Advertisements

Κοινωνική υπαιτιότητα και θυσιαζόμενα δάση: Οικιστικές πυκνώσεις

Κοινωνική υπαιτιότητα και θυσιαζόμενα δάση:
Οικιστικές πυκνώσεις
*

Δημήτριος Η. Παπαστερίου
Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

Ι. Εισαγωγικά

ΙΙ. Το ζήτημα της προσβολής των δασών

ΙΙΙ. Η κοινωνική υπαιτιότητα

IV. Φορείς κοινωνικής υπαιτιότητας

V. Σύστημα σταθμίσεως συμφερόντωνα

VI. Περιπτώσεις κοινωνικής υπαιτιότητας

Α. Άγνοια, πεποίθηση (πεπλανημένη) και πλάνη ως γνωσιολογικές καταστάσεις

Β. Αμφιβολία, ως γνωσιολογική κατάσταση μεταξύ γνώσεως και άγνοιας

Γ. Αδυναμία προβλέψεως μελλοντικών γεγονότων, βάσει ακριβούς γνώσης των στοιχείων του παρόντος

Δ. Ελαττωματική (πάσχουσα) εμπιστοσύνη

VIΙ. Τελικές παρατηρήσεις

Ι. Εισαγωγικά

Οι «οικιστικές πυκνώσεις» επανέρχονται, τη φορά αυτή, υπό το μανδύα της ρυθμίσεως νόμου[1].

Αξίζει να παρακολουθήσουμε την ιστορική διαδρομή των «οικιστικών πυκνώσεων». Η πρώτη εμφάνισή τους ήταν στο άρθρο 23, παρ, 4, ν. 3889/2010. όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 153, παρ. ΙΑ, ν. 4389/2016[2].

Ακολούθησε η υ.α. 34844 (ΦΕΚ ΑΑΠ 145 20.7.2016) «Κριτήρια προσδιορισμού οικιστικής πύκνωσης άρθρου 23 παρ. 4 Ν. 3889/2010, όπως ισχύει», όπου,  στο άρθρο μόνο καθορίζονται (ως) «κριτήρια προσδιορισμού του περιγράμματος της οικιστικής πύκνωσης», «α) ο ελάχιστος αριθμός συγκέντρωσης κτιρίων και β) η μέση αναλογία αριθμού κτιρίων ανηγμένη στην επιφάνεια που περιλαμβάνεται στο ιώδες περίγραμμα»[3].

Λόγω της εκδόσεως της ΣτΕ 1942/2017[4], τη σκυτάλη αναλαμβάνει ο ν. 4389/2017, όπου στα άρθρα 37, 38 και 39 εισάγονται και πάλι ρυθμίσεις για τις «οικιστικές πυκνώσεις». Ειδικά, στο άρθρο 39 του παραπάνω νόμου, υπό τον παράτιτλο «Τροποποίηση της παραγράφου 4 του άρθρου 23 για την αποτύπωση των ορίων οικισμών στους δασικούς χάρτες» επανέρχονται οι ρυθμίσεις της παραπάνω υ.α. 34844/2016.

Εκκρεμούσης της εκδόσεως αποφάσεως από την Ολομέλεια του ΣτΕ – στην οποία παραπέμφθηκε προς κρίση το όλο ζήτημα των «οικιστικών πυκνώσεων»- εξαγγέλλεται ήδη από το αρμόδιο υπουργείο ένας νέος νόμος για τις «οικιστικές πυκνώσεις», γενικότερα για τους δασικούς χάρτες.

Οι «οικιστικές πυκνώσεις» – το γε νυν έχον- ανάγονται σε μείζον ζήτημα και μάλιστα εξαιρετικά σοβαρό. Αποτελούν το πεδίο μιας συνεχιζόμενης διαλεκτικής, μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων και της πλειοψηφίας της πρόσφατης νομολογίας[5]. Σχετίζεται, μάλιστα, το ζήτημα των «οικιστικών πυκνώσεων» άμεσα με αυτό που αποκαλούμε κοινωνική υπαιτιότητα, καθώς και με τα δεινοπαθούντα και πολύπλευρα θυσιαζόμενα δάση, με την ευρύτατη του όρου σημασία.

ΙΙ. Το ζήτημα της προσβολής των δασών

Ότι τα δάση δεινοπαθούν και θυσιάζονται είναι παγκοίνως γνωστό. Ενδιαφέρον, όμως, υπάρχει να προσδιορίσουμε από ποιούς δεινοπαθούν τα δάση και από ποιους θυσιάζονται. Με τον τρόπο αυτό προλειαίνεται το έδαφος για μια γόνιμη προσέγγιση της «κοινωνικής υπαιτιότητας» σε σχέση με τα «πεσόντα δάση» ή το συνεχώς ανατροφοδοτούμενο κίνδυνο που διατρέχουν.

Δεν είναι επιτρεπτό να αποσιωπηθεί το γεγονός ότι ο ανθρώπινος παράγοντας επεμβαίνει ποικιλοτρόπως στα δάση. Οι επεμβάσεις αυτές πηγάζουν όχι μόνο από τη νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία, αλλά και από τον ανώνυμο κοινωνό του δικαίου, ο οποίος, πράγματι, δεν τιμά καθόλου το μνημείο του πεσόντος δάσους, ακόμη και όταν καταθέτει σε αυτό δάφνινο στεφάνι.

Αρχίζοντας από τη νομοθετική εξουσία, προχωρώντας στην εκτελεστική και καταλήγοντας στη δικαστική εξουσία, στην πολιτεία μας, ο Έλληνας «διαχειρίζεται» το δασικό φαινόμενο από την εποχή του πρωτοσύστατου ελληνικού κράτους μέχρι τις ημέρες μας με τρόπους πρωτόγνωρους (ποιοτικά και ποσοτικά), αμφίσημους  και σε πολλές περιπτώσεις αντιδασικούς, με εξαίρεση τους φορείς της δικαστικής εξουσίας. Αλλά στη «διαχείριση» αυτή του δασικού πλούτου συμμετέχει αποφασιστικά και κάθε κοινωνός του δικαίου, τα ποικίλα και εν πολλοίς αλληλοσυγκρουόμενα και εναλλασσόμενα (κατά τόπο[6] και χρόνο[7]) συμφέροντα του οποίου συμβάλλουν σε μέγιστο βαθμό στην υπάρχουσα «διαχείριση».

Σε επίπεδο της νομοθετικής εξουσίας υπάρχει αφενός το Σύνταγμα (κυρίως άρθρα 24 και 117, παρ. 3), αφετέρου μια σειρά ολόκληρη από νόμους, διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις. Αυτά τα νομοθετήματα μπορεί να χωριστούν σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται οι κανόνες δικαίου που προστατεύουν τα δάση, με την ευρεία του όρου σημασία∙ για παράδειγμα τα άρθρα 24 και 117, Συντ.

Στη δεύτερη κατηγορία υπάρχουν διατάξεις που αρνούνται προτεραιότητα στην προστασία των δασών, προκρίνοντας τη θεραπεία άλλων σκοπών. Για παράδειγμα, οι ρυθμίσεις για τις «οικιστικές πυκνώσεις», με τις οποίες υπηρετούνται τα συμφέροντα όσων έχουν προσβάλλει τα δάση. Εδώ αρχίζει να βρίσκει γόνιμο έδαφος η κοινωνική υπαιτιότητα, σε νομοθετικό επίπεδο. Για την προσέγγιση του όρου αυτού υπάρχουν παρακάτω ορισμένες πρώτες αναφορές.

Στο πεδίο της εκτελεστικής εξουσίας εντοπίζονται οι κινήσεις και πρωτοβουλίες των αρμόδιων υπουργείων (κυρίως του Υπουργείου Ενέργειας και Περιβάλλοντος), της διοικήσεως εν γένει, εδώ με την έννοια κυρίως των δασικών υπηρεσιών και της ΕΚΧΑ ΑΕ, υποβοηθούμενες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις από ιδιώτες (λ.χ. ιδιωτικά γραφεία μελετών). Για παράδειγμα, η συμμετοχή των δασικών υπηρεσιών στην ανυπαρξία δασολογίου, αλλά και στη δημιουργία των λεγόμενων «πρόδηλων σφαλμάτων»[8], σε συνδυασμό με την απονομή σε αυτές αρμοδιοτήτων –κατ’ επίφαση νέων- για αποκατάσταση των σφαλμάτων αυτών.

Τέλος, στο πεδίο της δικαστικής εξουσίας διακρίνουμε μια συνεπή κατεύθυνση δεκαετιών υπέρ της προστασίας των δασών. Ακολουθεί μια περιήγηση στη νομολογία των ανώτατων δικαστηρίων μας, από την οποία εμφαίνεται μια πλουσιότατη εφαρμογή των διατάξεων του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου[9]. Στις αποφάσεις αυτές κυριαρχούν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, η διατήρηση του δασικού πλούτου της χώρας, η διαχείριση των δασών, με την ευρύτατη του όρου σημασία στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας, καθώς και η προστασία των εκτάσεων με δασική βλάστηση σε συνδυασμό με την προστασία του περιβάλλοντος.

Για παράδειγμα, η πρόσφατη απόφαση ΣτΕ 1942/2017, με την οποία, έστω κατά πλειοψηφία, οι «οικιστικές πυκνώσεις» κρίνονται κατ’ ουσία αντισυνταγματικές[10].  Στην απόφαση αυτή έρχεται να προστεθεί και η ακολουθούσα 1977/2017 του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία επαναλαμβάνονται οι θέσεις, για τις οποίες είχε αποφανθεί στην απόφαση 1942/2017, υπέρ της αντισυνταγματικότητας των «οικιστικών πυκνώσεων» (εν μέρει με μειοψηφία) αλλά με παραπομπή στην Ολομέλεια.

Όμως, η κατεύθυνση αυτή της νομολογίας χαρακτηρίζεται από παρακαμπτηρίους, άλλοτε δικαιολογημένες σε κάποιο τουλάχιστον βαθμό[11] και άλλοτε όχι και πολύ δικαιολογημένες[12].

Η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών επιτρέπει την ανεξαρτησία των δικαστηρίων έναντι συμπεριφορών (ακόμη και έναντι καταχρήσεων) των άλλων εξουσιών, δηλαδή της νομοθετικής αλλά και της εκτελεστικής[13]. Στην αρχή αυτή θεμελιώνεται και ο πολύ σημαντικός για τα πεδία του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων και της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων. Σημαντικό δείγμα αυτού του ελέγχου είναι η αποδοχή από το ΣτΕ (1942/2017) της αντισυνταγματικότητας των ρυθμίσεων που διέπουν τις «οικιστικές πυκνώσεις»[14], αλλά και η παραπομπή της υποθέσεως στην Ολομέλειά του.

ΙΙΙ. Η κοινωνική υπαιτιότητα

Προσεγγίζουμε εδώ την κοινωνική υπαιτιότητα[15] σε σχέση με το δασικό φαινόμενο. Η κτήση δασικής γης από μη δικαιούμενο πρόσωπο θυμίζει στο νομικό την κτήση κινητού ή (πρόσφατα και) ακινήτου από τρίτο μη κύριο[16]. Μόνο που για την κτήση αυτή από μη κύριο, η οποία αποτελεί εξαίρεση στην αρχή «ουδείς μετάγει πλέον του ου έχει δικαιώματος»[17], απαιτείται καλόπιστη συμπεριφορά. Ο κακής πίστης τρίτος αποδοκιμάζεται.

Παραπέρα, εκτός από την κτήση υπάρχει και η χρήση δασικής γης από μη δικαιούμενα πρόσωπα, ακόμη και η υπόδειξη προς κτήση ή χρήση δασικής γης από μη δικαιούμενα πρόσωπα. Και στις περιπτώσεις αυτές αφενός απαιτείται καλόπιστη συμπεριφορά, αφετέρου αποδοκιμάζεται ο κακής πίστης τρίτος.

Το ερώτημα που αναδύεται είναι κατά πόσο μπορεί να είναι καλής πίστης ο καταπατητής των δασών. Μπορεί ο καταπατητής αυτός να κριθεί πρόσωπο «άξιο» προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να εισάγονται για αυτό ευνοϊκές έννομες συνέπειες βάσει ιδιαίτερης επεμβάσεως του νόμου[18];

Κατά τη γνώμη μας, η απάντηση είναι προφανής. Η κτήση ή χρήση δασικής γης από μη δικαιούμενο πρόσωπο είναι καταφανώς και πρωτίστως κακόπιστη.

Άλλο είναι το ζήτημα κατά πόσο η επίμαχη έκταση είναι δάσος ή δασική έκταση. Οι όποιες αμφισβητήσεις ως προς το χαρακτηρισμό της επίμαχης εκτάσεως, σε δικαστικό ή εξωδικαστικό πεδίο, δεν επιτρέπουν τον επικαλούμενο την αμφισβήτηση να προχωρήσει σε ανέγερση της οικοδομής ή σε περίπτωση οικοδομής που έχει ήδη ανεγερθεί να θεμελιώσει καλόπιστη συμπεριφορά.

Με βάση τα προηγούμενα, η «κοινωνική υπαιτιότητα» εδώ δεν μπορεί να νοείται μόνο και αποκλειστικά ότι περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια.

Επιπρόσθετα, κοινωνική υπαιτιότητα νοείται κάθε περίπτωση αντιθέσεως προς την καλή πίστη είτε κοινωνού του δικαίου είτε οργάνου της πολιτείας στο πεδίο της αυθαίρετης δομήσεως σε δάση και δασικές εκτάσεις.

Εξάλλου, η κοινωνική υπαιτιότητα ανάγεται σε  ρυθμιστικό παράγοντα, με τον οποίο καταλογίζεται ευθύνη σε πρόσωπα και φορείς ανάλογα με τη δυνατότητα που έχουν να εξουσιάζουν τους κινδύνους στο δασικό περιβάλλον και γενικότερα στο περιβάλλον, βέβαια στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.

Δηλαδή ερευνάται κατά πόσο η συμπεριφορά των αρμόδιων προσώπων (ενέργεια ή παράλειψη) ή ακόμη κάθε παράγοντας που βρίσκεται εντός της σφαίρας εξουσίας τους δημιουργούν εκείνη την κατάσταση:
• που προκαλεί τον κίνδυνο,
• που απαιτεί προστασία και
• που μπορεί να επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις ή και πράγματι τις επιφέρει[19].

IV. Φορείς κοινωνικής υπαιτιότητας

Η κοινωνική υπαιτιότητα, ως έννοια πλαίσιο, έχει ορισμένους φορείς. Δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση υπάρχουν φυσικά πρόσωπα, που ως κοινωνοί του δικαίου διαμορφώνουν ή συνδιαμορφώνουν την ειδική αυτή «υπαιτιότητα».

Ο καταπατητής δάσους είναι το πρώτο πρόσωπο που εντάσσεται στη σφαίρα της κοινωνικής υπαιτιότητας. Ειδικότερα, θα μπορούσε να γίνει λόγος για υποκείμενα της κοινωνικής υπαιτιότητας. Βέβαια, η περίπτωση του καταπατητή είναι σχολικό παράδειγμα, διότι το ζήτημα, ως υπόθεση εργασίας,  είναι αυτονόητο.

Στην ίδια σφαίρα της κοινωνικής υπαιτιότητας εντάσσονται ενδεικτικά:

Η καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδια δασική υπηρεσία, ως μετέχουσα, με την ποικίλη συμπεριφορά της, στο φαινόμενο των θυσιαζόμενων δασών.

Η καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει οικοδομή για την ανέγερση της οποίας εκδόθηκε οικοδομική άδεια, πολύ περισσότερο όταν ακολούθησε ανέγερση οικοδομής. Η συμμετοχή της πολεοδομικής υπηρεσίας στο φαινόμενο των θυσιαζόμενων δασών βασίζεται στη μη αξιολόγηση της όποιας θέσης της δασικής υπηρεσίας,

Οι ποικίλοι εργολάβοι που αναλαμβάνουν την ανέγερση οικοδομών σε δάση, συμπεριλαμβανομένων των υπεργολάβων και του εργατικού δυναμικού. Με τη συμπεριφορά τους τα πρόσωπα αυτά εντάσσονται στους φορείς της κοινωνικής υπαιτιότητας.

Η καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ, από την οποία χορηγήθηκε σχετική άδεια συνδέσεως.

Οι ποικίλες υπηρεσίες των (συν)αρμόδιων υπουργείων τόσο για την καταστολή του φαινομένου όσο και για την πρόληψή του, συμπεριλαμβανομένων των εκάστοτε υπουργών, αναπληρωτών υπουργών και υφυπουργών.

Στην ενδεικτική αυτή καταγραφή των φορέων της κοινωνικής υπαιτιότητας μπορεί να προστεθούν και ποικίλα άλλα πρόσωπα, όπως λ.χ. οι μεσίτες.

V. Σύστημα σταθμίσεως συμφερόντων

Αυτή η κοινωνική υπαιτιότητα σε σχέση με το θυσιαζόμενο δάσος ανάγεται στο σημαντικότατο ζήτημα της σταθμίσεως συμφερόντων βάσει συγκεκριμένου συστήματος, που αποσκοπεί στην αξιολόγηση ιεραρχη- μένων νομικών στόχων. Σε τελευταία ανάλυση η κατά σύστημα αξιολόγηση στόχων του νόμου κατά τη διαδρομή του χρόνου και κατά την επιλογή του τόπου προβάλλει το εκάστοτε ισχύον σύστημα σταθμίσεως συμφερόντων.

Στους στόχους αυτούς εντάσσονται τόσο η ασφάλεια του δικαίου όσο και η ασφάλεια των συναλλαγών. Οι ίδιοι στόχοι έχουν αναχθεί από την έννομη τάξη σε αρχές, που άλλοτε συμπορεύονται και άλλοτε όχι∙ που άλλοτε υπηρετούν ως κοινό θεμέλιο ειδικότερους στόχους και άλλοτε διαφοροποιούνται μεταξύ τους, μερικές φορές μάλιστα και αντιτίθενται. Έτσι, το δίκαιο καλείται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις  να επιλέξει την ασφάλεια των συναλλαγών έναντι της ασφάλειας του δικαίου και τούμπαλιν. Αυτό το φαινόμενο είναι έκδηλο στα πεδία του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου.

Σημαντικό παράδειγμα προσφέρει το Κτηματολογικό Δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο υπάρχει πρωτότυπη κτήση κυριότητας σε ακίνητα υπέρ καλόπιστου τρίτου από μη δικαιούχο. Είναι φανερό ότι εδώ η πλάστιγγα κλίνει υπέρ της ασφάλειας των συναλλαγών, θέτοντας σε δεύτερο επίπεδο την ασφάλεια του δικαίου.

Παραπέρα, η ασφάλεια του δικαίου επιβάλλει ένα βαθμό ακρίβειας, πληρότητας και σαφήνειας στην έννομη τάξη, αλλά και την αποφυγή εκπλήξεων που οφείλονται στη συχνή – μερικές φορές και συχνότατη – μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει το εκάστοτε ρυθμιστικό αντικείμενο. Παραπέρα, η ασφάλεια του δικαίου απαιτεί το σεβασμό της διακρίσεως των εξουσιών, κυρίως υπό τη μορφή του σεβασμού – αλλά και της τηρήσεως- των δικαστικών αποφάσεων από την εκτελεστική εξουσία.

Το εκάστοτε ισχύον σύστημα αξιολογήσεως των συμφερόντων, καταλήγοντας στη συγκεκριμένη περίπτωση σε νομοθετική στάθμιση, οφείλει να κινείται στο πλαίσιο των συνταγματικών  επιταγών. Στην περίπτωση των θυσιαζόμενων δασών λόγω κοινωνικής υπαιτιότητας, το δείγμα των «οικιστικών πυκνώσεων» προσφέρει ένα «εναλλασσόμενο» και συνεχώς εμπλουτιζόμενο σύστημα αξιολογήσεως, το οποίο αντιτίθεται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, Συντ.

Νομολογία:

«…«…τυχόν εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα που έχει ήδη αναπτυχθεί εν τοις πράγμασι σε εκτός σχεδίου περιοχές, χωρίς να έχει ποτέ ενταχθεί σε νομικό πλαίσιο δημιουργίας οικιστικής περιοχής βάσει συγκεκριμένων διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας, η οποία, όπως προεκτέθηκε, καθιερώνει σαφή διάκριση μεταξύ, αφενός, των περιοχών που ευρίσκονται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως [ή πολεοδομικής μελέτης] ή εντός νομίμως υφισταμένου οικισμού και, αφετέρου, των λοιπών εκτός πολεοδομικού σχεδίου και εκτός ορίων οικισμού περιοχών, δεν επάγεται υποχρέωση του Κράτους προς διατήρηση της δημιουργηθείσης καταστάσεως ως έχει ή προς ένταξη της διαμορφωθείσης περιοχής σε σχέδιο πόλεως, έστω και εάν η οικοδομική δραστηριότητα έγινε ανεκτή από τη Διοίκηση επί μακρό χρονικό διάστημα. Τούτο δεν συνιστά παράβαση της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, η οποία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της συνταγματικής αρχής της ασφάλειας δικαίου…»[20].

VI. Περιπτώσεις κοινωνικής υπαιτιότητας

Η χρήση του όρου «υπαιτιότητα» δε σημαίνει ότι συντρέχει οπωσδήποτε δόλος ή αμέλεια. Η «υπαιτιότητα» εδώ, εντασσόμενη στον όρο-πλαίσιο κοινωνική υπαιτιότητα, καταλαμβάνει πολλές περιπτώσεις έκνομης συμπεριφοράς ποικίλων προσώπων και φορέων, περιπτώσεις που ενδεικτικά ταξινομούνται στη συνέχεια.

Α. Άγνοια, πεποίθηση (πεπλανημένη) και πλάνη ως γνωσιολογικές καταστάσεις

Οι τρεις αυτές γνωσιολογικές καταστάσεις, αν και μπορεί να διαφέρουν η μια από την άλλη, έχουν μια ουσιαστική ταυτότητα, ότι δηλαδή διαφέρουν από τη γνώση.

Στην περίπτωση της άγνοιας υπάρχει σαφής απόσταση από την αλήθεια, από την πραγματική κατάσταση. Βέβαια, μια τέτοια άγνοια, ως πλήρες κενό γνώσης, συνέχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση αφενός με ζήτημα σημαντικό για την επίμαχη πράξη (δηλαδή αυτή που είναι αντικείμενο της άγνοιας), αφετέρου με το πρόσωπο που αγνοεί. Για παράδειγμα, ο κοινωνός του δικαίου που ανεγείρει οικοδομή σε δάσος, ως εχέφρων άνθρωπος, δεν μπορεί να έχει πράγματι πλήρες κενό γνώσης ότι το έδαφος στο οποίο ανεγείρει την οικοδομή είναι δάσος. Ούτε η ανέγερση οικοδομής, ως επίμαχη πράξη, είναι αδιάφορο γεγονός, μη συνεχόμενο με την έκταση στην οποία πραγματοποιείται η ανέγερση.

Β. Αμφιβολία, ως γνωσιολογική κατάσταση μεταξύ γνώσεως και άγνοιας

Η αμφιβολία δηλώνεται ως κατάσταση συνειδητής άγνοιας. Μεταξύ της μιας ή της άλλης εκδοχής –για παράδειγμα εάν η επίμαχη έκταση είναι δάσος ή όχι- ο κοινωνός του δικαίου «είναι» αναποφάσιστος. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε υποκειμενικούς ή αντικειμενικούς παράγοντες. Οι περιπτώσεις αυτές είναι μάλλον σπάνιες, οπότε η κρίση για τις έννομες συνέπειες της αμφιβολίας επαφίεται στα αρμόδια δικαστήρια.

Στις παραπάνω καταστάσεις αντιτάσσεται ο ακόλουθος δυισμός: Εάν ο ενδιαφερόμενος αμφιβάλλει για την ύπαρξη δάσους, αλλά μάλλον κατευθύνεται στην αποδοχή της υπάρξεώς του, και αποφασίζει την ανέγερση της οικοδομής, τότε εντάσσεται στην κοινωνική υπαιτιότητα. Από την άλλη μεριά, εάν ο ενδιαφερόμενος αμφιβάλλει για την ύπαρξη δάσους, αλλά μάλλον κατευθύνεται στην απόρριψη του δασικού χαρακτήρα και αποφασίζει την ανέγερση της οικοδομής, εντάσσεται και πάλι στην κατηγορία της κοινωνικής υπαιτιότητας.  Στο πλαίσιο του παραπάνω δυισμού, ο νόμος απαιτεί εντατικότερη αναζήτηση της αλήθειας[21], προκειμένου να αποφευχθεί η θυσία των δασών.

Όλες oι παραπάνω περιπτώσεις έχουν σχέση με τη στάθμιση της αμφιβολίας, ως γνωσιολογικής καταστάσεως του υποκειμένου. Διαφορετικές είναι, όμως, οι περιπτώσεις όπου ο ίδιος ο νόμος εντάσσει την αμφιβολία ως στοιχείο της νομοτυπικής μορφής συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.

Για παράδειγμα, στο ΑΚ 958, υπό τον παράτιτλο «Έκταση δικαιοπραξίας για κύριο πράγμα και στο παράρτημα», ορίζεται ότι «Δικαιοπραξία εμπράγματη για το κύριο πράγμα περιλαμβάνει σε περίπτωση αμφιβολίας και το παράρτημα».

Εδώ η «αμφιβολία» ενέχει την έννοια της αντικειμενικής αβεβαιότητας[22], προς την οποία το δίκαιο συναρτά συγκεκριμένη έννομη συνέπεια[23].

Ή ακόμη πιο ενδιαφέρουσες είναι οι περιπτώσεις, όπου κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου αναδεικνύεται η υφέρπουσα ύπαρξη αμφιβολίας. Αυτές είναι σιωπηρές αναφορές του δικαίου στον τεχνικό νομικό όρο «αμφιβολία». Για παράδειγμα, από το πεδίο του Περιβαλλοντικού Δικαίου αντλούμε την κατάταξη των έργων και δραστηριοτήτων σε δύο κατηγορίες τις Α και Β. Σύμφωνα με την κατηγορία Α «Τα έργα και οι δραστηριότητες της κατηγορίας Α κατατάσσονται: α) σε αυτά που ενδέχεται να προκαλέσουν πολύ σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και αποτελούν την υποκατηγορία Α1 και β) σε αυτά που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και αποτελούν την υποκατηγορία Α2» (άρθρο 3, παρ. 1, εδ. γ΄, ν. 1650/1986). Η χρήση του ρήματος «ενδέχεται» στην παραπάνω διάταξη παραπέμπει σε μια σιωπηρή περίπτωση αμφιβολίας, που, όμως, συνοδεύεται από την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή έννομη συνέπεια[24]. 

Γ. Αδυναμία προβλέψεως μελλοντικών γεγονότων, βάσει  ακριβούς γνώσης των στοιχείων του παρόντος

Η πρόβλεψη ή η μη πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων συνέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις με την αποτροπή ενός (σημαντικού) μέλλοντος κακού. Πρόκειται λοιπόν για μελλοντικές εξελίξεις, που η έννομη τάξη ανάγει σε στοιχείο, προκειμένου να επέλθει συγκεκριμένη έννομη συνέπεια. Αυτή η πρόβλεψη θεμελιώνεται σε ακριβή γνώση των στοιχείων του παρόντος, η οποία επιτρέπει «προσδιορισμό» των μελλοντικών στοιχείων[25]. Υπάρχουν, ωστόσο, πάρα πολλές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η ακριβής γνώση των στοιχείων του παρόντος –ακόμη και αν υποθετικά κρίνεται ως εφικτή-  σηματοδοτεί αδυναμία προβλέψεως μελλοντικών γεγονότων.

Στο Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο ισχύουν οι αρχές της προλήψεως και προφυλάξεως προκειμένου να αποφευχθεί μείζον μελλοντικό γεγονός αποδοκιμαζόμενο από το δίκαιο. Έτσι, επικίνδυνες δραστηριότητες (λ.χ. κατασκευή έργων σε δάσος), αποδοκιμάζονται από το δίκαιο (=απαγορεύονται) σε προληπτικό επίπεδο, ακόμη και όταν δε συντρέχουν οι αναγκαίες επιστημονικές αποδείξεις για την επικινδυνότητα[26].

Νομολογία

«…σε συμμόρφωση προς την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία επιβάλλει, σύμφωνα με τις αρχές της προλήψεως και προφυλάξεως στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος να λαμβάνεται προεχόντως υπόψη η τυχόν ύπαρξη ιδιαιτέρου κινδύνου για το φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία συγκεκριμένου έργου ή την ανάπτυξη συγκεκριμένης δραστηριότητας…»[27].

Στο πεδίο του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου δεχθήκαμε ότι η αρχή της προλήψεως (έννοια γένους) επιβάλλει την προληπτική προστασία του περιβάλλοντος. Αντίθετα, η αρχή της προφυλάξεως (έννοια είδους) δεν περιορίζεται στη λήψη αμυντικών μέτρων για την αποτροπή επικείμενων κινδύνων, αλλά περιλαμβάνει και τη λήψη θετικών μέτρων για την πρόληψη μελλοντικών κινδύνων. Προφανώς, άλλο επικείμενοι κίνδυνοι και άλλο μελλοντικοί κίνδυνοι[28].

Στην κοινωνική υπαιτιότητα οι αρχές της προλήψεως και της προφυλάξεως βρίσκουν σημαντικό πεδίο εφαρμογής. ‘Όταν ο κοινωνός του δικαίου ή οι αρμόδιοι φορείς κυριαρχούνται από αδυναμία προβλέψεως μελλοντικών γεγονότων, βάσει  ακριβούς γνώσης των στοιχείων του παρόντος, τότε εμπλουτίζουν το πεδίο εφαρμογής της κοινωνικής υπαιτιότητας, με αποδέκτες το θυσιαζόμενο περιβάλλον και ειδικότερα το θυσιαζόμενο δάσος.

Δ. Ελαττωματική (πάσχουσα) εμπιστοσύνη

Η εμπιστοσύνη εδώ εκλαμβάνεται ως θεμέλιο (δογματικό ή νομοθετικό) της υπάρχουσας γνωσιολογικής καταστάσεως. Ειδικότερα, στην έννομη τάξη ισχύει η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, η οποία απορρέει από την αρχή της καλής πίστης, την οποία παραβαίνει η διοίκηση, όταν ενεργεί κατά τρόπο που προσκρούει στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ιδιώτη. ‘Όπως ήδη δεχθήκαμε[29], η αρχή αυτή αποτελεί εκδήλωση της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου.

Νομολογία:

«…Η αρχή αυτή[30] δεν επιβάλλει ούτε τη διαιώνιση των ισχυουσών σε δεδομένη χρονική στιγμή τυχόν ευνοϊκών ρυθμίσεων για το καθεστώς των εκτός σχεδίου περιοχών, ούτε, κατά μείζονα λόγο, τη διατήρηση και νομιμοποίηση αυθαί-ρετων οικιστικών συνόλων, ιδίως μάλιστα όταν η ένταξή τους στο σχέδιο δεν εναρμονίζεται με τον οικείο ευρύτερο χωροταξικό σχεδιασμό. Αντίθετη εκδοχή θα αναιρούσε την υποχρέωση του νομοθέτη να ρυθμίζει τα σχετικά ζητήματα κατ’ εκτίμηση των επιταγών του δημοσίου συμφέροντος, όπως διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, και να εκπληρώνει, με τον τρόπο αυτό, την κατά το Σύνταγμα επιταγή για προστασία του περιβάλλοντος και για εξασφάλιση των καλυτέρων δυνατών όρων διαβίωσης…»[31].

Στην κοινωνική υπαιτιότητα ανήκει η αληθής γνώση της πραγματικότητας (λ.χ. ότι η επίμαχη έκταση είναι δάσος) και η παρά τη γνώση αυτή έκνομη συμπεριφορά (=κακή πίστη), η οποία συνίσταται στην ανέγερση οικοδομής παρά τη γνώση ότι πρόκειται για δάσος ή παρά τη συμπεριφορά του κοινωνού του δικαίου να μην ελέγξει επαρκώς, αν η επίμαχη έκταση είναι ή όχι δάσος).

VIΙ. Τελικές παρατηρήσεις

Οι «οικιστικές πυκνώσεις» ως τεχνικός νομικός όρος αποδίδουν πάρα πολλές περιπτώσεις παράνομης συμπεριφοράς ποικίλων προσώπων και φορέων σε σχέση με τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Αυτές οι πυκνώσεις ως πραγματικά γεγονότα βλάπτουν το περιβάλλον και ειδικότερα το δασικό περιβάλλον. Η επερχόμενη βλάβη – συνεχιζόμενη αδιαλείπτως σε επικίνδυνο βαθμό- συνέχεται με ένα πολύπτυχο και πολυποίκιλο αρνητικό σύμπλεγμα παράνομων  ατομικών πρωτοβουλιών των κοινωνών του δικαίου, διοικητικών έκνομων συμπεριφορών και αντισυνταγματικών νομοθετικών καλύψεων των αυθαίρετων κατασκευών σε δάση. Το σύμπλεγμα αυτό αποδίδουμε με τον όρο κοινωνική υπαιτιότητα.

Η επιείκεια, ως απώτερος σκοπός της καλής πίστης (είτε ως αντικειμενικής καλής πίστης θεμελιωμένη σε κανόνα δικαίου είτε ως ενδιάθετης καταστάσεως υπό την έννοια της υποκειμενικής καλής πίστης) δεν εναρμονίζεται με την αποδοχή συμπεριφορών ή την ανοχή καταστάσεων αντίθετων προς την αξία του ανθρώπου και προς την προσωπικότητά του. Δεν υπάρχει πάντα πεδίο για «χαριστικές αποφάσεις», όταν διακυβεύονται αγαθά όπως είναι η υγεία της παρούσας γενιάς και η αποτελεσματική πρόνοια για τις επόμενες γενιές. Το περί δικαίου συναίσθημα  υπηρετείται, μεταξύ πολλών άλλων, και όταν οι φορείς της κοινωνικής υπαιτιότητας κινούνται εντός των ορίων του περιβαλλοντικού Συντάγματός μας. Αντίθετα, όταν οι παραπάνω φορείς υπερβαίνουν τα όρια – ακόμη και τα ακρότατα όρια – της συνταγματικά ανεκτής επεμβάσεως, τότε δεν υπάρχει πεδίο για την επιεική αντιμετώπιση της όλης καταστάσεως, ενώ οι φορείς της κοινωνικής υπαιτιότητας είναι κάθε άλλο παρά άξιοι να απολαμβάνουν νομικών καθεστώτων που προσβάλλουν καταφανώς τη συνταγματική τάξη.

Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις του ΣτΕ, που εκδόθηκαν πολύ πριν από την εμφάνιση των «οικιστικών πυκνώσεων» και στις οποίες κυριαρχεί συγκεκριμένη σύνθεση θεμελιωδών αρχών του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου:

i. «… από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 24, καθώς και των άρθρων 79 παρ. 8 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός και ο έλεγχος της πολεοδόμησης ανατίθενται στην Πολιτεία, που οφείλει να θεσπίζει τις αναγκαίες ρυθμίσεις ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι άριστοι δυνατοί όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη στα πλαίσια της αρχής της αειφορίας (βιώσιμης ανάπτυξης)…. ουσιώδης όρος για τη βιώσιμη ανάπτυξη είναι τα ολοκληρωμένα χωροταξικά σχέδια. Τα σχέδια αυτά θέτουν, με βάση την ανάλυση των δεδομένων και την πρόγνωση των μελλοντικών εξελίξεων, τους μακροπρόθεσμους στόχους της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο για τη διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών και των ελεύθερων χώρων στις εκτός σχεδίου περιοχές.

Ο θεμελιώδης κανόνας της βιώσιμης ανάπτυξης ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, των οποίων η ανάπτυξη, οικιστική, τουριστική και γενικώς οικονομική, πρέπει να συνδέεται με τη διατήρηση του χαρακτήρα τους και του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και τοπίου και να μην παραβιάζει τη φέρουσα ικανότητά τους …»[32].

ii. «…κατά τα παγίως κριθέντα, κατά την άσκηση του ακυρωτικού ελέγχου, στον οποίο περιλαμβάνεται και η πλάνη περί τα πράγματα, σε περίπτωση προσβολής με αίτηση ακυρώσεως διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ο δικαστής εξετάζει, μεταξύ άλλων, αν η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που αποτελεί το βασικό μέσο εφαρμογής της αρχής της προλήψεως και προφυλάξεως, ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές, ώστε να παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου ή της δραστηριότητος και να εκτιμούν αν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και τις συνταγματικές επιταγές, καθώς και αν το προσδοκώμενο από αυτό όφελος τελεί σε σχέση αναλογίας με την τυχόν επαπειλούμενη βλάβη του φυσικού περιβάλλοντος. Η ευθεία, όμως, αξιολόγηση εκ μέρους του δικαστή των συνεπειών ορισμένου έργου ή δραστηριότητος και η κρίση αν η πραγματοποίησή του αντίκειται στην αρχή της αειφορίας εξέρχονται των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου, διότι προϋποθέτουν διαπίστωση πραγματικών καταστάσεων, διερεύνηση τεχνικών θεμάτων, ουσιαστικές εκτιμήσεις και στάθμιση στηριζομένη στις εκτιμήσεις αυτές. Κατ’ ακολουθίαν, παράβαση της αρχής της αειφορίας μπορεί να ελεγχθεί ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή μόνον αν από τα στοιχεία της δικογραφίας και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι η προκαλούμενη από το έργο ή τη δραστηριότητα βλάβη για το περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη ή είναι προφανώς δυσανάλογη με το προσδοκώμενο όφελος και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται την ανωτέρω συνταγματική αρχή (πρβλ. Ολομ. ΣτΕ 462-3/2010, Ολομ. 613/2002, Ολομ. 3478/2000, ΣτΕ 1492/13 επταμ., 4542/2011 επταμ., 4491/2009 7μ., 2889/2002) …»[33].

iii. «…παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέ- λειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων…»[34].

Είναι φανερό ότι υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ οικιστικών περιοχών βάσει ολοκληρωμένων χωροταξικών σχεδίων και των συγκεκριμένων άναρχων «οικιστικών πυκνώσεων». Διατηρητέα αξία δεν είναι η (έκνομη) ανέγερση οικοδομών και η διατήρησή τους  σε δάση και δασικές εκτάσεις. Αντίθετα, διατηρητέες αξίες είναι ο σεβασμός και η τήρηση του Συντάγματος, καθώς και η διατήρηση των εκτάσεων με δασική βλάστηση, όπως το Σύνταγμα επιτάσσει. Η διατήρηση οικοδομών δεν ανάγεται σε κάθε περίπτωση αξιολογικός στόχος του νόμου. Έτσι, δεν μπορεί να είναι αξιολογικός στόχος του νόμου εναρμονιζόμενος  προς το Σύνταγμα, όταν πρόκειται για ανεγέρσεις ή χρήσεις «εξ υφαρπαγής». Οι «οικιστικές πυκνώσεις» θυσίασαν δάση και δασικές εκτάσεις εν τοις πράγμασι  και οι μέχρι τώρα ρυθμίσεις τους επιβραβεύουν τους καταπατητές και τους συνοδοιπόρους τους. Γενικότερη κοινωνική σκοπιμότητα δεν είναι οι «οικιστικές πυκνώσεις», αλλά η διατήρηση του δασικού πλούτου. Όσο και αν είναι χρήσιμο να (συν)εξετάζονται η έκταση των οικονομικών συνεπειών και οι συνοδές καταστάσεις τους, που επέρχονται ή είναι δυνατό να επέλθουν, λόγω της απορρίψεως των «οικιστικών πυκνώσεων» ως αντισυνταγματικών, κρίσιμο είναι να υπηρετείται το δημόσιον συμφέρον[35]: ένα έννομο αγαθό τη διαφύλαξη του οποίου έχουν υποχρέωση να τηρούν – κατά συνταγματική επιταγή- όλοι οι φορείς της κοινωνικής υπαιτιότητας.

Το άρθρο 39 ν. 4489/2017 (ΦΕΚ Α΄ 140/21.9.2917) περιέχει – σε επίπεδο νόμου- την ενσωμάτωση των ρυθμίσεων της υ.α. 34844/2016 (ΦΕΚ ΑΑΠ 145/ 20.7.2016) για τις «οικιστικές πυκνώσεις»[36]. Προφανώς το άρθρο αυτό «αντιτίθεται» στην πλειοψηφία (υπέρ της αντισυνταγματικότητας) των ΣτΕ 1942/1977[37] και 1977/2017[38]. Καταφανώς η νομοθετική εξουσία επέλεξε να μην αναμένει την κρίση της δικαστικής εξουσίας (βάσει της αναμενόμενης αποφάσεως της Ολομέλειας του ΣτΕ). Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται για μια αποδοκιμαστέα συμπεριφορά, μη συνάδουσα προς έναν καλώς νοούμενο (και πολλαπλώς θυσιαζόμενο) νομικό πολιτισμό. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τόσο κατά το Σύνταγμα (άρθρο 25, παρ. 3= «Η καταχρηστική άσκηση  δικαιώματος δεν επιτρέπεται») όσο και κατά τον ΑΚ (άρθρο 281) η κατάχρηση αποδοκιμάζεται, διατυπώνουμε τον προβληματισμό, κατά πόσο μια παραπομπή στο μέλλον της συγκεκριμένης αντιπαραθέσεως για τις «οικιστικές πυκνώσεις» – ίσως και για κάποιο υποκατάστατό τους[39] – συνιστά επιτρεπόμενη κατά το Σύνταγμα συμπεριφορά της νομοθετικής εξουσίας, ως θεσμού.

* Η παρούσα εισήγηση ανακοινώθηκε στην διημερίδα με τίτλο «ΔΑΣΙΚΑ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ: ΕΠΙΚΑΙΡΕΣ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ» που συνδιοργανώθηκε από το ΤΜΗΜΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΧΑΡΟΚΟΠΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ EΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ στις 1 και 2 Δεκεμβρίου 2017 στην Αθήνα.
Δημοσιεύτηκε στο «ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΔΑΣΙΚΑ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ» της διμηνιαίας επιθεώρησης νομολογίας των Διοικητικών Δικαστηρίων «ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΗ» των «ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΣΑΚΚΟΥΛΑ» έτος Λ’ Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2018 Τεύχος 5.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Βλ. σχετικά τα άρθρα 37, 38 και 39 ν. 4489/2017. Αναμένεται, μάλιστα, και χωριστό νομοσχέδιο για τις «οικιστικές πυκνώσεις», που θα τεθεί σε διαβούλευση έως το τέλος του 2017.

[2].  Σημείο εκκινήσεως αποτέλεσε η παρ. 4 του (νέου) άρθρου 23 ν. 3889/2010, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 12, παρ. !Α, ν. 4389/2016, σύμφωνα με την οποία:
«4. Το περίγραμμα των οικιστικών πυκνώσεων που δεν υπάγονται στις κατηγορίες α΄ και β΄ της παραγράφου 2 αποτυπώνονται με ιώδες χρώμα.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας που θα εκδοθεί εντός μηνός θα καθοριστούν τα κριτήρια προσδιορισμού της οικιστικής πύκνωσης για τις ανάγκες εφαρμογής της παρούσας.
Εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση της ως άνω Υπουργικής Απόφασης οι τεχνικές υπηρεσίες των Ο.Τ.Α αποτυπώνουν με ιώδες χρώμα το περίγραμμα των οικιστικών πυκνώσεων που δεν υπάγονται στις κατηγορίες α΄ και β΄ της παραγράφου 2, εφαρμοζομένων των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας.
 Στις περιοχές που υφίσταται θεωρημένος δασικός χάρτης η ως άνω εξάμηνη προθεσμία περιορίζεται στους δύο (2) μήνες.
Τα περιγράμματα των οικιστικών πυκνώσεων της παρούσας παραγράφου διαβιβάζονται εντός της ως άνω προθεσμίας, στην Ε.Κ.ΧΑ. Α.Ε., η οποία τα αποστέλλει αμελλητί στην Διεύθυνση Δασών για να εξαιρεθούν από την ανάρτηση στο δασικό χάρτη κατά το άρθρο 14 του παρόντος νόμου και στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την περιβαλλοντική και πολεοδομική τους διαχείριση, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία ανάρτησης και κύρωσης των δασικών χαρτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο αυτόν».

[3]. Βλ. σχετικά Παπαστερίου, Οικιστικές πυκνώσεις- ΥΑ 34844 (ΦΕΚ ΑΑΠ 145 20.7.2016). Κριτήρια προσδιορισμού οικιστικής πύκνωσης άρθρου 23 παρ. 4 ν. 3889/2010, όπως ισχύει, σε Dasarxeio.com , 23/05/20117.

[4]. Βλ. σχετικά Παπαστερίου, Το ΣτΕ για τις «οικιστικές πυκνώσεις», σε Dasarxeio.com , 13/09/20117.

[5]. Παπαστερίου, ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: «Οικιστικές πυκνώσεις», σε Dasarxeio.com , 07/09/2017.

[6] Υπάρχει το τοπικό Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο. Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 4, αρ. 5 και 6.

[7] Μεταβολή της χρήσης των χορτολιβαδικών εκτάσεων ή των εκτάσεων με δασικές φυτείες.

[8] Βλ. την υ.α. 153394/919/12.04.2017, η οποία ρυθμίζει εννέα  περιπτώσεις πρόδηλων σφαλμάτων. Βλ. Παπαστερίου/Θεοφάνους, σε Dasarxeio.com , 08/11/2017

[9]. Επιχειρείται μια πρώτη καταγραφή των στοιχείων των σχετικών αποφάσεων (με βάση κυρίως τη δουλειά υποδομής για το Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο του γράφοντος, εμπλουτισμένη, (και) με μεταγενέστερες αποφάσεις):

α. Αποφάσεις του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου:
ΑΕΔ 20/1990, ΕλλΔνη 1991 306-ΔΔικη 1990 1292=ΕΔΚΑ 1990 509.
ΑΕΔ 27/1999, ΕλλΔνη 2000 945=ΔΔικη 2000 315=ΤοΣ 2000 150.
ΑΕΔ 5/1995, SoL.
ΑΕΔ 5/2013, ΕΔΔΔΔ 2913 348.

β. Αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου:
ΟλΑΠ 37/1988. ΟλΑΠ 40/1998.
ΟλΑΠ 7/2002, ΕλλΔνη 2002 681, 682. ΟλΑΠ 17/2002, ΕλλΔνη 2002 1009=ΝοΒ 2003 30.
ΟλΑΠ 21, 22/2002, ΕλλΔνη 2002 1016=ΝοΒ 2003 672.
ΟλΑΠ 16/2006, ΕλλΔνη 2006 1331.
ΟλΑΠ 6/2009, ΕλλΔνη 2009 91=ΝοΒ 2009 568=Αρμ 2009 1162.
ΟλΑΠ 1/2013, ΝΟΜΟΣ.

γ. Αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας:
ΟλΣτΕ 4576/1977. ΟλΣτΕ 3754/1981. ΟλΣτΕ 1503/1982. ΟλΣτΕ 1029/1985. ΟλΣτΕ 695/1986. ΟλΣτΕ 2753/1994  ΟλΣτΕ 1821/1995. ΟλΣτΕ 4953/1995, (υπό  6 και 9). ΟλΣτΕ 6076/1996. ΟλΣτΕ 3289/1997, ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 3829/1997, ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 4498/1998. ΟλΣτΕ 3478/2000, (υπό 6, 7, 8, 9, 11 και 12).
ΟλΣτΕ 613/2002, (υπό 6 και 7).
ΟλΣτΕ 533-535/2003. ΟλΣτΕ 1528/2003, (υπό 6). ΟλΣτΕ 2511/2002, Αρμ 2002 1675=ΝοΒ 2003 927. ΟλΣτΕ 3135/2003, Αρμ 2003 265=ΝοΒ 2003 564. ΟλΣτΕ 1476/2004. ΟλΣτΕ 2753/2004.
ΟλΣτΕ 21/2005, ΕλλΔνη 2005 713. ΟλΣτΕ 1528/2005. ΟλΣτΕ 2688/2005. ΟλΣτΕ 3720/2005
ΟλΣτΕ 2489/2006, (υπό 9, 10 και 11).
ΟλΣτΕ 123/2007. SoL.
ΟλΣτΕ 2636/2009, ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 2640/2009, ΕΔΔΔΔ 2010 55. ΟλΣτΕ 3053/2009. ΟλΣτΕ 3503/2009, (υπό 9). ΟλΣτΕ 3973/2009, ΕΔΔΔΔ 2010 362, (υπό 10, 14 και 15),
ΟλΣτΕ 462/010, (υπό 2, 9, 10 και 15), ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 3920/2010. ΟλΣτΕ 3396/2010, (υπό 13 και 14). ΟλΣτΕ 4076/2010.
ΟλΣτΕ 2499/2012, ΕΔΔΔΔ 2012 944=ΝοΒ 2012 1834.
ΟλΣτΕ 1/2013, ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 32/2013, ΕΔΔΔΔ 2013 100= Αρμ20131161= ΝοΒ 2013 776.
ΟλΣτΕ 26/2014, ΕΔΔΔΔ 2014 132, (υπό 20, 22, 28 και 29). ΟλΣτΕ 27/2014, ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 376/2014, (υπό 13), ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 519/2014, (υπό 8), ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 1118/2014, (υπό 14), ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 1119/2014, (υπό 13), ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 1903/2014, (υπό 16).  ΟλΣτΕ 2488/2012, (υπό 14 και 15), ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 2996/2014, (υπό 8, 17 και 30), ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 2997/2014, (υπό 8), ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 2998/2014, (υπό 5). ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 2999/2014, (υπό 5). ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 3000/2014, (υπό 5), ΝΟΜΟΣ.  ΟλΣτΕ 3001/2014, (υπό 6), ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 3002/2014, (υπό 10). ΟλΣτΕ 3674/2014, (υπό 15). ΟλΣτΕ 3874/2014, (υπό 18).
ΟλΣτΕ 528/2015, (υπό 12 και 18), ΝΟΜΟΣ. ΟλΣτΕ 1858/2015, SoL ΟλΣτΕ 2153/2015, (υπό 7, 11, 12, 15 και 16).
ΟλΣτΕ 6/2016, (ΝΟΜΟΣ).

δ. Αποφάσεις του Αρείου Πάγου:
ΑΠ 1465/2001,  SoL ΑΠ 1281/2002, SoL
ΑΠ 85/2003, ΧρΙΔ 2003 431=ΕλλΔνη 2003 1291.
ΑΠ 351/2003, ΕλλΔνη 2004 410.
ΑΠ 978/2006, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1731/2006, ΝοΒ 2007 353.
ΑΠ 97/2007, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1271/2007, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1864/2007. ΑΠ 1990/2007.
ΑΠ 481/2008, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1482/2008, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1878/2008, ΕλλΔνη 2009 116. ΑΠ 1482/2008, ΝΟΜΟΣ.
ΑΠ 36/2009, (ποιν),. SoL ΑΠ 786/2009, (ποιν) SoL, . ΑΠ 1698/2009, (ποιν), SoL. ΑΠ 1791/2009, ΕλλΔνη 2010 677= ΧρΙΔ 2011 53. ΑΠ 2024/2009, (ποιν), ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 2031/2009, (ποιν).
ΑΠ 207/2010, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 292/2010, (ποιν). ΑΠ 139/2010, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 840/2010, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 846/2010. ΑΠ 1338/2010, ΝΟΜΟΣ.
ΑΠ 1145/2011, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1291/2011, ΝΟΜΟΣ.ΑΠ 1360/2011, ΝΟΜΟΣ.
ΑΠ 309/2012, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 411/2012, ΧρΙΔ 2013 613. ΑΠ 510/2012,  (ποιν.). ΑΠ 511/2012,  (ποιν.). ΑΠ 657/2012, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 639/2012, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1055/2012, (ποιν). ΑΠ 1203/2012, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1408/2012, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1524/2012, ΝΟΜΟΣ.
ΑΠ 4/2013, ΕφΑΔ 2013 436. ΑΠ 311/2013, (ποιν), ΕΠολΔ 2013 71 ΑΠ 350/2013, ΝΟΜΟΣ,1.  ΑΠ 361/2013, ΕΠολΔ 2013 711. ΑΠ 485/2013. ΑΠ 605/2013, (ποιν). ΑΠ 822/2013, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 911/2013, (ποιν).
ΑΠ 1141/2013, ΕΠολΔ 2013 374=ΧρΔ 2014 115.
ΑΠ 1507/2013, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1567/2013. ΑΠ 1595/2013, ΧρΙΔ 2013 48. ΑΠ 1813/2013, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 2073/2013, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 2081/2013, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 2192/2013, ΝΟΜΟΣ.
ΑΠ 18/1014, (ποιν). ΑΠ 52/1014, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 159/2014, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 168/2014. ΑΠ 292/2014, ΑΠ 384/2014, ΕφΑΔ 2015 140. ΑΠ 390/2014. ΑΠ 487/2014, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 599/2013, Αρμ 2014 287. ΑΠ 625/2014. ΑΠ 710/2014.ΑΠ 723/2014, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 930/2014, (ποιν). ΑΠ 1100/2014, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1216/2014, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1355/2014. ΑΠ 1377/2014. ΑΠ 1411/2014. ΑΠ 1918/2014, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 2008/2014, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 2088/2014. ΑΠ 2173/2014. ΑΠ 2243/2014, ΝΟΜΟΣ.
ΑΠ 20/2015, (ποιν),SoL ΑΠ 80/2015, SoL. ΑΠ 81/2015, SoL. ΑΠ 85/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 87/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 136/2015, (ποιν),  SoL. ΑΠ 146/2015, (ποιν), ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 199/2015, (ποιν), ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 227/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 259/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 303/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 368/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 449/2015. ΑΠ 621/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 712/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 929/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 957/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1216/2014, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1328/2015, ΑΠ 1330/2015, (ποιν), ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1343/2015. ΑΠ 1354/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1443/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1991/2015, (ποιν). ΑΠ 1401/2015, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1443/2015, ΝΟΜΟΣ.
ΑΠ 43/2016, ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 148/2016, ΝΟΜΟΣ.
ΑΠ 222/2016, (ποιν), ΝΟΜΟΣ.

ε. Αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας:
ΣτΕ 89/1981. ΣτΕ 3053/1981. ΣτΕ 3754/1981.
ΣτΕ 2619/1982.
ΣτΕ 2433/1985
ΣτΕ 695/1986. ΣτΕ 3277/1986.
ΣτΕ 2778/1988.
ΣτΕ 63/1989.
ΣτΕ 664/1990.
ΣτΕ 7/1993. ΣτΕ 53/1993, Αρμ 1993 169 =ΤοΣ 1993 390. ΣτΕ 1520//1993.
ΣτΕ 2759/1994, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2760/1994.
ΣτΕ 2163/1994, (υπό 4).
ΣτΕ 1801/1995, (υπό 2 και 5).
ΣτΕ 4953/1995. (υπό 4). ΣτΕ 5351/1995.
ΣτΕ 2818//1997, (υπό 6), Αρμ 1977 1072.
ΣτΕ 2990/1998.
ΣτΕ 1260/1999, (υπό 7). ΣτΕ 2126/2000, (υπό 12).
ΣτΕ 1505/2000, (υπό). ΣτΕ 1968/2000. ΣτΕ 2126/2000.
ΣτΕ 3570/2000, ΔΔίκη 2001 1258.ΣτΕ 3698/2000, (υπό 7 και 9).
ΣτΕ 3403/2001. ΣτΕ 3672/2001. ΣτΕ 3988/2001.
ΣτΕ  392/2002. ΣτΕ 939/2002. ΣτΕ 946/2002, (υπό 4). ΣτΕ  1647/2002, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1978/2002, (υπό 7). ΣτΕ 1986/2002.
ΣτΕ 287/2003. ΣτΕ 2675/2003, (υπό 8). ΣτΕ 2896/2003, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2994/2003, (υπό 8). ΣτΕ 3317/2003, (υπό 7 και 8).
ΣτΕ 1338/2004, (υπό 4). ΣτΕ 1418/2004, (υπό 4). ΣτΕ 2089/2004, (υπό 5, 6 και 7). ΣτΕ 2569/2004. ΣτΕ 2976/2004, (υπό 4). ΣτΕ 3050/2004, ()υπό 9). ΣτΕ 3181/2004, (υπό 5). ΣτΕ 3289/2004, (υπό 8).
ΣτΕ 895/2005, (υπό 3). ΣτΕ  1100/2005. ΣτΕ 1156/2005. ΣτΕ 1567/2005. ΣτΕ 1568/2005, (υπό 13 και 14). ΣτΕ 2547/2005. ΣτΕ 2970/2005, (υπό 5). ΣτΕ 3654/2005. ΣτΕ 4328/2005. ΣτΕ 4446/2005, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 4564/2005. ΣτΕ 4571/2005, (υπό 6).
ΣτΕ 394/2006, (υπό 7). ΣτΕ 1532/2006, (υπό 10 ΚΑΙ 18). ΣτΕ 2121/2006, (υπό 2). ΣτΕ 2173/2006, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2650/2006, (υπό 6).
ΣτΕ 1271/2007, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1672/2007. ΣτΕ 2872/2007, (υπό 5). ΣτΕ 3277/2007, (υπό 7). ΣτΕ 3629/2007. ΣτΕ ΣτΕ 3739/2007, (υπό 8). ΣτΕ 3791/2007, ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 164/2008, (υπό 14). ΣτΕ 408/2008, (υπό 7). ΣτΕ 1508/2008, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2063/2008, (υπό 4 και 7). ΣτΕ 3232/2008, (υπό 3). ΣτΕ 3559/2008, (υπό 6 και 10). ΣτΕ 3560/2008, (υπό 5). ΣτΕ 3559/2008, (υπό 6). ΣτΕ 3887/2008, ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 254/2009. (υπό 6). ΣτΕ  291/2009, (υπό 4). ΣτΕ 293/2009, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1063/2008, (υπό 4). ΣτΕ 1285/2009, (υπό 5 και 6). ΣτΕ 1286/2009.(υπό 6). ΣτΕ 2405/2009, (υπό 5), ΝΟΜΟΣ.  ΣτΕ 2485/2009, (υπό 3). ΣτΕ 2517/2009, (υπό 9). ΣτΕ 2519/2009, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 3179/2009, (υπό 8 και 9). ΣτΕ 3536/2009ΣτΕ 4097/2009. ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 2432/2010. ΣτΕ 2973/2010. ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ  3506/2010. ΣτΕ 3511/2010, ΝΟΜΟΣ,
ΣτΕ 4448/2010, ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 285/2011, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ  430/2011, υπό 5. ΣτΕ. 2702/2011, (υπό 4). ΣτΕ  2831/2011. ΣτΕ 3336/2011, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 3612/2011, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 3980/2011, (υπό  2 και 6). ΣτΕ 4612/2011, ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 175/2012, (υπό 10, 11, 12 και 15). ΣτΕ 239/2012, (υπό 9). ΣτΕ 300/2012, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 570/2012, (υπό 6 και 32).  ΣτΕ 881/2012, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1058/2012. ΣτΕ 1733/2012, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1816/2012, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2312/2012, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2694/2012, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2934/2012. ΣτΕ 2936/2012. ΣτΕ 2802/2012, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2917/2012, (υπό 9). ΣτΕ 2934/2012, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2936/2012. ΣτΕ 3220/2012, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 3839/2012, (υπό 5), ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 32/2013, (υπό 8), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 350/2013, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 492/2013, Αρμ 2013, 161. ΣτΕ 750/2013, ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 1330/2013, (υπό 12). ΣτΕ 1416/2013, (υπό 14). ΣτΕ 1421/2013, (υπό 5 και 23), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1422/2013, (υπό 4), ΝΟΜΟΣ. 1492/2013, Αρμ 2013 1761. ΣτΕ 1501/2013, (υπό 11). ΣτΕ 2572/2013, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2752/2013, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2814/2013, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2832/2013, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2861/2013, (υπό 9), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 3834/2013, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 4116/2013, (υπό 11), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 4279/2013, (υπό 5, 6 και 16). ΣτΕ 4758’2013, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 4901/2013, (υπό 9), ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 1492/2013, (υπό 32).
ΣτΕ 26/2014, (υπό 6). ΣτΕ 99/2014, (υπό 10). ΣτΕ  256.2014, (υπό 9), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 264/2014, (υπό 8), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 387/2014, (υπό 9), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 395/2014, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 754/2014, (υπό 10), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 400/2014, (υπό 11).  ΣτΕ 452/2014, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 499/2014, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 634/2014, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 754/2014, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 755/2014, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1148/2014, (υπό 10), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1184/2014, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1225/2014, (υπό 4), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1599/2014, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1347/2014, (υπό 10). ΣτΕ 1348/2014, ΔκΠ 2014 621. ΣτΕ 2138/2014, ΔκΠ 2014 619. ΣτΕ 3002/204, (υπό 8). ΣτΕ 1599/2014, ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2257/2014, (υπό 4), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2729/2014, (υπό 7). ΣτΕ  2741/2014, (υπό 7), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2783΄2014, ΠκΔ 2015 239. ΣτΕ 2937/2014, (υπό 5), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ  3002/2014, (υπό 8). ΣτΕ 3037/2015. ΣτΕ 3060/2013. ΣτΕ 3349/2014, (υπό 10). ΣτΕ 3369/2014, (υπό 6). ΣτΕ 3570/2014, (υπό 8), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 3759/2014, (υπό 6 και 13). ΣτΕ 3760/2014, (υπό 8) ΣτΕ 4189/2014, (υπό  7, 8 και 11). ΣτΕ 4190/2014, (υπό 4, 7, 11, 20. 21,  26 και 28). ΣτΕ 4557/2014, (υπό 4 και 13). ΣτΕ 4883/2014, ΠΚΔ 2/2015 262.
ΣτΕ 19/2015, (υπό 5). ΣτΕ 87/2015, (υπό 6, 7, 8 και 13). ΣτΕ 99/2015, (υπό 8). ΣτΕ 137/2015 (υπό 7,12 και 13). ΣτΕ 172/2015, (υπό 5 και 17). ΣτΕ 549/2015, (υπό 7, 9 και 10). ΣτΕ 551/2015, (υπό 7, 11, 12, και 22). ΣτΕ 621/2015, ΝΟΜΟΣ.ΣτΕ 640/2015, (υπό 8), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 716/2015, (υπό 8). ΣτΕ 736/2015, (υπό 3). ΣτΕ 961/2015, (υπό 7). ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 980/2015, (υπό 5). ΣτΕ 1114/2015, (υπό 6), ΠκΔ 2015 394. ΣτΕ 1152/2015, (υπό 6), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1279/2015. ΣτΕ 1394/2015, ΠκΔ 2015 425, (υπό 10). ΣτΕ 1415/2015, (υπό 10), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 1495/2015, (υπό 10 και 12), ΝΟΜΟΣ.  ΣτΕ 1568/2015. ΣτΕ 2108/2015, (υπό 4) ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 2153/2015, (υπό 13 και 15). ΣτΕ 3036/2015. (υπό 13), ΝΟΜΟΣ.  ΣτΕ 3037/2015, (υπό 8). ΣτΕ 3050/2015, (υπό 8 και 11). ΣτΕ 3054/2015, (υπό 6 και 7), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 3055/2015, (υπό 5 και 6). ΣτΕ 3115, (υπό 8 κα 19). ΣτΕ 3139/2015. ΣτΕ 3191/2015, (υπό 10), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 4376/2015, (υπό 6).
ΣτΕ 3115/2015, (υπό 19). ΣτΕ 3168/2015, (υπό 7), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 3311/2015, (υπό 5), ΝΟΜΟΣ. ΣτΕ 88/2016, (υπό 2 και 4), ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 94/2016, (υπό 13), ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 222/2016 (υπό 11 και 16), ΝΟΜΟΣ
ΣτΕ 223/2016 (υπό 12 και 13).
ΣτΕ 415/2016, (υπό 2 και 4), ΝΟΜΟΣ,
ΣτΕ 798/2016, ΠκΔ, 2/2016, 286.
ΣτΕ 805/2016, (υπό 17), ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 4543/2016, (υπό 2), ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 1942/2017, ΠκΔ 2/2017 276. ΣτΕ 1977/2017, ΠκΔ 3/2017 (υπό έκδοση)

[10]. Βλ. παρακάτω υποσημ. 12.

[11]. Όπως είναι οι αποφάσεις που δέχονται ως αντισυνταγματική τη συμμετοχή δικαστών σε συγκεκριμένες επιτροπές και συμβούλια: ΣτΕ 99/2015, (υπό 8), SoL∙ ΣτΕ 3037/2015, (υπό 8) SoL. Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 11 (Β), αρ. 40.

[12]. Όπως είναι η απόφαση (ΣτΕ 4883/2014, ΠκΔ 2/2015 201) που δέχεται ότι τα δημόσια δάση και οι δασικές εκτάσεις της χώρας ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, με αποτέλεσμα τη μετακύλυση της δημόσιας αυτής περιουσίας του κράτους στο ΤΑΙΠΕΔ. Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 23, αρ. 94 επ.

[13]. Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (-Σπυρόπουλος),  ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 1, αρ. 13. Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/ Γεραπετρίτης (-Ζιάμου),  ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 2, αρ. 16. Σπυρόπουλος/ Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (-Τασόπουλος),  ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 93, αρ. 35.

[14]. Βλ. σχετικά Παπαστερίου, Το ΣτΕ για τις οικιστικές πυκνώσεις, σε Dasarxeio.com , 13/09/2017. Παυλάκη, Η αντισυνταγματικότητα των διατάξεων περί «οικιστικών πυκνώσεων» κατά την απόφαση ΣτΕ 1942/2017, σε  Dasarxeio.com , 13/09/2017. Βλ. επίσης, Παπαστερίου Παρέμβαση για τις «οικιστικές πυκνώσεις», σε  Dasarxeio.com , 10/09/2017. Τον ίδιο, ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: «Οικιστικές πυκνώσεις», σε  Dasarxeio.com , 07/09/2017. Τον ίδιο, Στην «κοσμογονία» των δασικών χαρτών: Και πάλι βελτιώσεις, σε  Dasarxeio.com , 15/05/2017.

[15] Ο όρος «κοινωνική υπαιτιότητα» εισάγεται ήδη κατά τις αναπτύξεις της υποκειμενικής καλής πίστης, ως ενδιάθετης  καταστάσεως. Βλ. Κουμάντο, Η υποκειμενική καλή πίστις, 1958, σ. 112-117, 195 και 197.

[16]. Για την κτήση κινητού από μη κύριο βλ. ενδεικτικά Παπαστερίου, ΕμπρΔ, ΙΙ, § 47, αρ. 1 επ. Για την κτήση ακινήτου από μη κύριο υπό το καθεστώς του Κτηματολογικού Δικαίου, βλ. τον ίδιο, Κτήση δικαιώματος σε ακίνητο από καλόπιστο τρίτο κατά το Κτηματολογικό Δίκαιο- Συμβολή στην ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 13, παρ. 3 και 4, ν. 2664/1998, σε ΤιμΤομ Ε. Αλεξανδρίδου, (2016), σ. 585 επ. Τον ίδιο, ΚτημΔ, Γ § 15, αρ. 119 επ.

[17]. Παπαστερίου, ΚτημΔ, Γ § 15, αρ. 12, 123 και 125.

[18] Βλ. σχετικά Παπαντωνίου, Η καλή πίστις εις το Αστικόν Δίκαιον, 1957, σ. 119.

[19] Για την εννοιολογική αυτή προσέγγιση του όρου «κοινωνική υπαιτιότητα» σημείο εκκινήσεως και χρήσιμες θέσεις υπήρξαν οι αναπτύξεις του Κουμάντου, ΥποκΚαλΠιστη, σ. 112-113.

[20].ΣτΕ 350/2013, ΝΟΜΟΣ..

[21]. Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 30, αρ. 11, (και υποσημ. 21).

[22]. Κουμάντος, ΥποκΚαλΠιστ, σ. 87.

[23] Βλ. Μπαλή, ΓενΑρχ8, § 8, σ. 23-24.

[24] . Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 11 (Γ), αρ. 27.

[25] . Κουμάντος, ΥποκΚαλΠιστ, σ. 88-89.

[26]. Ενδεικτικά: Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 147-149.

[27]. ΣτΕ 549/2015, (υπό 7): «…ο δικαστής εξετάζει, μεταξύ άλλων, αν η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που αποτελεί το βασικό μέσο εφαρμογής της αρχής της προλήψεως και προφυλάξεως, ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές, ώστε να παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου ή της δραστηριότητος και να εκτιμούν αν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και τις συνταγματικές επιταγές, καθώς και αν το προσδοκώμενο από αυτό όφελος τελεί σε σχέση αναλογίας με την τυχόν επαπειλούμενη βλάβη του φυσικού περιβάλλοντος…». Επίσης: ΣτΕ 462/2010, (υπό 10). Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 4, αρ. 71-74.

[28]. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ 72.

[29]. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, §  4, αρ. 75 (και υποσημ. 174-176).

[30]. Πρόκειται για την αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Βλ. σχετικά Δαγτόγλου, ΓενΔιοικΔ6, αρ. 388. Τάχο, ΕλλΔιοικΔ8, σ. 75. Σπηλιωτόπουλο, ΕγχΔιοικΔ14, Ι, αρ. 72 (και την εκεί σχετική βιβλιογραφία).

[31]. ΣτΕ 350/2013, ΝΟΜΟΣ.

[32]. ΟλΣτΕ 3000/2014, (υπό 5), ΝΟΜΟΣ.

[33] ΣτΕ 2752/2013, ΝΟΜΟΣ.

[34] ΑΠ 460/2007, ΝΟΜΟΣ

[35]. Στη νομολογία το δημόσιο συμφέρον κλιμακώνεται: ύψιστο, σπουδαίο, σοβαρό, όλως εξαιρετικό, υπέρτερο, εξαιρετικό, όλως εξαιρετικό, «δημόσιου συμφέροντος ή εξυπηρέτηση ζωτικής ανάγκης» (βλ. σχετικά, Σιούτη, Ο θρίαμβος της λογικής: αναδάσωση και ΑΠΕ, σε ΤιμΤομ για Κ. Μενουδάκο, σ. 92.

[36]. Βλ. Παπαστερίου, Οικιστικές Πυκνώσεις-ΥΑ 34844 (ΦΕΚ ΑΑΠ 145 20.7.2016)-Κριτήρια προσδιορισμού οικιστικής πύκνωσης άρθρου 23 παρ. 4 ν. 3889/2010, όπως ισχύει, σε Dasarxeio.com , 23/05/2017.

[37]. Βλ. Παπαστερίου, Το ΣτΕ για τις «οικιστικές πυκνώσεις»-ΣτΕ 1942/2017 Απόφαση Ε´ Τμήματος, σε Dasarxeio.com , 13/09/2017. Παυλάκη, Η αντισυνταγματικότητα των διατάξεων περί «οικιστικών πυκνώσεων» κατά την απόφαση ΣτΕ 1942/2017, σε Dasarxeio.com , 13/09/2017.

[38]. Παυλάκη, Η νέα απόφαση του ΣτΕ επί της αιτήσεως ακυρώσεως της ΠΕΔΔΥ και του ΓΕΩΤΕΕ για τις «οικιστικές πυκνώσεις», σε Dasarxeio.com , 26/09/2017.

[39] Για παράδειγμα, υποκατάστατο σε ένα μελλοντικό νομοθέτημα μπορεί να είναι οι όροι λ.χ. «οικιστικές συγκεντρώσεις» ή «οικιστικές συμπτύξεις», ή να τροποποιηθούν τα υπάρχοντα στοιχεία που εξειδικεύουν τις υπάρχουσες «οικιστικές πυκνώσεις» ή κάποιο υποκατάσταστό τους, για παράδειγμα αριθμός κτιρίων ή τροποποίηση της εκτάσεως. Σε όλες αυτές τις υποθετικές περιπτώσεις δεν θα είναι κατάδηλο ότι θα υπάρχει μια μορφή αντισυνταγματικής καταχρήσεως;

 

Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 11.01.2019

Διαβάστε επίσης:
Παραλογισμοί … και καταλογισμοί …
Ανισοσκελές … ισοζύγιο
Μάτειος Ίππος
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Της ύβρεως ή Κόρος ύβριν τίκτει
Της κραυγής
Της Σιωπής
Μισός αιώνας πράξεων χαρακτηρισμού. Μια διαρκής παρακαμπτήριος
Το ΑΚ 1057 στα δάση. Ειδοποιία και «οικιστικές πυκνώσεις»
Δείγματα και Δήγματα αντιπεριβαλλοντικής συμπεριφοράς
ΠΡΟΔΗΛΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ
Το ΣτΕ για τις «οικιστικές πυκνώσεις»
Παρέμβαση για τις «οικιστικές πυκνώσεις»
ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: «Οικιστικές πυκνώσεις»
Στην κυριολεξία και μεταφορικά πυρκαγιές
Αριστεία και ισότητα στα δάση
–  Γούρνες: Φυσικές και νομικές
–  Η συνεχιζόμενη ιδέα των πυκνώσεων
–  ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΠΥΚΝΩΣΕΙΣ
ΔΑΣΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΑΠΡ 2017 (I) – Συστηματική παρουσίαση και λίγες παρατηρήσεις
ΔΑΣΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΑΠΡ 2017 (II) – Συστηματική παρουσίαση και λίγες παρατηρήσεις
Στην «κοσμογονία» των δασικών χαρτών: Και πάλι βελτιώσεις
Επανακαθορισμοί στους δασικούς χάρτες
Αναρτήσεις δασικών χαρτών
Τάξη στα δάση και έννομη τάξη

 

 

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔόμηση - Αυθαίρετα, Δασικοί Χάρτες, Επιλογές - Προτάσεις, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , , , , , ,

1 reply

  1. Όπως πάντα εξαιρετικός στην προσέγγισή του ο κ.Παπαστερίου.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: