Ένα φυσιοκεντρικού χαρακτήρα δοκίμιο στην εισηγητική έκθεση του νόμου 998/1979

(Δασολόγος επί τω έργω – φωτογραφία της αμερικανικής δασικής υπηρεσίας του έτους 1945 με τον τίτλο “Careers in forestry”)

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου – Περιβαλλοντολόγου

Ο Έλληνας σε όχι μακρινούς καιρούς διαπίστωνε τη βλαπτική οικονομική λογική του ανθρώπου πάνω στο φυσικό περιβάλλον, όταν νομοθετούσε το 1979 για την προστασία των δασών, αγόμενος από το πανανθρώπινο «δικαίωμα για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος», προσδιορίζοντας στην εισηγητική έκθεση του νόμου 998/1979 τον τύπο του νεωτερικού αδηφάγου ανθρώπου ως Homo Economicus. Δημιουργούσε μετά τούτων διατάξεις για το φυσικό αγαθό σε σχέση με τη δραστηριότητα του ανθρώπου, ώστε να προστατευτεί ως αναγκαίο για τη συνέχεια του κόσμου, για τη συνέχεια του ίδιου αυτού του ανθρώπου ο οποίος τον εκπροσωπούσε· μολαταύτα, αναλογιζόμενοι στη μετέπειτα πορεία του κόσμου, διερωτόμαστε τι απέγινε κείνη η φιλοσοφία του ανθρώπου ως προς την αντιμετώπιση του φυσικού αγαθού; Βλέπετε, τότε διακατείχετο ακόμα ο άνθρωπος (ο Έλλην εν προκειμένω) από έναν φυσιοκεντρισμό στη σκέψη του, ανεξαρτήτως πώς αυτός αποδίδονταν στα νομοθετικά κείμενα και στις πράξεις του (διότι και ο νόμος 998/1979 «κατηγορήθηκε» γι’ αντιπεριβαλλοντικές διατάξεις), πάντως δεν επικρατούσε ο απόλυτος ανθρωποκεντρισμός, κι επόμενα αυτού ο σκληρός τεχνοκρατισμός, ο εκκινούμενος και προοριζόμενος σύμφωνα με τον οικονομικό προσδιορισμό του ανθρώπου και την αναφορά του στην (οικονομική) ανάπτυξη, που πολλά δεινά επέφερε (κι επιφέρει) στο φυσικό περιβάλλον!

Είναι χαρακτηριστικό το πόσο όμορφα, βαθειά και λογοτεχνικά (διότι το δοκίμιο είναι λογοτεχνικό είδος), απέδιδε ο συγγραφέας της εισηγητικής εκθέσεως του νόμου (σημ.: εισηγητική λεγόταν τότε η έκθεση του νόμου, κι όχι αιτιολογική, όπως σήμερα) την ουσία του νομοθετήματος, το τι επεδίωκε ο νομοθέτης και το πώς αντιλαμβάνονταν τη λειτουργία του κόσμου εν σχέσει με το φυσικό αγαθό, το δάσος. Σήμερα, τέτοιες φιλοσοφημένες σκέψεις, τέτοιον ορθό λόγο και τόσο βαθύ προβληματισμό, δε βρίσκουμε στις αιτιολογικές εκθέσεις των νόμων που συντάσσονται, οι οποίες διέπονται από ξύλινο, στεγνό κι αυστηρό λόγο, από καθαρό ορθολογισμό και τεχνοκρατικού χαρακτήρα σκέψη.

Απολαμβάνουμε λοιπόν μετά από 40 περίπου χρόνια το θαυμάσιο φυσιοκρατικού χαρακτήρα δοκίμιο της εισηγητικής έκθεσης του νόμου 998/1979 (του νόμου «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων»), παίρνοντας ιδέα και μεστή σκέψη από το περιεχόμενό του, κρατώντας το ως παρακαταθήκη για το μέλλον, έστω κι αν μετατοπιστήκαμε αξιακά δομούμενοι σύμφωνα με τις επιταγές της οικονομικής ανάπτυξης. Είν’ ένα στοχαστικό δοκίμιο που στέκει πάντα επίκαιρο, με βαθιά και διαχρονικά νοήματα:

«Μέχρι πριν από λίγες δεκαετηρίδες η ανθρώπινη ιστορία θεωρούσε σαν κεντρικό πυρήνα της την προσπάθεια του ανθρώπου να κυριαρχήσει πάνω στη φύση, που τον περιβάλλει. Μαγνητισμένος ο μελετητής των κοινωνικών φαινομένων από τη δυναμική έννοια της “προόδου”, έμενε εκστατικός μπροστά στις κατακτήσεις της επιστήμης, την τιθάσευση των δυνάμεων της φύσεως και την εκμετάλλευση κάθε είδους πηγής ενέργειας και τις μεταβολές που ο περιβάλλων χώρος αυτός υπέστη χάρη στην ακάματη δραστηριότητα του επινοητικού αυτού όντος, που χρησιμοποιεί το λογικό του για να μεταβάλλει συνεχώς τους όρους και τις συνθήκες διαβιώσεώς του στη γη.

Με αυτή την οπτική, η αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος κατέληγε να θεωρείται σαν αδιαμφισβήτητη απόδειξη της “νίκης” του ανθρώπου επί της φύσεως και να υπολαμβάνεται σαν συνώνυμο του πολιτισμού, τουλάχιστο στην τεχνική του διάσταση. Ακόμα και αυτή η μεταβολή του κλίματος σε ορισμένες περιοχές ή η μετατροπή των φυσικών δεδομένων χαιρετήθηκε σαν κατάκτηση του ανθρώπου, του οποίου η μοίρα φαινόταν να εξαρτάται αποκλειστικά από τη δική του επινοητικότητα και τις τεχνικές κατακτήσεις του.

Λίγοι ήταν οι στοχαστές που επιδείκνυαν μιαν ιδιαίτερη ευαισθησία για την κακοποίηση του περιβάλλοντος και των μορφών της φυσικής ζωής. Το μήνυμά του έμενε ακατανόητο από τον κυρίαρχο τύπο του Homo Economicus, που έκρινε τα πάντα με τα κριτήρια της παραγωγικότητας και της οικονομικής αποδόσεως. Είναι γνωστό πόσο η με κάθε τρόπο αύξηση της παραγωγικότητας και η άμετρη εκμετάλλευση των φυσικών πηγών ενεργείας για την κάλυψη των αναγκών του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού εμπόδισαν την έγκαιρη συνειδητοποίηση των καταστρεπτικών συνεπειών των ανθρωπίνων επεμβάσεων πάνω στη φύση για την επιβίωση αυτού του ίδιου του ανθρώπινου γένους. Η ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου με τη συνακόλουθη υποταγή της φύσεως στις οικονομικές ανάγκες οδηγούσε στην παραγνώριση του θεμελιακού δεδομένου ότι ο άνθρωπος αποτελεί ένα φυσικό ον, ένα τμήμα του φυσικού κόσμου και ότι η ανθρώπινη κοινωνία δεν μπορεί να νοηθεί και να επιζήσει παρά μόνο μέσα στη φύση και σε αρμονία με τις φυσικές δυνάμεις και τους φυσικούς νόμους.

Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων, που δημιούργησαν όχι μόνο οι τυχαίες, περιστασιακές ή και απροκάλυπτα ηθελημένες καταστροφές, αλλά και η πληθυσμιακή αύξηση, η διόγκωση των αναγκών και της ροπής προς κατανάλωση, καθώς και οι ίδιες οι συνέπειες και παρενέργειες της τεχνολογικής προόδου, άρχισε σχετικά πολύ αργά για να φτάσει ν’ αποτελεί σήμερα το κεντρικό σημείο επαφής γύρω από τ’ οποίο περιστρέφεται κάθε ευρύτερη προσπάθεια ορθολογιστικής οργανώσεως της κοινωνικής ζωής στο μέλλον.

Σαν τέτοιο το οικολογικό πρόβλημα έπαψε να είναι καθαρά τεχνικό και γίνεται πολιτικό πρόβλημα και αντικείμενο ρυθμίσεως συνταγματικών διατάξεων της κάθε μιας χώρας ή άλλων διεθνούς χαρακτήρος θεσμικών κειμένων, για την από κοινού και σε ευρύτερη κλίμακα επίλυση των επί μέρους ζητημάτων που το συνθέτουν. Δημιουργείται με τον τρόπο αυτόν θετική υποχρέωση του κράτους για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος με προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα.

Τόσο ο μεμονωμένος άνθρωπος όσο και η κοινωνία στο σύνολό της αποκτούν με τις νομικές αυτές διατάξεις “δικαίωμα για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος”, που σε τελική ανάλυση σημαίνει διασφάλιση των όρων ζωής και ανανέωση των πόρων του ανθρώπου μέσα στη βιόσφαιρα, στην οποία γεννιέται, αναπτύσσεται και δημιουργεί. Παράλληλη είναι και η διεργασία, που γίνεται τόσο από τη νομική θεωρία όσο και από τη νομολογία των δικαστηρίων να ερμηνευτούν τα κλασσικά θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου και ειδικότερα το δικαίωμα της ιδιοκτησίας υπό το πρίσμα της προστασίας του περιβάλλοντος και της διασφαλίσεως ικανοποιητικών όρων ζωής. Η τάση αυτή είναι εμφανής ειδικότερα στη νομολογία και τη νομική σκέψη των ευρωπαϊκών χωρών, που αντιμετωπίζουν προβλήματα δασικής πολιτικής ανάλογα με τα δικά μας.

Απαντώντας στο κάλεσμα των σύγχρονων αυτών απαιτήσεων το ελληνικό Σύνταγμα του 1975 θεσμοθέτησε στο άρθρο 24 την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος με προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα, και προέβλεψε ειδικότερα την προστασία των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας, αφού τα δάση αποτελούν τον κυριότερο παράγοντα της διαφυλάξεως της φυσικής ισορροπίας και της διασφαλίσεως ικανοποιητικών όρων ζωής για τον άνθρωπο» («Εισηγητική Έκθεσις επί του σχεδίου νόμου “περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων”», 28 Αυγούστου 1979).

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις, Νομοθεσία

Tags: , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: