Advertisements

Σκέψεις για μια ξερολιθιά

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου – Περιβαλλοντολόγου

«Ξεῖν ̓ ἠ ἄρ κ ̓ ἐθέλοις θητευέμεν, εἴ σ ̓ ἀνελοίμην, 357
άγρου έπ ̓ ἐσχατιῆς −µισθός δέ τοι ἄρκιος ἔσται− αιμασιάς τε λέγων καὶ δένδρεα μακρὰ φυτεύων;» 359

(«Θα ΄ρχόσουν τάχα αργάτης μου, α σε ζητούσα, ω ξένε, 357
σε κάποιαν άκρη χωραφιών, με πλερωμή, να φέρνεις λιθάρια για τους φράχτες μου, και δέντρα να φυτεύεις;» 359)

(Ομήρου «Οδύσσεια», απόδοση: Αργύρης Εφταλιώτης)

Λέξεις ταιριασμένες της γλώσσας μας, που στοιχούνται στο λίγο τους για να πουν πολλά. Ξερή λιθιά: δυο λέξεις, μια έννοια της δημιουργίας −ιδού η αξία τους!.. Συστήνουν το δημιούργημα ως φυσικό σύστημα περιλαμβάνοντας στην έννοια τους τη βαθύτερη σημασία του, την προκύπτουσα από την άσκηση, την προσπάθεια, τη διαπάλη, την πράξη του δημιουργού στο ακατάγραφτο, λόγω της ταπεινότητάς του, κραταίωμα της δημιουργίας. Κι έχουν τόσην ενότητα, τόση σύσταση, τόση νοητική και ξήγηση, που στέκονται ως μία λέξη −ουχί στο σύνθετό τους, μα στην ουσία τους−, και λέγονται «ξερολιθιά», μιλώντας για το περισσότερο του προκειμένου: για τη δημιουργία ως πράξη, καθώς σ’ αυτήν ρυθμούνται και μ’ αυτήν αποδίδονται τα σύστοιχα, η προσπάθεια και το έργο του ανθρώπου-δημιουργού που δίνει σχήμα και νόημα και ζωή στη γήινη ύλη.[1]

Όλο το γίγνεσθαι της δημιουργίας κλείεται στην καταλύτρα λέξη, που μακραίνει στην εννόησή της, φτιάχνοντας πνέμα, δίνοντας πνοή στα σύμβολα. Ως τέτοια, πλουτίζει με τη σπουδή της κι εμφυσά ζωή, σπέρνοντας ιδέα-πράξη στη χωραφιά της πλάσης. Και νοιώθεις στο μελέτημά της το δημιούργημα ως φυτιά της γεννήτρας γης, εν αναφύημά της που σκορπά ανάσα και κάμνει την πλάση να πάλλεται. Και νοιώθεις, στο παραπέρα του, θέμελο το δημιούργημα κι άγια κλήρα τη δημιουργία που πνοεί.

Η λεξούλα έτσι αυτή, η «ξερολιθιά», η απλή που τα εννοεί, που δεν πιστώνεται με τίτλους και από τους σύγχρονους χαμηλά προφέρεται διότι θεωρείται κακόηχη κι ότι αποδίδει –λόγω της ταπεινότης του– τη μικρή αξία του δημιουργήματος, γένεται στην εννόησή της ιδέα εμβαθυμένη, πράξη λογισμένη· κι ας μην αναλύεται στα βαριά επεξηγηματικά λεξικά της νεοελληνικής ως τέτοια, αφού κλείει στο βάθος της πλούσια ύλη, της αίστησης και του σκοπού, που δεν αποδίδεται στο εύρος της, και που αν προσεγγιστεί στην ουσία της δίδει έννοια σπουδαστική του βίου.

Λογαριασμένη είν’ το λοιπόν η ταίριαξη των λόγων για την απόδοση των έργων στην έννοια της ξερολιθιάς. Μια σειρά δυο μοναχά λέξεων −ξερή λιθιά−, ταπεινών όπως και το δημιούργημα στ’ οποίο αναφέρονται, που όμως φτάνουν για να το αποδώσουν κυριολεκτικά και με σημασία, δίδοντας την αξία του. Δυο λέξεις που φτιάχνουν έννοια, στην οποία περιλαμβάνεται όχι απλά το έργο, που σκοπεί στο να κρατηθεί η γης και να πορέψει, αλλά η ίδια η πράξη ως ολότητα. Είναι, τελικά, το άρμοσμα κάποιων λέξεων τέτοιο, που δε μπορούν να σταθούν ξέχωρες, επιδιώκουν τη σύζευξη, αγωνιούν να ενωθούν και να γίνουν έννοια, ακριβώς επειδή μεγαλύνονται από το περιεχόμενό τους. Κι αυτό γιατί ο λαός ηύρε «φλέβιες λέξεις» και τις ταίριαξε, κι είδε το δημιούργημα με σφυγμό κι αιμάτινη ροή. Μάζεψε λοιπόν το λόγο στην ουσία του, κάμοντάς τον έννοια. Είπε, έτσι, «ξερολιθιά» το γέννημα, περιλαμβάνοντας στην απόδοσή του τη σύσταση της πράξης του, το όλον της δημιουργίας.

Δεν ήθελε −ως λαός πνοός− να μιλά «βουβά», χωρίς νόημα, να βλέπει χωρίς να γέμει, γι’ αυτό κι απέδωσε το έργο ως δημιουργία. Μίλησε για «λιθιά», την έκφραση/πράξη του ανθρώπου στο πεδίο της γης, που έδωσε ύψος στο φτωχό της ανάστημα, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της: την πέτρα και το χώμα. Μα το σημαντικότερο τούτων είναι ότι έφερε τη ζωή της γης στο ανθρώπινο έργο, αποδίδοντάς το ζωντανό και συνταφτιστό της −ένα της! Τούτο την κραταίωσε, την «έδεσε», την αναβίβασε ακόμα, κάμοντάς την νευρή και φλέβια.

Ρίζες, έτσι, τα έργα των ανθρώπων στο σώμα της γης· σπορείς, φυτευτές κι αργάτες ζωής, οι δημιουργοί τους… Είναι μια πράξη με συνέπεια αυτή, σύστοιχη της φύσης, αφού, πράττοντας με μέτρο κι έχοντας σκοπό ο δημιουργός, φτιάχνει δημιουργία της φύσης του και το έργο γένεται σοφισμένο, ακέριο και στέργιο, λιτό και ψυχωμένο, μ’ εντέλεια φυσική και τεχνική, ζωτικό κι όλο ενέργεια.

Δέστε την έννοια της λιθιάς, τον τρόπο που η πέτρα αποδίδεται στη δημιουργία, στις σκέψεις τούτες τις βαθιές τού καθηγητή Κώστα Μανωλίδη: «…η λίθινη μάζα δε διαθέτει ποτέ την ικμάδα της νεότητας κι έτσι αντιπαρέρχεται την πλάνη της αγέραστης ζωής. Η αρχιτεκτονική της πέτρας εμπεριέχει το γήρας και δεξιώνεται το άνυσμα του χρόνου από την έσχατη αρχή του. Δεν έχει λόγους να εχθρεύεται την παλαίωση ή τη βλάβη, ούτε και θλίβεται ποτέ απ’ τις ρωγμές. Μέσα στην άτονη υλικότητα των τεχνημάτων που μας περιβάλλουν η πέτρα εμφανίζεται σαν μια παραφωνία. Δε συντονίζεται με την ατάραχη και παθητική υπόσταση των υλικών που βγήκαν από εργοστάσια. Έχει φτιαχτεί από στερεοποίηση ρευστών μαζών ή από σύμπτυξη και συγκόλληση στοιχείων σε σκοτεινούς πυθμένες. (…) Δίνει στο οικοδόμημα κάτι από το χαρακτήρα και την τραχύτητα φυσικού σχηματισμού. Αλλά ακόμα κι όταν έχει κοπεί και ορθογωνιστεί, η πέτρα δε χάνει από την εμβέλειά της. Κάποτε έτσι ισχυροποιείται πιο πολύ η πετραία της υπόσταση. Κάνει τον φτιαγμένο από λεία αγκωνάρια τοίχο να μοιάζει μ’ ένα συμπαγές μέτωπο λατομείου. (…) Το βασικό προτέρημα της πέτρας είναι το φρόνημα του βάρους. Με το εκτόπισμά της αρτιώνει και το πιο ταπεινό οικοδόμημα. Με τον ιδρώτα που απαίτησε για τη μεταφορά και για το δούλεμά της έχουν ευλογηθεί τα χτίσματα για πάντα, ακόμα κι αν δεν έγιναν θυσίες και δεν ακουστήκαν ευχές από ιερέα».[2]

Συνεχίζει ο Μανωλίδης: «Οι λίθινες κατασκευές μαζί με το δικό τους βάρος ανακαλούν τη μάζα του μητρικού πετρώματος στον γήινο φλοιό. Υπενθυμίζουν τον πυρήνα απ’ όπου εκπορεύονται οι ελκτικές δυνάμεις και οι νομοτέλειες των επίγειων πραγμάτων. Έχοντας τέτοιες ρίζες στη μύχια κι ανεξιχνίαστη βούληση της γης, οι πέτρες ξέρουν να ανθίστανται. Με τη χθόνια δύναμή τους κρατάνε κόντρα στην αβαρή κι ανέστια αιώρηση που ύπουλα μάς αδραναποεί. Φτιάχνουν συμβολικά αναχώματα −μάταια όμως, ίσως κι απέλπιδα− στην κατολίσθηση όλων των σταθερών, στους σύγχρονους θριάμβους της ρευστότητας. Και τέλος, με τη στιβαρότητά τους οι πέτρες μας προσφέρουν μια ακόμα εκδούλευση: παρέχουν μια νοητή αντιστήριξη στο μέσα μας φορτίο. Έμμεσα μας μεταβιβάζουν μια ευστάθεια, μας κάνουν λίγο πιο ευθυτενείς. Σαν να ακτινοβολεί το βάρος τους εντός μας τη συμπαγή αντίσταση ενός έρματος που ρεγουλάρει όσο μπορεί τους συνεχείς κλυδωνισμούς της ύπαρξης».[3]

Τούτα στο μέγιστό τους συνέβαιναν, φέρνοντας συντάραξη εσωτερική, με το νοιώσιμο της δημιουργίας στ’ άκουσμα των δυο παραπάνω λέξεων με την όμορφη ταίριαξη. Ξερή λιθιά: ένα χαιρέτισμα, μια καληώρα της ζωής στην εννόησή της. Κι ας μην ήταν ιδωμένο το έργο στο βάθος του, ας μην τώχες ακόμα μελετήσει στην ουσία του, ας μην είχες θεωρήσει τη ζωή που έκρυβε στα σπλάχνα του και τη μικρή του ανάσα μην άκουγες. Μόνον που την ένοιωθες: αυτό έπρεπε, αυτό αρκούσε για να πλαστεί νοητικά το φύσημα της δημιουργίας και να γενεί η ιδέα της έννοιας, πράξη της ενεργείας και του σκοπού.

Μιαν τέτοια καλουργία, συγκινούσε και πλάταινε τη ματιά, έδινε στο δημιούργημα ύψος κρατινό, έτσι που ευλαβητικά τα εγκόσμια αποζητούνταν. Ένα σύμπαν της ολοζωής συγκροτούνταν στην ελληνική ύπαιθρο.

Κι είναι πράγματι μεγάλο τούτο το καλό, κι αξήγητο συγχρόνως στον αγύμναστο νου: να εννοείς το πρωτογενές π’ αναζητείς από την αλήθεια των στοιχείων του και να ορθείς με το νόημα της λιτής περιγραφής, της παρουσίας της ατάραγης και της ολόπνοης, διανοητικά στα σύμβολά της! Να φτιάχνεις αρχέτυπα ζωής με τις δημιουργίες στη γης, με τα ολοφυήματά της. Με αυτά να μιλείς και να εννοείς, έχοντας πλατιό, μακριό, βέβαιο προορισμό· και μιαν εμπιστοσύνη στο δημιούργημα που τώχεις θεωρήσει να βολεί.

Και σαν, κατόπιν, μπρος στο αντικείμενο της ανθρώπινης πράξης σταθείς, στην ύλη-δημιουργία που την εννόησες με τον κόπο στη γης, δε θ’ απογοητευτείς, μα θα επιβεβαιωθείς που την θεώρησες με ιδέα, με τη νοητική της πράξης και με αίσθηση. Γιατί, η σπουδή του τόπου απορρέουσα από τη σπουδή του σκοπού και η κατήχηση στ’ απλά, σου έδωσε πλατυρρημοσύνη, για τη διανοητική σου ενάσκηση και την πρακτική σου κραταίωση. Έμαθες να βλέπεις προορισμό…

Ξεσκάφτεις ολάκερα βουνά, πλαγιές ρυτιδώνεις, τη γη λιθώνεις, χωρίς μολαταύτα ν’ αλλοιώνεις, χωρίς να χαλνάς. Μόνο φτιάχνεις κατά την έννοια της δημιουργίας, κι αυτό είν’ εντέλει σοφία· αυτό είναι πράξη ολοδύναμη, ολόδοτη, συνταφτιστή της γης. Ο άνθρωπος πνοός και πονητής του τόπου, ο άνθρωπος έντρυφος της γης, ο άνθρωπος ποιητής του σκοπού του· αυτό είναι γήινη πράξη του γαιώδους ανθρώπου, του ανθρώπου δημιουργού!

Η ξερολιθιά ως τοίχος του αγρού τον ορίζει κι όταν τον στερεώνει, τον καθορίζει. Στην περίπτωση αυτή προκύπτει από την ιδέα της αναβαθμίδας, που είναι το δημιουργημένο από τον άνθρωπο οριζόντιο έδαφος πάνω σ’ επικλινή επιφάνεια, με σκοπό την καλλιέργεια, αποτελώντας σε αυτήν τον αναλημματικό τοίχο ή τον τοίχο αντιστήριξης.[4]

Ο παραπάνω τοίχος απουσιάζει από την αναβαθμίδα σπάνια, όπως στις περιπτώσεις που οι εδαφικές κλίσεις είναι μικρές και τότε οι τοίχοι αντικαθίστανται με αναχώματα που συνοδεύονταν συνήθως με αυτοφυή φυτοκάλυψη.

Δεν είχες, το λοιπόν, να περιμένεις πύργους, οχυρά της γης στα πλάγια, τείχη στους αγρούς, μα πέτρες της σειράς, γήινη τέχνη, στεργιώματα της φυσικής αναδημιουργίας, που ως ζωντανά στοιχεία αναφύονται από τη γης και θέμελά της στέκουνται, θαρρείς κι αυτή τους γεννά· κι ας είναι τοίχοι, ύλη δηλαδή. Είναι το γενόμενο μια δημιουργική, θετική αναδόμηση του όλου από τον αναθεωρημένο ολοσυστάμενο άνθρωπο, τον σοφισμένο στη γης, τον τεχνίτη και τεχνουργό, από τον πνοό και νοό στον κύκλο της ζωής δημιουργό.

(από το βιβλίο του Αντώνιου Β. Καπετάνιου “ΛΙΘΙΝΟΙ ΤΟΙΧΟΙ. Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο…”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2018


[1] Η ξερολιθιά λέγεται αλλιώς, αναλόγως και του ρόλου της στο αγροτικό σύστημα, ως ξηρολιθιά, πεζούλα, αιμασιά, άνδηρο, βασταός, τράφος, ξεροτρόχαλο κ.τλ., σύμφωνα με την περιοχή και τη ντοπιολαλιά.

[2] Μανωλίδης Κ., «Από πέτρα», κείμενο περιλαμβανόμενο στο τομίδιο «Εδαφολόγιο. Κείμενα για την ύλη της αρχιτεκτονικής», εκδόσεις Νήσος, Αθήνα 2017, σελ. 20-21.

[3] ο.π., σελ. 21-22.

[4] Οι αναβαθμίδες στην Ελλάδα συναντιούνται με διάφορα ονόματα, όπως δέσες στην Ήπειρο, τράφοι και λουρίδες και δέσες και δαμάκια και άσπες και αρμάκια και αρμιά στην Κρήτη, τάβλες και λούρες/λούροι στα Δωδεκάνησα, σέτια και ποδόμες στη Λέσβο, αρμάκες στην Κεφαλονιά, αιμασιές στην Άνδρο, σκάλες στην Τήνο, βαθμίδες στη Θεσσαλία κ.τλ.

:

.

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: