανοήθηκε ν’ αποστεί από αυτήν, καθώς ζούσε δι’ αυτής κι εννοούνταν σύμφωνα με τους κανόνες της. Γι’ αυτό και στις περιπτώσεις που υποβάθμισε, συνειδητοποιώντας στη συνέχεια τα λάθη του αναδόθηκε κι αναπτύσσοντας μεθόδους και τεχνικές ανάκαμψης της φύσης (οι ξηρολίθινες αναβαθμίδες ήταν μια τέτοια τεχνική), κράτησε όρθια την ελληνική γη κι ανέπτυξε φύση με μιαν άλλη μορφή, κάτι που πραγματοποιήθηκε σταδιακά στη διάρκεια γενεών κι αιώνων. Με τον τρόπο αυτόν «μεταποίησε» ως δημιουργός τον υποβαθμισμένο φυσικό χώρο κι απέδωσε περιβάλλοντα σημαντικά ως προς την οικολογική τους αξία, τα οποία δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε και ν’ αγνοούμε εμείς οι σύγχρονοι, της σιδηράς κι απόλυτης εξέλιξής μας (τέτοια π.χ. είναι τα παραδοσιακά αγροτικά συστήματα).

Σ΄ ό,τι δε αφορά την έτερη φυσική ύλη που χρησιμοποιούνταν στ’ ασβεστοκάμινα για την παραγωγή ασβέστου, δηλαδή τη δασική ύλη που απαιτείτο για την καύση, εκεί πρέπει να σταθούμε περισσότερο. Ενοχοποιούνται σε πολλές περιπτώσεις τ’ ασβεστοκάμινα για την εις βάρος του δάσους λειτουργία τους· είτε ό,τι λειτούργησαν αυθαίρετα και καταχρηστικά στο φυσικό χώρο, είτε ό,τι υπερκατανάλωσαν δασική ύλη με τη ληστρική απόληψή της από τα δασικά οικοσυστήματα. Υπάρχει αλήθεια σε αυτό, όχι όμως στο βαθμό που παρουσιάζεται. Κατά βάσιν τ’ ασβεστοκάμινα λειτούργησαν θετικά στα δασικά περιβάλλοντα, ως στοιχεία της γενικότερης διαχείρισης του φυσικού χώρου, με τη δραστηριοποίηση του ανθρώπου σε αυτόν, και συνεισέφεραν στη λειτουργία των δασικών οικοσυστημάτων. Η δραστηριότητα των ανθρώπων της υπαίθρου στο φυσικό χώρο πραγματοποιούνταν κατά κανόνα με όρους της φύσης, καθώς είχαν αφομοιωμένη στη συνείδησή τους την αρχή της διηνέκειας της δασικής ύλης για τη συνέχεια του δάσους κατά τη λειτουργία τους στο φυσικό χώρο, στα πλαίσια της φύσει εφαρμογής από αυτούς της αρχής της αειφορίας, μια αρχή που οι συγκεκριμένοι άνθρωποι την ήξεραν καλά ως εμπειρικοί διαχειριστές στη φύση, έχοντας ως προς τούτο ως σταθερή αξία τη μεταβιβαζόμενη γνώση και σοφία των προγόνων.

Τα άσπρα νησιά μας «λάμπουν» χάρη στον ασβέστη! (Χώρα Κυθήρων, δεκαετία 1960,φωτογραφία Παύλος Μυλώφ).

Παραδοσιακές τεχνικές κατασκευές ενταγμένες στο φυσικό σύστημα

Η δασική ασβεστοποιΐα, εφόσον ενεργούνταν ορθά, αποτελούσε δραστηριότητα συμβατή με τη φύση. Η καταχρηστική δραστηριότητα του ανθρώπου, προκύπτουσα βεβαίως από το συνδυασμό πολλαπλών χρήσεων που ασκούνταν στο φυσικό χώρο και τον επιβάρυναν με αρνητικές συνέπειες στη λειτουργία του (κι όχι αποκλειστικά λόγω της ασβεστοποιΐας), ήταν περισσότερο αισθητή σε τόπους με υπολλειμματική την παρουσία της δασικής βλάστησης, έτσι που η έντονη δραστηριότητα σε αυτούς οδηγούσε στην απώλεια της δασικής ύλης και στην κατοπινή υποβάθμιση των φυσικών περιβαλλόντων (είδαμε αυτόν τον τρόπο λειτουργίας των ανθρώπων στα νησιά μας, καθώς και σε άλλα μέρη της ηπειρωτικής χώρας που συγκροτούντο από οριακά φυσικά περιβάλλοντα, όπου εκεί έφταναν στο σημείο ν’ αφαιρούν ως και το ξυλώδες μέρος του ριζικού συστήματος των φυτών, για να πάρουν ξυλώδη ύλη).

Η δασική ασβεστοποιΐα συνίστατο στην άσκηση μιας χρηστικής δραστηριότητας στη φύση, στα δασικά οικοσυστήματα ειδικώς, η οποία πραγματοποιείτο με όρους της φύσης και με σεβασμό σε αυτήν, καθώς ο νοός υπαίθριος Έλλην λειτουργούσε με την πράξη του στο φυσικό χώρο ως ορθός διαχειριστής του –αρκεί διά τούτο να τηρούνταν ένα «πρωτόκολλο» εμπειρικής πρακτικής, με την εφαρμογή κανόνων άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας, ώστε η ανθρώπινη ενέργεια να εντάσσεται ομαλά και να μην αντιβαίνει στη φυσική λειτουργία, κι οπωσδήποτε να μην αποβαίνει αρνητική για τη φύση (για το δασικό οικοσύστημα).

Τίποτα ξένο δεν εισάγονταν στο φυσικό σύστημα με την πραγματοποίηση της ασβετοποιητικής δραστηριότητας του ανθρώπου σε αυτό· τίποτα τεχνητό δεν υποκαθιστούσε φυσικές λειτουργίες και δε δημιουργούσε ανατροπές. Η τεχνική αρκούσε για το αρμόνισμα των φυσικών στοιχείων, καθώς η ύλη η προερχόμενη από τη φύση που θα χρησιμοποιείτο στην ανθρώπινη κατασκευή αποτελούσε και την πρώτη ύλη για να παραχθεί το υλικό που επιδιωκόταν, με την ισόρροπη θετική ανθρώπινη ενέργεια στο φυσικό σύστημα. Πέτρες, ξύλα, χώμα ήταν τα μόνα υλικά που απαιτούνταν, όλα της ντόπιας φύσης, ενώ η ίδια η κατασκευή μετά το πέρας λειτουργίας της, μετά δηλαδή από την εξυπηρέτηση του σκοπού, διαλύονταν, αφομοιωνόμενα τα φυσικά υλικά δημιουργίας της στη φύση, απ’ όπου προήλθαν. Όλα συνεπώς σε σχέση με την εν λόγω δραστηριότητα είχαν ξεκίνημα κι απόληξη στη φύση, και η δραστηριότητα του ανθρώπου σε αυτήν είχε φυσική αναφορά, φυσική σύσταση και φυσική προόρηση.

Η λειτουργία των ασβεστοκάμινων θεωρούνταν κατά βάσιν θετική δραστηριότητα στα δασικά οικοσυστήματα· με την προϋπόθεση βεβαίως να πραγματοποιούνταν αειφορικά και ισόρροπα. Με αυτήν αφαιρούνταν καύσιμα από το δάσος κι εξυπηρετούνταν ο καθαρισμός τους και η υγιής συνέχειά τους. Για το λόγο τούτο και ο αρμόδιος τμηματάρχης του Υπουργείου Γεωργίας Δημήτριος Χηνόπουλος, εκφράζοντας την επίσημη θέση του υπουργείου (της Δασικής Υπηρεσίας) στο θέμα αυτό, αναφέρει το 1965: «Η δασική ασβεστοποιΐα πλην της παραγωγής του προϊόντος ωφελεί και κατ’ άλλον τρόπον, διότι διά της χρησιμοποιήσεως δασικής καυσίμου ύλης αξιοποιεί τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις διά της απομακρύνσεως των θάμνων και φρυγάνων που είναι σε σύμπυκνη κατάσταση, ως και των κουφαλερών και γηραιών δένδρων εκεί όπου υπάρχουν τοιαύτα, με αποτέλεσμα να απομένουν κανονικώς τα υπόλοιπα, ενώ διά της αραιώσεως μειούται εις το ελάχιστο δυνατόν και ο κίνδυνος των πυρκαγιών» (Χηνόπουλος Δημ., «Η παραγωγή της ασβέστου», περιοδικό «Δασικά Χρονικά», τεύχος 78ο, Απρίλιος 1965).

Για τη λειτουργία του ασβεστοκάμινου απαιτούνταν η ικανοποίηση δύο προϋποθέσεων: να υπάρχει ασβεστόπετρα στην περιοχή και να γειτνιάζει το ασβεστοκάμινο με δασική περιοχή με αρκετή δασική ύλη. Στη φύση, πέραν του μαρμάρου, στ’ οποίο κατά το πλείστον υφίσταται σε καθαρή μορφή το ανθρακικό ασβέστιο, που δίνει την άσβεστο, αυτό (το ανθρακικό ασβέστιο) το συναντούμε με προσμίξεις μικρού ή μεγάλου βαθμού στον ασβεστόλιθο (ή κοινώς ασβεστόπετρα), που η Ελλάδα, όπως προείπαμε, τον έχει στη δομή της σε μεγάλο βαθμό. Από αυτόν λαμβάνονταν με την πύρωση η άσβεστος (το ειδικό βάρος του ασβεστόλιθου αναλόγως των προσμίξεων, κυμαίνεται από 2,6 έως 2,8). Στοιχεία πρόσμιξης στον ασβεστόλιθο είναι συνήθως η άργιλος, το ανθρακικό μαγνήσιο, το πυρίτιο, το οξείδιο του σιδήρου, διάφορα άλατα κι οργανικές ουσίες.

Κατασκευή ενταγμένη στην ελληνική φύση!

Γιατί ενοχοποιήθηκαν;

Για να παρασκευαστεί καλής ποιότητας άσβεστος έπρεπε ο ασβεστόλιθος να είναι όσο το δυνατόν καθαρός. Κανονική άσβεστος παρήγετο από ασβεστόλιθο με ξένες ανόργανες ουσίες το πολύ μέχρι 5%. Σε αυτή την περίπτωση είχαμε την καλής ποιότητας άσβεστο, που ονομάζονταν «παχειά άσβεστος». Ενώ η άσβεστος με ανόργανες προσμίξεις πάνω από 5% δε θεωρούνταν καλής ποιότητας κι ονομάζονταν «ισχνή άσβεστος». Η συγκεκριμένη αποκλείονταν για τα ασβεστοκονιάματα, καθώς αυτά γίνονταν μη συμπαγή και τριφτά. Η παρουσία οργανικών προσμίξεων και υγρασίας στον ασβεστόλιθο δεν είχε σημασία, καθώς οι οργανικές ουσίες καίγονταν με την καύση του ασβεστοκάμινου, ενώ η υγρασία διευκόλυνε την παραγωγή του υλικού λόγω του ότι, η βίαιη απομάκρυνση της υγρασίας με την καύση προκαλούσε χαλάρωση του ασβεστόλιθου κι ευκολότερη αποσύνθεσή του, με γρηγορότερη παραγωγή ασβέστου.

Το ανθρακικό ασβέστιο του ασβεστολίθου (CaCO₃) θερμαινόμενο γι’ αρκετό χρόνο σε θερμοκρασία 900°-1000°C διασπάται σε διοξείδιο του άνθρακος (CO₂) και σε άσβεστο (CaO) σύμφωνα με την αντίδραση:

CaCO=CaO+CO−42,5Cal

Η παραπάνω αντίδραση απαιτεί χρόνο για να ολοκληρωθεί, δύναται όμως να επιταχυνθεί αυξανομένης της θερμοκρασίας ή ελλατώνοντας την ατμοσφαιρική πίεση. Στην περίπτωση όμως αυτή δε λαμβάνουμε καλής ποιότητας άσβεστο. Θεωρητικά, η λαμβανόμενη άσβεστος εκ της ανωτέρω διαδικασίας βρίσκεται σε ποσοστό 56% αναλόγως των προσμίξεων του ασβεστολίθου. Γενικώς όμως, ένα ποσοστό της παραπάνω λαμβανόμενης ασβέστου της τάξης του 45-50% θεωρείται ικανοποιητικό και οικονομικά αποδεκτό. Από την αντίδραση βλέπουμε ότι η απαιτούμενη θερμότητα για τη διάσπαση ενός χλγμ ασβεστολίθου ανέρχεται στις 425 θερμίδες. Λαμβάνοντας ως βάση τον λιθάνθρακα για την καύση, που έχει θερμαντική δύναμη 8.200 θερμίδες, τότε για να καύσουμε 1.000 χλγρ ασβεστολίθου και για να παράγουμε 400-500 χλγμ ασβέστου, απαιτούνται 425×1.000/8.200=51,8 χλγμ λιθάνθρακα. Εάν καύσουμε καυσόξυλα θ’ απαιτηθεί τετραπλάσια ποσότητα, σε σχέση με αυτή του λιθάνθρακα, ενώ για θάμνους και φρύγανα θ’ απαιτηθεί πενταπλάσια και μισό ποσότητα (εκτιμήσεις που προκύπτουν σύμφωνα με τη θερμαντική απόδοση της κάθε μορφής καύσιμη ύλη).

Διαπιστώνουμε μετά τούτων την αναγκαιότητα σημαντικής ποσότητας δασικής ύλης που απαιτούνταν για την καύση των ασβεστοκάμινων, η οποία λαμβάνονταν από τις πλησίον σε αυτά δασικές εκτάσεις. Όμως, από την άλλη πλευρά, πρέπει να λάβουμε υπόψη πως τα συγκεκριμένα ασβεστοκάμινα ήταν περιοδικής λειτουργίας και δεν είχαν μόνιμο χαρακτήρα, κάτι που σημαίνει πως δεν πραγματοποιούνταν συνεχής απόληψη δαισκής ύλης, αλλά σε συγκεκριμένη ποσότητα και χρονικώς προσδιορισμένη. Ακολουθούντως δε το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας τους, όπως προέκυπτε από τις διατάξεις που αφορούσαν στη διαχείριση του δάσους (θα τις δούμε παρακάτω), δε θα ήταν δυνατό υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας τους κι αντιστοίχως κανονικότητας στην απόληψη ξυλώδους μάζας για την καύση τους, να έχουμε, εξαιτίας της ύπαρξης ασβεστοκαμίνων, υποβάθμιση των δασικών περιβαλλόντων. Όμως, από την άλλη πλευρά, ο μη ορθός τρόπος λειτουργίας των ασβεστοκάμινων σε δασικά οικοσυστήματα οραικά, που τελούσαν σε υποβάθμιση, βρίσκονταν σε διατάραξη ή σε συγκροτούντο στις δύσκολες από πλευράς συνθηκών ξηροθερμικές περιοχές της χώρας (όπως π.χ. συνέβαινε στα νησιά του κεντρικού Αιγαίου, στη Μάνη κ.ά.), μπορούσε να επιφέρει περαιτέρω υποβάθμιση των δασικών τούτων περιβαλλόντων.

Για τον παραπάνω λόγο εξάλλου, τ’ ασβεστοκάμινα ενοχοποιήθηκαν για το ρόλο τους στην περιβαλλοντική υποβάθμιση περιοχών της χώρας, πάντα όμως σε συνέργεια με άλλους παράγοντες και σε συνδυασμό με δραστηριότητες που ασκούνταν παράλληλα στο φυσικό χώρο. Επίσης ενοχοποιήθηκαν για πυρκαγιές σε δάση και δασικές εκτάσεις της χώρας, λόγω μη τήρησης των κανόνων και μέτρων αντιπυρικής προστασίας που επιβάλλετο να λαμβάνονται, και γιατί, παρά τις απαγορεύσεις, τα καμίνια έκαιγαν καταμεσίς της θερινής περιόδου! Διαβάζουμε σχετικά: «Το κάψιμο του ασβεστοκάμινου γινόταν πάντα καλοκαίρι, τέλη Ιουλίου, αρχές Αυγούστου, μετά το θέρισμα και το αλώνισμα. Την ημέρα που θα άναβαν το καμίνι καλούσαν τον παπά να κάνει Αγιασμό» (Φίλιππας Π.,«Τα ασβεστοκάμινα στη Λευκάδα», www.aromalefkadas.gr, στη στήλη «Ελιξίρια μνήμης», δημοσίευση 20-5-2018).

Ενοχοποιήθηκαν ακόμα τ’ ασβεστοκάμινα για την καταστροφή πολλών αρχαίων μνημείων μας, καθώς οι Έλληνες παλαιότερα έκαιγαν στ’ ασβεστοκάμινα τα μάρμαρα των μνημείων που αποτελούνταν από καθαρή άσβεστο, για να πάρουν εύκολα και γρήγορα καλό υλικό· αυτό συνέβαινε κυρίως στα πρώτα χρόνια της επίσημης νέας θρησκείας, του Χριστιανισμού, ως εναντίωση στην παλαιά αρχαία θρησκεία και για την καταστολή της ειδωλολατρίας, αλλά συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια, που η προστασία των αρχαίων μνημείων δεν υπήρχε ή δεν ήταν επαρκής.

Ασβεστοκάμινο σε λειτουργία (φωτογραφία: J. M. Koksma, δεκαετία του 60).

Η τεχνική των ασβεστοκάμινων

Η κατασκευή του ασβεστοκάμινου και η διαδικασία παραγωγής ασβέστου αποτελούσαν καταστάσεις απαιτητικές, δύσκολες κι επίπονες, τόσο για την τεχνική που απαιτούνταν στην κατασκευή, που έπρεπε να γνωρίζεται καλά και να διέπεται από σωστή εφαρμογή, για να μην καταρρεύσει το ασβεστοκάμινο ή ν’ αποτύχει στην παραγωγή, όσο και για την αναγκαιότητα τήρησης ενός πρωτοκόλλου πρακτικής, που θα διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες και θα έχει ορισμένο τυπικό εφαρμογής. Σε αυτή τη διαδικασία κυρίαρχο ρόλο έπαιζαν η γνώση, η ικανότητα και ο συνεργατισμός κατά την εκτέλεση. Για τη λειτουργία του ασβεστοκάμινου ακολουθούνταν μιαν ταυτόχρονα πρακτική, τεχνική κι εθιμική διαδικασία κατασκευής και παραγωγής.

Το στήσιμο του ασβεστοκάμινου απαιτούσε καταμερισμό εργασίας, καθότι ήταν διαφορετική η φύση των επιμέρους εργασιών. Το κτίσιμο του καμινιού ήθελε τεχνίτη για να γενεί, η εξόρυξη της ασβεστόπετρας ήθελε γερό λατόμο, το κουβάλημα της πέτρας ήθελε βασταγερό κουβαλητή, το κουβάλημα των ξύλων για την καύση ήθελε χεροδύναμους λοτόμους, το ψήσιμο της πέτρας στο καμίνι ήθελε θερμαστές καλούς και ανθεκτικούς καμινιέρηδες κ.λπ. Συνεπώς, για το γεγονός στο καμίνι απαιτούνταν να συμπράξουν αρκετοί ανθρώποι, μπορεί και δέκα, συγχωριανοί και σύντροφοι στην παραγωγή, έντρυφοι στην προσπάθεια.

Πρώτα επιλέγονταν η θέση του καμινιού, η οποία έπρεπε να είναι κοντα σε ασβεστόπετρα και σε δασική ύλη. Επίσης έπρεπε να είναι προσήνεμη θέση, γι΄ αυτό συνήθως επιλέγονταν η βάση πλαγιάς, με απάγκιο στο τοίχωμα αυτής. Η επιλογή γίνονταν από τεχνικούς μ’ εμπειρία σε τέτοια έργα, τους αποκαλούμενους «ασβεστοποιούς». Ακολουθούσε η αδειοδότηση του ασβεστοκάμινου από το αρμόδιο δασαρχείο. Οι εργασίες κατασκευής του καμινιού πραγματοποιούνταν αρχές Μάρτη με Απρίλη, καθώς τότε το χώμα ήταν μαλακό και δουλεύονταν η εκσκαφή, δεν έκανε ζέστη και δεν είχε αρχίσει η κρίσιμη αντιπυρική περίοδος.

Η κατασκευή του ασβεστοκάμινου, που είχε σχήμα κόλουρου κώνου, ξεκινούσε με τη δημιουργία ενός κυκλικού λάκκου στη γη διαμέτρου 1,5 – 2 μέτρων και βάθους μπορεί μέχρι και 2 μέτρων, αναλόγως της ποσότητας της ασβέστου που θέλονταν να παραχθεί. Αυτή η υπόσκαφη βάση του καμινιού, λειτουργώντας ως εστία, αποτρέποντας τις απώλειες της θερμότητας. Στο λάκκο, που ονομάζονταν «βοθρί», συγκεντρώνονταν το υλικό της παραγωγής (η άσβεστος) μετά τη διαδικασία της όπτησης που προηγούνταν. Η κατασκευή πραγματοποιούνταν από εργάτες με την καθοδήγηση του πρωτομάστορα του καμινιού, ενώ οι λοιποί τεχνίτες κατά το κτίσιμο αυτού ήταν οι ξερολιθιάδες και οι εξειδικευμένοι εργάτες.

Μετά τη δημιουργία του λάκκου ακολουθούσε το «λίθιασμα», δηλαδή η πλήρωση του λάκκου με τις ασβεστόπετρες. Πρώτα έμπαινε η στρώση με τις μεγάλες πέτρες, που η συνήθης ονομασία τους είναι «σόμπολα» (τοπικά μπορεί να ονομάζονταν αλλιώς). Μετά τοποθετούνταν η περιμετρική σειρά, που έπρεπε να εφαρμόζει στα τοιχώματα του λάκκου, για να υπάρχει μόνωση και να μη χάνεται θερμοκρασία. Ακολουθούνταν η ίδια τεχνική που ακολουθούνταν στο άνοιγμα πηγαδιού. Το «γέμισμα» του καμινιού με τις ασβεστόπετρες γίνονταν με τρόπο ώστε ν’ αφήνονται θολίσκοι για να διέρχονται οι φλόγες (να μην «πιγκώνει» το καμίνι). Επίσης, μεταξύ των τεμαχίων των ασβεστόπετρων αφήνονταν διάκενα για να μεταδίδεται η θερμότητα προς τα πάνω.

Το κτίσιμο του καμινιού άρχιζε από την επιφάνεια του εδάφους και συνέχιζε με κλίση με τα έσω μέχρι του ύψους περίπου του 1,80 μέτρων (μπορεί λιγότερο, μπορεί και περισσότερο). Ο εσωτερικός αυτός θόλος κατασκευάζονταν με μια στήλη στο κέντρο του, για την υποστήριξή του. Αφήνονταν ένα κενό 25 με 30 εκατοστά και μετά έκτιζαν την εξωτερική πλευρά, η οποία δεν ακουμπούσε την εσωτερική και υφίστατο ως κολουροκωνικός σκελετός κατασκευασμένος όχι από ασβεστόλιθους, αλλά από άλλες κοινές σκληρές πέτρες που δεν αλλοιώνονται στις υψηλές θερμοκρασίες. Το κενό ανάμεσα στις δύο πλευρές (εσωτερική κι εξωτερική) γεμίζονταν συνήθως με ψιλό νοτισμένο χώμα, χωρίς χαλίκια, για μόνωση. Η εξωτερική πλευρά της κατασκευής συγκρατούσε την εσωτερική, που θα γινόταν ασβέστης.

Η κατασκευή του θόλου, προκειμένου να «κλείσει» το καμίνι, ήταν μια δύσκολη τεχνική κατασκευή, π’ απαιτούνταν η εργασία μάστορα για να πραγματοποιηθεί. Αυτήν την αναλάμβανε ο αρχιτεχνίτης, που είχε την κατάλληλη γνώση και την εμπειρία της κατασκευής. Χρησιμοποιούσε μικρές και μεγάλες πέτρες που τις τοποθετούσε με τέχνη για να επέλθει το κλείσιμο ως θόλος, και στην κορυφή τοποθετούσε μια μεγάλη μακρόστενη πέτρα που συγκρατούσε το ξηρολίθινο οικοδόμημα κι ονομάζονταν «κλειδί». Η τεχνική κατασκευής ήταν η παρόμοια με αυτή που χρησιμποιούσαν οι Ηπειρώτες μαστόροι για να κλείνουν τους θόλους δημιουργώντας τα τόξα των γεφυρών, έχοντας τοποθετήσει το «κλειδί» με τ’ οποίο το γεφύρι «σκαριάζονταν». Στο εσωτερικό του καμινιού αφήνονταν μια μεγάλη τρύπα, με άνοιγμα στον εξωτερικό κι εσωτερικό θόλο, με πρόσωπο στην εξωτερική του θέση (όχι προς τη θέση της πλαγιάς), για να «ταΐζεται» το καμίνι με ξύλα· την ονόμαζαν συνήθως «μπούκα». Η πλήρωση του ασβεστοκάμινου με μικρές ασβεστόπετρες και η δημιουργία της «κατσούλας» του καμινιού ολοκλήρωνε το κτίσιμό του. Οι διαστάσεις των ασβεστοκάμινων διέφεραν, πάντως ένα τυπικού μεγέθους ασβεστοκάμινο είχε καθαρή εσωτερική διάμετρο, χωρίς σε αυτή να περιλαμβάνεται ο εσωτερικός του τοίχος, περίπου 4 μέτρα.

Το κόψιμο και το μάζεμα των κλαδιών και των ξύλων της καύσης ήταν μιαν ξέχωρη διαδιακασία, που ξεκινούσε νωρίς. Τα κλαδιά έπρεπε να βγάζουν δυνατή φωτιά, ώστε να δώσουν καλή καύση στο ξύλο. Για το λόγο αυτό προτιμούνταν οι ασπάλαθοι, τα πουρνάρια, οι αγκάραθοι κ.τλ. Τα κλαδιά όπως και το ξύλο κόβονταν Φλεβάρη μέχρι Μάρτη για να μη χυμωθούν κατά την άνοιξη, αλλά και να έχουν ξεραθεί μέχρι την καύση. Τα κλαδιά συγκεντρώνονταν σε δεμάτια και μ’ ένα μακρύ κεντρικό ξύλο σε κάθε δεμάτι, την «τσίτα», που μπήχνονταν στο κεντρικό του μέρος και βαθιά στο έδαφος, αυτά στερεώνονταν. Μάλιστα τοποθετούσαν πάνω τους και δυο-τρεις μεγάλες πέτρες, για να «καθίσουν» τα κλαδιά και να μη σκορπίσουν με τον αέρα, και για να μπορούν κατόπιν να μεταφερθούν ευκολότερα. Δεματιές κλαδιών και μικρών ξύλων δημιουργούνταν περίπου 300 έως και πάνω από 500, αναλόγως του μεγέθους του ασβεστοκάμινου.

Προϊστορική ασβεστοκάμινος, κατά Schiele.

Η «ευαίσθητη» άσβεστος!

Το κάψιμο του καμινιού πραγματοποιούνταν από τον καμινιέρη, ο οποίος έρχονταν μετά τον τεχνίτη της κατασκευής του ασβεστοκάμινου ν’ ασκήσει το δικό του ρόλο στη λειτουργία του καμινιού. Ο αρμόζων χρόνος για την εν λόγω εργασία ήταν Απρίλης μέχρι τέλος Μάη, διότι μετά άρχιζε η αντιπυρική περίοδος και η καύση απαγορεύονταν από το νόμο (θα γίνει σχετική αναφορά παρακάτω). Πλην όμως, όπως προείδαμε, ο βασικός αυτός κανόνας στη λειτουργία των ασβεστοκάμινων δεν τηρούνταν, κι αυτά έκαιγαν ως το μέσον του καλοκαιριού –κάτι που ήταν επικίνδυνο και μη νόμιμο! Συνήθιζαν οι Έλληνες να καίγουν τ’ ασβεστοκάμινα μετά το αλώνισμα, έχοντας καταμερίσει τις εργασίες τους.

Ο καμινιέρης είχε μέθοδο στον τρόπο της εργασίας του. Στη βάση του καμινιού, μέσα στον εσωτερικό θόλο, τοποθετούσε τα ξηρότερα και λιανά ξύλα, μετά τα χονδρά και μετά τους κορμούς. Σε αυτά πετούσε τις ασβεστόπετρες φτάνοντάς τες ως το ύψος του εδάφους κι άναβε τη φωτιά. Πάνω από τις τελευταίες τούτες πέτρες έριχνε τον κύριο όγκο των ξύλων, με τα οποία θα έκαιγε το καμίνι. Ο ασβεστόλιθος, όπως προείπαμε, καίγεται στους 900°-1000°Cκαι η φωτιά πρέπει να κάψει το καμίνι με αυτή τη θερμοκρασία. Τούτο σημαίνει ότι η φωτιά πρέπει να καίει σταθερά για 60-90 ώρες, αναλόγως βεβαίως της ποσότητας και της ποιότητας της πέτρας. Κι ήταν μεγάλη η ευθύνη του καμινιέρη ως προς τούτο, για να μην «πέσει» η φωτιά κι αποτύχει το καμίνι! Η καύση έπρεπε να γίνεται ομοιόμορφα για να μην αφήνονται άψητα τεμάχια ασβεστολίθων, τα λεγόμενα «παράκουκα», που ήταν κομμάτια άψητης πέτρας.

Η καύση σ’ ένα συνηθισμένο ασβεστοκάμινο διαρκούσε 3-4 ημέρες. Ο καμινιέρης «τάιζε» το καμίνι με ξύλα χρησιμοποιώντας ένα διχαλωτό μακρύ ξύλο ή σίδερο, το «χαχάλι», με τ’ οποίο έπιανε τα ξύλα και τα έπρωχνε στη φωτιά. Οι υπόλοιποι κουβαλούσαν τα δεμάτια των ξύλων και τα έφερναν μπρος του ξεμαδεματιάζοντάς τα, ώστε αυτός να τα ρίχνει στη φωτιά. Ήταν όντως μια εξαιρετικά δύσκολη κι επίπονη διαδικασία. Στο τέλος έκλειναν το καμίνι με πέτρες και λάσπη, για να μη χάνεται θερμότητα, κι ανέμεναν.

Τα διάφορα στάδια λειτουργίας του ασβεστοκάμινου διακρίνονταν από το χρώμα του καπνού που εξάγονταν. Στην αρχή ο καπνός ήταν λευκός. Κατόπιν, όταν είχε επέλθει η πύρωση του ασβεστόλιθου ο καπνός μεταβάλλονταν σε μαύρο λόγω της καύσης κυρίως των εντός του ασβεστόλιθου οργανικών ουσιών, ενώ η απώλεια της υγρασίας οδηγούσε σε διάσπαση του ασβεστόλιθου. Κατά το τέλος της καύσης η φλόγα γινόταν ερυθροκυανή, πρασινοκίτρινη κ.λπ., για να καταλήξει σε λευκή. Το τέλος της καύσης συμπεραίνονταν από το λευκό χρώμα του καπνού, καθώς και από την υποχώρηση του ασβεστόλιθου από τα χείλη του ασβεστοκάμινου προς τα κάτω και μέχρις του ενός μέτρου. Στη συνέχεια γκρεμίζονταν το περίβλημα κι εμφανίζονταν στο εσωτερικό του καμινιού σε άσπρη σκόνη ο ψημένος ασβέστης.

Μετά το ψήσιμο ακολουθούσε η συλλογή της ασβέστου, το ζύγισμά της, συνήθως με το καντάρι, που τότε χρησιμοποιούνταν ως όργανο μέτρησης με μονάδα την οκά (1 καντάρι = 44 οκάδες ≃30 τόννοι), και η μεταφορά του στα κατώγια ή στις ασβεσταριές. Ο αγοραστής της ασβέστου ή ο παραγωγός, εφόσον ο τελευταίος κρατούσε την άσβεστο για ίδια χρήση, την «έσβηνε» με νερό μέσα σε βαρέλι ή σε ασβεστόλακκο, μια εργασία που γινόταν πολύ προσεκτικά διότι κατά τη διάρκεια της ένωσης της ασβέστου με το νερό αναπτύσσονταν μεγάλη θερμοκρασία, επειδή η αντίδραση είναι εξώθερμη, και το καυτό νερό κοχλαζε και τινάζονταν σωματίδια επικίνδυνα για το δέρμα και τα μάτια. Ο πολτοποιημένος πια ασβέστης σχημάτιζε μια αδιάβροχη κρούστα στα τοιχώματα του βαρελιού ή του λάκκου, κι έτσι υγρός μπορούσε να διατηρηθεί για καιρό, και σκεπασμένος με χώμα για χρόνια. Για να διατηρείται όμως έπρεπε ανά τακτά χρονικά διαστήματα να ρίχνεται νερό στην επιφάνειά του, για να είναι αυτή πάντα υγρή και να μην ξεραθεί.

Εξηγώντας την παραπάνω κατάσταση λέγουμε τα εξής. Η άσβεστος ερχόμενη σ’ επαφή με το νερό μετατρέπεται στ’ ογκώδες υδροξείδιο της ασβέστου ή αλλιώς ονομαζομένης ως υδράσβεστος, εκλύοντας έντονη θερμότητα. Η αντίδραση που πραγματοποιείται είναι η κάτωθι:

CaO + HO = Ca(OH)+ 15,1Cal

Εάν το ποσό του χρησιμοποιούμενου ύδατος είναι σε ποσοστό 32% του βάρους της ασβέστου, η υδράσβεστος λαμβάνεται υπό μορφή κόνεως. Εάν όμως χρησμοποιηθεί περίσσεια ύδατος, τότε λαμβάνεται υπό μορφή υδρασβέστου. Η άσβεστος όμως, εκτεθειμένη στον αέρα, λόγω της μεγάλης χημικής συγγένειας που έχει με το ύδωρ, απορροφά υγρασία οπότε διογκούται βαθμιαίως, λύεται και στο τέλος καταρρέει ως σκόνη, η οποία με την επίδραση του διοξειδίου του άνθρακος της ατμόσφαιρας μετατρέπεται σε ανθρακικό ασβέστιο, δηλαδή σε αδρανές υλικό. Για το λόγο τούτο η άσβεστος αφότου παραχθεί έπρεπε να διατίθεται εντός το πολύ πέντε ημερών. Με τη διάλυση δε του ασβεστοκάμινου, μετά το πέρας της καύσης, η συλλεχθείσα ως σκόνη άσβεστος έπρεπε να καλύπτεται καλά για να μην έρχεται σ’ επαφή με τον αέρα· και γενικώς θα έπρεπε ν’ αποφευγεται η αποθήκευση της ασβέστου επί μακρόν χρονικό διάστημα. Το ορθόν ήταν, η άσβεστος που δε θα χρησιμοποιείτο άμεσα, να σβήνεται σε υδράσβεστο.

Στα πλαίσια της διαχείρισης των δασών…

Η δασική νομοθεσία ενέταξε τα ασβεστοκάμινα στη διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων και τα προέβλεψε ως το άρθρο 39 του Π/Δτος της 19ης-11-1928 (ΦΕΚ 252/Α΄/30-11-1928).

Σύμφωνα με αυτό, επιτρέπεται η κοπή θάμνων, και μόνο του υπέργειου ξυλώδους τμήματός τους, χωρίς εκρίζωση, καθώς και κοπή φρυγάνων. Υψίκορμα δένδρα επιτρέπεται να κοπούν μόνο εάν έχουν πυκνή συστάδα, για την αραίωσή τους, κι εφόσον έχουν υπόροφο θάμνων. Θάμνοι επί κεκλιμένων εδαφών, προστατευτικών του εδάφους, κόπτονται σποραδικώς απαγορευμένης της κοπής επί συνεχούς εκτάσεως που υπερβαίνει τα 40 τμ. Επίσης, προτεραιότητα δίδεται στα γηραιά, σηπόμενα, ξερά και κατακείμενα άτομα, προς καθαρισμό του δάσους. Χρήσιμος δε ξυλεία απαγορεύεται να χρησιμοποιηθεί για την καύση των ασβεστοκαμίνων. Η θέση του ασβεστοκάμινου, καθώς και η χωρητικότητα αυτού καθορίζεται με άδεια της δασικής υπηρεσίας.

Σημειώνουμε εν προκειμένω ότι, λόγω της μη δημιουργίας πια ασβεστοκάμινων, οι παραπάνω διατάξεις θεωρούνται σήμερα ξεπερασμένες/παρωχημένες!

Πέραν τούτων, στη δασική νομοθεσία περιλαμβάνονται διατάξεις περιοριστικές ή ρυθμιστικές της ασβεστοποιΐας, όπως οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 168 του Ν/Δτος 86/1969, που προβλέπει την υλοτομία μετά αδείας της δασικής Αρχής δασικής βλάστησης με μίσθωμα για τα δημόσια δάση και με δασικό φόρο για τα ιδιωτικά, για την παραγωγή καυσοξύλων από θάμνους γι’ ασβεστοποιΐα. Επίσης, οι παράγραφοι 1β και 1γ του άρθρου 176 του Ν/Δτος 86/1969, προβλέπουν περιπτώσεις ατελούς απόληψης καυσοξύλων από τα δάση για ασβεστοποιΐα, καθώς και η παράγραφος 1β του άρθρου 177 του Ν/Δτος 86/1969, που προβλέπει απόληψη ξύλου γι’ ασβεστοποιΐα επί καταβολή μισθώματος.

Τέλος, η παράγραφος δ του άρθρου 206 του Ν/Δτος 86/1969 απαγορεύει την καύση ασβεστοκαμίνων κατά την περίοδο από 1/6 έως 30/9 εκάστου έτους (αντιπυρική περίοδος), που όμως, όπως προείδαμε, δεν τηρείτο, αφού ασβεστοκάμινα έκαιγαν μέχρι και τα μέσα καλοκαιριού· και τούτο συνιστούσε πρόβλημα για τον κίνδυνο έκρηξης πυρκαγιών στα δάση! Πρέπει εν προκειμένω να επισημάνουμε ότι το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα του 1969 ήταν κώδικας, κάτι που σημαίνει πως συγκέντρωσε τις προϊσχύσασες δασικές διατάξεις, και συνεπώς η απαγόρευση της καύσης των ασβεστοκάμινων ίσχυε και πριν το έτος 1969, που εφαρμόστηκε ο παρών κώδικας. Οι απαγορεύσεις επομένως της καύσης των ασβεστοκάμινων προϋφίσταντο και ήταν διαρκείς.

Η τελευταία παραπάνω διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο 23 του νόμου 998/1979, χωρίς στις νεότερες διατάξεις να υπάρχει σχετική πρόβλεψη για το χρόνο καύσης των ασβεστοκάμινων, προφανώς διότι θεωρήθηκε ότι ισχύουν οι γενικές κανονιστικές διατάξεις της αντιπυρικής προστασίας. Όμως το παρόν άρθρο στην παράγραφο 1δ κάνει ειδική αναφορά στ΄ ασβεστοκάμινα και στη μη δυνατότητα εγκατάστασής τους άνευ αδείας του οικείου δασάρχη εντός δασών ή δασικών εκτάσεων, και μέχρι 100 μέτρων απόστασης από τις εν λόγω εκτάσεις.

Η δασική ασβεστοποιΐα ήταν ήπιας μορφής περιβαλλοντική δραστηριότητα, η οποία σκούνταν στα πλαίσια της διαχείρισης του δάσους, σύμφωνα με το θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο που προαναφέρθηκε· και τούτο δεικνύει τη σημασία της στη λειτουργία των δασικών οικοσυστημάτων. Ενταγμένη στη δασική διαχείριση αποτελούσε μέρος της δραστηριότητας στο δασικό χώρο, η οποία ασκούμενη στο πλαίσιο των τιθέμενων κανόνων λειτουργούσε θετικά για τα δασικά οικοσυστήματα. Τ’ ασβεστοκάμινα αποτελούσαν κατασκευές που σε αυτές βασικό ρόλο έπαιζε το δομικό στοιχείο του ελληνικού φυσικού χώρου, η πέτρα, και ειδικώς ο ασβεστόλιθος. Για τη λειτουργία τους δε, χρησιμοποιούνταν η δασική ύλη, που προέρχονταν από τον οικείο φυσικό χώρο.

Με τη δασική ασβεστοποιΐα δεν εισάγονταν ξένη ύλη στο φυσικό χώρο, ενώ η πρώτη ύλη άσκησής της και τα υλικά για την πραγματοποίησή της ήταν φυσικά κι αντλούνταν από τη ντόπια φύση. Είχε συνεπώς ως δραστηριότητα φυσικό χαρακτήρα και δεν επιβάρυνε το δασικό οικοσύστημα, αλλά αντιθέτως το αποφόρτιζε και βοηθούσε στη φυσική λειτουργία του, με τον άνθρωπο ενεργό και συμμέτοχο στο φυσικό γενόμενο.

Οι έντεκα συμμέτοχοι στη λειτουργία του καμινιού!.. (Αρχ. εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ).

Στοιχεία της ελληνικής παράδοσης

Απ’ όσα προεκτέθηκαν σε σχέση με την κατασκευή του ασβεστοκάμινου, διαπιστώνουμε πως ακολουθούνταν τεχνικές ανάλογες με άλλες κατασκευές της λαϊκής παράδοσης που είχαν ως βάση την πέτρα, όπως ήταν η τεχνική κατασκευής του πηγαδιού ή των γεφυρών. Διαπιστώνουμε μετά τούτων τη κοινή έδραση των λίθινων κατασκευών της υπαίθρου ως προς την τεχνική τους, έχοντας αυτές κατά την εφαρμογή τους από τον Έλληνα μάστορα κοινούς κώδικες τεχνικής που παρέπεμπαν στη μαστορική ως τέχνη. Για την πραγματοποίηση αυτής απαιτούνταν η έφεση του δημιουργού στην εφαρμογή της τεχνικής, γνώση αυτής, αλλά και συνείδηση σε σχέση με το σκοπό του έργου κατά την άσκηση της τέχνης. Τούτα συνέθεταν τον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπου της υπαίθρου στο φυσικό χώρο, ο οποίος απέρρεε από την επαφή του με τη γη και την πρόσληψή της στο βίο του, εδραζόμενη η λειτουργία του σε μια γήινη φιλοσοφία ζωής σε σχέση με το φυσικό αντικείμενο και τα στοιχεία του.

Τα ασβεστοκάμινα σύμφωνα με τη φύση της κατασκευής τους, αποτελούσαν τεχνικές κατασκευές μη προορισμένες ν’ αντέξουν στο χρόνο, μα ν’ αφομοιωθούν στη φύση, παρά το γεγονός ότι γι’ αυτές δαπανούνταν προσπάθεια τέχνης για τη μαστορική του έργου και τεχνικής για την κατασκευή του. Ήταν συνεπώς τα έργα αυτά, που φτιάχτηκαν με τέχνη για νάν’ προσωρινά!, ωσά τα έργα του χιονιού ή της άμμου των καλλιτεχνών −μόνον που εδώ έμενε ο πρακτικός σκοπός. Κι ήταν, για τη διαφορετική τους τέτοια διάσταση, εμβληματικά του φυσικού χώρου.

Πολλοί δεν θεωρούν τα ασβεστοκάμινα στοιχεία τέχνης του ανθρώπου στο φυσικό χώρο κατά την πράξη του (την πρακτική του) στην ελληνική ύπαιθρο και δεν τ’ αξιολογούν για τον ρόλο τους στην παράδοση και στον πολιτισμό των Ελλήνων. Μάλλον διότι αποτέλεσαν ταπεινές κατασκευές εστιασμένες στο σκοπό που εξυπηρετούσαν, μη ιδωμένα στο επίπεδο της παραδοσιακής τεχνικής και της χρηστικής τέχνης. Βλέπονταν αποκλειστικά για το λειτουργικό τους ρόλο, ακριβώς διότι δεν προορίζονταν να παραμείνουν στο χρόνο· αφού συνδυάζονταν η κατασκευή τους με τη χρήση τους και μόνον, η οποία ήταν μικρή και με την ολοκλήρωσή της απαιτούνταν η διάλυση της κατασκευής για τη λήψη του υλικού.

Σφάλλουν όλοι κείνοι που απαξιώνουν τις κατασκευές αυτές, καθότι τ’ ασβεστοκάμινα αποτελούν στοιχεία της πρακτικής τεχνικής και της αρχετυπικής τέχνης του Έλληνα στο φυσικό χώρο, που έλκουν την καταγωγή τους από τ’ αρχαία χρόνια και βρίσκουν τη συνέχειά τους διά των αιώνων στις προβιομηχανικές κοινωνίες και εν προκειμένω στον Έλληνα της υπαίθρου. Αυτός συνέχισε ν΄ ασκεί τη συγκεκριμένη δραστηριότητα για την εκπλήρωση των αναγκών του, στα πλαίσια της συνέχισης της παράδοσης των προγόνων του, μεταβιβαζόμενη ως τεχνική και τέχνη. Η παράδοση αυτή εντάσσονταν στη γενική της λειτουργίας καμινιών στον ελληνικό χώρο για διάφορες χρήσεις, όπως τ’ ασβεστοκάμινα, τ’ ανθρακοκάμινα, τα σιδεροκάμινα ή γυφτοκάμινα, τα κεραμιδοκάμινα ή τσουκαλοκάμινα, τα πυθαροκάμινα κ.ά. Στην κατασκευή των ασβεστοκάμινων εμπεριέχονταν η πατροπαράδοτη τέχνη της τεχνικής κατασκευής τους, που εντάσσονταν στην εθιμική λειτουργία του ανθρώπου της υπαίθρου στο φυσικό χώρο. Όλα τούτα, ως δραστηριότητα, ως πρακτική και ως τέχνη, συγκροτούν τον πολιτισμό των Ελλήνων.

Θα πρέπει συνεπώς, για όλα που πρόσφεραν τ’ ασβεστοκάμινα στην ελληνική κοινωνία και στην τοπική οικονομία, καθώς και για το ρόλο τους στη λειτουργία του ελληνικού φυσικού χώρου και στη διαχείριση των δασικών περιβαλλόντων σε δύσκολες εποχές για τα περιβάλλοντα αυτά και για τον Έλληνα, να τα επαναξιολογήσουμε και να τα επαναθεωρήσουμε στο ιστορικό κοινωνικό, πολιτιστικό και περιβαλλοντικό γίγνεσθαι των Ελλήνων, επαναπροσδιορίζοντάς τα ως προς την αρχετυπική τους αξία και το λειτουργικό τους ρόλο στην ελληνική παράδοση.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 02.09.2018

.


Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικά προϊόντα, Επιλογές - Προτάσεις

Tags: , , , , , , ,

Απάντηση

No announcement available or all announcement expired.
Αρέσει σε %d bloggers: